• Slider4
  • Slider5
  • Slider 9

Κύστη ωοθήκης

Περιγραφή και ορισμός

Οι κύστεις ωοθυλακίου αποτελούν συχνό εύρημα στις ωοθήκες θηλέων νεογνών και εμφανίζουν διάμετρο 1-7mm. Αυτές οι κύστεις (ωοθυλακίου) είναι καλοήθεις, παρόμοιες από κάθε άποψη, με την θυλακιώδη κύστη που ανευρίσκεται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Τυπικά η κύστη ωοθυλακίου είναι συνήθως ετερόπλευρη, με λεία λεπτά τοιχώματα και υποδύεται "κυστική μάζα" στην κοιλιά θήλεος εμβρύου. Οι θυλακιώδεις κύστεις είναι μεγαλύτερου μεγέθους και πιο σπάνιες ενδομήτρια. Κατά καιρούς έχουν περιγραφή ωχρινικές κύστες των κυττάρων της θήκης (Nguyen KT, Reid RL, Sauerbrei E: Antenatal sonographic detection of a fetal theca lutein cyst: A clue to maternal diabetes mellitus. J Ultrasound Med 5:66, 1986).

Αιτιοπαθογένεια

Η χοριακή γοναδοτροπίνη που εκκρίνεται από τον εμβρυϊκό πλακούντα αλλά και οι οιστρογόνες ορμόνες της εγκύου μπορεί να διεγείρουν τις εμβρυϊκές ωοθήκες δημιουργώντας κύστεις.

Δημογραφικά στοιχεία

Ο DeSa περιέγραψε την παρουσία κύστεων σε ποσοστό 34% σε γυναίκες με ιστορικό θνησιγενών εμβρύων ή νεογνικής απώλειας εντός διαστήματος 28 ημερών από τον τοκετό (Desa Dj: Follicular ovarian cysts in stillbirths and neonates. Arch Dis Child 50:4, 1975).

Υπερηχογραφικά ευρήματα

Η πρώτη κύστη ωοθήκης που βρέθηκε στο υπερηχογράφημα ήταν το 1975 (Valenti C, Kassner EG, Yermakow V, et al: Antenatal diagnosis of a fetal ovarian cyst. Am J Obstet Gynecol 123:21, 1975). Η διάγνωση τίθεται συνήθως όταν ανακαλύπτεται "κυστική μάζα" στην κοιλιά θήλεος εμβρύου, το οποίο εμφανίζει φυσιολογικό ουροποιητικό και γαστρεντερικό σύστημα, και φυσιολογικό πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα. Η κύστη ωοθήκης ανιχνεύεται πάντα στην περιοχή της κοιλιάς και όχι στην πύελο στην οποία εντοπίζεται συχνότερα στις γυναίκες και τα παιδιά. Μερικές φορές οι κύστεις αυτές μπορεί να ανιχνευθούν ψηλά στο άνω τμήμα της κοιλιάς με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τον ιατρό και να τον οδηγήσουν σε εσφαλμένη διάγνωση.

Η αιμορραγία αποτελεί μια συχνή επιπλοκή των κύστεων αυτών που ως γενεσιουργό αιτία έχουν την συστροφή. Όταν συμβεί αιμορραγία, η μορφολογία της κύστης αλλάζει δραματικά καθώς η εμφάνισή της επηρεάζεται από το χρονική στιγμή μεταξύ της αιμορραγίας και της έναρξης της εξέτασης καθώς μεταβάλλονται οι θρόμβοι αίματος. Αυτές οι αλλαγές μπορεί να εμφανίζονται ως ένα διάσπαρτο υπερηχογενές υλικό, άλλοτε υποδύονται λευκές περιοχές, διάσπαρτες, ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα υγρού καθώς υπαναχωρεί ο θρόμβος.

Στο 71% των περιπτώσεων το μέγεθος της κύστης παραμένει αμετάβλητο από την αρχική διάγνωση μέχρι τον τοκετό (Sakala EP, Leon ZA, Rouse GA: Management of antenatally diagnosed fetal ovarian cysts. Obsted Gynecol Surv 46:40, 1991).

Διαφορική διάγνωση

Οι περισσότερο συχνά εμφανιζόμενες κύστεις στην εμβρυϊκή κοιλιά είναι τρεις: η κύστη μηκωνίου, η κύστη χοληδόχου πόρου και η εντερική κύστη διπλασιασμού. Κάποιες άλλες κύστεις είναι πιο σπάνιες και συμπεριλαμβάνουν: την κύστη του μεσεντερίου, τα εκκολπώματα, την κύστη του Meckel, και την κύστη του ουραχού. Θα πρέπει επίσης η διαφορική διάγνωση να αποκλείσει και μια σειρά από άλλες "κοιλιακές κύστεις". Όταν ανιχνεύεται μια "κυστική μάζα" στην κοιλιά ενός θήλεος εμβρύου ο εξεταστής μπορεί να σφάλει εάν θεωρεί δεδομένη την διάγνωση μιας μη νεοπλασματικής κύστης.

Οι κύστες της ωοθήκης μπορεί να βρεθούν σε οποιαδήποτε θέση εντός του κύτους της εμβρυϊκής κοιλιάς. Περιστασιακά, ο υδρονεφρωτικός έκτοπος πυελικός νεφρός μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ως κοιλιακή "κυστική μάζα". Ωστόσο, πολλές από τις άλλες κύστες που τίθενται στην διαφορική διάγνωση βρίσκονται σε συγκεκριμένες θέσεις. Η κύστη του χοληδόχου πόρου και του Meckel βρίσκονται στο δεξιό τμήμα της κοιλιάς, με την κύστη του χοληδόχου πόρου να βρίσκεται στην κατώτερη επιφάνεια του δεξιού λοβού του ήπατος. Η κύστη του μεσεντερίου εντοπίζεται στην μέση γραμμή, ενώ η κύστη ουραχού εφάπτεται με το ανώτερο τοίχωμα της ουροδόχου κύστης. Προσεκτικός έλεγχος σε μια κύστη του μεσεντερίου θα αποκαλύψει σχεδόν πάντα αγκύλη εντέρου η οποία σχηματίζει πτύχωση: θα αποκαλύψει την κύστη ή θα εμφανίζεται στην πορεία απευθείας μέσω της κύστης. Δεν έχει περιγραφεί μέχρι στιγμής άλλη κύστη με αυτό το χαρακτηριστικό. Οι κύστες μηκωνίου (περιτονίτιδα από μηκώνιο) είναι το ίδιο συχνές όπως και οι κύστεις των ωοθηκών και μπορεί να ανευρεθούν οπουδήποτε στην κοιλιακή χώρα. Αυτές κατά κανόνα ασβεστοποιούν το τοίχωμά τους, οπότε και διαφοροποιούνται εύκολα από τις κύστεις των ωοθηκών. Οι εντερικές κύστεις διπλασιασμού έχουν μικρό σχετικά πλάτος, το τοίχωμά τους συχνά είναι ορατό και οφείλεται στις εσωτερικές εντερικές εκκρίσεις οι οποίες εύκολα αναγνωρίζονται από τις κύστεις των ωοθηκών. Άλλες φορές η χαρακτηριστική υπερηχογένεια του εντερικού τοιχώματος θέτει τις απαραίτητες προϋποθέσεις της ορθής διάγνωσης.

 

Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τις "κοιλιακές κύστεις" που πρέπει να τεθούν υπόψιν στην διαφορική διάγνωση.

ηπατική κύστη

κύστη χοληδόχου πόρου

πρόσθια μηνιγγοκήλη

κύστη μεσεντερίου

κύστη επίπλουν

εντερική απόφραξη

εντερικές κύστεις διπλασιασμού

κύστη μηκωνίου (περιτονίτιδα από μηκώνιο)

κύστη ουραχού

διαμαρτία της αμάρας

κύστη νεφρού

πολυκυστικός δυσπλαστικός νεφρός

υδρονέφρωση (απόφραξη ή παλινδρόμηση ουρητηροπυελικής συμβολής)

υδροουρητήρας

περινεφρικό ουρίνωμα

μεγακύστη

διπλό σύστημα συλλογής ούρων με απόφραξη

κιρσός ομφαλικής φλέβας

λεμφαγγείωμα

υδρομητρόκολπος

ιεροκοκκυγικό τεράτωμα


 

Φυσική ιστορία και έκβαση

Συστροφή έχει αναφερθεί σε ποσοστό 40% των εμβρύων στην πλειοψηφία των οποίων το μέγεθος της κύστης ξεπερνούσε σε διάμετρο τα 5 cm (Brandt ML, Luks FL, Filiatrault D, et al: Surgical indications in antenatally diagnosed ovarian cysts. J Pediatr Surg 26:27, 1991). Εάν η κύστη είναι αρκετά κινητή, η πιθανότητα συστροφής αυξάνεται ιδίως αν συνδέεται με μίσχο από την ωοθήκη (Anvi EF, Godart S, Israel C, et al: Ovarian torsion cyst presenting as wandering tumor in a newborn: Antenatal diagnosis and postnatal assessment. Pediatr Radiol 13:16, 1983). Η συχνότητα συστροφής αυξάνεται σε ποσοστό 50% έως 78% κατά την νεογνική περίοδο (Nussbaum AR, Sanders RS , Sanders RC, Hartman DS, et al: Neonatal ovarian cysts: Sonographic- pathologic correlation. Radiology 168:81, 1988). Γαστρεντερική (McKeever PA, Andrews H: Fetal ovarian cysts: A report of five cases. J pediatr Surg 23;35, 1988) και ουρητηρική απόφραξη έχουν περιγραφή (Towne BH, Mahour GH, Woolley MM, et al: Ovarian cysts and tumors in infancy and childhood. J Pediatr Surg 10:31, 1975).

Ρήξη κύστεως ωοθήκης είναι σπάνια, όταν συμβεί έχει ως επακόλουθο σημαντική αιμορραγία (Cox HD, Campbell RM, Vishnianvsky S, et al: Huge ovarian cyst with torsion in a newborn infant. VA Med Mon 96:9, 1969). Υδράμνιο συνυπήρχε σε ποσοστό 18% σε κύστεις που είχαν διάμετρο > 6 cm (Sakala EP, Leon ZA, Rouse GA: Management of antenatally diagnosed fetal ovarian cysts. Obsted Gynecol Surv 46:40, 1991). Παρόλα αυτά η μερική απόφραξη του εντέρου που προκαλούσαν δεν τεκμηριώθηκε ως η αιτία του υδράμνιου (Carlson DH, Griscom NT: Ovarian cyst in the newborn. AJR Am J Roentgenol 116:66,1972).

Αν μια νεογνική ωοθήκη καταλαμβάνεται πλήρως από "κυστική μάζα", τότε προτιμάται ωοθηκεκτομή παρά κυστεκτομή. Σε μια μικτής σύστασης ωοθηκική μάζα στην οποία δεν έχει τεθεί με βεβαιότητα οριστική διάγνωση, η αφαίρεση αποτελεί την θεραπεία εκλογής στην νεογνική περίοδο. Σε μια ανασκοπική μελέτη που συμπεριελάμβανε 6 κύστεις ωοθήκης μικτής σύστασης, 4 από αυτές συστράφηκαν, μία αιμορράγησε, ενώ η άλλη παρέμεινε ως είχε με εσωτερικά συντρίμματα (Brandt ML, Luks FL, Filiatrault D, et al: Surgical indications in antenatally diagnosed ovarian cysts. J Pediatr Surg 26:27, 1991).

Αν μια κύστη ωοθήκης μεγεθύνεται ή παραμένει αμετάβλητη συνιστάται χειρουργική εξαίρεση κατά την νεογνική περίοδο. Ο Bagolan και οι συνεργάτες του περιέγραψαν 5 περιπτώσεις από ένα σύνολο 12 απλών κύστεων ωοθήκης σε νεογνά στα οποία αφαιρέθηκαν χειρουργικά οι κύστες (Bagolan P, Rivosecchi M, Giorlandino C, et al: Prenatal diagnosis and clinical outcome of ovarian cysts. J Pediatr Surg 27:87, 1992). Κυσταδενώματα και τερατώματα αποτελούν τα συχνότερα νεοπλάσματα τα οποία αφαιρούνται κατά την νεογνική περίοδο (Brandt ML, Luks FL, Filiatrault D, et al: Surgical indications in antenatally diagnosed ovarian cysts. J Pediatr Surg 26:27, 1991). Το δυσγερμίνωμα και άλλοι κακοήθεις ωοθηκικοί όγκοι είναι σπάνιοι (Lindeque BG, du Toit JP, Muller LMM, et al: Ultrasonographic criteria for the conservative management of antenatally diagnosed fetal ovarian cysts. J Reprod Med 33:19, 1988).

Οι απλές κύστες στο έμβρυο έχουν την τάση να υποστρέφουν, ως εκ τούτου η παρακέντησή τους θα πρέπει να αποφεύγεται. Παρακέντηση και αναρρόφηση νεογνικής κύστεως με υπερηχογραφική καθοδήγηση έχει αναφερθεί. Ο στόχος ήταν η μείωση του κινδύνου συστροφής αλλά και η διατήρηση της ωοθήκης που έτσι κι αλλιώς θα μπορούσε να είχε αφαιρεθεί (Brandt ML, Luks FL, Filiatrault D, et al: Surgical indications in antenatally diagnosed ovarian cysts. J Pediatr Surg 26:27, 1991). Ο Crombleholme και οι συνεργάτες του προτείνουν παρακέντηση και αναρρόφηση νεογνικής κύστεως όταν η διάμετρός της υπερβαίνει τα 4 cm (Grombleholme TM, Graigo SD, Garmel S, et al: Fetal ovarian cyst decompression to prevent torsion. J Pediatr Surg 32:144, 1997).

Στρατηγική διαχείρισης

Αυτές οι βλάβες της εμβρυϊκής ωοθήκης είναι καλοήθεις και σχεδόν πάντα υποχωρούν αυτόματα σε εύλογο χρονικό διάστημα αν και περιγράφονται "κυστικά νεοπλάσματα" τα οποία είναι εξαιρετικά σπάνια. Όταν ανακαλύπτεται αιμορραγία η ωοθήκη έχει συστραφή και πιθανότατα έχει υποστεί βλάβη. Η υπερηχογραφική παρακολούθηση μιας κύστης που έχει υποστεί αιμορραγία εκ των πραγμάτων γίνεται μεταγενέστερα, οπότε, η ευκαιρία για την λειτουργική της διάσωση, με επείγουσα μαιευτική επέμβαση, πρέπει να αποφεύγεται.

Στο παρελθόν, μεγάλες ορώδεις κύστεις αφαιρούνταν προληπτικά κατά την νεογνική περίοδο λόγω ανησυχίας για συστροφή, νέκρωση και συνοδό περιτονίτιδα. Σήμερα οι κύστεις ωοθηκών παρακολουθούνται υπερηχογραφικά κατά την νεογνική περίοδο. Αν μετά τον τοκετό η κύστη παλινδρομήσει, λόγω μειωμένης ορμονικής διέγερσης σε ασυμπτωματικό ασθενή, η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται για αρκετό διάστημα ακόμα (McKeever PA, Andrews H: Fetal ovarian cysts: A report of five cases. J pediatr Surg 23;35, 1988). Οι απλές κύστες υποχωρούν συνήθως μετά από 15 ημέρες έως 6 μήνες (Meizner I, Levy A, Katz M, et al: Fetal ovarian cysts: Prenatal ultrasonographic detection and postnatal evaluation and treatment. Am J Obstet Gynecol 164:87, 1991). Οι κύστες που περιέχουν διαφράγματα χωρίς εσωτερικές αντανακλάσεις ανήκουν στην κατηγορία των απλών κύστεων και ως εκ τούτου παρακολουθούνται (Meizner I, Levy A, Katz M, et al: Fetal ovarian cysts: Prenatal ultrasonographic detection and postnatal evaluation and treatment. Am J Obstet Gynecol 164:87, 1991).

Συνήθως οι κύστεις των ωοθηκών, όπως και άλλες "κοιλιακές κύστεις" έχουν καλοήθη πορεία. Εντούτοις οι περισσότερες απαιτούν χειρουργική εκτομή μετά τον τοκετό. Εξαίρεση σε αυτόν τον "κανόνα" αποτελεί η κύστη του χοληδόχου πόρου η οποία σχετίζεται με ατρησία χοληφόρων. Οι κύστεις των ωοθηκών πρέπει να ελέγχονται μετά τον τοκετό για μακρό χρονικό διάστημα, και, το ενδεχόμενο της χειρουργικής τους αφαίρεσης να εξετάζεται μόνο σε εκείνες τις σπάνιες κύστεις που δεν μειώνονται σε μέγεθος. Αν η συστροφή συμβεί πριν τον τοκετό η σύστοιχη ωοθήκη μπορεί να ατροφήσει, ενώ η ετερόπλευρη, και κατά τα άλλα ανεπηρέαστη ωοθήκη, διατηρεί τη λειτουργική της ακεραιότητα.

Διαβάστηκε 1902 φορές Τελ. αλλαγή: Σάββατο, 10 Δεκέμβριος 2016 17:11

Share it

Ποιοι είμαστε

Η ιστοσελίδα emvriomitriki.gr έχει ως σκοπό να καλύψει τις απορίες και τις ανάγκες των εγκύων γυναικών. Συγχρόνως, λόγω του υψηλού επιπέδου του υλικού που περιέχει, καθίσταται χρήσιμο εργαλείο σε μαιευτήρες και άλλους επαγγελματίες υγείας που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους. Η επιμέλεια των κειμένων, του φωτογραφικού υλικού και των βίντεο, ανήκει στον ιατρό Αναστάσιο Κοκοβίδη.

Στοιχεία Επικοινωνίας

Λεωφόρος Κηφισίας 32
Αθήνα, 115 26
210 7771300



Λακκί, έναντι super market Σπανού
Λέρος, 854 00
6932 337710