• Slider4
  • Slider5
  • Slider 9
Σύνδρομα

Σύντομα περισσότερο υλικό για το Σύμπλεγμα σωματικού τοιχώματος μελών...

Μείνετε συντονισμένοι!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μείνετε συντονισμένοι!

Σύντομα περισσότερο υλικό για το Εμβρυϊκό σύνδρομο βαρφαρίνης...

 

 

 

 

Μείνετε συντονισμένοι!

Σύντομα περισσότερο υλικό για το Σύνδρομο εμβρυϊκού οινοπνεύματος.

 

 

 

 

Περιγραφή και ορισμός

Το εμβρυϊκό σύνδρομο του βαλπροϊκού οξέoς (FVS) προκύπτει μετά από την προγεννητική έκθεση του εμβρύου στο VPA ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο (AED) με τερατογόνο δράση.1 - 4 Χαρακτηρίζεται από δυσλειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), δισχιδή ράχη κυρίως οσφυοϊερή μηνιγγομυελοκήλη, κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες, υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR), καρδιακές και μυοσκελετικές ανωμαλίες. 5 - 7

Επιδημιολογικά στοιχεία

Η επιληψία αποτελεί την πιο συχνή χρόνια νευρολογική κατάσταση με επιπολασμό που κυμαίνεται μεταξύ 4-10/1000 άτομα. Η επίπτωση του FVS όμως παραμένει άγνωστη κατά την κύηση.

Εάν η έκθεση στο βαλπροϊκό οξύ (VPA) λάβει χώρα μεταξύ 17ης - 30ής ημέρας μετά τη γονιμοποίηση η επίπτωση του ελλείμματος του νευρικού σωλήνα πλησιάζει το 1% - 2%. 8 - 10 Γενικά, ο κίνδυνος τερατογένεσης είναι μεγαλύτερος σε αυξανόμενες δόσεις VPA 11 , 12 καθώς το υψηλότερο ποσοστό δυσμορφιών παρατηρείται σε δόσεις 1000 mg / ημέρα ή περισσότερο. 13 , 14

Αρκετές μελέτες επιβεβαίωσαν αυξημένο κίνδυνο γενετικών ανωμαλιών (CMs) μετά από έκθεση σε AEDs έως 2-3 φορές περισσότερο από ότι στον γενικό πληθυσμό. 15 , 16 Η επίπτωση CMs σε έγκυες γυναίκες με επιληψία (PWWE) ήταν [7,08%; 95% CIs 5.62, 8.54] και ήταν υψηλότερη από αυτή των υγιών γυναικών [2.28%; CIs 1.46, 3.10]. Η επίπτωση CMs ήταν υψηλότερη στην ομάδα της πολυθεραπείας η οποία ελάμβανε συνδυασμό AEDs [16,78%; CIs 0,51, 33,05]. Το VPA είχε την υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης CMs [10,73%; CIs 8,16, 13,29] στις PWWE που το ελάμβαναν ως μονοθεραπεία στο πρώτο τρίμηνο της κύησης.4 , 16

Η συνολική επίπτωση των μεγάλων συγγενών ανωμαλιών (MCMs) που ανιχνεύτηκαν σε έγκυες γυναίκες με επιληψία (PWWE) οι οποίες εκτέθηκαν σε αντιεπιληπτικά φάρμακα (AEDs) ήταν [4,2%; CIs 3,6%, 5,0%]. Το ποσοστό των MCMs ήταν υψηλότερο στην ομάδα της πολυθεραπείας 6,0% από αυτήν της μονοθεραπείας 3,7%. Το συνολικό ποσοστό των MCMs στην ομάδα ελέγχου που δεν έλαβε καμία AED αγωγή ήταν [3,5%; CIs 1,8%, 6,8%] και ήταν < από το ποσοστό των MCMs που παρατηρήθηκε σε έγκυες οι οποίες εκτέθηκαν μόνο στο βαλπροϊκό [6,2%; CIs 4,6%, 8,2%]. 17

Αιτιοπαθογένεια

Η αιτιοπαθογένεια του εμβρυϊκού συνδρόμου του βαλπροϊκού οξέος (FVS) είναι άγνωστη.

Συναφείς ανωμαλίες

Πέρα από τις κλασικές ανωμαλίες μπορεί επίσης να ανευρεθούν: ομφαλοκήλη, βουβωνοκήλη, ατρησία 12-δακτύλου, σκολίωση, υπερτροφία ούλων, 18 υπερχολερυθριναιμία, ηπατοτοξικότητα, παροδική υπογλυκαιμία, ινωδογονοπενία και εμβρυϊκή ή νεογνική δυσφορία.

Υπερηχογραφική διάγνωση

Η φαινοτυπική έκφραση του FVS χαρακτηρίζεται από δυσμορφίες προσώπου, στενό και επίμηκες μέτωπο, αποπλατυσμένη και ανασηκωμένη μύτη, αποπλατυσμένο και ευρύ φίλτρο, μικρό στόμα, λεπτό άνω χείλος, παχύ κάτω χείλος, χειλεοσχιστία, μικρογναθία ή και οπισθογναθία, μικρά αυτιά, δυσμορφίες δακτύλων (αραχνοδακτυλία), απλασία κερκιδικής ακτίνας, μυϊκή υποτονία. 5 , 19 -23 Τα υπερηχογραφικά ευρήματα συμπεριλαμβάνουν καρδιαγγειακές ανωμαλίες, υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR), δισχιδή ράχη, στρεβλοχειρία, στρεβλοποδία, μικρομελία, μικροκεφαλία, υποσπαδίας και ανωμαλίες του ουρογεννητικού συστήματος. Καρδιακές ανωμαλίες περιγράφηκαν στο 26% των ασθενών του FVS. 7 Περισσότερο συχνά απαντήθηκαν διαφραγματικά ελλείμματα (VSDs και ΑSDs), στένωση αορτής ή πνευμονικής αρτηρίας, παραμένων αρτηριακός πόρος (PDA), υποπλασία πνευμονικής αρτηρίας.

Διαφορική διάγνωση

Κατά την ΔΔ πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα διαφορετικής αιτιολογίας. Ωστόσο, το κλινικό ιστορικό παρουσίας δισχιδούς ράχης και καρδιακής ανωμαλίας μπορεί να θέσει τη διάγνωση.

Κληρονομικότητα

Το FVS δεν κληρονομείται. Ωστόσο, εάν η μητέρα εκτίθεται στο VPA σε δεύτερη κύηση, το τερατογόνο αποτέλεσμα πιθανό να είναι παρόμοιο. 24 , 25

Πρόγνωση

Τα έμβρυα με μεγάλες γενετικές ανωμαλίες (MCMs) έχουν κακή πρόγνωση. Οι μεταβολικές διαταραχές πιθανά θα περιπλέξουν την κατάσταση στην νεογνική περίοδο και ίσως κάποια έμβρυα πεθάνουν στη βρεφική ηλικία ενώ οι επιζώντες ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν διανοητική υστέρηση ή επιληπτικές κρίσεις 1-2 ημέρες μετά τον τοκετό. 26 Διακόσιες ενενήντα δύο κυήσεις ολοκληρώθηκαν, από αυτές 256 (88%) κατέληξαν στην γέννηση ζωντανών φυσιολογικών εμβρύων, 19 (6,5%) στην γέννηση δυσμορφικών εμβρύων, τέσσερις στην γέννηση θνησιγενών λόγω τερματισμού της κύησης καθώς υπήρχαν συγγενείς ανωμαλίες στο υπερηχογράφημα και 12 (4%) σε αυτόματη αποβολή. 269 από αυτές τις κυήσεις εκτέθηκαν σε ένα τουλάχιστον AED κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Η επίπτωση CMs σε συγκεκριμένα AEDs ήταν: βαλπροϊκό οξύ (16,7%), φαινυτοΐνη (10,5%), λαμοτριγίνη (7,7%) και καρβαμαζεπίνη (3,3%). 27 Το VPA είναι το ισχυρότερο τερατογόνο της ομάδας των AEDς. Η έκθεση του εμβρύου στο VPA είναι δοσοεξαρτώμενη, συσχετίζεται με μειωμένες γνωστικές ικανότητες σε πολλούς τομείς και πέραν των άλλων εμφανίζει χαμηλό IQ στις ηλικίες 2-6 ετών 28 , 29 ενώ έχει απόλυτο κίνδυνο αυτισμού [4,42%; CI, 2,59%, 7,46%]. 30 - 32

Στρατηγική διαχείρισης

Το ιδανικό σενάριο θα προέβλεπε οι επιληπτικές γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας να λαμβάνουν την αποτελεσματικότερη μέθοδο αντισύλληψης ενώ όσες επιθυμούν να τεκνοποιήσουν να ενημερώνονται συμβουλευτικά για την τερατογόνο δράση του VLA και να επανασχεδιάζεται η θεραπευτική τους αγωγή ώστε να αποτρέπεται το ενδεχόμενο αυτό. 33 Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) ομόφωνα με τις συναρμόδιες αρχές των αντίστοιχων ευρωπαϊκών κρατών απέστειλε στους επαγγελματίες υγείας τις νέες ενισχυμένες προειδοποιήσεις και τα μέτρα ασφαλείας σύμφωνα με τα οποία το VLA αντενδείκνυται κατά την διάρκεια της κύησης, εκτός εάν δεν υπάρχει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία. 34 Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τις παλαιότερες κατευθυντήριες οδηγίες του Αμερικανικού Κολλεγίου Μαιευτήρων και Γυναικολόγων η στενή συνεργασία μαιευτήρα, νευρολόγου, παιδίατρου και ασθενούς θα μπορούσε να επιτρέψει στις περισσότερες έγκυες γυναίκες με ιδιοπαθή επιληψία να έχουν ομαλή εγκυμοσύνη με καλή έκβαση. Για να βελτιστοποιηθεί το νεογνικό αποτέλεσμα της ασθενούς που χρειαζόταν φαρμακευτική αγωγή, προτιμούνταν η χρήση ενός και μοναδικού φαρμάκου στη χαμηλότερη δυνατή δόση που να κρατά την ασθενή ελεύθερη κρίσεων. Ωστόσο, η πρόληψη τονικοκλονικών κρίσεων είναι υψίστης σημασίας. Οι απλές παρεμβάσεις, όπως η αποφυγή στέρησης ύπνου, η λήψη φυλλικού οξέος πριν από τη σύλληψη και η παροχή στο βρέφος βιταμίνης Κ κατά τη γέννηση, συμβάλουν στη βελτιστοποίηση του αποτελέσματος. Οι περισσότερες γυναίκες με επιληψία θα βιώσουν φυσιολογική εγκυμοσύνη και μπορεί να έχουν ένα αυτόματο φυσιολογικό τοκετό. 35 Η αντικατάσταση του VPA στις γυναίκες που το λαμβάνουν ως μονοθεραπεία στο πρώτο τρίμηνο από άλλο/α AEDs συσχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο CMs. 36 - 38 Η χρήση VPA την περίοδο του θηλασμού συσχετίστηκε με χαμηλότερο IQ από αυτό της μητέρας. 39

  1. Dansky LV, Finnell RH. Parental epilepsy, anticonvulsant drugs, and reproductive outcome: epidemiologic and experimental findings spanning three decades; 2: Human studies. Reprod Toxicol. 1991; 5(4): 301-35. PMID: 1806139
  2. Koch S, Lösche G, Jager-Romän E, et al. Major and minor birth malformations and antiepileptic drugs. Neurology. 1992 Apr; 42(4 Suppl 5): 83-8. PMID: 1574183
  3. Arpino C, Brescianini S, Robert E, et al. Teratogenic effects of antiepileptic drugs: use of an International Database on Malformations and Drug Exposure (MADRE). Epilepsia. 2000 Nov; 41(11): 1436-43. PMID: 11077457
  4. Wyszynski DF, Nambisan M, Surve T; Antiepileptic Drug Pregnancy Registry. Increased rate of major malformations in offspring exposed to valproate during pregnancy. Neurology. 2005 Mar 22; 64(6): 961-5. PMID: 15781808
  5. Ardinger HH, Atkin JF, Blackston RD, et al. Verification of the fetal valproate syndrome phenotype. Am J Med Genet. 1988 Jan; 29(1): 171-85. PMID: 3125743
  6. Hauser WA, Annegers JF, Rocca WA. Descriptive epidemiology of epilepsy: contributions of population-based studies from Rochester, Minnesota. Mayo Clin Proc. 1996 Jun; 71(6): 576-86. PMID: 8642887
  7. Kozma C. Valproic acid embryopathy: report of two siblings with further expansion of the phenotypic abnormalities and a review of the literature. Am J Med Genet. 2001 Jan 15; 98(2): 168-75. PMID: 11223853
  8. Nau H, Hauck RS, Ehlers K. Valproic acid-induced neural tube defects in mouse and human: aspects of chirality, alternative drug development, pharmacokinetics and possible mechanisms. Pharmacol Toxicol. 1991 Nov; 69(5): 310-21. PMID: 1803343
  9. Nau H. Valproic acid-induced neural tube defects. Ciba Found Symp. 1994; 181: 144-52; discussion 152-60. PMID: 8005022
  10. Ehlers K, Stürje H, Merker HJ, et al. Spina bifida aperta induced by valproic acid and by all-trans-retinoic acid in the mouse: distinct differences in morphology and periods of sensitivity. Teratology. 1992 Aug; 46(2): 117-30. PMID: 1440416
  11. Tomson T, Battino D, Bonizzoni E, EURAP study group. Dose-dependent risk of malformations with antiepileptic drugs: an analysis of data from the EURAP epilepsy and pregnancy registry. Lancet Neurol. 2011 Jul; 10(7): 609-17. PMID: 21652013
  12. Bromfield EB, Dworetzky BA, Wyszynski DF, et al. Valproate teratogenicity and epilepsy syndrome. Epilepsia. 2008 Dec; 49(12): 2122-4. PMID: 18557775
  13. Ornoy A. Valproic acid in pregnancy: how much are we endangering the embryo and fetus? Reprod Toxicol. 2009 Jul; 28(1): 1-10. PMID: 19490988
  14. Diav-Citrin O, Shechtman S, Bar-Oz B, et al. Pregnancy outcome after in utero exposure to valproate : evidence of dose relationship in teratogenic effect. CNS Drugs. 2008; 22(4): 325-34. PMID: 18336060
  15. Kini U, Adab N, Vinten J; Liverpool and Manchester Neurodevelopmental Study Group. Dysmorphic features: an important clue to the diagnosis and severity of fetal anticonvulsant syndromes. Arch Dis Child Fetal Neonatal Ed. 2006 Mar; 91(2): F90-5. PMID: 16239295
  16. Meador K, Reynolds MW, Crean S, et al. Pregnancy outcomes in women with epilepsy: a systematic review and meta-analysis of published pregnancy registries and cohorts. Epilepsy Res. 2008 Sep; 81(1): 1-13. PMID: 18565732
  17. Morrow J, Russell A, Guthrie E, et al. Malformation risks of antiepileptic drugs in pregnancy: a prospective study from the UK Epilepsy and Pregnancy Register. J Neurol Neurosurg Psychiatry. 2006 Feb; 77(2):193-8. PMID: 16157661
  18. Rodríguez-Vázquez M, Carrascosa-Romero MC, Pardal-Fernández et al. Congenital gingival hyperplasia in a neonate with foetal valproate syndrome. Neuropediatrics. 2007 Oct; 38(5) :251-2. PMID: 18330840
  19. Winter RM, Donnai D, Burn J, et al. Fetal valproate syndrome: is there a recognisable phenotype? J Med Genet. 1987 Nov; 24(11): 692-5. PMID: 3123693
  20. DiLiberti JH, Farndon PA, Dennis NR, et al. The fetal valproate syndrome. Am J Med Genet. 1984 Nov; 19(3): 473-81. PMID: 6439041
  21. Kikuchi N, Ohira S, Asaka R, et al. Prenatal sonographic diagnosis of fetal valproate syndrome: a case report. J Med Case Rep. 2016 Nov 3; 10(1): 312. PMID: 27809899
  22. Mutlu-Albayrak H, Bulut C, Çaksen H. Fetal Valproate Syndrome. Pediatr Neonatol. 2017 Apr; 58(2): 158-164. PMID: 27422007
  23. Seidahmed MZ, Miqdad AM, Al-Dohami HS, et al. A case of fetal valproate syndrome with new features expanding the phenotype. Saudi Med J. 2009 Feb; 30(2): 288-91. PMID: 19198722
  24. Malm H, Kajantie E, Kivirikko S, et al. Valproate embryopathy in three sets of siblings: further proof of hereditary susceptibility. Neurology. 2002 Aug 27; 59(4): 630-3. PMID: 12196666
  25. Clayton-Smith J and Donnai D. Fetal valproate syndrome. J Med Genet. 1995 Sep; 32(9): 724–727. PMCID: PMC1051674 
  26. Thisted E, Ebbesen F. Malformations, withdrawal manifestations, and hypoglycaemia after exposure to valproate in utero. Arch Dis Child. 1993 Sep; 69(3 Spec No): 288-91. PMID: 8215567
  27. Vajda FJ, O'Brien TJ, Hitchcock A, et al. The Australian registry of anti-epileptic drugs in pregnancy: experience after 30 months. J Clin Neurosci. 2003 Sep; 10(5): 543-9. PMID: 12948456
  28. Meador KJ, Baker GA, Browning N; NEAD Study Group. Fetal antiepileptic drug exposure and cognitive outcomes at age 6 years (NEAD study): a prospective observational study. Lancet Neurol. 2013 Mar; 12(3): 244-52. PMID: 23352199
  29. Christianson AL, Chesler N, Kromberg JG. Fetal valproate syndrome: clinical and neuro-developmental features in two sibling pairs. Dev Med Child Neurol. 1994 Apr; 36(4): 361-9. PMID: 7512516
  30. Christensen J, Grønborg TK, Sørensen MJ, et al. Prenatal valproate exposure and risk of autism spectrum disorders and childhood autism. JAMA. 2013 Apr 24; 309(16): 1696-703. PMID: 23613074
  31. Cohen MJ, Meador KJ, Browning N, et al. Fetal antiepileptic drug exposure: motor, adaptive, and emotional/behavioral functioning at age 3 years. Epilepsy Behav. 2011 Oct;22(2):240-6. PMID: 21783425
  32. Cohen MJ, Meador KJ, Browning N; NEAD study group. Fetal antiepileptic drug exposure: Adaptive and emotional/behavioral functioning at age 6years. Epilepsy Behav. 2013 Nov; 29(2): 308-15. PMID: 24012508
  33. Pennell PB. Pregnancy in women who have epilepsy. Neurol Clin. 2004 Nov; 22(4): 799-820. PMID: 15474768
  34. Watkins L, Cock H, Angus-Leppan H, et al. Valproate MHRA Guidance: Limitations and Opportunities. Front Neurol. 2019 Feb 20; 10: 139. PMID: 30842753
  35. ACOG educational bulletin. Seizure disorders in pregnancy. Number 231, December 1996. Committee on Educational Bulletins of the American College of Obstetricians and Gynecologists. Int J Gynaecol Obstet. 1997 Mar; 56(3): 279-86. PMID: 9127164
  36. Jentink J, Loane MA, Dolk H, EUROCAT Antiepileptic Study Working Group. Valproic acid monotherapy in pregnancy and major congenital malformations. N Engl J Med. 2010 Jun 10; 362(23): 2185-93. PMID: 20558369
  37. Artama M, Auvinen A, Raudaskoski T, et al. Antiepileptic drug use of women with epilepsy and congenital malformations in offspring. Neurology. 2005 Jun 14; 64(11): 1874-8. PMID: 15955936
  38. Harden CL, Meador KJ, Pennell PB; American Academy of Neurology; American Epilepsy Society. Management issues for women with epilepsy-Focus on pregnancy (an evidence-based review): II. Teratogenesis and perinatal outcomes: Report of the Quality Standards Subcommittee and Therapeutics and Technology Subcommittee of the American Academy of Neurology and the American Epilepsy Society. Epilepsia. 2009 May; 50(5): 1237-46. PMID: 19507301
  39. Meador KJ, Baker GA, Browning N; Neurodevelopmental Effects of Antiepileptic Drugs (NEAD) Study Group. Breastfeeding in children of women taking antiepileptic drugs: cognitive outcomes at age 6 years. JAMA Pediatr. 2014 Aug; 168(8): 729-36. PMID: 24934501

Περιγραφή και ορισμός

Το σύνδρομο DiGeorge, χαρακτηρίζεται από καρδιακές ανωμαλίες, ανοσοανεπάρκεια οφειλόμενη στην απλασία ή υποπλασία του θύμου αδένα, υπασβεστιαιμία λόγω του υποπαραθυροειδισμού και ανωμαλίες προσώπου (Yamagishi H. The 22q11.2 deletion syndrome. Keio J Med 2002, 51: 77-88). Ο DiGeorge περιέγραψε για πρώτη φορά το σύνδρομο αυτό το 1965, το 1978, ο Shprintzen παρουσίασε μια ομάδα ασθενών με λυκόστομα και προεξέχουσα μύτη. Μεταγενέστερα αποδείχτηκε ότι, και τα δύο αυτά σύνδρομα, είναι στην πραγματικότητα εκδηλώσεις ελλείμματος της χρωμοσωμικής περιοχής 22q11.2.

Επίπτωση

Η συχνότητα εμφάνισης της νόσου εκτιμάται σε 1 /2.000-4.000 γεννήσεις στο γενικό πληθυσμό.

Αιτιολογία

Το σύνδρομο DiGeorge οφείλεται σε διαγραφή γενετικού υλικού του χρωμοσώματος 22, 22q11.2 (Driscoll DA, Sullivan KE. Di George Syndrome: A Chromosome 22q11.2 Deletion Syndrome. In: Primary immunodeficiency Disease. A molecular and genetic approach. 1st Edition. Edited by Hans D Ochs, C.I. Edvard Smith, Jennifer M Puck. Oxford University Press 1999, 198-206).

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Πολλές από τις πιο συχνές ανατομικές δυσμορφίες που παρατηρούνται σε έμβρυα με σύνδρομο DiGeorge μπορούν και ανιχνεύονται μέσω υπερηχογραφίας, λόγω του πλήθους των συστημάτων και των οργάνων που εμπλέκονται. Μεταξύ αυτών, περιγράφονται οι ακόλουθες:

α) Συνήθη ευρήματα:

Κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες

μικροκεφαλία

μικρογναθία

σχιστία προσώπου

 

Τράχηλος

αυξημένο πάχος αυχενικής διαφάνειας

 

Καρδιακές ατέλειες

τετραλογία Fallot

ανωμαλίες αορτικού τόξου

ελλείμματα μεσοκοιλιακού διαφράγματος

 

β) Περιστασιακά ευρήματα:

 Διάφορα

σύνδρομο Pierre Robin

ανωμαλίες εγκεφάλου

κρυψορχία

υποσπανδίας

 

Διαφορική διάγνωση

Η διαφορική διάγνωση είναι ευμεγέθης επειδή εξαρτάται από το χαρακτηριστικό με το οποίο εκδηλώνεται το συνδρόμου. Γενικά η διαφορική διάγνωση πρέπει να συμπεριλαμβάνει τα παρακάτω:

  • τρισωμία 18 (σύνδρομο Edwards')
  • αναιμία Fanconi
  • σύνδρομο Cornelia de Lange
  • σύνδρομο Goldenhar
  • σύνδρομο Holt-Oram
  • σύνδρομο θρομβοκυτταροπενίας-απουσίας κερκίδας (TAR)
  • σχέση VATER (η σχέση VATER είναι το ακρωνύμιο των λέξεων Vertebral defects, anal atresia, tracheoesophageal fistula, esophageal atresia and radial and renal dysplasias) που περιγράφει την μη τυχαία ταυτόχρονη εμφάνιση ανωμαλιών, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν (ελλείμματα σπονδύλων, ατρησία πρωκτού, τραχειο-οισοφαγικό συρίγγιο, ατρησία οισοφάγου, δυσπλασίες κερκίδων, δυσπλασίες νεφρών)

Υπερηχογραφική διάγνωση

Τα περισσότερα έμβρυα με το σύνδρομο DiGeorge, ανιχνεύονται κυρίως λόγω της καρδιακής ατέλειας (τετραλογία Fallot ή ανωμαλίες αορτικού τόξου), οπότε απαιτείται αμνιοπαρακέντηση για αναζήτηση της συγκεκριμένης ανωμαλίας. Περιστασιακά το πάσχον έμβρυο, αναγνωρίζεται ως έχον και άλλες περισσότερο εμφανείς ανωμαλίες, όπως μικρογναθία και βραχέα μακρά οστά.

Κληρονομικότητα

Το σύνδρομο DiGeorge κληρονομείται με αυτοσωματικό επικρατούντα χαρακτήρα από γονέα με ισορροπημένη μετάθεση και η πιθανότητα πάσχοντος εμβρύου είναι 50% σε όλες τις επόμενες γενιές. Μπορεί όμως να εμφανιστεί και ως σποραδική διαταραχή, de novo, που προκαλείται από το διάμεσο έλλειμμα γενετικού υλικού του χρωμοσώματος 22q11.2.

Φυσική ιστορία και έκβαση

Η πρόγνωση εξαρτάται κυρίως από την βαρύτητα των καρδιακών αλλά και των συσχετιζόμενων ανωμαλιών. Ένα ποσοστό ασθενών που πάσχουν από το σύνδρομο, έχουν πλήρη έλλειψη Τ λεμφοκυττάρων και παρουσιάζουν το πλήρες σύνδρομο DiGeorge, που χαρακτηρίζεται από σοβαρή ανοσοανεπάρκεια και δυσμενή πρόγνωση. Ασθενείς με μειωμένο αριθμό Τ λεμφοκυττάρων παρουσιάζουν το μερικό σύνδρομο, το οποίο έχει γενικά ήπιες εκδηλώσεις πέρα από το καρδιολογικό πρόβλημα. Η ανοσολογική ανεπάρκεια και η υπασβεστιαιμία που προκαλούνται από την υποπλασία των παραθυροειδών αδένων, καθώς και οι σπασμοί λόγω υπασβεστιαιμίας, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται.

 

Περιγραφή και ορισμός

Το σύνδρομο Jacobsen (JS), χαρακτηρίζεται από έλλειμμα στο ακραίο τμήμα του μακρού βραχίονα του χρωμοσώματος 11, 11q2. Το σύνδρομο Jacobsen (JS), περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1973 και χαρακτηρίζεται από ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης η οποία συνεχίζει και μετά την γέννηση, ιδιάζουσα χαρακτηριστικά προσώπου (εξέχοντα μέτωπο, τριγωνοκεφαλία, ασυμμετρία, υπερτελορισμό, βλεφαρόπτωση, επίκανθο, ευρεία ρινική γέφυρα, μικρή μύτη, στόμα σχήματος V, μικρά χαμηλής θέσης αυτιά), θρομβοπενία. Άλλες συχνές ανωμαλίες, συμπεριλαμβάνουν ανωμαλίες της καρδιάς, των νεφρών, του σκελετικού συστήματος, του γαστρεντερικό σωλήνα, των γεννητικών οργάνων και του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ). 

Επίπτωση

Η συχνότητα εμφάνισης της νόσου εκτιμάται σε 1 /100.000 γεννήσεις στο γενικό πληθυσμό και η αναλογία άρρενα / θήλυ έμβρυα, 2 / 1.

Αιτιολογία

Το σύνδρομο Jacobsen (JS) οφείλεται σε διαγραφή γενετικού υλικού, στο ακραίο τμήμα του μακρού βραχίονα του χρωμοσώματος 11. Η χρωμοσωμική περιοχή 11q23 περιλαμβάνει 342 γονίδια, ενώ η ελάχιστη περιοχή για τον φαινότυπο του συνδρόμου είναι η 11q24.1, η οποία περιλαμβάνει 174 γονίδια. Κάποια γονίδια, αυτής της περιοχής, συνδέθηκαν με τα κλινικά χαρακτηριστικά του συνδρόμου Jacobsen (JS).

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Οι διάφορες ανατομικές δυσμορφίες που παρατηρούνται σε έμβρυα με σύνδρομο Jacobsen (JS) μπορούν και ανιχνεύονται μέσω υπερηχογραφίας, λόγω του πλήθους των συστημάτων και των οργάνων που εμπλέκονται. Μεταξύ αυτών, περιγράφονται οι ακόλουθες:

 

α) Συνήθη ευρήματα:

 Κρανιοεγκεφαλικές ανωμαλίες

τριγωνοκεφαλία (τριγωνικού σχήματος μετωπιαία οστά, παρόμοια με εκείνα που απαντώνται σε ένα κρανίο σχήματος δίκην φράουλας)

μικροκεφαλία

υπερτελορισμός

εμβυθισμένη ρινική γέφυρα

μικρογναθία

διαμαρτίες διάπλασης των αυτιών

 

Καρδιακές ατέλειες

ελλείμματα διαφράγματος

 

Άκρα

συγκάμψεις των αρθρώσεων

 

Ανωμαλίες γεννητικών οργάνων

υποσπαδίας

κρυψορχία

 

Άλλα

υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR)

 

 

 β) Περιστασιακά ευρήματα:

Διάφορα

κοιλιομεγαλία

ολοπροσεγκεφαλία

αυχενική πάχυνση

σχιστία προσώπου

κλινοδακτυλία πέμπτου δακτύλου

ανωμαλίες νεφρών

 

Διαφορική διάγνωση

Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει άλλες χρωμοσωμικές ανωμαλίες καθώς και διάφορα σύνδρομα κρανιοσυνοστέωσης που παρουσιάζουν παρόμοια ευρήματα.

Α) Χρωμοσωμικές ανωμαλίες:

  • τρισωμία 13 (Σύνδρομο Patau)
  • τρισωμία 18 (σύνδρομο Edwards’) [κρανίο σχήματος δίκην φράουλας, IUGR, καρδιακές ατέλειες]

Β) Σύνδρομα κρανιοσυνοστέωσης:

  • σύνδρομο Antley-Bixler
  • σύνδρομο Apert
  • σύνδρομο Carpenter
  • σύνδρομο Saethre-Chotzen
  • σύνδρομο Roberts
  • σύνδρομο Proteus

Υπερηχογραφική διάγνωση

Υπερηχογραφικά ευρήματα που αποδόθηκαν στο σύνδρομο αυτό, ανευρέθηκαν στις 29 εβδομάδες κύησης και περιλαμβάνουν εμβρυϊκή υδρονέφρωση, τριγωνοκεφαλία, υποτελορισμό, μικρογναθία, βραχύ μηριαίο οστό και υδράμνιο. Ένας προγενέστερος έλεγχος στις 20 εβδομάδες αποκάλυψε μόνο ήπια διάταση νεφρικής πυέλου, τα άλλα ευρήματα δεν ήταν ανιχνεύσιμα μέχρι το τρίτο τρίμηνο.

Άλλες αναφορές περιγράφουν ένα πάσχον έμβρυο 20 εβδομάδων, το οποίο διαγνώσθηκε λόγω αυξημένου πάχους αυχενικής πτυχής, εξαιτίας του οποίου διενεργήθηκε αμνιοπαρακέντηση. Κάποια άλλα έμβρυα με αυτό το σύνδρομο, περιγράφηκαν υπερηχογραφικά ως έχοντα κοιλιομεγαλία στις 18 εβδομάδες, σχιστία προσώπου και υδρονέφρωση, στις 20 εβδομάδες, βραχύ βραχιόνιο και μηριαίο οστό, στις 20 εβδομάδες.

Κληρονομικότητα

Το σύνδρομο Jacobsen (JS) οφείλεται σε μερική διαγραφή στο μακρύ βραχίονα του χρωμοσώματος 11. Το μέγεθος της διαγραφής κυμαίνεται από 7 έως 20 Mb, και εκτείνεται από την χρωμοσωμική περιοχή 11q23.3 προς το τελομερές. Η διαγραφή μπορεί να σποραδική και να προκύψει de novo (στο 85% των ατόμων) ή να οφείλεται σε μια μη ισορροπημένη μετάθεσης που είναι de novo ή κληρονομείται ως αποτέλεσμα μιας ισορροπημένης μετάθεσης σε ένα γονέα. Η διάγνωση μπορεί να επιβεβαιωθεί με μοριακό καρυότυπο.

Φυσική ιστορία και έκβαση

Η πρόγνωση εξαρτάται από τις υπάρχουσες ανατομικές ανωμαλίες. Τα έμβρυα με βαριές καρδιακές ατέλειες μπορεί να μην επιζήσουν σε ποσοστό 20% και πεθαίνουν κατά την διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της ζωής τους. Τα υπόλοιπα έμβρυα έχουν ήπια προς βαριά διανοητική υστέρηση και υποτονία, η οποία σχετίζεται με το μέγεθος της χρωμοσωμικής διαγραφής. Το προσδόκιμο επιβίωσης για τα επιζώντα έμβρυα είναι άγνωστο.

Περιγραφή και ορισμός

Το σύνδρομο "κλάματος γαλής", Cri du Chat (CdCS), χαρακτηρίζεται από κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες, ενδομήτρια καθυστέρηση ανάπτυξης, ύδρωπα.

Επίπτωση

Η συχνότητα εμφάνισης της νόσου εκτιμάται σε 1 / 50.000 γεννήσεις. Οι ασθενείς με αυτό το σύνδρομο, αποτελούν περίπου το 1% των ασθενών με βαριά νοητική υστέρηση (Niebuhr E. The cri du chat syndrome: epidemiology, cytogenetics and clinical features. Hum Genet 1978, 44:227-275).

Αιτιολογία

Το σύνδρομο Cri du Chat (CdCS) οφείλεται σε διαγραφή γενετικού υλικού (Van Buggenhout GJ, Pijkels E, Holvoet M, Schaap C, Hamel BC, Fryns JP. Cri-du-chat syndrome: changing phenotype in older patients. Am J Med Genet 2000, 90: 203-15) στο βραχύ σκέλος του χρωμοσώματος 5 (5p-). Η διαγραφή μπορεί να κυμαίνεται σε μέγεθος, από 5 έως 40 Mb και να περιλαμβάνει το σύνολο p του βραχύ σκέλους ή απλά την περιοχή, 5p15. Δυνητικά υπεύθυνα γονίδια, για αυτόν τον κλινικό φαινότυπο, είναι: CTNND2, SEMA5A, TERT, SRD5A1, και TPPP.

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Πολλές από τις πιο συχνές ανατομικές δυσμορφίες που παρατηρούνται σε έμβρυα με σύνδρομο Cri du Chat (CdCS) μπορούν και ανιχνεύονται μέσω υπερηχογραφίας, λόγω του πλήθους των συστημάτων και των οργάνων που εμπλέκονται. Μεταξύ αυτών, περιγράφονται οι ακόλουθες:

Κεντρικό νευρικό σύστημα

εγκεφαλοκήλη

παρεγκεφαλιδική ανωμαλία

κοιλιομεγαλία

 

Κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες

μικροκεφαλία

ασυμμετρία προσώπου

χαμηλή πρόσφυση αυτιών

υποπλασία ρινικού οστού

πλατιά βάση μύτης

μικρογναθία

υπερτελορισμός

 

Τράχηλος

αυξημένο πάχος αυχενικής διαφάνειας

κυστικό ύγρωμα

 

Καρδιακές ατέλειες

μεγαλοκαρδία

 

Διάφορα

ύδρωπας

υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR)

 

Διαφορική διάγνωση

Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει άλλες χρωμοσωμικές ανωμαλίες με παρόμοια συμπτώματα, όπως:

  • τριπλοειδία
  • τρισωμία 9
  • τρισωμία 18 (σύνδρομο Edwards')
  • σύνδρομο Turner

Υπερηχογραφική διάγνωση

Το σύνδρομο του "κλάματος της γαλής" αναγνωρίστηκε προγεννητικά στο πρώτο τρίμηνο της κύησης, από το αυξημένο πάχος της αυχενικής διαφάνειας και το έλλειμμα της καρδιάς. Στο δεύτερο τρίμηνο, αναγνωρίστηκε λόγω πολλαπλών συγγενών ανωμαλιών, συμπεριλαμβανομένης της εγκεφαλοκήλης, των ανωμαλιών του οπίσθιου εγκεφαλικού βόθρου, της υδροκεφαλίας, της μικρογναθίας, των κυστικών υγρωμάτων, των υπεζωκοτικών συλλογών και των καρδιακών ανωμαλιών που ανιχνεύονται στις 18 εβδομάδες της κύησης. Στο τρίτο τρίμηνο οι διαγνωσμένες δυσμορφίες συμπεριλαμβάνουν την ασυμμετρία του κρανίου, την μικροκεφαλία, τον υπερτελορισμό, τον ύδρωπα, τον ασκίτη.

Κληρονομικότητα

Οι περισσότερες περιπτώσεις του συνδρόμου Cri du Chat (CdCS) είναι σποραδικές. Στους περισσότερους ασθενείς, 85%, το σύνδρομο οφείλεται σε de novo απώλεια, και μόνο στο 15%, η εμφάνιση του συνδρόμου είναι κληρονομική. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, (90%), κληρονομικής εμφάνισης του συνδρόμου, ενοχοποιείται ισοζυγισμένη μετάθεση σε έναν γονέα, ενώ στο 5%, σε αναστροφή του χρωμοσώματος 5. Το 80%, των de novo διαγραφών, είναι πατρικής προέλευσης, ενώ η ηλικία της μητέρας δεν φαίνεται να σχετίζεται με την εμφάνιση του συνδρόμου.

Ο κίνδυνος επανεμφάνισης του συνδρόμου στην οικογένεια, εξαρτάται από το μηχανισμό διαγραφής. De novo διαγραφές και de novo μεταθέσεις, θεωρούνται απίθανο να επαναληφθούν.

Φυσική ιστορία και έκβαση

Το σύνδρομο "κλάματος γαλής", Cri du Chat (CdCS), χαρακτηρίζεται από υψίτονο κλάμα, παρόμοιο με εκείνο της γαλής. Τα προσβεβλημένα άτομα πέρα από τις κρανιοπροσωπικές δυσμορφίες, παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού νοητική υστέρηση, σοβαρή ψυχοκινητική καθυστέρηση (αδυναμία ομιλίας, ελέγχου ούρησης και αφόδευσης), υποτονία (έλλειψη αυτοσυντήρησης, αδυναμία βάδισης). Η απώλεια του γενετικού υλικού (5p-) επιτρέπει την μακροχρόνια επιβίωση, μέχρι τα 47 χρόνια, γιατί δεν συνδέεται με βαριές οργανικές βλάβες (συγγενείς καρδιοπάθειες κλπ).

 

Περιγραφή και ορισμός

Το σύνδρομο Wolf-Hirschhorn (WHS) αποτελεί μια αναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες, ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη (IUGR) που συνεχίζει και μετά την γέννηση, καρδιακές ατέλειες και υποσπαδία.

Επίπτωση

Η συχνότητα εμφάνισης της νόσου εκτιμάται σε 1 / 50.000 γεννήσεις, με μια αναλογία προσβολής θήλεα / άρρενα έμβρυα, 2/1.

Αιτιολογία

Το σύνδρομο Wolf-Hisrchhorn (WHS) οφείλεται σε έλλειμμα γενετικού υλικού στο βραχύ σκέλος του χρωμοσώματος 4 (4p16.3). Δυνητικά υπεύθυνα γονίδια, για αυτόν τον κλινικό φαινότυπο, είναι: το LEMT1 και το WHSC1, η ακριβής λειτουργία των οποίων δεν έχει πλήρως κατανοηθεί.

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Πολλές από τις πιο συχνές ανατομικές δυσμορφίες που παρατηρούνται σε έμβρυα με σύνδρομο Wolf-Hisrchhorn (WHS) μπορούν και ανιχνεύονται μέσω υπερηχογραφίας, λόγω του πλήθους των συστημάτων και των οργάνων που εμπλέκονται. Μεταξύ αυτών, περιγράφονται οι ακόλουθες:

Κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες

μικροκεφαλία

κρανιακή ασυμμετρία

αγενεσία του μεσολοβίου

μικρογναθία

υπερτελορισμός (εμφάνιση μετώπου, δίκην "κράνους Έλληνα πολεμιστή")

λαγώχειλο

λυκόστομα

 

Καρδιακές ατέλειες

ελλείμματα του μεσοκοιλιακού διαφράγματος

 

Διάφορα

διαφραγματοκήλη

υποσπαδίας

κρυψορχία

στρεβλοποδία

βαριά υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR)

 

Περιστασιακά ευρήματα

εκστροφή ουροδόχου κύστης / ανωμαλίες νεφρών

κύστη Dandy – Walker

πολυδακτυλία

περικοιλιακές κυστικές ανωμαλίες εγκεφάλου

 

Διαφορική διάγνωση

Πολλαπλές ανατομικές ανωμαλίες, συμπεριλαμβανομένης της ενδομήτριας υπολειπόμενης ανάπτυξης (IUGR) και της διαφραγματοκήλης, μπορούν επίσης να εμφανισθούν στα παρακάτω σύνδρομα και καταστάσεις:

  • σύνδρομο Fryns
  • σύνδρομο Jacobsen
  • τριπλοειδία
  • τρισωμία 9
  • τρισωμία 18 (σύνδρομο Edwards')

Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει επίσης να συμπεριλαμβάνει πολλά σύνδρομα που παρουσιάζουν ανεπαρκή ανάπτυξη, νοητική υστέρηση, ή /και δυσμορφίες προσώπου όπως:

  • σύνδρομο Seckel
  • σύνδρομο CHARGE
  • σύνδρομο Smith-Lemli-Opitz
  • σύνδρομο Opitz G / BBB
  • σύνδρομο Williams
  • σύνδρομο Rett
  • σύνδρομο Angelman και
  • σύνδρομο Smith-Magenis

Υπερηχογραφική διάγνωση

Υπερηχογραφική διάγνωση του συνδρόμου Wolf-Hisrchhorn, προγεννητικά (WHS) ετέθει ήδη από τη 16η εβδομάδα της κύησης. Στην βιβλιογραφία υπάρχουν αρκετές αναφορές ευρημάτων προγεννητικού ελέγχου που συνδέονται με αυτό το σύνδρομο, με συνηθέστερα τα ευρήματα της υπολειπόμενης ενδομήτριας αύξησης (IUGR), της σχιστίας του προσώπου, του υποσπαδία και της διαφραγματοκήλης (De Keersmaecker B, Albert M, Hillion Y, Ville Y: Prenatal diagnosis of brain abnormalities in Wolf-Hisrchhorn (4p-) syndrome. Prenat Diagn 22:366-370, 2002, Sase M, Hasegawa K, Honda R, et al: Ultrasonographic finding of facial dysmorphism in Wolf-Hisrchhorn syndrome. Am J Perinatol 22:99-102, 2005 and Boog G, Le Vaillant C, Collet M, et al: Prenatal sonographic patterns in six cases of Wolf-Hisrchhorn (4p-) syndrome. Fetal Diagn Ther 19:421-430,2004). Η Beryl Benacerraf περιγράφει μία περίπτωση αυτού του συνδρόμου στις 18 εβδομάδες (μέσω προγενέστερης υπερηχογραφίας) στην οποία το έμβρυο παρουσίαζε βιομετρικές τιμές σωματικού μεγέθους ηλικίας κύησης 16 εβδομάδων καθώς και μικρογναθία, υπερτελορισμό, μια καρδιακή ανωμαλία, κύστη dandy-Walker στον οπίσθιο εγκεφαλικό βόθρο και πολυδακτυλία. Η διάγνωση επιβεβαιώθηκε με την εξέταση του μοριακού καρυότυπου, η οποία ζητήθηκε λόγω της παρουσίας αυτών των ευρημάτων (Beryl Benacerraf: Harvard Medical School. Ultrasound of Fetal Syndromes, edition Utopia 471-476, 2009).

Κληρονομικότητα

Οι περισσότερες περιπτώσεις του συνδρόμου Wolf-Hisrchhorn (WHS) είναι σποραδικές, ωστόσο μια μη-ισοζυγισμένη μετάθεση μπορεί να κληρονομηθεί από έναν γονέα με μια ισορροπημένη ανακατάταξη. Προγεννητικά ο έλεγχος είναι εφικτός, όταν έχει ήδη εντοπιστεί στον ένα γονέα μια ανακατάταξη στο χρωμόσωμα 4p16.3.

Φυσική ιστορία και έκβαση

Τα προσβεβλημένα άτομα παρουσιάζουν σημαντικού βαθμού νοητική υστέρηση, σοβαρή ψυχοκινητική καθυστέρηση, επιληπτικές κρίσεις και υποτονία με υποανάπτυξη των μυών που προκαλεί δυσκολίες στην σίτιση. Λιγότεροι από το 50% περπατούν με ή χωρίς υποστήριξη, μεταξύ 2 και 12 ετών. Η νοητική υστέρηση ποικίλει σε σοβαρότητα, η ομιλία περιορίζεται σε άναρθρους δισύλλαβους ήχους, εκτός από λίγους ασθενείς που καταφέρνουν να διατυπώσουν απλές προτάσεις. Διάφοροι τύποι επιληπτικών κρίσεων παρατηρούνται στο 95% των ασθενών, από την νεογνική περίοδο μέχρι την ηλικία των 3 ετών ως αποτέλεσμα πυρετού. Το 50% από αυτές σταματούν στην παιδική ηλικία. Ελλείμματα στο βραχύ σκέλος του χρωμοσώματος 4, (4p16.3) άνω των 3 Mb, σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιακών ανωμαλιών και λυκοστόματος.

Περιγραφή και ορισμός

Το σύνδρομο/ακολουθία της αμνιακής ταινίας (Amniotic Band Sequence/Syndrome) είναι σπάνια νόσος που χαρακτηρίζεται από μια καταστρεπτική εμβρυϊκή διαδικασία η οποία είναι ασύμμετρη και εκκινείται από την ρήξη του αμνίου. Στη συνέχεια, το έμβρυο καθίσταται προσκολλημένο, περιτυλιγμένο και δεμένο από ινώδεις μεσοβλαστικές ταινίες με αποτέλεσμα συγγενείς ανωμαλίες μεταβλητής εκφραστικότητας. Οι δυσμορφίες μπορεί να ποικίλουν από την μεμονωμένη ατέλεια ενός δακτύλου έως την θανατηφόρο κρανιόσχιση ή την θωρακοκοιλιακή εκσπλάγχνωση. 1 - 3

Τα εξαιρετικά μεταβλητά κλινικά χαρακτηριστικά των προσβεβλημένων εμβρύων και η ασυνήθιστη φύση αυτού του συνόλου των ευρημάτων σε συνδυασμό με την τρέχουσα έλλειψη κατανόησης της αιτιοπαθογένειας ανάγκασαν τους ερευνητές να χρησιμοποιήσουν 34 διαφορετικούς όρους για να περιγράψουν το σύνδρομο/ακολουθία της αμνιακής ταινίας. 4 - 7 Μερικοί από τους όρους που χρησιμοποιούνται είναι οι παρακάτω:

  1. σύμπλεγμα διάσπασης αμνιακής ταινίας (ABDC)
  2. σύμπλεγμα/ακολουθία αμνιακής παραμόρφωσης, σύμφυσης και ακρωτηριασμού (ADAM)
  3. σύμπλεγμα (διαμαρτιών διάπλασης) σωματικού τοιχώματος και μελών (LBWC)
  4. σύμπλεγμα προσκόλλησης
  5. σύμπλεγμα ακρωτηριασμού (CM)
  6. σύμπλεγμα αμνιακής διαταραχής
  7. ακολουθία ρήξης αμνίου (ARS)
  8. ακολουθία αμνιακής ταινίας (ABS)
  9. δακτυλιοειδής αμνιακή ταινία (ABR)
  10. δακτυλιοειδής περίσφιξη (CR)
  11. συγγενής δακτυλιοειδής περίσφιξη (CCR)
  12. συγγενής ακρωτηριασμός (CM)
  13. συγγενείς ταινίες περίσφιξης (BCC)
  14. ταινίες Streeter
  15. εγκάρσια ατέλεια άκρου (TML)
  16. αμνιο-χοριακές ταινίες (ACB)
  17. αμνιακή ταινία περίσφιξης (ABC)
  18. αμνιακές ταινίες (AB)

Ωστόσο, δεν έχει εξακριβωθεί εάν το LBWC και το ABS αντιπροσωπεύουν μία κατάσταση ή δύο διαφορετικές διαταραχές. 8 , 9

Επιδημιολογικά στοιχεία

Tο ABS είναι μια σποραδική νόσος με αναφερόμενη επίπτωση περίπου σε 1/1.200-15.000 γεννήσεις. 10 , 11

Αιτιοπαθογένεια

Η αιτιολογία του ABS παραμένει άγνωστη καθώς μέχρι σήμερα δεν έχει περιγραφεί επακριβώς ο παθογενετικός μηχανισμός ο οποίος δικαιολογεί την ανάπτυξη του. 12 , 13 Ωστόσο, υπάρχουν διάφορες βιβλιογραφικές αναφορές που υπαινίσσονται συσχέτιση με τον τραυματισμό της εγκύου, 14 τα ενδομήτρια αντισυλληπτικά σπειράματα όταν αφαιρούνται για να συνεχιστεί η κύηση και η παρακέντηση του αμνίου κατά την αμνιοπαρακέντηση 15 - 17 που ωστόσο αμφισβητείται από ορισμένους. 18

Στο παρελθόν τρείς θεωρίες προτάθηκαν για να εξηγήσουν την εκδήλωση του ABS: α) η ενδογενής θεωρία που υποστηρίζει την ύπαρξη λάθους στην ανάπτυξη του συνδετικού ιστού, β) η εξωγενής που υπαινίσσεται την ρήξη του αμνίου 19 , 20 και γ) η τρίτη θεωρία που προτάθηκε από τον Streeter η οποία επικεντρώνεται σε μια ανωμαλία στον βλαστικό δίσκο με αποτέλεσμα τελικές δομικές δυσμορφίες. 18 Η εξωγενής θεωρία προτάθηκε για πρώτη φορά από τον Torpin, ο οποίος βασίστηκε σε μια αναδρομική μελέτη που αφορούσε 400 περιπτώσεις εμβρύων με ABS. Με βάση τις παρατηρήσεις του Torpin συμβαίνει ρήξη στο άμνιο ενώ το χόριο παραμένει άθικτο. Η δημιουργία ολιγάμνιου είναι το αποτέλεσμα της απώλειας αμνιακού υγρού διαμέσου του διαπερατού χορίου. Στη συνέχεια το έμβρυο περνά μέσα από το ερρηγμένο άμνιο, παγιδεύεται στο χοριακό κολλώδες μεσόδερμα με αποτέλεσμα την περίσφιξη, την διάσπαση, τον ακρωτηριασμό ή τον τραυματισμό του δέρματος με συνέπεια σοβαρές κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες ή καταστρεπτικές θωρακοκοιλιακές εκσπλαχνώσεις. 21 , 1 , 2

Το ABS λαμβάνει χώρα από την 6η-18η εβδομάδα της κύησης και οδηγεί σε ένα ευρύ φάσμα ανωμαλιών η σοβαρότητα των οποίων εξαρτάται από τον χρόνο ρήξης των αμνιακών υμένων. Αν αυτό συμβεί κατά τη διάρκεια των πρώτων 45 ημερών της κύησης (6η εβδομάδα) καταλήγει σε σοβαρές κρανιοπροσωπικές και θωρακοκοιλιακές διαδικασίες μαζί με ανωμαλίες των άκρων (συνδακτυλία, πολυδακτυλία). Ωστόσο, αν οι ινώδεις αμνιακές ταινίες εμφανιστούν μετά την 12η εβδομάδα της κύησης καταλήγουν σε περισφίξεις, παραμορφώσεις ή ακρωτηριασμούς. 1 , 5 , 22 Επιπρόσθετα το ολιγάμνιο που παρατηρείται ορισμένες φορές ευνοεί την δημιουργία στρεβλοποδίας. 23 Ο Lockwood και οι συνεργάτες του αμφισβήτησαν τα παραπάνω επειδή δεν μπορούσαν να εξηγήσουν την παρουσία δυσπλασίας στα σπλαχνικά όργανα σε κυήσεις με φυσιολογικούς και άρρηκτους υμένες. Κατ' αυτούς ο αγγειακός παράγων, ειδικά η αιμορραγία, ήταν το κύριο παθογόνο ερέθισμα εκκίνησης της διαδικασίας ενώ οι ινώδεις αμνιακές ταινίες ένα καθυστερημένο γεγονός αποκατάστασης ελάχιστης ή μηδενικής παθογενετικής σημασίας. 24

Μεταγενέστερες μελέτες σε αρουραίους στους οποίους αναπαρήγαγαν τα χαρακτηριστικά του ABS με την χρήση ενέσιμων αγγειοδραστικών διαλυμάτων χωρίς να προκαλέσουν ρήξη του αμνιοθυλάκιου διαπίστωσαν πως η προκληθείσα συνοδός αιμορραγία ήταν προγενέστερη των παραμορφώσεων και οφειλόταν στην ρήξη των επιφανειακών αγγείων του εμβρύου. 25 , 26

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Οι ανατομικές ανωμαλίες που δύναται να ανιχνευτούν μέσω υπερηχογραφίας ποικίλλουν ανάλογα με την θέση ή τις θέσεις με τις οποίες έρχεται σε επαφή η αμνιακή ταινία με το προσβάλλων έμβρυο και συμπεριλαμβάνουν:

Κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες

ακρανία

εγκεφαλοκήλη

ανεγκεφαλία

χειλεοσχιστία

μικρογναθία

 

Ανωμαλίες πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος

γαστρόσχιση

ομφαλοκήλη

 

Ανωμαλίες μελών

ασύμμετρη περίσφιξη άκρων/δακτύλων

ακρωτηριασμοί άκρων/δακτύλων

στρεβλοποδία

στρεβλοχειρία

συνδακτυλία

 

Υπερηχογραφική διάγνωση

Επειδή τα υπερηχογραφικά ευρήματα του ABS περικλείουν ένα εκτεταμένο φάσμα εμβρυϊκών ανωμαλιών συχνά είναι δύσκολο να τεθεί οριστική διάγνωση εκτός και εάν είναι παρούσες δύο ή περισσότερες χαρακτηριστικές ανωμαλίες του συνδρόμου στο ίδιο έμβρυο, για παράδειγμα κρανιοπροσωπική ανωμαλία + ανωμαλία άκρου. Το χαρακτηριστικότερο παθογνωμονικό εύρημα με το οποίο μπορεί να τεθεί ασφαλώς η διάγνωση είναι η απεικόνιση αμνιακής ταινίας σε άμεση επαφή με τα εμβρυϊκά μέλη τα οποία εμφανίζουν σημαντικό περιορισμό στην κίνησή τους. 27 , 28 Ο περιορισμός στην κίνηση της κεφαλής, το ολιγοϋδράμνιο και το ακρωτηριασμένο άκρο ήταν καθοριστικά σημεία υπερηχογραφικής διάγνωσης σε κάποιες μελέτες.29 - 31 Οι δακτυλιοειδείς περισφίξεις άκρων/δακτύλων πολλές φορές είναι δύσκολο να απεικονιστούν υπερηχογραφικά και η διαταραχή μπορεί να διαφύγει της προσοχής μέχρι τον τοκετό. Σε άλλες περιπτώσεις, η χρήση της διακολπικής υπερηχογραφίας μπορεί να απεικονίσει δεμένες ή προσκολλημένες αμνιακές ταινίες στο έμβρυο, επιβεβαιώνοντας ως εκ τούτου την διάγνωση.

Τα συνήθη υπερηχογραφικά ευρήματα συμπεριλαμβάνουν δακτυλιοειδείς περισφίξεις άκρων/δακτύλων, διογκώσεις στο πιο απομακρυσμένο σημείο των άκρων έως το σημείο περίσφιξης, ακρωτηριασμούς δακτύλων στα χέρια ή τα πόδια, ασύμμετρο πρόσωπο, χειλεοσχιστίες προσώπου, εγκεφαλοκήλη, ακρανία, ανεγκεφαλία, ραιβοϊπποποδία, στρεβλοχειρία και ψευδοσυνδακτυλία, ασύμμετρη μικροφθαλμία, μεταπλασία κερατοειδούς, ετερόπλευρο χοριοαμφιβληστροειδικό έλλειμμα. 32 - 35

Διαφορική διάγνωση

Το ABS μπορεί να μιμηθεί πρακτικά οποιαδήποτε γενετικό σύνδρομο ασύμμετρης εμβρυϊκής ανωμαλίας. Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει:

  1. σύνδρομο Adams-Oliver (εγκάρσιες ατέλειες άκρων και απογυμνωμένες περιοχές τριχωτού κεφαλής με ή χωρίς ατέλεια του οστέινου τμήματος του κρανίου)
  2. σύνδρομο Proteus ή Klippel-Trenaunay-Weber (δερματικά αιμαγγειώματα, υπερτροφία μαλακών μορίων και οστών)
  3. σύνδρομο Beckwith-Wiedemann (γενική μακροσωμία, μακρογλωσσία, ομφαλοκήλη, ευμεγέθεις και ηχογενείς νεφροί)
  4. πενταλογία του Cantrell (καρδιακή εκτοπία, ομφαλοκήλη, διαχωρισμός του άκρου του στέρνου, πρόσθιο διάφραγμα, διαφραγματικό περικάρδιο)
  5. ατέλειες νευρικού σωλήνα (ανεγκεφαλία)
  6. ατέλειες πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος (ομφαλοκήλη)
  7. σύμπλεγμα (ανωμαλιών διάπλασης) μελών και σωματικού τοιχώματος (LBWC) (στρεβλοποδία, στρεβλοχειρία, γαστρόσχιση)
  8. υποπλασία μηριαίου οστού
  9. εντοπισμένα υποδόρια λεμφαγγειώματα

Παράγοντες κινδύνου

Μια μελέτη που διεξήχθη στην Λατινική Αμερική και αφορούσε συγγενείς δυσμορφίες έδειξε πληθώρα περιπτώσεων ABS σε πληθυσμούς που διαβιούσαν σε υψηλό υψόμετρο. 33 Ενδεχομένως η προερχόμενη υποξία από το μεγάλο υψόμετρο θα μπορούσε να εμπλέκεται στην αιτιοπαθογένεση ορισμένων περιπτώσεων ακολουθίας ADAM ή και άλλων συναφών ανωμαλιών. 36 Ο Orioli και οι συνεργάτες του ανέφεραν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ABS σε πληθυσμό που ζούσε σε υψηλό υψόμετρο, σε πρωτότοκες, σε έγκυες γυναίκες με ιστορικό εμπύρετου νοσήματος και σε γυναίκες με ιστορικό κολπικής αιμορραγίας κατά το πρώτο τρίμηνο. 11

Τα αποτελέσματα μιας άλλης μελέτης υποστήριξαν την οικογενή εμφάνιση της νόσου. Ο κίνδυνος ακολουθίας ADAM ήταν 42,8 και 50,8 φορές υψηλότερος από τον κίνδυνο στον γενικό πληθυσμό μεταξύ συγγενών πρώτου και δευτέρου βαθμού, αντίστοιχα. 37

Το κάπνισμα τσιγάρων στην αρχή της κύησης που είναι αγγειοσυσπαστικό μέσο σχετίζεται με γαστρόσχιση η οποία θεωρείται ότι οφείλεται σε αγγειακή διαταραχή των μεσεντέριων αγγείων. 38 , 39 Κάποιες μελέτες συνέδεσαν την χρήση παρακεταμόλης (acetaminophen) ή τσιγάρου και ασπιρίνης στο πρώτο τρίμηνο της κύησης με αυξημένο κίνδυνο ακολουθίας ρήξης αμνίου (ARS). 40 , 41

Συσχετισμός με χρωμοσωμικές ανωμαλίες

Το σύνδρομο αμνιακής ταινίας δεν συσχετίζεται με χρωμοσωμικές ανωμαλίες.

Πρόγνωση

Η έκβαση της ζωής του εμβρύου εξαρτάται από την βαρύτητα της βλάβης αλλά και από την περιοχή και την έκταση της προσβαλλόμενης περιοχής η οποία μπορεί να ποικίλει από μια μικρή ανωμαλία ή έναν ακρωτηριασμό δακτύλου έως μια θανατηφόρο κατάσταση με πλήρη διαχωρισμό κρανίου ή προσθίου κοιλιακού τοιχώματος. Ως εκ τούτου η πρόγνωση μπορεί να είναι από πολύ καλή έως πολύ κακή. Στην βιβλιογραφία υπάρχουν δύο μεμονωμένες αναφορές περιπτώσεων που περιγράφουν ενδομήτρια λύση αμνιακών ταινιών γύρω από το προσβεβλημένο μέρος με αποκατάσταση της κυκλοφορίας που κατέληξε σε διάσωση του εμβρυϊκού μέλους. 42 Πρόσφατα αναφέρθηκαν ενδομήτριες λύσεις αμνιακών ταινιών με φωτοσκοπική χειρουργική Layser σε περισφιγμένα εμβρυϊκά μέλη με ευεργετικά αποτελέσματα. 43 Ο συνδυασμός χειρουργικής εξαίρεσης και πλαστικής αποκατάστασης σε παιδιά με συγγενή δακτυλιοειδή περίσφιξη (CCR) είχε καλά αποτελέσματα στο 73,6% των περιπτώσεων. 44

Στρατηγική διαχείρισης

Η εντόπιση ινώδους αμνιακής ταινίας που συνδέεται με έμβρυο που φέρει χαρακτηριστικές δυσμορφίες ή και περιορισμό των κινήσεων του αποτελεί το χρυσό πρότυπο διάγνωσης του ABS. Η παρουσία αμνιακής ταινίας εντός κοιλότητας του αμνίου χωρίς την παρουσία δυσμορφιών στο έμβρυο δεν δικαιολογεί τη διάγνωση του ABS. 45

Η Guzmán-Huerta και οι συνεργάτες της ομαδοποίησαν τις διαφορετικές φαινοτυπικές εκφράσεις του συνδρόμου/ακολουθία αμνιακής ταινίας μια και η καταστρεπτική αυτή διαδικασία μπορεί να προκαλέσει ένα ευρύ φάσμα δυσμορφιών που κυμαίνονται από τις απλές ταινίες περίσφιξης έως τις μείζονες κρανιοπροσωπικές και σπλαχνικές ανωμαλίες. Αυτή η ομαδοποίηση αποτελεί ένα χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο, επειδή η πλειοψηφία των εμβρύων αυτών εμφανίζει κάποιο φαινότυπο που ταιριάζει σε μία από τις παρακάτω ομάδες:

  1. Κρανιοπροσωπική ανωμαλία+ανωμαλία άκρου
  2. Κρανιοπροσωπική ανωμαλία+ανωμαλία άκρου+κοιλιακού τοιχώματος, σπονδυλικής στήλης ή/και θωρακικές ανωμαλίες
  3. Ανωμαλία άκρου+κοιλιακού τοιχώματος, σπονδυλικής στήλης ή/και θωρακικές ανωμαλίες
  4. Μεμονωμένη ανωμαλία (κρανιοπροσωπική, άκρου ή θωρακο-κοιλιακού τοιχώματος). 46

Η διάγνωση του συνδρόμου είναι σημαντική για την παροχή συμβουλευτικής και τη στρατηγική διαχείρισης της παρούσας κατάστασης. Οι δυσμορφίες που παρατηρούνται μπορούν να μιμηθούν ορισμένα γενετικά σύνδρομα, επομένως, η ακριβής διάγνωση είναι υψίστης σημασίας για το ζεύγος σχετικά με τον χαμηλό κίνδυνο επανεμφάνισης σε μελλοντικές κυήσεις. Η διακοπή της κύησης πρέπει να προσφέρεται στις σοβαρές μορφές του συνδρόμου. Μη φυσιολογική, πλην παρούσα, ροή αίματος στο έγχρωμο Doppler υπερηχογράφημα ενός περισφιγμένου μέλους μπορεί κάλλιστα να αναγνωρίσει τις κατάλληλες περιπτώσεις για ενδομητρική λύση της ταινίας περίσφιξης. 47

  1. Higgenbottom MC, Jones KL, Hall BD. et al. The amniotic band disruption complex: timing of amniotic rupture and variable spectra of consequent defects. J Pediatr. 1979 Oct; 95(4): 544-9. PMID: 480028
  2. Bokmand S, Bangsbøll S, Ornvold K. Early amnion rupture or amniotic band syndrome. Ugeskr Laeger. 1991 Jun 24; 153(26): 1846-8. PMID: 1862564
  3. Kalousek DK, Bamforth S. Amnion rupture sequence in previable fetuses. Am J Med Ge 1988 Sep; 31(1):63-73. PMID: 3223500
  4. Richardson S, Khandeparker RV, Pellerin P. Amniotic constriction band: a report of two cases with unique clinical presentations. J Korean Assoc Oral Maxillofac Surg. 2017 Jun; 43(3): 171-177. PMID: 28770158
  5. Seeds JW, Cefalo RC, Herbert WN. Amniotic band syndrome. Am J Obstet Gynecol. 1982 Oct 1; 144(3): 243-8. PMID: 7124837
  6. Martínez-Frías ML. Epidemiological characteristics of amniotic band sequence (ABS) and body wall complex (BWC): are they two different entities? Am J Med Genet. 1997 Dec 12; 73(2): 176-9. PMID: 9409868
  7. Poeuf B, Samson P, Magalon G. Amniotic band syndrome. Chir Main. 2008 Dec; 27 Suppl 1: S136-47. PMID: 18948051
  8. Martínez-Frías ML. Clinical and epidemiological characteristics of infants with body wall complex with and without limb deficiency. Am J Med Genet. 1997 Dec 12; 73(2): 170-5. PMID: 9409867
  9. Luehr B, Lipsett J, Quinlivan JA. Limb-body wall complex: a case series. J Matern Fetal Neonatal Med. 2002 Aug; 12(2): 132-7. PMID: 12420845
  10. Murasakas JK, Mcdannell JF, Chudik RJ, et al. Amniotic band syndrome with significant orofacial clefts and disruptions and distortions of craniofacial structures. J Pediatr Surg. 2003 Apr; 38 (4): 635–638. PMID: 12677585
  11. Orioli IM, Ribeiro MG, Castilla EE. Clinical and epidemiological studies of amniotic deformity, adhesion, and mutilation (ADAM) sequence in a South American (ECLAMC) population. Am J Med Genet A. 2003 Apr 15; 118A(2): 135-45. PMID: 12655494
  12. Tanaka O, Koh T, Otani H. Amniogenic band anomalies in a fifth-month fetus and in a newborn from maternal oophorectomy during early pregnancy. Teratology. 1986 Apr; 33(2): 187-93. PMID: 3738816
  13. Cignini P, Giorlandino C, Padula F, et al. Epidemiology and risk factors of amniotic band syndrome, or ADAM sequence. J Prenat Med. 2012 Oct; 6(4): 59-63. PMID: 23272276
  14. Kohn G. The amniotic band syndrome: a possible complication of amniocentesis. Prenat Diagn. 1987 May; 7(4): 303-5. PMID: 3588546
  15. Singh S, Singh G. Hemorrhages in the limbs of fetal rats after amniocentesis and their role in limb malformations. Teratology. 1973 Aug; 8(1): 11-7. PMID: 4724489
  16. Kennedy LA, Persaud TV. Pathogenesis of developmental defects induced in the rat by amniotic sac puncture. Acta Anat (Basel). 1977; 97(1): 23-35. PMID: 557867
  17. Lage JM, VanMarter LJ, Bieber FR. Questionable role of amniocentesis in the etiology of amniotic band formation. A case report. J Reprod Med. 1988 Jan; 33(1): 71-3. PMID: 3351810
  18. Streeter GL. Focal deficiency in fetal tissues and their relation to intrauterine amputation. Contrib Embryol. 1930 ; 22: 1-4.
  19. Sentilhes L, Verspyck E, Patrier S, et al. Amniotic band syndrome: pathogenesis, prenatal diagnosis and neonatal management. J Gynecol Obstet Biol Reprod (Paris). 2003 Dec; 32(8 Pt 1): 693-704. PMID: 15067893
  20. Torpin R. Amniochorionic mesoblastic fibrosis strings and amniotic bands. Am J Obstet Gynecol. 1965 Jan 1;91: 65-75. PMID: 14245093
  21. Moessinger AC, Blanc WA, Byrne J et al. Amniotic band syndrome associated with amniocentesis. Am J Obstet Gynecol. 1981 Nov 1; 141(5) :588-91. PMID: 7294087
  22. Hunter AG, Carpenter BF. Implications of malformations not due to amniotic bands in the amniotic band sequence. Am J Med Genet. 1986 Aug; 24(4): 691-700. PMID: 3740102
  23. Lockwood C, Ghidini ARR, Romero R, et al. Amniotic band syndrome: Reevaluation of its pathogenesis. Am J Obstet Gynecol. 1989 May; 160(5 Pt 1): 1030-3. PMID: 2658596
  24. Kino Y. Clinical and experimental studies of the congenital constriction band syndrome, with an emphasis on its etiology. J Bone Joint Surg Am. 1975 Jul; 57(5): 636-43. PMID: 1150705
  25. Herva R, Karinen-Jaaskelainen M. Amniotic adhesion malformation syndrome: Fetal and placental pathology. Teratology. 1984 Feb; 29(1): 11-9. PMID: 6701802
  26. Mahony BS, Filly RA, Callen PW, et al. The amniotic band syndrome: antenatal sonographic diagnosis and potential pitfalls. Am J Obstet Gynecol. 1985 May 1; 152(1): 63-8. PMID: 3887927
  27. Chen CP, Chang TY, Lin YH, et al. Prenatal sonographic diagnosis of acrania associated with amniotic bands. J Clin Ultrasound. 2004 Jun; 32(5): 256-60. PMID: 15124194
  28. Yamaguchi M, Yasuda H, Kuroki T, et al. Early prenatal diagnosis of amniotic band syndrome. Am J Perinatol. 1988 Jan; 5(1): 5-7. PMID: 3276339
  29. Merz E, Gerlach R, Hoffmann G, et al. Amniotic band syndrome in ultrasound. Geburtshilfe Frauenheilkd. 1984 Sep; 44(9): 576-8. PMID: 6386594
  30. Barzilay E, Harel Y, Haas J, et al. Prenatal diagnosis of amniotic band syndrome - risk factors and ultrasonic signs. J Matern Fetal Neonatal Med. 2015 Feb; 28(3): 281-3. PMID: 24735486
  31. Hughes RM, Benzie RJ, Thompson CL. Amniotic band syndrome causing fetal head deformity. Prenat Diagn. 1984 Nov-Dec; 4(6):447-50. PMID: 6395127
  32. Burton DJ, Filly RA. Sonographic diagnosis of the amniotic band syndrome. AJR Am J Roentgenol. 1991 Mar; 156(3): 555-8. PMID: 1899757
  33. Chandran S, Lim MK, Yu VY. Fetal acalvaria with amniotic band syndrome. Arch Dis Child Fetal Neonatal Ed. 2000 Jan; 82(1): F11-3. PMID: 10634833
  34. Castilla EE, Lopez-Camelo JS, Campaña H. Altitude as a risk factor for congenital anomalies. Αm J Med Genet. 1999 Sep 3; 86(1): 9-14. PMID: 10440822
  35. Lopez-Camelo JS, Orioli IM. Heterogeneous rates for birth defects in Latin America: hints on causality. Genet Epidemiol. 1996; 13(5): 469-81. PMID: 8905393
  36. Liascovich R, Rittler M, Castilla EE. Consanguinity in South America: demographic aspects. Hum Hered. 2001; 51(1-2): 27-34. PMID: 11096268
  37. Torfs CP, Velie EM, Oechsli FW, et al. A population-based study of gastroschisis: demographic, pregnancy, and lifestyle risk factors. Teratology. 1994 Jul; 50(1): 44-53. PMID: 7974254
  38. Goldbaum G, Daling J, Milham S. Risk factors for gastroschisis. Teratology. 1990 Oct; 42(4): 397-403. PMID: 2147789
  39. Werler MM, Sheehan JE, Mitchell AA. Maternal medication use and risks of gastroschisis and small intestinal atresia. Am J Epidemiol. 2002 Jan 1; 155(1): 26-31. PMID: 11772781
  40. Werler MM, Louik C, Mitchell AA. Epidemiologic analysis of maternal factors and amniotic band defects. Birth Defects Res A Clin Mol Teratol. 2003 Jan; 67(1): 68-72. PMID: 12749386
  41. Werler MM, Bosco JL, Shapira SK; National Birth Defects Prevention Study. Maternal vasoactive exposures, amniotic bands, and terminal transverse limb defects. Birth Defects Res A Clin Mol Teratol. 2009 Jan; 85(1): 52-7. PMID: 19067400
  42. Quintero RA, Morales WJ, Phillips J, et al. In utero lysis of amniotic bands. Ultrasound Obstet Gynecol. 1997 Nov; 10(5): 316-20. PMID: 9444044
  43. Abdel-Sattar M, Chon A, Chen B, et al. Salvage of Necrotic-Appearing Limb after In Utero Endoscopic Lysis of Constriction Bands. AJP Rep. 2017 Apr; 7(2): e74-e78. PMID: 28428904
  44. Hung NN. Congenital constriction ring in children: sine plasty combined with removal of fibrous groove and fasciotomy. J Child Orthop. 2012 Jul; 6(3):189-97. PMID: 23814619
  45. Padmanabhan LD, Hamza ZV, Thampi MV, et al. Prenatal diagnosis of amniotic band syndrome. Indian J Radiol Imaging. 2016 Jan-Mar; 26(1):63-6. PMID: 27081225
  46. Guzmán-Huerta ME, Muro-Barragán SA, Acevedo-Gallegos S, et al. Amniotic band sequence: prenatal diagnosis, phenotype descriptions, and a proposal of a new classification based on morphologic findings. Rev Invest Clin. 2013 Jul-Aug; 65(4): 300-6. PMID: 24304730
  47. Hüsler MR, Wilson RD, Horii SC, et al. When is fetoscopic release of amniotic bands indicated? Review of outcome of cases treated in utero and selection criteria for fetal surgery. Prenat Diagn. 2009 May; 29(5): 457-63. PMID: 19235736

Περιγραφή και ορισμός

Τα έμβρυα των διαβητικών εγκύων γυναικών προδιαθέτουν σε μακροσωμία και διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη συγγενών ανωμαλιών, ιδίως αν ο μητρικός διαβήτης ήταν αρρύθμιστος κατά την διάρκεια της οργανογένεσης στο πρώτο τρίμηνο.

Παθογένεια συγγενών ανωμαλιών

Ο ακριβής μηχανισμός που οδηγεί τον σακχαρώδη διαβήτη σε μια αυξανόμενη επίπτωση για συγγενείς ανωμαλίες στο έμβρυο, δεν είναι απόλυτα γνωστός. Με βάση ερευνητικά δεδομένα ενοχοποιήθηκε η υπεργλυκαιμία, η υπογλυκαιμία, η κετο-οξέωση, η υποξία, τα αυξημένα επίπεδα σωματομεδίνης (Green MF. Diabetic Embryopathy. In " Human Teratogens: Environmental Factors Which Cause Birth Defects". Educational Program sponsored by Embryology. Teratology Unit of Children's Service. Massachusetts General Hospital and Dept of Pediatrics, Harvard Medical School, Boston MA, April 29-May 1, 1991). Οι Reece και συν. το 1985, χρησιμοποίησαν ως μοντέλο σε καλλιεργητικό υλικό έμβρυο αρουραίου μετά την εμφύτευση, ώστε να διερευνηθούν τα αποτελέσματα υπεργλυκαιμίας στην εξέλιξη της εμβρυϊκής δόμησης και κατέληξαν στο συμπέρασμα πως οι εμβρυϊκές ανωμαλίες ήταν δοσοεξαρτώμενες. Για επίπεδα γλυκόζης διπλάσια του φυσιολογικού, το ποσοστό ανωμαλιών ήταν 20%, για τριπλάσια, το ποσοστό ανωμαλιών έφθανε το 50% και για εξαπλάσια επίπεδα γλυκόζης, η συχνότητα των ανωμαλιών πλησίαζε το 100% (Reece E, Pinter E, Leranth C, et al. Ultra-structural analysis of malformations of the embryonic neural axis induced by in vitro hyperglycemic conditions. Teratology 1985; 32: 363-373). Κατά τους ίδιους ερευνητές, το διάστημα της εμβρυοπάθειας λόγω υπεργλυκαιμίας, συνυπήρχε και ανεπάρκεια λεκιθικού ασκού που αποτελούσε την πρωταρχική εντόπιση των μεταβολικών ανωμαλιών, ενώ οι εμβρυϊκές ανωμαλίες συνέβαιναν δευτεροπαθώς. Η ινσουλίνη, είτε της μητέρας, είτε η εξωγενώς χορηγούμενη δεν θεωρήθηκε ως αιτία δημιουργίας εμβρυϊκών ανωμαλιών, επειδή δεν διέρχεται τον πλακούντα και δεν παράγεται μέχρι την οργανογένεση (Becerra J, Khoury M, Cordero J, Erickson J. Diabetes mellitus during pregnancy and the risk for specific birth defects: a population based case - control study. Pediatrics 85 : 1, 1990).

Διαβητική εμβρυοπάθεια

Πολλοί ερευνητές απέδειξαν την συσχέτιση μεταξύ συγγενών ανωμαλιών και υψηλών επιπέδων γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbΑΙc), στο τέλος του πρώτου τριμήνου. Οι περισσότεροι από αυτούς χρησιμοποίησαν ως δείκτες ελέγχου γλυκόζης τα επίπεδα της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbΑΙc) πρώτου τριμήνου την περίοδο της οργανογένεσης. Ως γνωστόν η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbΑΙc) αντανακλά τα μέσα επίπεδα γλυκόζης των προηγούμενων 6 με 8 εβδομάδων και φυσιολογικά αντιστοιχεί στο 4-6% της ολικής αιμοσφαιρίνης. Η μελέτη των Miller και συν. το 1981, κατέδειξε επίπτωση της τάξης 22%, για συγγενείς ανωμαλίες στα νήπια διαβητικών μητέρων όταν η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbΑΙc) ήταν μεγαλύτερη από 8,5%, και επίπτωση της τάξης 3%, όταν ήταν λιγότερη από 8,5% (Miller Ε, Hare JW, CΙoherty JΡ, et al. Eleνated maternal hemoglobin AΙc in early pregnancy and major congenital anomalies in infants of diabetic mothers. Ν Engl J Med 1981;304:1331).

Οι Schaefer και συν. το 1997, προσδιόρισαν τον κίνδυνο διαβητικής εμβρυοπάθειας στηριζόμενοι στα επίπεδα υπεργλυκαιμίας εγκύων με διαβήτη κύησης. Ποσοστό 2,9% των γεννημένων νηπίων τους είχε μια ή περισσότερες μεγάλες συγγενείς ανωμαλίες, ενώ ποσοστό 2,4% από αυτά είχε μικρές μόνο συγγενείς ανωμαλίες (Schaefer UM, Songster G, Xiang Α, et al. Congenital malformations in offspring of women with hyperglycemia first detected during pregnancy. Am J Obstet Gynecol 1997;177:1165-1171). Στη μελέτη αυτή, αξιόπιστος δείκτης διαβητικής εμβρυοπάθειας θεωρήθηκε το ανώτατο επίπεδο της γλυκόζης ορού νηστείας κατά την διάγνωση, και οι έγκυες γυναίκες κατηγοριοποιήθηκαν σε υποομάδες με βάση το σάκχαρό τους. Η επίπτωση της εμβρυοπάθειας για μεγάλες συγγενείς ανωμαλίες ήταν:

  • 2,1% με γλυκόζη ορού νηστείας < 120 mg/dl
  • 5,2% με γλυκόζη ορού νηστείας 121 έως 260 mg/dl
  • 30,4% με γλυκόζη ορού νηστείας > 260 mg/dl.

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Η εμβρυϊκή υπερανάπτυξη είναι το πλέον σύνηθες εύρημα στο υπερηχογράφημα, με την βιομετρία να καταδεικνύει την επιτάχυνση της σωματικής ανάπτυξης μέχρι το τέλος του δεύτερου τριμήνου. Οι εμβρυϊκές ανωμαλίες που συσχετίζονται με μητρικό διαβήτη συμπεριλαμβάνονται στα παρακάτω:

Κεντρικό νευρικό σύστημα

ανεγκεφαλία

ολοπροσεγκεφαλία

δισχιδής ράχη

σύνδρομο ουραίας υποστροφής (αγενεσία ιερού οστού)

 

Καρδιά

τετραλογία Fallot

μεσοκοιλιακά ελλείμματα

μετάθεση μεγάλων αγγείων

μυοκαρδιοπάθεια

αορτική στένωση

 

Νεφροί

υδρονέφρωση

νεφρική υποπλασία μονόπλευρη / αμφίπλευρη

 

Άλλα

μακροσωμία

υδράμνιο

 

Υπερηχογραφική διάγνωση

Σε έγκυες γυναίκες που δεν είχαν καλό γλυκαιμικό δείκτη την περίοδο της οργανογένεσης είναι δυνατόν να διαγνωστούν σοβαρές κατασκευαστικές ανωμαλίες (ανεγκεφαλία, ελλείμματα νωτιαίου σωλήνα) νωρίς στην κύηση, συχνά έως το τέλος πρώτου τριμήνου. Ωστόσο, η δέκατη όγδοη έως την εικοστή εβδομάδα της κύησης θεωρείται ο πλέον κατάλληλος χρόνος στην εκτίμηση του εμβρύου της διαβητικής εγκύου, η οποία συμπεριλαμβάνει την εξέταση των νεφρών, της καρδιάς, του εγκεφάλου, της σπονδυλικής στήλης και των άκρων.

Η διάγνωση της μακροσωμίας του εμβρύου ανιχνεύεται προς το τέλος του δευτέρου, ή και στο τρίτο τρίμηνο, χρησιμοποιώντας την βιομετρία του εμβρύου που μπορεί να καταδείξει την σαφή αύξηση της περιμέτρου κεφαλής, της περιμέτρου κοιλιάς και της πάχυνσης της ηχογενούς λωρίδας λίπους, πέριξ της κοιλιάς και της κεφαλής. Αυτή η λωρίδα μαλακού ιστού ή και λίπους, καμιά φορά λανθασμένα, μπορεί να εκληφθεί ως οίδημα δέρματος. Το υδράμνιο που συχνά συνδέεται με διαβήτη εκδηλώνεται στο τρίτο τρίμηνο της κύησης.

Φυσική ιστορία και έκβαση

Οι διαβητικές έγκυες, κατά την διάρκεια της κύησης, μπορεί να αντιμετωπίσουν επιπλοκές που σχετίζονται με κατασκευαστικές ανωμαλίες των εμβρύων τους. Η πιο σημαντική περιγεννητική ανησυχία σε γυναίκες που διαγιγνώσκονται με διαβήτη κύησης είναι η υπερβολική ανάπτυξη του εμβρύου και η αποφυγή δύσκολου τοκετού λόγω μακροσωμίας, με επακόλουθο τραύμα κατά την γέννηση, εξαιτίας δυστοκίας των ώμων. Τα έμβρυα των διαβητικών μητέρων τείνουν να έχουν καθυστερημένη πνευμονική ανάπτυξη, η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη κατά την διαχείριση προγραμματισμένου πρόωρου τοκετού. Υπάρχει αυξημένο ποσοστό εμβρυϊκών θανάτων στην προχωρημένη κύηση, ενώ στις έγκυες με διαβητική αγγειοπάθεια, κίνδυνος υπολειπόμενης εμβρυϊκής ανάπτυξης.

Σελίδα 1 από 2

Ποιοι είμαστε

Η ιστοσελίδα emvriomitriki.gr σχεδιάστηκε αρχικά για να καλύψει τις απορίες και τις ανάγκες των εγκύων γυναικών. Όμως, λόγω του υψηλού επιστημονικού υλικού που περιέχει (άρθρα, βίντεο, φωτογραφίες, βιβλιογραφία) καθίσταται χρήσιμο επαγγελματικό εργαλείο σε φοιτητές, μαιευτήρες και άλλους επαγγελματίες υγείας που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους. Το έργο επιμελήθηκε ο ιατρός Αναστάσιος Κοκοβίδης.

Στοιχεία επικοινωνίας

Διαδρομή

Λεωφόρος Κηφισίας 26
Αθήνα, 115 26


info@emvriomitriki.gr
210 7771300










Κλείστε το ραντεβού σας Online!