• Slider4
  • Slider5
  • Slider 9

Υπερηχογράφημα έσω γεννητικών οργάνων

Η υπερηχογραφία αποτελεί τη συχνότερα χρησιμοποιούμενη μέθοδο στη γυναικολογία για την αξιολόγηση των μαζών της πυέλου και των διαφόρων ανωμαλιών που προκαλούν στείρωση. Το διακολπικό υπερηχογράφημα απεικονίζει με ακρίβεια τη μήτρα, τις ωοθήκες και τις διάφορες ανωμαλίες της μήτρας και ιδιαίτερα του ενδομητρίου. Μπορούμε χωρίς επιφύλαξη να πούμε ότι το διακολπικό υπερηχογράφημα έχει επεκτείνει σε μεγάλο βαθμό το ρόλο της υπερηχογραφίας στην αξιολόγηση των μαζών της πυέλου και των άλλων γυναικολογικών ανωμαλιών, αλλά η διαγνωστική του αξία αυξάνει σημαντικά όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το διακοιλιακό υπερηχογράφημα.

Μολονότι υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός υπερηχογραφικών ευρημάτων, τα οποία απαντούν σε μάζες της πυέλου, ο συνδυασμός των πληροφοριών από το υπερηχογράφημα με τα κλινικά και εργαστηριακά δεδομένα βοηθά τον κλινικό γιατρό να περιορίσει τη διαφορική του διάγνωση στις πλέον πιθανές διαγνώσεις (Fleischer και συν.,1978). Στις περισσότερες περιπτώσεις ο συνδυασμός των δεδομένων οδηγεί στην πλέον πιθανή διάγνωση.

Η υπερηχογραφία έχει γίνει σήμερα η σπουδαιότερη διαγνωστική μέθοδος για την αντιμετώπιση των γυναικολογικών ανωμαλιών που προκαλεί στείρωση. Η υπερηχογραφία δεν καταγράφει μόνο τον αριθμό, το μέγεθος και τη θέση όπου αναπτύσσονται τα ωοθυλάκια, αλλά παίζει επίσης και ένα σπουδαίο ρόλο στις επεμβατικές τεχνικές, όπως η αναρρόφηση των ωαρίων (Fleisher και συν., 1983). Όπως και με άλλες περιοχές του σώματος, όπως η άνω κοιλία, η real time υπερηχογραφία αποτελεί μια ευέλικτη προσπέλαση στην εκτίμηση των φυσιολογικών και παθολογικών ανατομικών κατασκευών της πυέλου.

Η απεικονιστική ευελιξία της real time υπερηχογραφίας επιτρέπει τη λεπτομερή αξιολόγηση διαφόρων ανατομικών κατασκευών, οι οποίες θα μπορούσαν να προσβληθούν από την απευθείας επέκταση ή από απομακρυσμένες μεταστάσεις σε μια ασθενή με κακοήθη μάζα στην πύελο (Fleisher και συν,.1982a). Οι συνήθεις προβολές που λαμβάνονται με το real time υπερηχογράφημα στη γυναικολογία αναφέρονται στον πίνακα 3-1. Για παράδειγμα και οι δύο νεφροί μπορεί να απεικονιστούν με το real time υπερηχογράφημα, για τον έλεγχο της αποφρακτικής ουροπάθειας, η οποία συνδυάζεται με μια μάζα της πυέλου. Επίσης, το ήπαρ πρέπει να εξετάζεται για τον έλεγχο της παρουσίας μεταστάσεων, μια επιπλοκή η οποία απαντά σε μερικούς ασθενείς με προχωρημένα γυναικολογικά νεοπλάσματα(paling και Shawker,1981). Το παρακολικό κόλπωμα, ο δουγλάσσειος χώρος και ο ηπατικός χώρος μπορούν επίσης να εξεταστούν κατά τη διάρκεια της μελέτης με το real time υπερηχογράφημα.

Ακόμη και με αυτές τις δυνατότητες, η υπερηχογραφία φαίνεται να παίζει δευτερεύοντα ρόλο, σαν απεικονιστική τεχνική, σε ασθενείς με γυναικολογική κακοήθεια, σε σχέση με την αξονική τομογραφία ή το μαγνητικό συντονισμό (Johnson και συν.,1983). Ο λόγος που η υπερηχογραφία υστερεί σε σχέση με την αξονική τομογραφία ή το μαγνητικό συντονισμό οφείλεται στην ικανότητα των δύο τελευταίων μεθόδων να αναδεικνύουν την επέκταση του όγκου ή την παρουσία λεμφαδενικής διόγκωσης. Παρόλα αυτά, διάφορες μελέτες προτείνουν την υπερηχογραφία να διενεργείται σαν ένα screening test στη γυναικολογική ογκολογία και ειδικότερα για τον αποκλεισμό νεοπλασιών των ωοθηκών και για τον καθορισμό του βαθμού διήθησης του μυομητρίου σε ασθενείς με ιστολογικός αποδεδειγμένο καρκίνο του ενδομητρίου (Campbell και συν,1982 Cambell και Goswamy, 1984 Fleischer και συν.,1986 Fleischer και συν.,1987).Το διακολπικό υπερηχογράφημα συμβάλλει στην καλύτερη επιλογή των υποψηφίων για βιοψία του ενδομητρίου, εφόσον η απεικόνιση ενός λεπτού ενδομητρίου (<5χιλ.) πρακτικά αποκλείει την περίπτωση καρκίνου ή υπερπλασίας (Coldstein, 199). Ο κατάλληλος σχεδιασμός των διαφόρων ηχοβολέων που εισέρχονται στον κόλπο και στη μητρική κοιλότητα έχει διευρύνει σημαντικά τις δυνατότητες της ενδοσκοπικής υπερηχογραφίας στα εξαρτήματα, τα παραμήτρια και τη μήτρα (Obata και συν.,1985).

Όταν σε μια ασθενή υπάρχει υπόνοια στο υπερηχογράφημα παρουσίας μιας μάζας στην πύελο, τότε κρίνεται απαραίτητος ο συμπληρωματικός έλεγχος με άλλες εξετάσεις, προκειμένου να γίνει πλήρης κλινική εκτίμηση (Fleischer και συν.,1982a Bernardino και Dodd, 1981 Sanders και συν., 1983). Για παράδειγμα, εάν κλινικά και υπερηχογραφικά υπάρχει υπόνοια παρουσίας μιας κακοήθους μάζας, ένας βαριούχος υποκλυσμός μπορεί να βοηθήσει στην αξιολόγηση τυχόν προσβολής του εντέρου από τη νόσο, ενώ μπορεί να διενεργηθεί ενδοφλέβια πυελογραφία για να αποκλεισθεί η απόφραξη των ουρητήρων. Η αξονική τομογραφία είναι πάρα πολύ χρήσιμη για τον έλεγχο τυχόν λεμφαδενικών διογκώσεων ή προσβολής του σκελετού από τον όγκο (Ginaldi και Wallace, 1981). Επειδή η διόγκωση των λεμφαδένων μπορεί να οφείλεται σε απλή υπερπλασία, ή λεμφογραφία μπορεί να βοηθήσει διαφορική διάγνωση μεταξύ υπερπλαστικών αδένων και αδένων που έχουν προσβληθεί από μεταστατική νόσο.

Ενδείξεις

Οι καθιερωμένες κλινικές ενδείξεις της υπερηχογραφίας σε γυναικολογικές ανωμαλίες είναι οι εξής:

  1. Εκτίμηση μαζών της μήτρας ή της πυέλου.
  2. Παρακολούθηση των ωοθυλακίων της ωοθήκης και των μεταβολών του ενδομητρίου ασθενών που λαμβάνουν ορμόνες για την πρόκληση ωορρηξίας.
  3. Καθορισμός της θέσης του αντισυλληπτικού σπειράματος.
  4. Καθοδήγηση για την αναρρόφηση των ωαρίων.
  5. Αξιολόγηση των ανωμαλιών του ενδομητρίου.
  6. Αξιολόγηση μαζών των ωοθηκών, ειδικότερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.

Τεχνική και ανατομία

Η real time υπερηχογραφία είναι επαρκής για τη μελέτη των περισσότερων παθολογικών καταστάσεων της πυέλου. Σε σπάνιες περιπτώσεις, όπως σε παρουσία μιας μεγάλης πυελοκοιλιακής μάζας, μπορεί να χρειαστεί η διενέργεια ενός στατικού υπερηχογραφήματος.

Η διάταση της ουροδόχου κύστης είναι απαραίτητη για την ικανοποιητική υπερηχογραφική αξιολόγηση μιας μάζας της πυέλου. Αυτό δεν είναι απαραίτητο σε ασθενείς με πολύ μεγάλες πυελοκοιλιακές μάζες, όπου η διάταση της ουροδόχου κύστης μπορεί να είναι και επώδυνη. Στο διακολπικό υπερηχογράφημα δεν χρειάζεται η πλήρης διάταση της ουροδόχου κύστης. Η διάταση της ουροδόχου κύστης μετατοπίζει τις έλικες του εντέρου που περιέχουν αέρα έξω από το πρόσθιο τμήμα της πυέλου και συμβάλλει στην ευθυγράμμιση της μήτρας, η οποία παίρνει μια περισσότερο οριζόντια θέση. Η ανατομική αυτή διάταξη επιτρέπει την καλύτερη απεικόνιση της μήτρας και των διαφόρων ανατομικών μορίων των εξαρτημάτων. Επιπρόσθετα, η έλλειψη ηχητικών ανακλάσεων από το περιεχόμενο της ουροδόχου κύστης χρησιμοποιείται σαν σημείο αναφοράς για την εκτίμηση της ηχογένειας και άλλων ανατομικών σχηματισμών οι οποίοι είναι γεμάτοι με υγρό. Σε προβολές του υπερηχογραφήματος, όπου φαίνονται τόσο η μάζα όσο και η ουροδόχος κύστη, είναι δυνατόν να παρατηρηθούν artifacts από αντανακλάσεις, όπως συμβαίνει και με άλλες μεγάλες κυστικές μάζες.

Η διάταση της ουροδόχου κύστης της ασθενούς επιτυγχάνεται με τη χορήγηση 2-4 ποτηριών νερού ή τσαγιού περίπου μια ώρα πριν την εξέταση. Στην περίπτωση που η χορήγηση υγρών από το στόμα είναι περιορισμένη, κρίνεται απαραίτητος ο καθετηριασμός της ουροδόχου κύστης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, από υπερδιάταση της ουροδόχου κύστης μετατοπίζονται οι ωοθήκες ή η περιοχή που ενδιαφέρει βρίσκεται έξω από την ακτίνα δράσης του ηχοβολέα. Σ΄αυτές τις περιπτώσεις η εξέταση επαναλαμβάνεται μετά από μερική κένωση της ουροδόχου κύστης.

Πρέπει να σημειωθεί ότι, σε άτομα που έχουν πάρει μεγάλες ποσότητες ύδατος από το στόμα τους προκειμένου να διαταθεί η ουροδόχος κύστη τους,παρουσιάζουν πολλαπλές έλικες λεπτού εντέρου γεμάτες με υγρό (Sukov και Whiteonik, 1981). Οι περισταλτικές κινήσεις του εντέρου είναι επίσης δυνατόν να εκτιμηθούν με το real time υπερηχογράφημα (Fleischer και συν.,1982b).

Με την ουροδόχο κύστη της ασθενούς γεμάτη με ούρα, εξετάζεται η περιοχή της πυέλου και λαμβάνονται εικόνες κάθε 1-2 εκ. τόσο κατά τoν επιμήκη όσο και τον εγκάρσιο άξονα. Σαν σημείο αναφοράς για τις εικόνες κατά τον επιμήκη άξονα λαμβάνεται ο επιμήκης άξονας της μήτρας. Η χαρακτηριστική ηχογένεια του ενδομητρίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση της θέσης και της κάμψης της μήτρας (Callen και συν.,1979).

Μετά τη λήψη των συνήθων εικόνων διενεργείται ένα real time υπερηχογράφημα τόσο της περιοχής της πυέλου όσο και των άλλων περιοχών που μπορούν να προσβληθούν από μια μάζα της πυέλου. Ειδικά σε περίπτωση παρουσίας μιας μάζας της πυέλου θεωρείται σκόπιμος ο έλεγχος των παρακολικών κολπωμάτων για την ύπαρξη ενδοπεριτοναϊκού υγρού και των δύο νεφρών για τον αποκλεισμό μεταστάσεων και των περιτοναϊκών επιφανειών για τον έλεγχο τυχόν παρουσίας περιτοναϊκών μεταστάσεων. Οι περιτοναϊκές μεταστάσεις απεικονίζονται καλύτερα με το υπερηχογράφημα όταν περιβάλλονται από ασκιτικό υγρό. Η αλλαγή της θέσης του ασθενούς ορισμένες φορές βοηθά στη μετατόπιση του υγρού γύρω από αυτές τις μάζες.

Σε αδύνατους ασθενείς, καθώς και κατά την παιδική ηλικία, ένας ηχοβολέας των 3,5 ή 5 MHz με μέση ή μακρά εστία (5-11 εκ.) είναι ικανοποιητικός για την εξέταση της πυέλου.Σε μερικούς παχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς οι οποίοι έχουν μάζες δύσκολα διαπερατές με τον ηχοβολέα, κρίνεται σκόπιμη η χρησιμοποίηση ηχοβολέων χαμηλότερης συχνότητας. Οι ηχοβολείς τύπου τομέα (sector) με μηχανικούς παλμούς ή με κυκλική διάταξη προτιμώνται για την εκτίμηση της πυέλου, επειδή οι ηχοβολείς αυτοί επιτρέπουν την άριστη απεικόνιση των εξαρτημάτων και των πλάγιων τοιχωμάτων της πυέλου. Σε αντίθεση με τον real time ηχοβολέα γραμμικής διάταξης, οποίος απεικονίζει καλύτερα τις επιφάνειες που φέρονται κάθετα προς τον ηχοβολέα, οι real time ηχοβολείς τύπου sector είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις μη κάθετες επιφάνειες των πλάγιων τοιχωμάτων της πυέλου και τα εξαρτήματα και ως εκ τούτου επιτρέπουν την καλύτερη απεικόνιση αυτών των περιοχών. Η ανάπτυξη ειδικών ηχοβολέων έχει δώσει τη δυνατότητα μιας περισσότερης ευέλικτης προσπέλασης στην απεικόνιση των οργάνων της πυέλου. Για παράδειγμα, η διακολπική προσπέλαση δίνει τη δυνατότητα στον ηχοβολέα να είναι πιο κοντά στα όργανα της πυέλου σε σύγκριση με το διακοιλιακό υπερηχογράφημα. Αυτό είναι πάρα πολύ χρήσιμο σε παχύσαρκα άτομα ή σε άτομα τα οποία δεν μπορούν να διατείνουν την ουροδόχο κύστη. Το διακολπικό υπερηχογράφημα επίσης βοηθά στην καλύτερη εκτίμηση του δουγλασσείου σε ασθενείς με οπίσθια κάμψη της μήτρας, Παρ’ όλα αυτά, λόγω του περιορισμένου πεδίου απεικόνισης, το συμβατικό διακοιλιακό υπερηχογράφημα προτιμάται σαν εξέταση ρουτίνας της περιοχής της πυέλου. Το διακολπικό υπερηχογράφημα αποτελεί μια υποβοηθητική εξέταση.

Μερικοί διακολπικοί ηχοβολείς μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την υπερηχογραφική εκτίμηση με έγχρωμα Doppler. Η υπερηχογραφική αξιολόγηση με τη χρήση της τέχνης Doppler επιτρέπει τη φυσιολογική και ανατομική ανάλυση και ειδικά είναι πολύ χρήσιμη στην αξιολόγηση της πιθανότητας μια κακοήθους μάζας στην πύελο και στην αξιολόγηση υποψίας συστροφής του εξαρτήματος.

Σε περίπτωση που υπάρχει διάσταση μεταξύ των υπερηχογραφικών ευρημάτων και της εξέτασης της πυέλου, η real time υπερηχογραφία μπορεί να διενεργηθεί κατά τη διάρκεια της εξέτασης της πυέλου προκειμένου να αναγνωρισθούν ανατομικά μόρια, τα οποία είναι ψηλαφητά με τη δακτυλική εξέταση (Bluth και συν.,1984).

Η εφαρμογή της real time υπερηχογραφίας έχει επιτρέψει τη συχνότερη απεικόνιση των ωοθηκών με υπερηχογράφημα στη μετεφηβική και την προεμμηνοπαυσιακή περίοδο και σε ασθενείς με μάζες των εξαρτημάτων (Fleischer,1982). Σε μερικές παχύσαρκες γυναίκες κατά την εμμηνόπαυση είναι δύσκολη η απεικόνιση των ωοθηκών με το υπερηχογράφημα. Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, όπως στο μικρό μέγεθος των ωοθηκών, στη υφή των ωοθηκών που είναι παρόμοια με τα γειτονικά όργανα και στη διάχυτη στην οποία προκαλεί το λίπος σε παχύσαρκες γυναίκες στην εμμηνόπαυση.

Η ποικιλία στη χαλαρότητα της πρόσφυσης των ωοθηκών στο περιτόναιο με τον μέσο ωοθηκικό και ωοθηκικό σύνδεσμο έχει σαν αποτέλεσμα την αδυναμία απεικόνισης και των δύο ωοθηκών στο ίδιο επίπεδο. Συνήθως η μια από τις ωοθήκες εντοπίζεται πλάγια της μήτρας στη μια πλευρά και στο δουγλάσσειο ή μπροστά από το θόλο στην άλλη πλευρά. Ωοθυλάκια 5-15 χιλ. είναι δυνατόν να αναγνωριστούν μέσα στην ωοθήκη σαν μικρά μορφώματα, τα οποία στερούνται ήχων πριν την ωορρηξία. Το ώριμο ωοθυλάκιο εμφανίζεται σαν ένα σφαιρικό ή επίμηκες μόρφωμα εντός της ωοθήκης και έχει μέγεθος περίπου 20 χιλ. στη μεγαλύτερη διάσταση (Fleischer και συν.,1981c). Σε ορισμένες περιπτώσεις ο ωοφόρος δίσκος του ωοθυλακίου, ο οποίος είναι μια μάζα από κύτταρα τα οποία περιβάλλουν το ωοκύτταρο, είναι δυνατόν να απεικονιστεί σαν μια προεξοχή διαστάσεων 1-2 χιλ. στο τοίχωμα του ωοθυλακίου.

Όπως και με τη μήτρα, έτσι και το μέγεθος της ωοθήκης ποικίλλει ανάλογα με τον κύκλο της περιόδου της ασθενούς και την ενδοκρινολογική της κατάσταση. Οι ωοθήκες κοριτσιών κατά την προεφηβική ηλικία συνήθως απεικονίζονται με δυσκολία στο υπερηχογράφημα, λόγω του μικρού τους μεγέθους (Sample, 1977).

Κατά τη μετεφηβική περίοδο και κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας οι διαστάσεις των ωοθηκών είναι 3 cm στη μεγαλύτερη εγκάρσια διάμετρο, 2 cm στην προσθιοπίσθια και 1-2 cm στην επίμηκη διάμετρο. Παρ’ ότι υπάρχει μια ποικιλία στο μέγεθος των ωοθηκών σύμφωνα με την ηλικία της ασθενούς, ο όγκος των φυσιολογικών ωοθηκών είναι περίπου 10 ml. Το μέγεθος της ωοθήκης ποικίλλει ανάλογα με την παρουσία ή απουσία ώριμων ωοθυλακίων. Οι ωοθήκες σε γυναίκες κατά την εμμηνόπαυση είναι συνήθως μικρότερες από αυτές κατά την προεμμηνοπαυσιακή περίοδο και συνήθως κυμαίνονται στα 2-3 εκ. στη μεγάλη διάμετρο, αλλά 15 ml και έχουν σχήμα σφαιρικό, πρέπει μα θεωρηθούν ότι είναι παθολογικά διογκωμένες (Nicolini και συν., 1985).

Δεδομένου ότι οι ωοθήκες σε γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση είναι ατροφικές, είναι δύσκολο να ψηλαφηθούν και να απεικονισθούν με το υπερηχογράφημα. Μετά την εμμηνόπαυση περίπου μόνο το 60% των ωοθηκών είναι δυνατόν να απεικονισθούν (Rodrigues και συν. Fleischer και συν.,1989). Μικρές κύστεις (5 εκ. και παρουσιάζει αύξηση του μεγέθους σε μια σειρά από υπερηχογραφήματα. Ο καθορισμός του όγκου της ωοθήκης υποβοηθά στη διάκριση μεταξύ του φυσιολογικού μεγέθους και των διογκωμένων ωοθηκών. Ο όγκος των ωοθηκών υπολογίζεται ως εξής:

Όγκος (ml) = μακρύς Χ βραχύς Χ Ε-Ο άξονας Χ 0.5

Η φυσιολογική ωοθήκη σε άτομα κατά την περίοδο της αναπαραγωγής είναι περίπου 10 cc σε ασθενείς μετά την εμμηνόπαυση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 cc. Ο όγκος της ωοθήκης μπορεί να επηρεαστεί από την παρουσία ενός ή περισσότερων ώριμων ωοθυλακίων.

Το μέγεθος και το σχήμα της μήτρας ποικίλλουν επίσης ανάλογα με την ηλικία της ασθενούς και την ενδοκρινολογική της κατάσταση (Sample, 1977). Σε κορίτσια κατά την προεφηβική ηλικία ο τράχηλος και το σώμα της μήτρας είναι μεγαλύτερα σε σύγκριση με τον θόλο το μήκος της μήτρας ανέρχεται περίπου σε 3 εκ., ενώ το προσθιοπίσθιο και το εγκάρσιο εύρος ανέρχονται περίπου σε 2 εκ.

Πριν από την εφηβεία η μήτρα αποτελείται κυρίως από τον τράχηλο και το σώμα και έχει περισσότερο σωληνοειδές σχήμα. Στην εφηβεία ο θόλος της μήτρας έχει βολβώδες σχήμα και παρουσιάζει μια αύξηση κατά την εμπροσθοπίσθια διάμετρο. Κατά τη μετεφηβική περίοδο σε κοπέλες που δεν έχουν γεννήσει η μήτρα έχει διαστάσεις περίπου 6χ3χ3 εκ., ενώ σε γυναίκες που έχουν γεννήσει το μέγεθος της μήτρας είναι περίπου 8χ6χ5 εκ. Η μήτρα μετά την εμμηνόπαυση μικραίνει και το μέγεθός της είναι περίπου 4χ2χ2 εκ. Μια μικρή ποσότητα αίματος ή ορώδους υγρού (περίπου 5-10 ml) μπορεί να ανευρίσκεται πίσω από τη μήτρα στο Δουγλάσσειο κατά το μέσο του κύκλου.Αυτό προφανώς αντιπροσωπεύει αίμα και υγρό του ωοθυλακίου εντός του Δουγλασσείου τα οποία ελευθερώνονται κατά την ωορρηξία (Hall και συν., 1979). Μια μικρή ποσότητα ενδοπεριτοναϊκου υγρού (3-5 εκ.) μπορεί επίσης να παρατηρηθεί στον οπίσθιο δουγλάσσειο χώρο κατή τη διάρκεια της έμμηνου ρύσεως. Μικρή ποσότητα ενδοπεριτοναϊκού υγρού ( Το ενδομήτριο υπόκειται σε σημαντικές αλλαγές της σύστασης κατά τη διάρκεια του φυσιολογικού εμμηνορυσιακού κύκλου. Στη φάση της εμμήνου ρύσεως το ενδομήτριο εμφανίζει λεπτές διακεκομμένες ηχογενείς γραμμές, οι οποίες αντιπροσωμπεύουν τα αποπεπτοκώτα στρώματα του ενδομητρίου και θρόμβους. Κατά την αυξητική φάση το ενδομήτριο έχει την ίδια ηχογένεια, όπως και το παρακείμενο μυομήτριο. Κατά την περίοδο της ωορρηξίας έχει μια πολυστιβαδωτή εμφάνιση που αντιπροσωπεύει την εξωτερική ηχογενή βασική στιβάδα και την έσω υποηχογενή λειτουργική στιβάδα που διαχωρίζονται με μια ηχογενή επιφάνεια, η οποία αντιπροσωπεύει βλέννη. Η τελείως εσωτερική επιφάνεια ονομάζεται μέσος ήχος. Μετά την ωορρηξία η υποηχογενής λειτουργική στιβάδα γίνεται περισσότερο ηχογενής, πιθανώς λόγω του οιδήματος το οποίο δημιουργεί διάφορες ανακλαστικές επιφάνειες και λόγω διόγκωσης και ελίκωσης των ενδομήτριων αδένων.Η μέτρηση του πάχους του ενδομητρίου επιτυγχάνεται μετά την έμμηνο ρύση. Υπάρχει μια υποηχογενής στιβάδα (ή άλως), η οποία περιβάλλει το ενδομήτριο. Η άλως αυτή αντιπροσωπεύει την έσω στιβάδα του μυομητρίου, η οποία είναι σχετικά αγγειοβριθής και συμπαγής.

Κατά την όψιμη αυξητική και την πρώιμη εκκριτική φάση το ενδομήτριο είναι ηχογενές και έχει πάχος 5-6 χιλ. (απλή στιβάδα). Μερικές φορές κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας απεικονίζεται εντός του ενδομητρίου μια υποηχογενής περιοχή. Αυτή πιθανώς είναι το αποτέλεσμα μιας μικρής ποσότητας εκκρίσεων στην κοιλότητα και το σχετικό οίδημα της συμπαγούς στιβάδας του ενδομητρίου. Μερικοί έχουν εκλάβει αυτό σαν μια ένδειξη ότι έχει λάβει χώρα η ωορρηξία (Hackeloer, 1984). Παρ’ όλα αυτά, η ευαισθησία και η ακρίβεια αυτού του ευρήματος δεν έχουν ακόμη διευκρινιστεί πλήρως.

Το ενδομήτριο έχει το μέγιστο πάχος κατά το μέσο της εκκριτικής φάσης. Σε γυναίκες κατά την περίοδο της αναπαραγωγής το ενδομήτριο φτάνει μέχρι και 7 χιλ. Πάχος η μια στιβάδα. Αυτό είναι τελείως διαφορετικό από τις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση στις οποίες το ενδομήτριο είναι λεπτό και ατροφικό ( Εκτός σπό τα όργανα που συνιστούν τον γενετικό άξονα υπάρχουν και άλλα πολλά ανατομικά μόρια, τα οποία είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν εντός της πυέλου με το υπερηχογράφημα. Είναι πάρα πολύ σπουδαίο να αναγνωριστούν αυτά τα μόρια, ειδικότερα το έντερο επειδή μπορούν να προσομοιάσουν υπερηγραφικά με φυσιολογικά ή παθολογικά μόρια της πυέλου.

Σε μερικά άτομα το τυφλό βρίσκεται σε χαμηλή θέση, με αποτέλεσμα να εντοπίζεται στην περιοχή του δεξιού εξαρτήματος. Το τυφλό μπορεί να προσομοιάσει υπερηχογραφικά με μια μάζα της πυέλου, ειδικά όταν είναι γεμάτο με κόπρανα. Στις περιπτώσεις που μια φαινομενική μάζα της πυέλου θεωρείται ότι δημιουργείται από κόπρανα που περιέχονται στο τυφλό, κρίνεται σκόπιμη η διενέργεια ενός βαριούχου υποκλεισμού προκειμένου να τεκμηριωθεί η χαμηλή θέση του τμήματος αυτού του παχέος εντέρου. Παρομοίως με τη χαμηλή θέση του τυφλού έλικες λεπτού εντέρου μπορούν να καταλάβουν την περιοχή του δεξιού εξαρτήματος. Οι έλικες του λεπτού εντέρου που είναι γεμάτες με υγρό αναγνωρίζονται εύκολα με το real time υπερηχογράφημα από τις περισταλτικές κινήσεις και το χαρακτηριστικό βλεννογόνο ( Fleisher και συν., 1982b). Οι έλικες του εντέρου που είναι γεμάτες με υγρό μπορεί να ανευρεθούν σε μερικά άτομα μετά από την κατάποση ύδατος, η οποία γίνεται προκειμένου να πληρωθεί η ουροδόχος κύστη με ούρα (Sukov και whiteonik, 1981). Σε σπάνιες περιπτώσεις άλλα ανατομικά μόρια, όπως ένας διατεταμένος ουρητήρας, μπορούν στο υπερηχογράφημα να δώσουν εικόνα παρόμοια με μια μάζα της πυέλου. Μια φλεγμαίνουσα σκωληκοειδίτιδα μπορεί επίσης να μιμηθεί μια μάζα της πυέλου. Αυτή εμφανίζεται σαν ένα ατρακτοειδές μόρφωμα στο δεξιό κάτω τεταρτημόριο άνωθεν της μήτρας και της ωοθήκης . Είναι δυνατόν να απεικονισθεί μια ηχογενής εστία η οποία αντιπροσωπεύει ένα λίθο εντός της σκωληκοειδίτιδας. Σε περίπτωση ρήξης, υγρό μπορεί να απεικονισθεί γύρω από τη φλεγμαίνουσα έλικα του εντέρου.

Η διάταση του ορθού και ορθοσιγμοειδούς με νερό (ένεμα με νερό) κατά τη διάρκεια του real time υπερηχογραφήματος μπορεί να αποδειχθεί πάρα πολύ χρήσιμη στην απεικόνιση μιας μάζας της πυέλου η οποία δεν ήτα δυνατόν να απεικονισθεί με το αρχικό υπερηγράφημα ή μιας μάζας η οποία βρίσκεται πίσω βρίσκεται πίσω από τη μήτρα (Rubin και συν., 1977). Το ένεμα με νερό είναι πάρα πολύ χρήσιμο στην αξιολόγηση ασθενών, οι οποίες έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή και στις οποίες δεν πρέπει να υπάρχει μάζα μεταξύ της ουροδόχου κύστης και του ορθοσιγμοειδούς. Η τεχνική η οποία χρησιμοποιεί τι ένεμα με νερό υποβοηθά στην απεικόνιση των φαινομενικών μαζών οι οποίες δημιουργούνται από του ορθοσιγμοειδές ή το κολόβωμα του τραχήλου σε ασθενείς, οι οποίες έχουν υποβληθεί σε υστερεκτομή (Parulekar, 1982 Kurtz και συν., 1979). Η τεχνική με το ένεμα με νερό είναι παρόμοια μ΄αυτή που χρησιμοποιείται για τη διενέργεια του βαριούχου υποκλισμού. Περίπου 100-200 ml ελαφρώς χλιαρού νερού εισάγονται βραδέως εντός του ορθού.

Προκειμένου να επιτευχθεί ικανοποιητική απεικόνιση των ανατομικών μορίων της πυέλου, κρίνεται σκόπιμη και η μέτρια διάταση της ουροδόχου κύστης κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Οι φυσαλίδες αέρα, οι οποίες δημιουργούνται στο νερό της βρύσης λειτουργούν σαν υπερηχογραφικό contrast και μπορεί να αναγνωρισθούν κατά τη διάρκεια της real time εξέτασης.

Ο υπερηχογραφικός έλεγχος αρχίζει κατά τον επιμήκη άξονα, όπου γίνεται αναγνώριση της μήτρας και της πορείας του ορθοσιγμοειδούς. Μόλις επιτευχθεί η πλήρωση του ορθοσιγμοειδούς, ακολουθεί η εξέταση κατά τον εγκάρσιο άξονα, όπου αναγνωρίζεται πάλι η μήτρα, και σε περίπτωση που αυτή έχει αφαιρεθεί, τα διάφορα ανατομικά μόρια στο οπίσθιο τμήμα της πυέλου. Η συχνότερη χρήση του ενέματος νερού συμπεριλαμβάνει την περαιτέρω απεικόνιση μαζών της πυέλου, οι οποίες μπορεί να περιβάλλονται από έντερο και την επιπλέον απεικόνιση των υπόλοιπον ανατομικών μορίων. Δεδομένου ότι χρησιμοποιείται μόνο μέτρια ποσότητα νερού, είναι δύσκολο να απεικονιστούν μάζες στην περιοχή του τυφλού, το οποίο βρίσκεται σε χαμηλή θέση. Στις περιπτώσεις αυτές συνίσταται η διενέργεια ενός συμβατικού βαριούχου υποκλυσμού.

Άλλα ανατομικά μόρια, τα οποία υπερηχογραφικώς μπορεί να μιμηθούν την ωοθήκη σε εγκάρσια υπερηχογραφήματα είναι ο ηβοκοκκυγικός μυς και το κάτω έσω τμήμα του λαγονοψοϊτη μυός. Στο υπερηχογράφημα κατά τον επιμήκη άξονα οι μύες αυτοί αναγνωρίζονται από το χαρακτηριστικό ατρακτοειδές σχήμα και κατ’ αυτό τον τρόπο διαχωρίζονται από τις ωοθήκες (Sample. 1977).

Διαβάστηκε 11007 φορές Τελ. αλλαγή: Πέμπτη, 01 Μάρτιος 2018 15:39

Έκθεση εικόνων

Share it

Ποιοι είμαστε

Η ιστοσελίδα emvriomitriki.gr έχει ως σκοπό να καλύψει τις απορίες και τις ανάγκες των εγκύων γυναικών. Συγχρόνως, λόγω του υψηλού επιπέδου του υλικού που περιέχει, καθίσταται χρήσιμο εργαλείο σε μαιευτήρες και άλλους επαγγελματίες υγείας που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους. Η επιμέλεια των κειμένων, του φωτογραφικού υλικού και των βίντεο, ανήκει στον ιατρό Αναστάσιο Κοκοβίδη.

Στοιχεία Επικοινωνίας

Λεωφόρος Κηφισίας 32
Αθήνα, 115 26
210 7771300