• Slider4
  • Slider5
  • Slider 9

Κύστη ωοθήκης

Περιγραφή και ορισμός

Οι κύστες ωοθυλακίου αποτελούν συχνό εύρημα στις ωοθήκες θήλεων νεογνών και εμφανίζουν διάμετρο 1-7mm. Οι κύστες της εμβρυϊκής ωοθήκης είναι καλοήθεις, παρόμοιες από κάθε άποψη, με την θυλακιώδη κύστη που ανευρίσκεται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Τυπικά, η εμβρυϊκή κύστη είναι συνήθως ετερόπλευρη, ανάγγειος με λεία λεπτά τοιχώματα καθώς υποδύεται "κυστική" μάζα στην κοιλιά θήλεος εμβρύου. Οι θυλακιώδεις κύστες είναι μεγαλύτερες και πιο σπάνιες ενδομήτρια. Κατά καιρούς έχουν περιγραφή ωχρινικές κύστες απότοκες των κυττάρων της θήκης των ωοθηκών. 1

Αιτιοπαθογένεια

Η αιτιοπαθογένεια της οντότητας αυτής παραμένει άγνωστη. 2 Ωστόσο, η χοριακή γοναδοτροπίνη που εκκρίνεται από τον εμβρυϊκό πλακούντα αλλά και οι οιστρογόνες ορμόνες της εγκύου μπορεί να διεγείρουν τις εμβρυϊκές ωοθήκες δημιουργώντας κύστες. Έχουν επίσης προταθεί, ως αίτια, η προωρότητα και ο εμβρυϊκός υποθυρεοειδισμός. 3

Δημογραφικά στοιχεία

Ο DeSa περιέγραψε την παρουσία κύστεων σε ποσοστό 34% σε γυναίκες με ιστορικό θνησιγενών εμβρύων ή νεογνών τα οποία απωλέσθησαν εντός διαστήματος 28 ημερών από τον τοκετό. 4

Υπερηχογραφική διάγνωση

Η υπερηχογραφική διάγνωση πραγματοποιείται μεταξύ 27ης και 39ης εβδομάδας της κύησης, 5 όταν η μέση διάμετρος της κύστης είναι 34 +/- 17 mm. Εύρος τιμών 10-61 mm. 6 , 7

Η διάγνωση συνήθως τίθεται όταν ανακαλύπτεται ετερόπλευρος κυστική δομή στην κοιλιά θήλεος εμβρύου, το οποίο εμφανίζει φυσιολογικό ουροποιητικό και γαστρεντερικό σύστημα, και, φυσιολογικό πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα. 8

H κύστη ωοθήκης ανιχνεύεται πάντα στην περιοχή της εμβρυϊκής κοιλιάς και όχι στην πύελο στην οποία εντοπίζεται συχνότερα σε γυναίκες και παιδιά. Μερικές φορές οι κύστες αυτές μπορεί να ανιχνευθούν ψηλά στο άνω τμήμα της κοιλιάς με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τον εξεταστή και να τον οδηγήσουν σε εσφαλμένη διάγνωση.

Το 2000, ο Lee και οι συνεργάτες του περιέγραψαν το σημείο "θυγατέρα της κύστης" το οποίο ορίστηκε ως απεικόνιση μικρών κύστεων κατά μήκος του τοιχώματος (έξω ή έσω) της κύστης. Το σημείο "θυγατέρα της κύστης" αποτελεί χαρακτηριστικό εύρημα και είναι ενδεικτικό των απλών κύστεων των ωοθηκών. 9

Η ενδοκυστική αιμορραγία αποτελεί την συχνότερη επιπλοκή των κύστεων αυτών και εμφανίζεται δευτερογενώς μετά την συστροφή. Όταν συμβεί αιμορραγία, η μορφολογία της κύστης αλλάζει δραματικά καθώς η εμφάνισή της επηρεάζεται από το χρονική στιγμή μεταξύ της αιμορραγίας και της έναρξης της εξέτασης καθώς μεταβάλλονται οι θρόμβοι αίματος. Αυτές οι αλλαγές ποικίλουν και μπορεί να εμφανίζονται ως ένα διάσπαρτο υπερηχογενές υλικό. Άλλοτε πάλι μπορεί να υποδύονται διάσπαρτες ηχογενείς (λευκές) περιοχές, ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα υγρού καθώς υπαναχωρεί ο θρόμβος ή είναι πλήρως υπερηχογενείς δίνοντας την εντύπωση στέρεας μάζας. Σε 20/44 ασθενείς (45%), η κυστική εμφάνιση άλλαξε κατά τη διάρκεια του τοκετού από καθαρά κυστική σε μικτή μορφή ανεξάρτητα από το μέγεθος της κύστης. 10

Διαφορική διάγνωση

Οι περισσότερο συχνά εμφανιζόμενες κύστεις στην εμβρυϊκή κοιλιά είναι τρεις: η κύστη μηκωνίου, η κύστη χοληδόχου πόρου και η εντερική κύστη διπλασιασμού. Κάποιες άλλες κύστεις είναι πιο σπάνιες και συμπεριλαμβάνουν: την κύστη του μεσεντερίου, τα εκκολπώματα, την κύστη του Meckel, και την κύστη του ουραχού. Θα πρέπει επίσης η διαφορική διάγνωση να αποκλείσει και μια σειρά από άλλες "κοιλιακές κύστεις". Όταν ανιχνεύεται μια "κυστική μάζα" στην κοιλιά ενός θήλεος εμβρύου ο εξεταστής μπορεί να σφάλει εάν θεωρεί δεδομένη την διάγνωση μιας μη νεοπλασματικής κύστης.

Οι κύστες της ωοθήκης μπορεί να βρεθούν σε οποιαδήποτε θέση εντός του κύτους της εμβρυϊκής κοιλιάς. Περιστασιακά, ο υδρονεφρωτικός έκτοπος πυελικός νεφρός μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ως κοιλιακή "κυστική μάζα". Ωστόσο, πολλές από τις άλλες κύστες που τίθενται στην διαφορική διάγνωση βρίσκονται σε συγκεκριμένες θέσεις. Η κύστη του χοληδόχου πόρου και του Meckel βρίσκονται στο δεξιό τμήμα της κοιλιάς, με την κύστη του χοληδόχου πόρου να βρίσκεται στην κατώτερη επιφάνεια του δεξιού λοβού του ήπατος. Η κύστη του μεσεντερίου εντοπίζεται στην μέση γραμμή, ενώ η κύστη ουραχού εφάπτεται με το ανώτερο τοίχωμα της ουροδόχου κύστης. Προσεκτικός έλεγχος σε μια κύστη του μεσεντερίου θα αποκαλύψει σχεδόν πάντα αγκύλη εντέρου η οποία σχηματίζει πτύχωση: θα αποκαλύψει την κύστη ή θα εμφανίζεται στην πορεία απευθείας μέσω της κύστης. Δεν έχει περιγραφεί μέχρι στιγμής άλλη κύστη με αυτό το χαρακτηριστικό. Οι κύστες μηκωνίου (περιτονίτιδα από μηκώνιο) είναι το ίδιο συχνές όπως και οι κύστεις των ωοθηκών και μπορεί να ανευρεθούν οπουδήποτε στην κοιλιακή χώρα. Αυτές κατά κανόνα ασβεστοποιούν το τοίχωμά τους, οπότε και διαφοροποιούνται εύκολα από τις κύστεις των ωοθηκών. Οι εντερικές κύστεις διπλασιασμού έχουν μικρό σχετικά πλάτος, το τοίχωμά τους συχνά είναι ορατό και οφείλεται στις εσωτερικές εντερικές εκκρίσεις οι οποίες εύκολα αναγνωρίζονται από τις κύστεις των ωοθηκών. Άλλες φορές η χαρακτηριστική υπερηχογένεια του εντερικού τοιχώματος θέτει τις απαραίτητες προϋποθέσεις της ορθής διάγνωσης.

 Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τις "κοιλιακές κύστεις" που πρέπει να τεθούν υπόψιν στην διαφορική διάγνωση.

ηπατική κύστη

κύστη χοληδόχου πόρου

πρόσθια μηνιγγοκήλη

κύστη μεσεντερίου

κύστη επίπλουν

εντερική απόφραξη

εντερικές κύστεις διπλασιασμού

κύστη μηκωνίου (περιτονίτιδα από μηκώνιο)

κύστη ουραχού

διαμαρτία της αμάρας

κύστη νεφρού

πολυκυστικός δυσπλαστικός νεφρός

υδρονέφρωση (απόφραξη ή παλινδρόμηση ουρητηροπυελικής συμβολής)

υδροουρητήρας

περινεφρικό ουρίνωμα

μεγακύστη

διπλό σύστημα συλλογής ούρων με απόφραξη

κιρσός ομφαλικής φλέβας

λεμφαγγείωμα

υδρομητρόκολπος

ιεροκοκκυγικό τεράτωμα


Φυσική ιστορία και έκβαση

Η πορεία στην πλειονότητα των κύστεων είναι καλή αφού έχουν καλοήθη προέλευση. Ωστόσο, μερικές φορές, μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές όπως αιμορραγία-συστροφή και ρήξη, οι οποίες απαιτούν χειρουργική επέμβαση μετά τον τοκετό. Πάντως, τo μέγεθος και η σύσταση των κύστεων αποτελούν τους δύο κύριους καθοριστικούς παράγοντες της περιγεννητικής έκβασης. 11 , 12

Το μέγεθος της κύστης παρέμεινε αμετάβλητο κατά το διάστημα της αρχικής διάγνωσης έως τον τοκετό στο 71% των περιπτώσεων. 13 Αυτόματη υποστροφή σημειώθηκε στο 63% των απλών κύστεων και ήταν σημαντικά υψηλότερη από αυτή των σύνθετων (40%) η οποία σημειώθηκε ενδομητρίως ή εντός 2 μηνών από τη γέννηση. 14 Στην μελέτη του Meizner και των συνεργατών του, όλες οι απλές κύστες υποχώρησαν σε διάστημα 15 ημερών έως 6 μήνες μετά τον τοκετό. 8 Ο ρυθμός υποτροπής ήταν 37,9%, στις περιπτώσεις εκείνες που υποβλήθηκαν σε αναρρόφηση και αποσυμφόρηση προγεννητικά. 15

Ενδοκυστική αιμορραγία παρατηρήθηκε στο 62,5% των κύστεων οι οποίες είχαν μέγεθος ≥ από 4 cm, 16  ως δευτερογενής αιτία λόγω συστροφής της ωοθήκης. 17 Η πιθανότητα συστροφής στην νεογνική περίοδο αυξάνεται σε ποσοστό που κυμαίνεται από 37,5% έως 78% ιδίως εάν η διάμετρος της κύστης είναι ≥ από 4 cm 6 , 18 - 22 ή εμφανίζει μεγάλη κινητικότητα, επειδή συνδέεται με μίσχο από την ωοθήκη.

Η ρήξη των κύστεων της ωοθήκης αποτελεί μια σπάνια επιπλοκή και πρέπει να υπονοείται σε κάθε περίπτωση ανεξήγητου ασκίτη επί θήλεος εμβρύου. 23

Γαστρεντερική και ουρητηρική απόφραξη έχουν περιγραφή. 24 , 25 Υδράμνιο συνυπήρχε σε ποσοστό 18% σε κύστες με διάμετρο > 6 cm. 13 Παρόλα αυτά η μερική απόφραξη του εντέρου πιθανά να εξηγείται από την πίεση που ασκεί η κύστη στο λεπτό έντερο η οποία δυνητικά θα μπορούσε να μειώσει περαιτέρω κατάποση και απορρόφηση αμνιακού υγρού από του γαστρεντερικό εμβρυϊκό σύστημα. 26

Στρατηγική διαχείρισης

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν κατευθυντήριες οδηγίες διαχείρισης για την παρακολούθηση και την θεραπεία των κύστεων της ωοθήκης. 27 Μια τακτική θα ήταν οι απλές ωοθηκικές κύστες να παρακολουθούνται εβδομαδιαίως με υπερηχογράφημα έως τoν τοκετό. 28

Όταν ανακαλύπτεται ενδοκυστική αιμορραγία, η ωοθήκη έχει συστραφή και πιθανότατα έχει υποστεί βλάβη. Η υπερηχογραφική παρακολούθηση μιας κύστης που έχει υποστεί αιμορραγία εκ των πραγμάτων γίνεται μεταγενέστερα, οπότε, η ευκαιρία "λειτουργικής διάσωσης" με επείγουσα μαιευτική παρέμβαση πρέπει να αποφεύγεται.

Συνήθως οι απλές κύστες των ωοθηκών έχουν καλοήθη πορεία, ενώ οι περισσότερες απαιτούν χειρουργική εκτομή μετά τον τοκετό. Εξαίρεση σε αυτόν τον "κανόνα" αποτελεί η κύστη του χοληδόχου πόρου η οποία μπορεί να σχετίζεται με ατρησία χοληφόρων.

Οι κύστες των ωοθηκών πρέπει να ελέγχονται μετά τον τοκετό, για μακρό χρονικό διάστημα, και το ενδεχόμενο της χειρουργικής τους αφαίρεσης να εξετάζεται μόνο για εκείνες τις σπάνιες κύστες που δεν μειώνονται σε μέγεθος ή έχουν αιμορραγήσει, φροντίζοντας να διασφαλιστεί η μελλοντική γονιμότητα της ωοθήκης. Αν η συστροφή συμβεί πριν τον τοκετό, η σύστοιχη ωοθήκη μπορεί να ατροφήσει, ενώ η ετερόπλευρη, και, κατά τα άλλα ανεπηρέαστη ωοθήκη, διατηρεί τη λειτουργική της ακεραιότητα.

Πρόγνωση

Στο παρελθόν, μεγάλες ορώδεις κύστεις αφαιρούνταν προληπτικά κατά την νεογνική περίοδο, λόγω ανησυχίας για συστροφή, νέκρωση και συνοδό περιτονίτιδα. Σήμερα οι κύστεις ωοθηκών παρακολουθούνται υπερηχογραφικά κατά την νεογνική περίοδο. 29 Στην περίπτωση κατά την οποία παλινδρομήσει η κύστη, λόγω μειωμένης ορμονικής διέγερσης σε ασυμπτωματικό ασθενή, η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται για αρκετό ακόμα διάστημα. 23

Αν το μέγεθος μιας κύστης μεγεθύνεται ή παραμένει αμετάβλητο, ο Bagolan και οι συνεργάτες του συνιστούν χειρουργική εξαίρεση κατά την νεογνική περίοδο. Στην μελέτη τους ποσοστό μεγαλύτερο από το 60% χρειάστηκε χειρουργική ωοθηκεκτομή. 5 Αν η νεογνική ωοθήκη καταλαμβάνεται πλήρως από την "κυστική μάζα", τότε προτιμάται ωοθηκεκτομή παρά κυστεκτομή. Σε μια μικτής σύστασης ωοθηκική μάζα, στην οποία δεν έχει τεθεί με βεβαιότητα οριστική διάγνωση, η αφαίρεση αποτελεί την θεραπεία εκλογής κατά την νεογνική περίοδο. 5

Σε μια ανασκοπική μελέτη που συμπεριελάμβανε 6 κύστες μικτής σύστασης: 4 από αυτές συστράφηκαν όπως διαπιστώθηκε κατά την χειρουργική επέμβαση, μία αιμορράγησε, ενώ η τελευταία παρέμεινε αμετάβλητη ως είχε με εσωτερικά συντρίμματα. 20 Σε μεταγενέστερη αναδρομική μελέτη που συμπεριελάμβανε έξι συστραφείσες κύστες ωοθηκών, η διάγνωση ετέθει υπερηχογραφικά ενώ σε μία με μαγνητική τομογραφία (MRI). Όλες οι κύστες αφαιρέθηκαν λαπαροσκοπικά. Η ηλικία κατά την χειρουργική επέμβαση ήταν από 9 ημέρες έως 7,5 μήνες. 30 - 32

Κυσταδενώματα και τερατώματα αποτελούν πιο σπάνια νεοπλάσματα τα οποία αφαιρούνται κατά την νεογνική περίοδο. 26 Το δυσγερμίνωμα και άλλοι κακοήθεις ωοθηκικοί όγκοι είναι σπάνιοι. 33

  1. Nguyen KT, Reid RL, Sauerbrei E. Antenatal sonographic detection of a fetal theca lutein cyst: A clue to maternal diabetes mellitus. J Ultrasound Med. 1986 Nov; 5(11): 665-7. PMID: 3537338
  2. Frémond B, Guibert L, Jouan H, et al. Prenatal diagnosis of ovarian cysts. Chir Pediatr. 1986; 27(3): 128-33. PMID: 3533290
  3. Jafri SZ, Bree RL, Silver TM, et al. Fetal ovarian cysts: sonographic detection and association with hypothyroidism. Radiology. 1984 Mar; 150(3): 809-12. PMID: 6695083
  4. deSa DJ. Follicular ovarian cysts in stillbirths and neonates. Arch Dis Child. 1975 Jan; 50(1): 45-50. PMID: 1124943
  5. Bagolan P, Rivosecchi M, Giorlandino C, et al. Prenatal diagnosis and clinical outcome of ovarian cysts. J Pediatr Surg. 1992 Jul; 27(7): 879-81. PMID: 1640337
  6. Perrotin F, Roy F, Potin J, Lardy H, et al. Ultrasonographic diagnosis and prenatal management of fetal ovarian cysts. J Gynecol Obstet Biol Reprod (Paris). 2000 Apr; 29(2): 161-9. PMID: 10790628
  7. Crombleholme TM, Craigo SD, Garmel S, et al. Fetal ovarian cyst decompression to prevent torsion. J Pediatr Surg. 1997 Oct; 32(10): 1447-9. PMID: 9349765
  8. Meizner I, Levy A, Katz M, et al. Fetal ovarian cysts: Prenatal ultrasonographic detection and postnatal evaluation and treatment. Am J Obstet Gynecol. 1991 Mar; 164(3): 874-8. PMID: 2003554
  9. Lee HJ, Woo SK, Kim JS, et al. "Daughter cyst" sign: a sonographic finding of ovarian cyst in neonates, infants, and young children. AJR Am J Roentgenol. 2000 Apr; 174(4): 1013-5. PMID: 10749241
  10. Muller-Leisse C, Bick U, Paulussen K, et al. Ovarian cysts in the fetus and neonate: changes in sonographic pattern in their follow-up and management. Pediatr Radiol. 1992 Oct; 22: 395-400. Crossref
  11. Bryant AE, Laufer MR. Fetal ovarian cysts: incidence, diagnosis and management. J Reprod Med. 2004 May; 49(5): 329-37. PMID: 15214704
  12. Garel L, Filiatrault D, Brandt M, et al. Antenatal diagnosis of ovarian cysts: natural history and therapeutic implications. Pediatr Radiol. 1991; 21(3): 182-4. PMID: 2047154
  13. Sakala EP, Leon ZA, Rouse GA. Management of antenatally diagnosed fetal ovarian cysts. Obsted Gynecol Surv. 1991 Jul; 46(7): 407-14. PMID: 1876353
  14. Shimada T, Miura K, Gotoh H, et al. Management of prenatal ovarian cysts. Early Hum Dev. 2008 Jun; 84(6): 417-20. PMID: 18207672
  15. Bascietto F, Liberati M, Marrone L, et al. Outcome of fetal ovarian cysts diagnosed on prenatal ultrasound examination: systematic review and meta-analysis. Ultrasuond Obstet Gynecol. 2017 Jul; 50(1): 20-31. PMID: 27325566
  16. Comparetto C, Giudici S, Coccia ME, et al. Fetal and neonatal ovarian cysts: what's their real meaning?. Clin Exp Obstet Gynecol. 2005; 32(2): 123-5. PMID: 16108397
  17. Galinier P, Carfagna L, Juricic M, et al. Fetal ovarian cysts management and ovarian prognosis: a report of 82 cases. J Pediatr Surg. 2008 Nov; 43(11): 2004-9. PMID: 18970932
  18. Nussbaum AR, Sanders RS,Hartman DS, et al. Neonatal ovarian cysts: Sonographic- pathologic correlation. Radiology 1988 Sep; 168(3): 817-21. PMID: 3043551
  19. Foley PT, Ford WD, McEwing R, et al. Is conservative management of prenatal and neonatal ovarian cysts justifiable?. Fetal Diagn Ther. 2005 Sep-Oct; 20(5): 454-8. PMID: 16113572
  20. Brandt ML, Luks FL, Filiatrault D, et al. Surgical indications in antenatally diagnosed ovarian cysts. J Pediatr Surg. 1991 Mar; 26(3): 276-81. PMID: 1827651
  21. Gawrych E, Mazurkiewicz I, Kwas A, et al. Antenatal diagnosis and postnatal management of ovarian cysts. Ann Acad Med Stetin. 2006; 52(2): 45-9. PMID: 17633396
  22. Avni EF, Godart S, Israel C, et al. Ovarian torsion cyst presenting as a wandering tumor in a newborn: antenatal diagnosis and post natal assessment. Pediatr Radiol. 1983; 13(3): 169-71. PMID: 6866578
  23. Gallagher TA, Lim-Dunham JE, Vade A, et al. Sonographic appearance of ruptured ovarian cyst in the neonatal period. J Clin Ultrasound. 2008 Jan; 36(1): 53-5. PMID: 17583560
  24. McKeever PA, Andrews H. Fetal ovarian cysts: a report of five cases. J pediatr Surg. 1988 Apr; 23(4): 354-35 PMID: 3290423
  25. Towne BH, Mahour GH, Woolley MM, et al. Ovarian cysts and tumors in infancy and childhood. J Pediatr SurgJournal of Pediatric Surgery
  26. Tabsh ΚΜ. Antenatal Sonographic Appearance of a Fetal Ovarian Cyst. J Ultrasound Med. 1982 Oct; 1(8): 329-31. PMID: 7166772
  27. Akın MA, Akın L, Özbek S, et al. Fetal-neonatal ovarian cysts--their monitoring and management: retrospective evaluation of 20 cases and review of the literature. J Clin Res Pediatr Endocrinol. 2010 ;2(1): 28-33. PMID: 21274333
  28. D'Addario V, Volpe G, Kurjak A, et al. Ultrasonic diagnosis and perinatal management of complicated and uncomplicated fetal ovarian cysts: a collaborative study. Perinat Med. 1990; 18(5): 375-81. PMID: 2292759
  29. Amodio J, Abramson S, Berdon W, et al. Postnatal resolution of large ovarian cysts detected in utero. Pediatric Radiology. 1987 Oct; 17(6): 467-469. Crossref
  30. Tseng D, Curran TJ, Silen ML. Minimally invasive management of the prenatally torsed ovarian cyst. J Pediatr Surg. 2002 Oct; 37(10): 1467-9. PMID: 12378456
  31. Dobremez E, Moro A, Bondonny JM, et al. Laparoscopic treatment of ovarian cyst in the newborn. Surg Endosc. 2003 Feb; 17(2): 328-32. PMID: 12375157
  32. Prasad S, Chui CH. Laparoscopic-assisted transumbilical ovarian cystectomy in a neonate. JSLS, J Soc Laparoendosc Surgeons. 2007 Jan-Mar; 11(1): 138-41. PMID: 17651577
  33. Lindeque BG, du Toit JP, Muller LMM, et al. Ultrasonographic criteria for the conservative management of antenatally diagnosed fetal ovarian cysts. J Reprod Med. 1988 Feb; 33(2): 196-8. PMID: 3280788
Διαβάστηκε 3453 φορές Τελ. αλλαγή: Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019 20:18

Share it

Ποιοι είμαστε

Η ιστοσελίδα emvriomitriki.gr σχεδιάστηκε αρχικά για να καλύψει τις απορίες και τις ανάγκες των εγκύων γυναικών. Όμως, λόγω του υψηλού επιστημονικού υλικού που περιέχει (άρθρα, βίντεο, φωτογραφίες, βιβλιογραφία) καθίσταται χρήσιμο επαγγελματικό εργαλείο σε φοιτητές, μαιευτήρες και άλλους επαγγελματίες υγείας που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους. Το έργο επιμελήθηκε ο ιατρός Αναστάσιος Κοκοβίδης.

Στοιχεία επικοινωνίας

Διαδρομή

Λεωφόρος Κηφισίας 32
Αθήνα, 115 26


info@emvriomitriki.gr
210 7771300










Κλείστε το ραντεβού σας Online!