• Slider4
  • Slider5
  • Slider 9

Alpha test

Περιγραφή

Είναι η διαγνωστική εξέταση για ανίχνευση χρωμοσωμικής ανωμαλίας (18,21) και ανοιχτής βλάβης νωτιαίου σωλήνα που πραγματοποιείται στις 15-20 εβδομάδες κύησης με εξέταση αίματος στον ορό της μητέρας και υπερηχογράφημα.

Ι. Ορολογικός έλεγχος ανίχνευσης χρωμοσωμικών ανωμαλιών

Επιδημιολογικά στοιχεία

Η τρισωμία 21 (σύνδρομο Down) είναι η πιο συχνή χρωμοσωμική ανωμαλία, εμφανίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής με επίπτωση 1/700 έως 1/1000 επί των ζώντων γεννημένων βρεφών. Είναι ευρύτερα γνωστό ότι έγκυες γυναίκες προχωρημένης ηλικίας (≥35) εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο να αποκτήσουν μωρό με τρισωμία 21. Σε αυτές τις γυναίκες προσφέρθηκε η κλασική μέθοδος της αμνιοκέντησης για να αξιολογηθεί ο εμβρυϊκός καρυότυπος και αποκαλύφθηκε μόνο το 20% των εμβρύων με σύνδρομο Down. Συνεπώς οι έγκυες γυναίκες κάτω των 35 ετών είχαν 80% στατιστικό κίνδυνο να αποκτήσουν παιδί με τρισωμία 21. Η ανάγκη ελέγχου της πληθυσμιακής αυτής ομάδας δημιούργησε την τριπλή εξέταση (AFP, UE3, hCG) για την ανίχνευση εμβρύων με σύνδρομο Down.

Η α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP)

Το 1984 μια αναδρομική μελέτη ανακάλυψε την συσχέτιση τιμών μεταξύ της α-εμβρυϊκή πρωτεΐνης (AFP) με το σύνδρομο Down. Από τότε μέχρι σήμερα η μέτρηση στο μητρικό αίμα διαφόρων βιοχημικών δεικτών φάνηκε ότι είναι χρήσιμη στον έλεγχο (screening) για να ανιχνεύσει το σύνδρομο Down στον γενικό πληθυσμό. Η α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP) ήταν ο πρώτος ορολογικός δείκτης που ελέγχθηκε στο μητρικό αίμα και βρέθηκε να μεταβάλλεται σε περιπτώσεις εμβρύων που είχαν προσβληθεί με σύνδρομο Down. H α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP) παράγεται στο εμβρυϊκό ήπαρ, απελευθερώνεται στην εμβρυϊκή κυκλοφορία και το αμνιακό υγρό με την διούρηση, ενώ ένα μικρό μέρος της διασχίζει τον πλακούντα και ανιχνεύεται στο μητρικό αίμα. Σε κυήσεις με σύνδρομο Down, τα επίπεδα της α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) στον μητρικό ορό ανιχνεύονται σε ποσοστό 20-25% χαμηλότερα. Αυτή η ανακάλυψη αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο στον πρώτο πληθυσμιακό έλεγχο (screening test) ο οποίος χρησιμοποίησε αιματολογικούς δείκτες στην ανίχνευση του συνδρόμου Down κατά την κύηση. Η α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP) όταν χρησιμοποιείται από μόνη της μπορεί να αποκαλύψει το 20-25% των εμβρύων με σύνδρομο Down, βαπτίζοντας ως θετικό (παθολογικό) το 3-5% του δείγματος του πληθυσμιακού ελέγχου στο οποίο εφαρμόζεται.

Εάν υποθέσουμε ότι όλες οι έγκυες άνω των 35 ετών υποβάλλονταν σε αμνιοπαρακέντηση, περίπου το 25-30% όλων των εμβρύων με σύνδρομο Down θα μπορούσαν να ανιχνευθούν. Επίσης, εάν όλες οι έγκυες κάτω των 35 ετών υποβάλλονταν σε πρόγραμμα πληθυσμιακού ελέγχου (screening test) με μέτρηση της α-εμβρυϊκή πρωτεΐνης (AFP) στο μητρικό αίμα και παραγγελλόταν αμνιοπαρακέντηση σε όσες είχαν κίνδυνο για σύνδρομο Down ίσο ή μεγαλύτερο με εκείνον μιας εγκύου άνω των 35 ετών, θα μπορούσε να ανιχνευθεί ένα άλλο 25% των εμβρύων με σύνδρομο Down. Με τον τρόπο αυτό (αμνιοπαρακέντηση και α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη) θα μπορούσε να ανιχνευθεί περίπου το 50-55% του συνόλου των εμβρύων με σύνδρομο Down.

Η ελεύθερη οιστριόλη (UE3)

Ο λόγος για τον οποίο η α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP) είναι χαμηλή σε κυήσεις με σύνδρομο Down δεν είναι απόλυτα γνωστός. Μετά την παρατήρηση αυτή έγινε η υπόθεση ότι ίσως και μια άλλη ορμόνη της εμβρυοπλακουντιακής μονάδας, η ελεύθερη οιστριόλη (UE3) πιθανόν θα ήταν παρόμοια χαμηλή, καθώς και αυτή παράγεται στο εμβρυϊκό ήπαρ, όπως εξάλλου και στα εμβρυικά επινεφρίδια αλλά και τον πλακούντα. Η ελεύθερη οιστριόλη (UE3) βρέθηκε στο μητρικό αίμα μειωμένη κατά 27% περίπου σε κυήσεις με σύνδρομο Down. Το κύριο πλεονέκτημα από τον συνδυασμό της α-εμβρυϊκή πρωτεΐνης (AFP) και της ελεύθερης οιστριόλης (UE3) ως μέθοδος διαλογής για σύνδρομο Down δεν είναι η αύξηση της ευαισθησίας της μεθόδου, αλλά η μείωση των ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων.

Η β-χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG)

Ένας άλλος δείκτης ιδιαίτερα ευαίσθητος για το σύνδρομο Down, είναι μια ορμόνη η β-χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG) στο αίμα της μητέρας. Η β-χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG), παράγεται από τον πλακούντα και τα επίπεδά της σε κυήσεις με σύνδρομο Down, είναι περίπου διπλάσια απ’ ότι σε φυσιολογικές κυήσεις. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτή η αύξηση δεν είναι γνωστός. Οι συγκεντρώσεις τιμών των τριών ορολογικών δεικτών σε περιπτώσεις κυήσεων με σύνδρομο Down είναι παρόμοιες με αυτές που φυσιολογικά παρατηρούνται σε κυήσεις μικρότερης ηλικίας 2-3 εβδομάδες. Είναι λοιπόν πολύ σημαντικό να υπολογίζεται ακριβώς η ηλικία εγκυμοσύνης με υπερηχογράφημα, ώστε να είναι απόλυτα γνωστή η ηλικία κύησης και ταυτόχρονα να λαμβάνεται μητρικό αίμα. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι τιμές αυτών των δεικτών αντανακλούν μια λειτουργική ανωριμότητα των οργάνων σε έμβρυα με σύνδρομο Down. Τέλος, έχει παρατηρηθεί ότι κυήσεις με τρισωμία 18 (σύνδρομο Edwards) συσχετίζονται με χαμηλές τιμές και των τριών βιοχημικών δεικτών στο 2ο τρίμηνο.

Η αξιοπιστία της εξέτασης

Οι τιμές της α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP), της ελεύθερης οιστριόλης (UE3) και της β-χοριακής γοναδοτροπίνης (hCG) στο μητρικό αίμα στις 15-20 εβδομάδες, σε συνδυασμό με την ηλικία της μητέρας μπορούν να προσδιορίσουν στατιστικά τον κίνδυνο για γέννηση παιδιού με σύνδρομο Down σε ποσοστό 60%, με ένα 5% ψευδώς θετικό αποτέλεσμα στο δείγμα του πληθυσμού που θα εξεταστεί.

Θετικό αποτέλεσμα

Προσοχή χρειάζεται στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων, καθώς ένα "θετικό" αποτέλεσμα (στατιστικός κίνδυνος κάτω από 1/250) δεν σημαίνει ότι το έμβρυο πάσχει από σύνδρομο Down. Σημαίνει όμως ότι υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για γέννηση παιδιού με σύνδρομο Down και ότι χρειάζεται να γίνει επιπλέον έλεγχος για να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί η πιθανότητα αυτή.

ΙΙ. Προγεννητική διάγνωση ανοιχτών βλαβών νωτιαίου σωλήνα

Η προγεννητική διάγνωση ανοιχτών ανωμαλιών του νωτιαίου σωλήνα είναι δυνατή με τη μέτρηση κυρίως των επιπέδων της α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) και τη χρήση των υπερήχων. Η α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP) ανιχνεύεται μετά από την 29η ημέρα της σύλληψης, τα επίπεδα της αυξάνουν στο εμβρυικό πλάσμα, βρίσκονται στο μέγιστο μεταξύ 10ης - 13ης εβδομάδας της κύησης, ενώ καθώς η κύηση προχωρεί τα επίπεδα της όλο και μειώνονται ιδίως μετά από τις 32-34 εβδομάδες ώστε να μην είναι ανιχνεύσιμα προς το τέλος της κύησης. Ο εμβρυϊκός ορός περιέχει α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP) σε συγκέντρωση 150 φορές υψηλότερη από αυτή στο αμνιακό υγρό και 50.000 υψηλότερη από αυτή στο μητρικό ορό.

Τα επίπεδα των τιμών της α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) στον ορό της εγκύου είναι πολύ χαμηλότερα αυτών που βρίσκονται στο αμνιακό υγρό, ενώ η μέτρηση τους στον ορό του αίματος της εγκύου την 16η-18η εβδομάδα της κύησης όχι μετά την 20η εβδομάδα χρησιμοποιείται στη διάγνωση ανοικτών βλαβών του νωτιαίου σωλήνα.

Τι επηρεάζει τα επίπεδα της α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP)

Ορισμένοι παράγοντες μπορούν και επηρεάζουν τα επίπεδα της α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) στον ορό της μητέρας και αυτοί είναι:

  • η ηλικία της κύησης
  • το βάρος
  • η ηλικία της εγκύου
  • η εθνικότητα
  • ο ινσουλινο-εξαρτώμενος διαβήτης της μητέρας
  • το φύλο του εμβρύου
  • η πολλαπλή κύηση
  • το κάπνισμα
  • οι επιπλοκές κύησης (εμβρυϊκός θάνατος, λιποβαρές έμβρυο)
  • οι ανωμαλίες πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος εμβρύου (ομφαλοκήλη - γαστρόσχιση)
  • το εμβρυϊκό τεράτωμα
  • το συγγενές νεφρωσικό σύνδρομο
  • τα ακαρδιακά δίδυμα
  • οι εμβρυϊκές αποφρακτικές παθήσεις των ουροφόρων οδών.

Στρατηγική διαχείρισης σε ανεξήγητα αυξημένη α-εμβρυϊκή πρωτεΐνη (AFP) στον ορό της μητέρας

Αν διαπιστωθούν ανεξήγητα αυξημένα επίπεδα α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) στον ορό της μητέρας ενδείκνυνται οι παρακάτω χειρισμοί:

  1. Γενετική συμβουλή η οποία αφορά την ενημέρωση του ζευγαριού σχετικά με τα εργαστηριακά και υπερηχογραφικά ευρήματα, αλλά και την εκτίμηση από το οικογενειακό ιστορικό για πιθανά αίτια που συνδέονται με αυξημένη επίπεδα α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP).
  2. Υπερηχογραφικός έλεγχος Β' επιπέδου την 16η, 19η και 23η εβδομάδα της κύησης.
  3. Εμβρυϊκό καρδιοϋπερηχογράφημα την 23η εβδομάδα της κύησης για διάγνωση του 1% συγγενούς καρδιοπάθειας.
  4. Ορολογικές εξετάσεις της μητέρας, για ενδομήτρια λοίμωξη του εμβρύου.
  5. Σε έγκυες με προηγούμενο ιστορικό αγγειακής θρόμβωσης ή εμβρυϊκό θανάτου, καθορισμός του DNA του παράγοντος V Leiden και των αντιφωσφωλιπιδίων.
  6. Έλεγχος στις Rh-αρνητικές μητέρες, για εμβρυο-μητρική μετάγγιση.
  7. Υπερηχογράφημα την 28η-32η εβδομάδα της κύησης για έλεγχο της ανάπτυξης, της ανατομίας του εμβρύου και του όγκου του αμνιακού υγρού.
  8. Προς το τέλος στο 3ο τρίμηνο έλεγχος του βιοφυσικού προφίλ.

Αμνιοκέντηση ή υπερηχογραφικός έλεγχος σε αυξημένα επίπεδα α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) στον μητρικό ορό

Σε έγκυες που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα α-εμβρυϊκή πρωτεΐνης (AFP) στον ορό τους, ≥ 2,5 MoMs, γίνεται ταυτόχρονη μέτρηση α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) και ακετυλοχολινεστεράσης (AChE) σε δείγματα αμνιακού υγρού. Με τον τρόπο αυτό διαπιστώνονται σε ποσοστό 95-98% ανοικτές βλάβες νωτιαίου σωλήνα, με ένα 0,4% ψευδώς θετικό αποτέλεσμα. Το ποσοστό του ψευδώς θετικού αποτελέσματος μπορεί να μειωθεί επιπλέον σε 0,002% αν χρησιμοποιηθεί σωστά το υπερηχογράφημα (Milunski A. genetic Disorders and the Fetus. Diagnosis, Prevention and Treatment, 4th ed. Baltimore and London: Johns Hopkins University press, 1998: 635-7010).

Στις περιπτώσεις με ανεξήγητα αυξημένα επίπεδα α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) στις οποίες δεν υπάρχει αυξημένη ακετυλοχολινεστεράση (AChE) ενδείκνυται 2η αμνιοκέντηση μετά δύο εβδομάδες και αν τα επίπεδα της α-εμβρυϊκής πρωτεΐνης (AFP) έχουν μειωθεί, τότε το έμβρυο μπορεί να είναι φυσιολογικό, ενώ αν έχουν αυξηθεί υπάρχει ή συγγενές νεφρωσικό σύνδρομο ή κάποια άλλη σοβαρή ανωμαλία.

Διαβάστηκε 1989 φορές Τελ. αλλαγή: Τρίτη, 20 Δεκέμβριος 2016 11:46

Share it

Ποιοι είμαστε

Η ιστοσελίδα emvriomitriki.gr έχει ως σκοπό να καλύψει τις απορίες και τις ανάγκες των εγκύων γυναικών. Συγχρόνως, λόγω του υψηλού επιπέδου του υλικού που περιέχει, καθίσταται χρήσιμο εργαλείο σε μαιευτήρες και άλλους επαγγελματίες υγείας που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους. Η επιμέλεια των κειμένων, του φωτογραφικού υλικού και των βίντεο, ανήκει στον ιατρό Αναστάσιο Κοκοβίδη.

Στοιχεία Επικοινωνίας

Λεωφόρος Κηφισίας 32
Αθήνα, 115 26
210 7771300



Λακκί, έναντι super market Σπανού
Λέρος, 854 00
6932 337710