• Slider4
  • Slider5
  • Slider 9
Μητέρα

Περιγραφή και ορισμός

Η λέξη παρβοϊός (parvovirus) προέρχεται από την λατινική "parvus" που σημαίνει μικρό και είναι το όνομα μιας οικογένειας μικρών (~ 25-nm), μη αναπτυγμένων ιών.

H μόλυνση με τον ανθρώπινο παρβοϊό Β19 (B19V) καταλήγει σε εξανθηματική νόσο, συχνή κατά την παιδική ηλικία η οποία εκδηλώνεται ως λοιμώδες ερύθημα, συνυπάρχει με αρθραλγίες στους ενήλικες, ενώ μοιάζει με την λοίμωξη της ερυθράς. 1 - 3 Η νόσος μεταφέρεται κυρίως με τα σταγονίδια του αναπνευστικού συστήματος, είναι αρκετά μεταδοτική και αβλαβής στο γενικό πληθυσμό αν και αναγνωρίζεται ως απειλή στα έμβρυα που τελικά θα μολυνθούν επειδή προκαλεί αναιμία και στη συνέχεια μη άνοσο-ύδρωπα.

Επιδημιολογικά στοιχεία

Οι εκδηλώσεις B19V εμφανίζονται κυρίως τον χειμώνα και την άνοιξη καθώς μείζονες επιδημίες συμβαίνουν κάθε λίγα χρόνια. Η υψηλού κινδύνου περίοδος μετάδοσης είναι νωρίς στην οξεία φάση της λοίμωξης, πριν από την εμφάνιση εξανθήματος ή αρθραλγίας, όταν τα ιικά φορτία βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο. Οξεία λοίμωξη εμφανίζεται στο 3%-4% των εγκύων γυναικών με τα υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης να παρατηρούνται σε εκπαιδευτικούς (δασκάλους και καθηγητές). Περίπου το 35%-53% των εγκύων γυναικών εμφανίζουν ανοσία στην λοίμωξη, λόγω προηγούμενης έκθεσης στον παρβοϊό, ωστόσο πρόσφατη έκθεση της μητέρας στον ιό δεν εξασφαλίζει προστασία στο έμβρυο. 4

Αιτιοπαθογένεια

Ο Β19V είναι κυτταροτοξικός και μολύνει τα ταχέως διαφοροποιημένα ερυθροειδή κύτταρα με αποτέλεσμα σοβαρή εμβρυϊκή αναιμία, καρδιακή ανεπάρκεια και τελικά μη άνοσο-ύδρωπα. 5 Ενώ το κυρίαρχο αιματολογικό χαρακτηριστικό του εμφανιζόμενου ύδρωπα είναι η αναιμία, συχνά συνυπάρχει και θρομβοπενία.6 , 7 Ο κίνδυνος ανάπτυξης ύδρωπα είναι μεγαλύτερος εάν η μόλυνση εμφανιστεί κατά το πρώτο μισό της εγκυμοσύνης. 8

Η ιογενής μυοκαρδίτιδα με επακόλουθο την καρδιακή ανεπάρκεια αποτελεί έναν άλλο πιθανό αιτιοπαθογενετικό μηχανισμό σχηματισμού ύδρωπα. 9 Μεταθανάτιες έρευνες μολυσμένων νεογνών με Β19V απεκάλυψαν ηωσινοφιλικά ενδοπυρηνικά έγκλειστα ερυθροειδών κυττάρων σε ήπαρ και μυοκάρδιο ως τυπικά χαρακτηριστικά της ιογενούς κυτταροπαθητικής βλάβης. 10 Η μόλυνση του μυοκαρδίου μπορεί να επιφέρει μυοκαρδίτιδα που επιδεινώνει την καρδιακή ανεπάρκεια με τελικό αποτέλεσμα την νέκρωση του μυοκαρδίου.

Εμβρυοπάθεια

Αν και, συνήθως η μητρική μόλυνση με τον Β19V δεν έχει δυσμενή επίδραση στο έμβρυο ωστόσο μπορεί να καταλήξει σε ενδομήτριο θάνατο με ή χωρίς ύδρωπα. 11 , 12 Μέχρι σήμερα έχει καταγραφεί μια μόνο περίπτωση εμβρύου που αποβλήθηκε ενδομητρίως με ανωμαλίες στους οφθαλμούς και αποδόθηκε σε εμβρυοπάθεια από τον Β19V. 13  Σποραδικά, περιγράφηκαν βρέφη με ηπατική νόσο, 14 , 15 καρδιομεγαλία 16 και υδροκέφαλο αποφρακτικού τύπου 17 ως αποτέλεσμα συγγενούς μόλυνσης με Β19V.

 

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Τα υπερηχογραφικά ευρήματα μπορεί να αποκαλύψουν διάφορες ανωμαλίες όπως:

 

Τράχηλος

αυχενική πάχυνση και οίδημα δέρματος

 

Καρδιά

καρδιομεγαλία

περικαρδιακή συλλογή

 

Άλλα

ασκίτης

υδράμνιο

πάχυνση πλακούντα

ύδρωπας

 

Υπερηχογραφική διάγνωση

Επειδή οι μητέρες που νοσούν από Β19V είναι συνήθως ασυμπτωματικές ή εμφανίζουν μη ειδική κλινική εικόνα, η υποψία της λοίμωξης τίθεται με την υπερηχογραφική διαπίστωση του εμβρυικού ύδρωπα, ενώ μπορεί να συνυπάρχει και ασκίτης.

Στρατηγικές διαχείρισης

Μετά την οξεία λοίμωξη της μητέρας ανιχνεύονται αντισώματα IgM-B19 για 6-8 (έως 10) εβδομάδες και ιικό DNA-B19 μέσω PCR στο μητρικό αίμα, για 8-10 εβδομάδες και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και περισσότερο από 15 εβδομάδες. Η διάγνωση της συγγενούς μόλυνσης, παρουσία ύδρωπα και αναιμίας, μπορεί να τεθεί: με θετικό έλεγχο DNA-Β19, αρνητικό IgM-Β19 και εντόνως θετικό IgG-B19 στο αίμα της μητέρας ή από το εντόνως θετικό DNA-Β19 στο εμβρυϊκό αίμα και στο αμνιακό υγρό. 18

Στις περισσότερες περιπτώσεις ύδρωπα η θεραπευτική παρέμβαση βασίζεται στην ενδομήτρια μετάγγιση αίματος μέχρι την αυτόματη υποχώρηση της αναιμίας. 19 - 25 Όμως, ορισμένες μελέτες δεν επιβεβαίωσαν την επιτυχή διάσωση του εμβρύου. 26  Η θνησιμότητα μεταγγισμένων εμβρύων υπήρξε υψηλή και το συνολικό ποσοστό επιβίωσης ήταν 60-70%. 27 , 28 Άλλη θεραπευτική στρατηγική βασίστηκε στην χρήση ανοσοσφαιρίνης και δακτυλίτιδας (immunoglobulin and digitalis). 29 Γενικά, η αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής παρέμβασης είναι δύσκολο να εκτιμηθεί καθώς η μετάγγιση αίματος δεν είναι απόλυτα αποτελεσματική και ο ύδρωπας μπορεί να υποχωρήσει αυτόματα. 30 , 31

Η μέτρηση της συστολικής ταχύτητας ροής της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας (MCA-PSV) είναι ένα μη επεμβατικό μέσο αξιολόγησης της εμβρυϊκής αναιμίας και της ανταπόκρισης στην θεραπεία που απαιτεί ενδομήτρια μετάγγιση (IUT) αίματος. 32 - 37 Μεταξύ της MCA-PSV και της συγκέντρωσης της εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης (HbF) υπάρχει αρνητική συσχέτιση (-0,85), που σημαίνει ότι όσο υψηλότερη είναι η μέγιστη συστολική ταχύτητα τόσο χαμηλότερη είναι η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης. 38 - 40 Η διόρθωση της εμβρυϊκής αναιμίας μετά από IUT αίματος μείωσε σημαντικά και ομαλοποίησε την τιμή της MCA-PSV. 41

Μία αυξημένη MCA-PSV ˃ 1,5ΜοΜ, εκφρασμένη σε πολλαπλάσια του μέσου όρου για την αντίστοιχη ηλικία κύησης ήταν χρήσιμη στον χρονικό προσδιορισμό της αρχικής IUT ενώ όριο 1,32ΜοΜ για τον χρόνο της 2ης IUT. 42  Η ευαισθησία της MCA-PSV > 1,50 MoM στην πρόβλεψη αναιμίας λόγω μόλυνσης από Β19V ήταν 94,1%, η ειδικότητα 93,3% και η θετική και η αρνητική προγνωστική αξία 94,1% και 93,3%, αντίστοιχα. 43 Συνήθως, η αυξημένη τιμή της MCA-PSV συσχετίζεται με εμβρυϊκή αναιμία, παρόλα αυτά μια μελέτη περιγράφει αυξημένη MCA-PSV που οφείλεται σε μεγάλο εμβρυϊκό ασκίτη χωρίς αναιμία. 44

Φυσική ιστορία και έκβαση

Τα περισσότερα έμβρυα που κυοφορούνται από γυναίκες μολυσμένες στον Β19V θα έχουν καλή έκβαση 156/186 (84%). 45 Το ποσοστό της εμβρυϊκής θνησιμότητας σε έμβρυα > των 12 εβδομάδων ήταν 15% (7/48) και ήταν πολύ υψηλότερο από το 1% του γενικού πληθυσμού.  46  Ύδρωπα θα αναπτύξει το 10% των εμβρύων σε οποιαδήποτε ηλικία κύησης, ακόμη και στις 12 εβδομάδες της κύησης, με αυτόματη όμως ύφεση στην συνέχεια.

Η συχνότερη έκβαση της εμβρυϊκής μόλυνσης με B19V ήταν ο μη άνοσος ύδρωπας. 47 - 49 Η συνολική επίπτωση ανεπιθύμητης έκβασης ήταν 7% (7/100) συμπεριλαμβανομένου του ύδρωπα και του ενδομήτριου θανάτου. Και οι επτά ανωτέρω περιπτώσεις εκτέθηκαν σε μόλυνση στον Β19V πριν από τις 20 εβδομάδες της κύησης. 50 Σε άλλη μελέτη η συχνότητα εμφάνισης εμβρυϊκού ύδρωπα σε όλη την διάρκεια της κύησης ήταν 4,2% (10/236) (95% το διάστημα εμπιστοσύνης [CI], 2.1-7.7) και 10,6% (10/94) (95% CI, 5,2-18,7) στα έμβρυα που μολύνθηκαν μεταξύ 9ης-20ης εβδομάδας κύησης. 51

Η μόλυνση του εμβρύου μπορεί να καταλήξει σε ενδομήτριο θάνατο σε ποσοστό 5% μεταξύ των προσφάτως μολυσμένων μητέρων. 52 O ενδομήτριος θάνατος δεν συσχετίστηκε με την ηλικία κύησης, τον χρόνο μόλυνσης και την παρουσία/απουσία των συμπτωμάτων της λοίμωξης στην μητέρα. 53 Πιο πρόσφατες μελέτες αναφέρουν ενδομήτριο θάνατο 6,3% (64/1018) όταν η μητρική μόλυνση σημειώθηκε πριν από τις 20 εβδομάδες της κύησης. 54 , 55 Η βιβλιογραφία αναφέρει ενδομήτριο θάνατο 7,5% στο τρίτο τρίμηνο της κύησης χωρίς παρουσία ύδρωπα ενώ η συγγενής μόλυνση επιβεβαιώθηκε με την ανίχνευση B19V DNA σε πλακουντιακό ιστό. 56

Η αυτόματη έκτρωση στην αρχή της κύησης συσχετίστηκε με μόλυνση από τον B19V κατά το πρώτο τρίμηνο. Στην πληθυσμιακή μελέτη της Δανίας, η παρουσία αντι-Β19V IgM σχεδόν διπλασίασε τον κίνδυνο της εμβρυϊκής απώλειας, ωστόσο μόνο το 0,1% των εμβρύων που απωλέσθησαν οφειλόταν στον ιό. Το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί σε 1% κατά τις περιόδους επιδημίας. 57

Πρόγνωση

Η καλύτερη πρόγνωση είναι η πρόληψη. Στους περισσότερους ενήλικες ανθρώπους πιθανή εστία μόλυνσης θεωρούνται τα παιδιά. Έτσι, οι πολύτοκες έγκυες γυναίκες με παιδιά στο σπίτι, οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί και οι εργαζόμενες στον τομέα υγειονομικής περίθαλψης μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης κατά την περίοδο επιδημίας. 58 - 61

Το γεγονός αυτό δικαιολογεί προληπτικά μέτρα που συνίστανται στην αποφυγή επαφής με δυνητικούς φορείς, επειδή η λοίμωξη της εγκύου μητέρας μπορεί να προκαλέσει σοβαρή εμβρυϊκή νοσηρότητα και θνησιμότητα κατά τη διάρκεια επιδημιών, 62 όταν τα ποσοστά ορομετατροπής είναι υψηλά. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να εκτιμάται ο κίνδυνος εμβρυοπάθειας από τη λοίμωξη της μητέρας.

Μέχρι σήμερα διαθέσιμο εμβόλιο δεν υπάρχει, επομένως ο συστηματικός ορολογικός έλεγχος των αντισωμάτων B19V δεν συνιστάται σε μη έγκυες ή σε γυναίκες που σχεδιάζουν μελλοντική εγκυμοσύνη. Η ανίχνευση της μόλυνσης B19V στην επίνοσο πρωτέγκυο γυναίκα δεν είναι αποδοτική ως προς το κόστος, ωστόσο την ταξινομεί στην ομάδα χαμηλού κινδύνου και σε επόμενες κυήσεις, στις οποίες υπάρχει σημαντικά υψηλότερος κίνδυνος ορομετατροπής, στις οροαρνητικές νέος προσδιορισμός του επιπέδου ανοσίας θα τις κατατάξει στην ομάδα υψηλού ή χαμηλού κινδύνου. 59

Εγκεφαλικές ανωμαλίες παρατηρήθηκαν στο 26% (7/27) των μεταγγισμένων εμβρύων στη μαγνητική τομογραφία, συμπεριλαμβανομένης της παρεγκεφαλιδικής αιμορραγίας ή της μικρής παρεγκεφαλίδας. Ως εκ τούτου, μπορεί να εμφανιστεί νευροαναπτυξιακή βλάβη μεταξύ των επιζώντων, παρά την κατάλληλη προγεννητική αντιμετώπιση, συμπεριλαμβανομένης της ενδομήτριας μετάγγισης (IUT). 63

  1. Anderson MJ, Lewis E, Kidd IM, et al. An outbreak of erythema infectiosum associated with human parvovirus infection. J Hyg (Lond). 1984 Aug; 93(1): 85-93. PMID: 6086750
  2. Plummer FA, Hammond GW, Forward K, Sekla L, et al. An erythema infectiosum-like illness caused by human parvovirus infection. N Engl J Med. 1985 Jul 11; 313(2): 74-9. PMID: 2987695
  3. Pattison JR. B19 virus--a pathogenic human parvovirus. Blood Rev. 1987 Mar; 1(1): 58-64. PMID: 2844330
  4. Rodis JF, Hovick TJ Jr, Quinn DL, et al. Human parvovirus infection in pregnancy. Obstet Gynecol. 1988 Nov; 72(5): 733-8. PMID: 2845316
  5. Pattison JR. The pathogenesis of diseases associated with B19 virus. Behring Inst M 1990 Aug; (85): 55-9. PMID: 2171486
  6. Forestier F, Tissot JD, Vial Y, et al. Haematological parameters of parvovirus B19 infection in 13 fetuses with hydrops foetalis. Br J Haematol. 1999 Mar; 104(4): 925-7. PMID: 10192461
  7. Wright IM, Williams ML, Cohen BJ. Congenital parvovirus infection. Arch Dis Child. 1991 Feb; 66(2): 253-4. PMID: 1848056
  8. Ergaz Z, Ornoy A. Parvovirus B19 in pregnancy. Reprod Toxicol. 2006 May; 21(4): 421-35. PMID: 16580942
  9. Hichijo A, Morine M. A case of fetal parvovirus b19 myocarditis that caused terminal heart failure. Case Rep Obstet Gynecol. 2014 Sep 25; 4 pages. PMID: 25328731
  10. Sohan K, Carroll S, Byrne D, et al. Parvovirus as a differential diagnosis of hydrops fetalis in the first trimester. Fetal Diagn Ther. 2000 Jul-Aug; 15(4): 234-6. PMID: 10867486
  11. Anderson LJ, Hurwitz ES. Human parvovirus B19 and pregnancy. Clin Perinatol. 1988 Jun; 15(2): 273-86. PMID: 2837357
  12. Nunoue T, Kusuhara K, Hara T. Human fetal infection with parvovirus B19: maternal infection time in gestation, viral persistence and fetal prognosis. Pediatr Infect Dis J. 2002 Dec; 21(12): 1133-6. PMID: 12488663
  13. Van Elsacker-Niele AM, Salimans MM, Weiland HT, et al. Fetal pathology in human parvovirus B19 infection. Br J Obstet Gynaecol. 1989 Jul; 96(7): 768-75. PMID: 2548567
  14. Metzman R, Anand A, DeGiulio PA, et al. Hepatic disease associated with intrauterine parvovirus B19 infection in a newborn premature infant. J Pediatr Gastroenterol Nutr. 1989 Jul; 9(1): 112-4. PMID: 2550601
  15. White FV, Jordan J, Dickman PS, et al. Fetal parvovirus B19 infection and liver disease of antenatal onset in an infant with Ebstein's anomaly. Pediatr Pathol Lab Med. 1995 Jan-Feb; 15(1): 121-9. PMID: 8736602
  16. von Kaisenberg CS, Bender G, Scheewe J, et al. A case of fetal parvovirus B19 myocarditis, terminal cardiac heart failure, and perinatal heart transplantation. Fetal Diagn Ther. 2001 Nov-Dec; 16(6): 427-32. PMID: 11694751
  17. Zajicek M, Gindes L, Hoffmann C, et al. Prenatal diagnosis of obstructive hydrocephalus associated with parvovirus B19 infection. Obstet Gynecol. 2010 Aug; 116 Suppl 2: 521-2. PMID: 20664440
  18. Stenner S, Enders G, Klee A, et al. Diagnostic and therapy of a severe fetal parvovirus-B19-infection with persistence of viral DNA in the mothers blood but inconspicuous serological tests. Case report. Z Geburtshilfe Neonatol. 2002 May-Jun; 206(3): 102-6. PMID: 12098826
  19. Morel O, Chagnaud S, Laperrelle J,et al. Parvovirus B19 in pregnancy: literature review. Gynecol Obstet Fertil. 2007 Nov; 35(11): 1095-104. PMID: 18006356
  20. Gloning KP, Schramm T, Brusis E, et al. Successful intrauterine treatment of fetal hydrops caused by parvovirus B19 infection. Behring Inst Mitt. 1990 Aug; (85): 79-85. PMID: 2171492
  21. Mielke G, Enders G. Late onset of hydrops fetalis following intrauterine parvovirus B19 infection. Fetal Diagn Ther. 1997 Jan-Feb; 12(1): 40-2. PMID: 9101221
  22. Fairley CK, Smoleniec JS, Caul OE, et al. Observational study of effect of intrauterine transfusions on outcome of fetal hydrops after parvovirus B19 infection. Lancet. 1995 Nov 18; 346(8986): 1335-7. PMID: 7475774
  23. Goodear M, Hayward C, Crowther C. Foetal intracardiac transfusion for the treatment of severe anaemia due to human parvovirus B-19 infection. Australas Radiol. 1998 Aug; 42(3): 275-7. PMID: 9727267
  24. Odibo AO, Campbell WA, Feldman D, et al. Resolution of human parvovirus B19-induced nonimmune hydrops after intrauterine transfusion. J Ultrasound Med. 1998 Sep; 17(9): 547-50. PMID: 9733171
  25. Bekhit MT, Greenwood PA, Warren R, et al. In utero treatment of severe fetal anaemia due to parvovirus B19 in one fetus in a twin pregnancy--a case report and literature review. Fetal Diagn Ther. 2009 Mar 17; 25(1): 153-7. PMID: 19293585
  26. Cameron AD, Swain S, Patrick WJ. Human parvovirus B19 infection associated with hydrops fetalis. Aust N Z J Obstet Gynaecol. 1997 Aug; 37(3): 316-9. PMID: 9325515
  27. Macé G, Sauvan M, Castaigne V, et al. Clinical presentation and outcome of 20 fetuses with parvovirus B19 infection complicated by severe anemia and/or fetal hydrops. Prenat Diagn. 2014 Nov; 34(11): 1023-30. PMID: 24851784
  28. Kyeong KS, Won HS, Lee MY, et al. Clinical features of 10 fetuses with prenatally diagnosed parvovirus b19 infection and fetal hydrops. Fetal Pediatr Pathol. 2015 Feb; 34(1): 49-56. PMID: 25313841
  29. Naides SJ, Weiner CP. Antenatal diagnosis and palliative treatment of non-immune hydrops fetalis secondary to fetal parvovirus B19 infection. Prenat Diagn. 1989 Feb; 9(2): 105-14. PMID: 2466284
  30. Faure JM, Giacalone PL, Deschamps F, et al. Nonimmune hydrops fetalis caused by intrauterine human parvovirus B19 infection: a case of spontaneous reversal in utero. Fetal Diagn Ther. 1997 Mar-Apr; 12(2): 66-7. PMID: 9218942
  31. Kelly T, Mathers A. Early presentation and spontaneous resolution of hydrops fetalis, secondary to parvovirus B19 infection. J Obstet Gynaecol. 1998 Mar; 18(2): 190-1. CrossRef
  32. Marton T, Martin WL, Whittle MJ. Hydrops fetalis and neonatal death from human parvovirus B19: an unusual complication. Prenat Diagn. 2005 Jul; 25(7): 543-5. PMID: 16034838
  33. Prefumo F, Fichera A, Fratelli N, et al. Fetal anemia: Diagnosis and management. Best Pract Res Clin Obstet Gynaecol. 2019 Jan 9. pii: S1521-6934 (18) 30207-4. PMID: 30718211
  34. Hernandez-Andrade E, Scheier M, Dezerega V, et al. Fetal middle cerebral artery peak systolic velocity in the investigation of non-immune hydrops. Ultrasound Obstet Gynecol. 2004 May; 23(5): 442-5. PMID: 15133792
  35. Mari G. Middle cerebral artery peak systolic velocity: is it the standard of care for the diagnosis of fetal anemia? J Ultrasound Med. 2005 May; 24(5): 697-702. PMID: 15840801
  36. Lubuský M, Procházka M, Santavý J, et al. Actual management of pregnancies at risk for fetal anemia. Ceska Gynekol. 2006 Jul; 71(4): 272-80. PMID: 16956037
  37. Imbar T, Lev-Sagie A, Cohen S, et al. Diagnosis, surveillance, and treatment of the anemic fetus using middle cerebral artery peak systolic velocity measurement. Prenat Diagn. 2006 Jan; 26(1): 45-51. PMID: 16374898
  38. Kowalczyk D, Guzikowski W, Kubicki J, et al. Doppler measurements of blood flow in the middle cerebral artery for the diagnosis of fetal anemia. Ginekol Pol. 2003 Oct; 74(10): 1160-5. PMID: 14669412
  39. Mari G, Adrignolo A, Abuhamad AZ, et al. Diagnosis of fetal anemia with Doppler ultrasound in the pregnancy complicated by maternal blood group immunization. Ultrasound Obstet Gynecol. 1995 Jun; 5(6): 400-5. PMID: 7552802
  40. Delle Chiaie L, Buck G, Grab D, Terinde R. Prediction of fetal anemia with Doppler measurement of the middle cerebral artery peak systolic velocity in pregnancies complicated by maternal blood group alloimmunization or parvovirus B19 infection. Ultrasound Obstet Gynecol. 2001 Sep; 18(3): 232-6. PMID: 11555452
  41. Stefos T, Cosmi E, Detti L, et al. Correction of fetal anemia on the middle cerebral artery peak systolic velocity. Obstet Gynecol. 2002 Feb; 99(2): 211-5. PMID: 11814499
  42. Moise KJ Jr. The usefulness of middle cerebral artery Doppler assessment in the treatment of the fetus at risk for anemia. Am J Obstet Gynecol. 2008 Feb; 198(2): e1-4. PMID: 18226612
  43. Cosmi E, Mari G, Delle Chiaie L, et al. Noninvasive diagnosis by Doppler ultrasonography of fetal anemia resulting from parvovirus infection. Am J Obstet Gynecol. 2002 Nov; 187(5): 1290-3. PMID: 12439522
  44. Chiang G, Levine D, Hess P, et al. Massive fetal ascites causing increased middle cerebral artery systolic velocity. Obstet Gynecol. 2004 Nov; 104(5 Pt 2): 1136-40. PMID: 15516427
  45. Prospective study of human parvovirus (B19) infection in pregnancy. Public Health Laboratory Service Working Party on Fifth Disease. BMJ. 1990 May 5; 300(6733): 1166-70. PMID: 2161263
  46. Yaegashi N, Niinuma T, Chisaka H, et al. Serologic study of human parvovirus B19 infection in pregnancy in Japan. J Infect. 1999 Jan; 38(1): 30-5. PMID: 10090504
  47. Knott PD, Welply GA, Anderson MJ. Serologically proved intrauterine infection with parvovirus. Br Med J (Clin Res Ed). 1984 Dec 15; 289(6459): 1660. PMCID: PMC1443817
  48. Pattison JR. Diseases caused by the human parvovirus B19. Arch Dis Ch 1988 Dec; 63(12): 1426–1427. PMCID: PMC1779192
  49. Petrikovsky BM, Baker D, Schneider E. Fetal hydrops secondary to human parvovirus infection in early pregnancy. Prenat Diagn. 1996 Apr; 16(4): 342-4. PMID: 8734809
  50. Chisaka H, Ito K, Niikura H, et al. Clinical manifestations and outcomes of parvovirus B19 infection during pregnancy in Japan. Tohoku J Exp Med. 2006 Aug; 209(4): 277-83. PMID: 16864949
  51. Enders M, Klingel K, Weidner A, et al. Risk of fetal hydrops and non-hydropic late intrauterine fetal death after gestational parvovirus B19 infection. J Clin Virol. 2010 Nov; 49(3): 163-8. PMID: 20729141
  52. Rodis JF, Quinn DL, Gary GW Jr, et al. Management and outcomes of pregnancies complicated by human B19 parvovirus infection: a prospective study. Am J Obstet Gynecol. 1990 Oct; 163(4 Pt 1): 1168-71. PMID: 2171338
  53. Kinney JS, Anderson Ll, Farrar J, et al: Risk of adverse outcomes of pregnancy after human parvovirus B19 infection. JlInfect Dis. 1988 Apr; 157: 663-667. PMID: 2831283
  54. Enders M, Weidner A, Zoellner I, et al. Fetal morbidity and mortality after acute human parvovirus B19 infection in pregnancy: prospective evaluation of 1018 cases. Prenat Diagn. 2004 Jul; 24(7): 513-8. PMID: 15300741
  55. Lowden E, Weinstein L. Unexpected second trimester pregnancy loss due to maternal parvovirus B19 infection. South Med J. 1997 Jul; 90(7): 702-4. PMID: 9225892
  56. Skjöldebrand-Sparre L, Tolfvenstam T, Papadogiannakis N, et al. Parvovirus B19 infection: association with third-trimester intrauterine fetal death. BJOG. 2000 Apr; 107(4): 476-80. PMID: 10759265
  57. Lassen J, Jensen AK, Bager P, et al. Parvovirus B19 infection in the first trimester of pregnancy and risk of fetal loss: a population-based case-control study. Am J Epidemiol. 2012 Nov 1; 176(9): 803-7. PMID: 23051601
  58. Cartter ML, Farley TA, Rosengren S, et al. Occupational risk factors for infection with parvovirus B19 among pregnant women. J Infect Dis. 1991 Feb; 163(2): 282-5. PMID: 1846391
  59. Jensen IP, Thorsen P, Jeune B, et al. An epidemic of parvovirus B19 in a population of 3,596 pregnant women: a study of sociodemographic and medical risk factors. BJOG. 2000 May; 107(5): 637-43. PMID: 10826579
  60. Riipinen A, Sallmén M, Hedman L, et al. Increased risk of human parvovirus B19 infection in day-care employees: a cohort study among pregnant workers during an epidemic in Finland. Occup Environ Med. 2014 Dec; 71(12): 836-41. PMID: 25074899
  61. Daniilidis A, Sidiropoulos K, Panna ZD, et al. Association of fetal loss with recent parvovirus infection and other demographic prognostic risk factors. J Obstet Gynaecol. 2014 Jan; 34(1): 40-4. PMID: 24359048
  62. Al-Khan A, Caligiuri A, Apuzzio J. Parvovirus B-19 infection during pregnancy. Infect Dis Obstet Gynecol. 2003; 11(3): 175-9. PMID: 15022880 
  63. Maisonneuve E, Garel C, Friszer S, et al. Fetal Brain Injury Associated with Parvovirus B19 Congenital Infection Requiring Intrauterine Transfusion. Fetal Diagn Ther. 2018 Jul; 20: 1-11. PMID: 30032153

Ποια είναι η συχνότητα εμφάνισης τους

Αν και δεν έχει αποσαφηνιστεί επακριβώς ποια είναι η επίπτωση των συγγενών ανωμαλιών στο γενικό πληθυσμό, υπολογίζεται ότι το 0,1% των εγκύων έχουν από τη γέννησή τους κάποια μικρή ή μεγάλη ανωμαλία στη μορφολογία των γεννητικών οργάνων. Αυτές οι ανωμαλίες χαρακτηρίζονται σαν διαμαρτίες στην κατασκευή, δηλαδή στο σχήμα κυρίως της μήτρας και οφείλονται συνήθως σε κληρονομικούς παράγοντες αν και μπορεί να προκληθούν σαν αποτέλεσμα κάποιου βλαπτικού παράγοντα που έδρασε κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής.

Η ταξινόμηση

Ανάλογα με την χρονική στιγμή, μεταξύ 6ης και 20ης εβδομάδας της εγκυμοσύνης, που κάποιος, άγνωστος βλαπτικός παράγοντας θα προκαλέσει αναστολή στην ανάπτυξη του γυναικείου γεννητικού συστήματος, είναι δυνατό να εμφανιστούν διάφορες κατασκευαστικές ανωμαλίες στην μήτρα. Αυτές μπορεί να κυμαίνονται από την πιο σοβαρή, που είναι η πλήρης απλασία της μήτρας, μέχρι την πιο απλή, που είναι η καρδιόμορφη μήτρα. Οι συγγενείς ανωμαλίες μπορεί να επηρεάζουν και αλλάζουν τη μορφή αλλά και το σχήμα της μήτρας .Έτσι ο νοητός διαχωρισμός της μήτρας σε δύο αυτόνομους χώρους δημιουργεί τη δίδελφη μήτρα. Επίσης η παρουσία μίας ταινίας στο μέσο της μήτρας δημιουργεί τη διθάλαμη μήτρα, της οποίας μια ήπια παραλλαγή στη μορφή είναι η καρδιόμορφη μήτρα. Η παρουσία μίας προεξοχής στη μεσότητα του πυθμένα της μήτρας δημιουργεί τη δίκερο μήτρα, η υποπλασία του ενός κέρατος της μήτρας δημιουργεί τη μονόκερη μήτρα (δηλαδή υπάρχει μισή σε μέγεθος μήτρα), ενώ υποπλασία και στα δύο κέρατα της μήτρας δημιουργεί την υποπλασία ή την απλασία της μήτρας.

Ποια προβλήματα δημιουργούν

Οι περισσότερες συγγενείς ανωμαλίες δεν προκαλούν κανένα σύμπτωμα και είναι δυνατόν να διαγνωστούν σε τυχαίο γυναικολογικό έλεγχο. Σπάνια στην μονόκερη μήτρα με τυφλό το ένα κέρας (κλειστή επικοινωνία) και λειτουργικό το άλλο είναι δυνατό να δημιουργείται αιματόκολπος (αίμα στον κόλπο), αιματόμητρα (αίμα στην μήτρα) και αιματοσάλπιγγα (αίμα στην σάλπιγγα), από την πλευρά του προβλήματος, και τότε μπορεί να συνυπάρχει πόνος χαμηλά στο υπογάστριο από την δημιουργία ενδομητρίωσης. Σε γυναίκες με διαπλαστικές ανωμαλίες στην εγκυμοσύνη είναι συνήθης η έξοδος αίματος από τον κόλπο στο πρώτο τρίμηνο, ενώ στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο έχουν αυξημένη πιθανότητα για πρόωρο τοκετό ενώ συχνά προκαλούν ανώμαλα σχήματα και προβολές του εμβρύου μέσα στη μήτρα, σε ποσοστό 40-50%, που οδηγούν συχνά στη διενέργεια Καισαρικής τομής.

Πώς γίνεται η διάγνωση

Συνήθως είναι τυχαία και γίνεται με το υπερηχογράφημα που αποτελεί την απλούστερη και με υψηλή διαγνωστική ακρίβεια μέθοδο. Σε υποψίες, εκτός φυσικά από κατάσταση εγκυμοσύνης, η διάγνωση επιβεβαιώνεται με Υστεροσαλπιγγογραφία ή Λαπαροσκόπηση. Στην εγκυμοσύνη εάν δεν είναι γνωστή, η συγγενής ανωμαλία από το ιστορικό της εγκύου, η υποψία ή και η διάγνωση τίθεται με το υπερηχογράφημα σε μικρή εβδομάδα της εγκυμοσύνης.

Περιγραφή και ορισμός

Οι ενδομήτριες συσκευές (IUDs) είναι μια ασφαλής, εξαιρετικά αποτελεσματική και αναστρέψιμος αντισυλληπτική επιλογή-μακράς δράσης-με υψηλή αποδοχή στο γυναικείο πληθυσμό. 1 , 2 Μια μεγάλη προοπτική μελέτη έδειξε ότι οι IUDs είναι 20 φορές πιο αποτελεσματικές στην πρόληψη της εγκυμοσύνης από άλλες ορμονικές μεθόδους που συνήθως χρησιμοποιούνται, όπως το αντισυλληπτικό χάπι. 3 Στις Η.Π.Α το 10% των γυναικών ηλικίας 15-44 ετών χρησιμοποιεί τα IUDs ως μέσο αντισύλληψης. 4

Ιστορική αναδρομή

Οι πρώτες αναφορές για την αντισυλληπτική δράση των ξένων σωμάτων στο εσωτερικό της μήτρας ανήκουν στον Ιπποκράτη. 5 Στις αρχές του 20ου αιώνα εισήχθησαν οι πρώτες κλινικά χρησιμοποιούμενες IUDs από τους Richter & Pust και αργότερα από τον Grafenberg στη Γερμανία. 6 – 8 Και οι τρεις αρχικά κατασκεύασαν τα IUDs από έντερο μεταξοσκώληκα όμως στη συνέχεια ο Grafenberg χρησιμοποίησε ασήμι και χρυσό. Αυτά τα υλικά ήταν άκαμπτα, υπήρχαν δυσκολίες εισαγωγής και το γεωμετρικό τους σχήμα προκαλούσε σημαντική έως ακραία παραμόρφωση της ενδομήτριας κοιλότητας με αποτέλεσμα να συνοδεύονται από ανεπιθύμητες ενέργειες πόνου, αιμορραγίας, δυσφορίας ακόμη και μόλυνσης. Η πρόοδος στην τεχνολογία των πλαστικών την δεκαετία του 1950 βοήθησε τη Lippes να σχεδιάσει το IUD Lippes Loop το οποίο ήταν κατασκευασμένο από πολυαιθυλένιο εμποτισμένο με θειικό βάριο. To Lippes Loop ήταν εύκαμπτο, διατηρούσε το αρχικό του σχήμα μετά την τοποθέτηση 9 και η αντισυλληπτική του δράση οφειλόταν στην ανάπτυξη άσηπτης φλεγμονής που δημιουργούσαν τα 600mm2 της πλαστικής του επιφάνειας. 10 , 11 Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, παράλληλα με την ανακάλυψη του χαλκού ως παράγοντα υπογονιμότητας, 12 κατασκευάστηκαν IUDs προσαρτώντας το χαλκό σε πλαστικό πλαίσιο σχήματος «7» ή «Τ». Η ανατομική βάση του σχήματος και του μεγέθους αυτών των πλαισίων ήταν έργο του Dickinson. 13 Το 1972 αρχίζουν να παράγονται τα μοντέλα Multiload, με πρώτο το CU 250. To 1976 οι Korones και Luukkainen αλλάζουν την βασική πλατφόρμα σχήματος «Τ» σε σχήμα «Υ» και δημιουργούν το Nova T που είχε μικρότερη διάμετρο διατομής, μαλακή και εύκαμπτη άκρη που θεωρητικά μείωνε τον κίνδυνο διάτρησης της μήτρας.

Άλλες αλλαγές που έγιναν κατά καιρούς στα κλασικά IUDs ήταν η προσθήκη στο σύρμα χαλκού ενός ομοκεντρικού πυρήνα από άργυρο (CU-380 Ag) και η κατασκευή των πρώτων IUD προγεστερόνης από τους Doyle και Clewe. Σήμερα, με την ευρεία χρήση των σύγχρονων 3D υπερήχων υψηλής ανάλυσης, γνωρίζουμε ότι το αρχικό μέγεθος των περισσότερων εγκάρσιων βραχιόνων αυτών των πλαστικών πλαισίων ήταν πολύ μεγάλο. 14 , 15

Πού χρησιμοποιείται

Το ενδομήτριο σπείραμα χρησιμοποιείται για να αποτρέπει από μία ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, θεωρείται περισσότερο ασφαλές για την υγεία και είναι εξίσου αποτελεσματικό με τα αντισυλληπτικά χάπια στα πλαίσια του ελέγχου του Οικογενειακού Προγραμματισμού. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν δύο τύποι σπειραμάτων:

  1. από χαλκό (MULTILOAD, CU 375)
  2. και αυτά που αποδεσμεύουν προγεστερόνη (MIRENA) και η διάρκεια εφαρμογής τους είναι περίπου 3-5 χρόνια από την τοποθέτησή τους.

Πώς δρα και ποια είναι η αποτελεσματικότητά του

Τo ενδομήτριο σπείραμα τοποθετείται στο εσωτερικό της μήτρας, στον χώρο δηλαδή εκείνο που φυσιολογικά αναπτύσσεται και εξελίσσεται η εγκυμοσύνη. Η αντισυλληπτική του δράση βασίζεται:

  • στο ότι καθιστά «εχθρική» την τραχηλική βλέννα για τα σπερματοζωάρια καθώς αυτά προσπαθούν να περάσουν από τον τραχηλικό αυλό,
  • στην «τοξικότητα» του χαλκού απέναντι στα σπερματοζωάρια και τα ωάρια,
  • στο γεγονός ότι δημιουργεί συνθήκες «αφιλόξενες» που δεν ευνοούν την εμφύτευση του σάκου εγκυμοσύνης στον χώρο αυτό. Η αποτελεσματικότητά του για προστασία από την εγκυμοσύνη αγγίζει το 97%, ενώ η ικανότητα της γονιμότητας επανέρχεται στα αρχικά της επίπεδα μετά την αφαίρεσή του.

Η παρακολούθηση και ο σκοπός της

Η περιοδική 6μηνη παρακολούθηση έχει σκοπό να επιβεβαιώσει τη σωστή θέση του σπειράματος, καθώς μια πιθανή μετακίνησή του το καθιστά αναποτελεσματικό, αλλά και να διαγνώσει έγκαιρα μια πιθανή λοίμωξη των γεννητικών οργάνων που θα δημιουργούσε πόνο χαμηλά στην κοιλιά, πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή, κολπική υπερέκκριση ή και πυρετό.

  1. Trussell J. Contraceptive failure in the United States. Contraception. 2011 May;83(5):397-404. PubMed | Full Text PMC | PDF | Google Scholar
  2. Peipert JF, Zhao Q, Allsworth JE, et al. Continuation and satisfaction of reversible contraception. Obstet Gynecol. 2011 May;117(5):1105-1113. PubMed | Full Text PMC | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  3. Winner B, Peipert JF, Zhao Q, et al. Effectiveness of long-acting reversible contraception. N Engl J Med. 2012 May 24;366(21):1998-2007. PubMed | Full Text NEJM | PDF | Google Scholar
  4. LeFevre ML; US Preventive Services Task Force. Screening for chlamydia and gonorrhea: U.S. Preventive Services Task Force recommendation statement. Ann Intern Med. 2014 Dec 16;161(12):902-10. PubMed | Full Text ACP | Google Scholar
  5. Family Planning Association of New South Wales. Intrauterine devices. Fam Plann Inf Serv. 1978 Dec;1(4):1-50. PubMed | Google Scholar
  6. Richter R. Ein Mittal zur Verhuetung der Konzeption. Deutsch Med Wschr. 1909;35:1525–1527. Google Scholar
  7. Pust K. Einbreichbarer Frauenschutz. Deutsch Med Wschr. 1923;49:952–953. Google Scholar
  8. Grafenberg E. Silk as anticoncipient. In Bendix K, editor. Geborten Regelung – Vortraege und Verhandlung en des Aerztekursus vom 28–30 Dezember 1928. Berlin: Selbsverlag; 1929. Google Scholar
  9. Lippes J. Contraception with intrauterine plastic loops. Am J Obstet Gynecol. 1965 Dec 1;93(7):1024–1030. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  10. Moyer DL, Mishell DR, Bell J. Reactions of human endometrium to the intrauterine device. I. Correlation of the endometrial histology with the bacterial environment of the uterus following short-term insertion of the IUD. Am J Obstet Gynecol. 1970 Mar 15;106(6):799-809. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  11. Moyer DL, Mishell DR. Reactions of human endometrium to the intrauterine foreign body. II. Long term effects on the endometrial histology and cytology. Am J Obstet Gynecol. 1971 Sep;111(1):66-80. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  12. Zipper J, Medel M, Prager R. Suppression of fertility by intrauterine copper and zinc in rabbits. A new approach to intrauterine contraception. Am J Obstet Gynecol. 1969 Oct 15;105(4):529-34. PubMed | Google Scholar
  13. Dickinson RL. Human Sex Anatomy. Huntington, NY: Robert E Krieger Publishing Co; 1971. Google Scholar
  14. Kurz KH. Avoidance of the dimensional incompatibility as the main reason for side effects in intrauterine contraception. Contracept Deliv Syst. 1981 Jan;2(1):21-9. PubMed | Google Scholar
  15. Wildemeersch D, Pett A, Jandi S, et al. Precision intrauterine contraception may significantly increase continuation of use: a review of long-term clinical experience with frameless copper-releasing intrauterine contraception devices. Int J Womens Health. 2013 Apr 30; 5:215-25. PubMed | Full Text PMC | DovePress | PDF | Google Scholar 

 

Τι είναι και που αναπτύσσεται

Ο πολύποδας είναι ένας μικρός σχηματισμός μερικών χιλιοστών που οφείλει την ύπαρξή του σε συνάθροιση και υπερ-ανάπτυξη κυττάρων, στο εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας και εντοπίζεται συνήθως σε γυναίκες ηλικίας 40-60 ετών. Μπορεί να είναι ένας ή περισσότεροι σε ποσοστό 20% και αναπτύσσονται στην περιοχή του πυθμένα της μήτρας, χωρίς να αποκλείεται ωστόσο η ύπαρξή τους σε οποιοδήποτε άλλο σημείο, συμπεριλαμβανομένου και του τραχήλου (κατώτερο σημείο της μήτρας που προβάλλει στον κόλπο).

Πώς ταξινομείται και ποιο είναι το δυναμικό κακοήθειας

Ανάλογα με την μορφολογία του εμφανίζει σημαντική ποικιλία και χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες:

  1. στον υπερπλαστικό πολύποδα που είναι και ο περισσότερο συχνός, ανταποκρίνεται στην δράση των οιστρογόνων, αναπτύσσεται εστιακά και διαθέτει συνοδευτικό αγγείο
  2. στον ατροφικό που προέρχεται από τον υπερπλαστικό και τον λειτουργικό πολύποδα που σταδιακά ατρόφησε και τον συναντάμε σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες
  3.  στον λειτουργικό πολύποδα που είναι ο πιο σπάνιος και εμφανίζει ομοιότητες ιστολογικά με το γειτονικό ενδομήτριο.

Θεωρείται ότι είναι μια από τις περισσότερο συχνά καλοήθεις παθήσεις της μήτρας, ενώ το δυναμικό κακοήθειάς του θεωρείται εξαιρετικά χαμηλό. Η γυναίκα που εμφανίζει πολύποδα διατρέχει διπλάσιο κίνδυνο-από τον γενικό πληθυσμό-να αναπτύξει καρκίνο ενδομητρίου, ενώ συνυπήρχε πολύποδας σε ποσοστό 10-35% σε εμμηνοπαυσιακές γυναίκες που χειρουργήθηκαν για καρκίνο ενδομητρίου.

Ποια είναι τα συμπτώματα και πως γίνεται η διάγνωση

Συνήθως η παρουσία πολύποδα στην μήτρα δεν συνοδεύεται από κανένα σύμπτωμα και γι αυτό αποτελεί τυχαίο εύρημα κατά την διάρκεια της γυναικολογικής εξέτασης με την επισκόπηση του τραχήλου, ή με την απεικόνιση του ενδομητρίου στο υπερηχογράφημα ρουτίνας. Η παρουσία όμως μιας ανώμαλης σταγονοειδούς κολπικής αιμόρροιας πριν ή και μετά την αναμενόμενη περίοδο, μετά από την σεξουαλική επαφή, ή η εμφάνιση κηλίδας αίματος στο μέσον του κύκλου μπορεί να υποκρύπτει την δημιουργία πολύποδα.

Οι παράγοντες κινδύνου

Αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν πολύποδα στην μήτρα διατρέχουν:

  • Οι γυναίκες που είναι κοντά ή μετά την εμμηνόπαυση
  • Αυτές με υψηλή αρτηριακή πίεση ( υπέρταση )
  • Οι παχύσαρκες Αυτές που χρησιμοποιούν φάρμακα για τη θεραπεία του καρκίνου του μαστού

Τι είναι και που εμφανίζεται;

Ονομάζουμε την πάθηση κατά την οποία , ιστός, που μοιάζει και συμπεριφέρεται όπως το ενδομήτριο-την λεπτή εσωτερική επένδυση της μήτρας-αναπτύσσεται σε περιοχές έξω από αυτήν. Αυτές οι περιοχές ονομάζονται εστίες ή εμφυτεύσεις ή οζίδια ή ενδομητρίωση. Τις περισσότερες φορές η ενδομητρίωση εμφανίζεται:

  • στις ωοθήκες (ενδομητρίωμα)
  • πίσω από τη μήτρα
  • επάνω στους συνδέσμους που διατηρούν την μήτρα στην θέση της
  • στο περιτόναιο που επενδύει τα τοιχώματα και όργανα της κοιλιάς
  • στο έντερο, την ουροδόχο κύστη ή το ορθό.

Η ενδομητρίωση σπάνια μπορεί να αναπτυχθεί και σε περιοχές πολύ μακριά από τη μήτρα. Αυτός ο έκτοπος ιστός δημιουργεί φλεγμονή, πόνο, υπογονιμότητα και βαριές εμμηνορυσίες.

Ποια είναι τα συμπτώματα

Ο πόνος είναι από τα πιο συχνά συμπτώματα της ενδομητρίωσης. Συνήθως οι γυναίκες πονάνε χαμηλά στην κοιλιά. Η ένταση του πόνου δεν εξαρτάται από την έκταση της ενδομητρίωσης. Μερικές γυναίκες δεν έχουν πόνο και παρόλα αυτά η ενδομητρίωση είναι διάσπαρτη σε πολλές και μεγάλες περιοχές.

Άλλες γυναίκες με οξύ και δυνατό πόνο έχουν λίγες και μικρές εστίες ενδομητρίωσης. Τα συμπτώματα της ενδομητρίωσης συμπεριλαμβάνουν:

  • Έντονη δυσμηνόρροια (πόνος περιόδου), που χειροτερεύει με την πάροδο του χρόνου
  • Χρόνιος πόνος χαμηλά και πίσω στη λεκάνη
  • Πόνος κατά τη διάρκεια και μετά την επαφή
  • Γαστρεντερικές ενοχλήσεις
  • Επίπονες εντερικές κινήσεις και ούρηση στην εμμηνορυσία
  • Βαριές και μακριές εμμηνορρυσίες
  • Μικρή διαφυγή αίματος ανάμεσα στις περιόδους
  • Υπογονιμότητα

Γυναίκες με ενδομητρίωση πολλές φορές παρουσιάζουν γαστρεντερικά προβλήματα όπως διάρροια, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμό (φούσκωμα) ειδικά κατά την διάρκεια των περιόδων.

Ποιες γυναίκες έχουν ενδομητρίωση;

Είναι από τις πιο συχνές γυναικολογικές παθήσεις. Παρουσιάζεται σε ποσοστό 7 έως 10%. Η ενδομητρίωση ξεκινάει συνήθως με την αρχή της εμμηνορρυσίας και μπορεί να διαγνωστεί τυχαία σε μια γυναικολογική εξέταση ή να παραμείνει αδιάγνωστη αν δεν έχει συμπτώματα.

Οι γυναίκες με ενδομητρίωση:

  • Έχουν κάθε μήνα περίοδο
  • Έχουν μέση ηλικία τα είκοσι επτά χρόνια
  • Έχουν τα συμπτώματα από δύο έως πέντε χρόνια πριν από την διάγνωση της ασθένειας

Οι γυναίκες στην εμμηνόπαυση πολύ σπάνια έχουν συμπτώματα, αφού σταματάει η περιοδική λειτουργία του ενδομητρίου, καθώς οι ορμόνες εκλείπουν στην εμμηνόπαυση.

Πώς μπορώ να υποψιαστώ ότι έχω ενδομητρίωση;

Είναι πιθανόν να υπάρχει ενδομητρίωση αν:

  • Αρχίζει η περίοδος σε νεαρή ηλικία
  • Υπάρχει δυσμηνόρροια (πόνος στην περίοδο)
  • Υπάρχει περίοδος για επτά ή περισσότερες μέρες
  • Υπάρχει μικρός κύκλος (25 μέρες ή λιγότερο)
  • Υπάρχει κληρονομικότητα ενδομητρίωσης (μητέρα, αδελφή, θείες).

Τι μπορώ να κάνω για να μειώσω την ενδομητρίωση;

Μελέτες έχουν δείξει ότι οι γυναίκες υποφέρουν λιγότερο από την ενδομητρίωση αν:

  • Ασκούνται φυσιολογικά
  • Ακολουθούν υγιεινή διατροφή
  • Αποφεύγουν αλκοόλ και καφεϊνη.

Πώς δημιουργείται η ενδομητρίωση;

Η ενδομητρίωση είναι καλοήθης πάθηση (όχι καρκινογόνος). Παρόλα αυτά δημιουργεί πολλά προβληματα. Κάθε μήνα, οι ορμόνες που επιδρούν στο ενδομήτριο αυξάνουν το πάχος του. Αυτό γίνεται για να υποδεχτεί το γονιμοποιημένο ωάριο και να το θρέψει τις πρώτες μέρες της ζωής του.

Αν το ωάριο δεν γονιμοποιηθεί, το ενδομήτριο πέφτει χρησιμοποιώντας την φυσική οδό, μήτρα, τράχηλος, κόλπος, αιδοίο και δημιουργεί την έμμηνο ρύση.

Οι εστίες της ενδομητρίωσης ανταποκρίνονται με τον ίδιο τρόπο στην περιοδική αλλαγή των ορμονών. Κάθε μήνα μεγαλώνουν και αν δεν έχουμε εγκυμοσύνη, ο επιπλέον ιστός που δημιουργείται αιμορραγεί, όμως δεν υπάρχει έξοδος διαφυγής γι αυτόν τον ιστό και το αίμα.

Γι' αυτό τον λόγο οι εστίες της ενδομητρίωσης τείνουν να γίνονται μεγαλύτερες και τα συμπτώματα χειροτερεύουν με τον καιρό. Ο ιστός και το αίμα που παραμένουν στα διάφορα σημεία του σώματος δημιουργούν φλεγμονή και πόνο. Καθώς ο έκτοπος ιστός μεγαλώνει μπορεί να καλύψει τις ωοθήκες και τις σάλπιγγες δημιουργώντας υπογονιμότητα.

Η φλεγμονή που δημιουργείται μπορεί να εμπλέξει όλα τα όργανα που υπάρχουν στο κάτω μέρος της κοιλιάς, έντερο, κύστη.

Είναι σημαντικό να γνωρίζει μια γυναίκα ότι έχει ενδομητρίωση;

Ο πόνος της ενδομητρίωσης μπορεί να επηρεάσει την ζωή μιας γυναίκας. Μελέτες έχουν δείξει ότι γυναίκες με ενδομητρίωση συχνά λείπουν από το σχολείο, τη δουλειά ή τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Είναι πρόβλημα που μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις με τον σύντροφο, τους φίλους, τα παιδιά, τους συνεργάτες.

Τέλος η ενδομητρίωση μπορεί να επηρεάσει την γονιμότητα μιας γυναίκας.

Γνωρίζοντας μια γυναίκα ότι έχει ενδομητρίωση, πρώτα απ' όλα γνωρίζει το λόγο για τον οποίο έχει όλες αυτές τις ενοχλήσεις. Η θεραπεία που δίνεται μπορεί να ελέγξει τα συμπτώματα και να ανακουφίσει τον πόνο. Επίσης μπορεί να μειώσει την εξάπλωση της ενδομητρίωσης και να διατηρήσει την γονιμότητα της γυναίκας.

Διάγνωση της ενδομητρίωσης

Ο γιατρός θα πάρει ένα ιστορικό από το οποίο θα υποψιαστεί ενδομητρίωση. Η ενδομητρίωση μπορεί να διαγνωστεί από την γυναικολογική εξέταση κατά την οποία μπορούν να ψηλαφηθούν ενδομητριωσικές εστίες. Ο υπέρηχος που γίνεται κατά την εξέταση, πολλές φορές αναδεικνύει κύστες ενδομητρίωσης στις ωοθήκες.

Υπάρχει ένα βιοχημικός δείκτης, CA 125, ο οποίος αυξάνεται σε περίπτωση ενδομητρίωσης. Δεν είναι απόλυτος δείκτης αφού δεν αυξάνεται πάντα. Αν κατά την φυσική εξέταση ή τον υπέρηχο δεν ανεβρεθούν ενδομητριωσικές εστίες τότε η μαγνητική τομογραφία μπορεί να δώσει την διάγνωση.

Η τελική και πιο σίγουρη μέθοδος με την οποία μπορούμε να κάνουμε τη διάγνωση και να δούμε τις εστίες είναι η λαπαροσκόπηση. Με την λαπαροσκόπηση βλέπουμε τις εστίες, το μέγεθος και την έκταση της ενδομητρίωσης. Επίσης δίνει απάντηση για τη γονιμότητα της γυναίκας.

Τι δημιουργεί ενδομητρίωση;

Δεν είναι γνωστές οι αιτίες της ενδομητρίωσης και γι αυτό και έχουν αναπτυχθεί διάφορες θεωρίες όσον αφορά την αιτιολογία της πάθησης αυτής. Έχει παρατηρηθεί ότι η ενδομητρίωση υπάρχει σε πολλά μέλη της ίδιας οικογένειας.

Σε γυναίκες που η μητέρα και η αδελφή έχουν ενδομητρίωση, έχουν 6 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν ενδομητρίωση. Έτσι αναπτύχθηκε η θεωρία της κληρονομικότητας.

Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει πως το ενδομήτριο κατά την περίοδο παλινδρομεί από τις σάλπιγγες και εμφυτεύεται στο περιτόναιο. Αυτός ο έκτοπος ιστός αναπτύσσεται εκτός μήτρας και λειτουργεί όπως το ενδομήτριο.

Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι η ενδομητρίωση δημιουργείται λόγω ανοσολογικής ανωμαλίας. Το ανοσοποιητικό δεν είναι σε θέση να βρει και να καταστρέψει αυτές τις έκτοπες εστίες. Έτσι δημιουργούνται, παραμένουν και αναπτύσσονται.

Έχει παρατηρηθεί ότι οι γυναίκες με ενδομητρίωση παρουσιάζουν και άλλες ανοσολογικές ανωμαλίες.

Θεραπεία ενδομητρίωσης

Δεν υπάρχει θεραπεία που μπορεί να απαλλάξει την γυναίκα από την ενδομητρίωση, αλλά υπάρχουν πολλές θεραπείες για τον πόνο και την υπογονιμότητα που αυτή δημιουργεί. Η θεραπεία που επιλέγεται για την κάθε γυναίκα εξαρτάται από τα συμπτώματα, την ηλικία και τον προγραμματισμό για εγκυμοσύνη.

Παυσίπονα

Για μερικές γυναίκες με ελαφρά συμπτώματα, ο γιατρός μπορεί να συστήσει παυσίπονα, όπως impuprofene ή naproxene. Αν αυτά δεν έχουν αποτέλεσμα τότε μπορούν να συστηθούν ισχυρότερα παυσίπονα.

Ορμονική Θεραπεία

Όταν ο πόνος δεν μειώνεται με τα αναλγητικά, τότε ο γιατρός συνήθως συστήνει ορμονική θεραπεία. Αυτή τη θεραπεία μπορούν να πάρουν γυναίκες που δεν προγραμματίζουν εγκυμοσύνη. Η ορμονική θεραπεία είναι καλύτερη για μικρές εστίες, οι οποίες δεν έχουν ισχυρούς πόνους.

Οι ορμόνες λαμβάνονται σε πολλές μορφές όπως χάπια, ενέσεις ή ρινικά σπρέι. Πολλές ορμόνες χρησιμοποιούνται όπως:

  • Αντισυλληπτικά: Τα αντισυλληπτικά μειώνουν τις φυσικές ορμόνες που επιδρούν στο ενδομήτριο. Μειώνουν την περίοδο σε ποσότητα και διάρκεια και έχουν την ίδια επίδραση και στις ενδομητριωσικές κύστες. Έτσι μειώνεται η ποσότητα του αίματος και του ιστού που κατακρατείται κάθε μήνα στις έκτοπες εστίες.
  • Προγεστερόνη: Η προγεστερόνη λαμβάνεται από τις γυναίκες που δεν μπορούν να πάρουν οιστρογόνα και έχει την ίδια δράση με το αντισυλληπτικό.
  • Γοναδοτροπίνες: Οι γοναδοτροπίνες μειώνουν όλες τις ορμόνες και βάζουν την γυναίκα σε μια "ψευτοεμμηνόπαυση" σταματώντας την περίοδο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειωθούν οι έκτοπες ενδομητριωσικές κύστες και όταν η θεραπεία διαρκεί εξαφανίζονται. Σταματώντας την θεραπεία επανέρχεται η περίοδος και η γονιμότητα της γυναίκας.
  • Δαναζόλη: Η δαναζόλη δεν χρησιμοποιείται συχνά σήμερα. Είναι μια αντρική ορμόνη που μειώνει τα επίπεδα των οιστρογόνων και της προγεστερόνης. Αυτή σταματάει την περίοδο ή την κάνει πολύ πιο αραιή όμως έχει πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως λιπαρότητα δέρματος, αύξηση βάρους, πονοκεφάλους, κούραση και εξάψεις. Η δαναζόλη δεν προφυλάσσει από εγκυμοσύνη, γι αυτό οι γυναίκες που την λαμβάνουν μπορούν να μείνουν έγκυες.

 

Χειρουργική θεραπεία

Η χειρουργική θεραπεία συνήθως είναι ενδεδειγμένη για γυναίκες με ενδομητρίωση σε μεγάλο βαθμό, που εμφανίζουν ισχυρούς πόνους ή προβλήματα γονιμότητας.

Υπάρχουν δύο χειρουργικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν:

  • Λαπαροσκοπικά: Η λαπαροσκοπική μέθοδος είναι πιο ανώδυνη και χρησιμοποιείται σε γυναίκες που δεν πάσχουν από ενδομητρίωση μεγάλης έκτασης.
  • Λαπαροτομικά: Η λαπαροτομία χρησιμοποιείται σε πολύ εκτεταμένη ενδομητρίωση, όταν τα διάφορα όργανα στην πύελο (λεκάνη) έχουν δημιουργήσει πολλές συμφύσεις και είναι αδύνατη η λαπαροσκόπηση. Επίσης χρησιμοποιείται σε περίπτωση ολικής υστερεκτομής, όταν η ενδομητρίωση έχει καταστρέψει τα γυναικολογικά όργανα και η γυναίκα δεν επιθυμεί εγκυμοσύνη.

Περιγραφή και ορισμός

Η συγγενής τοξοπλάσμωση περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1923 στην Τσεχοσλοβακία από τον οφθαλμίατρο Janku. Προκαλείται από το Toxoplasma gondii, ένα μονοκυττάριο πρωτοζωϊκό παράσιτο, με ευρύτατη κατανομή σε ανθρώπους και σε πολλά είδη ζώων και πτηνών. Το Toxoplasma gondii απομονώθηκε για πρώτη φορά σε τρωκτικά της Β. Αφρικής και σήμερα είναι ευρέως διαδεδομένο σε όλο τον κόσμο. Μολύνει βοοειδή, σκύλους, περιστέρια και ιδίως τα αιλουροειδή. Η γάτα αποτελεί την κύρια εστία μόλυνσης στον άνθρωπο, ενώ η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι αδύνατη. Το Toxoplasma gondii διασχίζει τον πλακούντα, μολύνει το έμβρυο, και έχει σοβαρά επακόλουθα κατά τη νεογνική ή εφηβική ηλικία.

Η λοίμωξη στην έγκυο συνήθως είναι ασυμπτωματική και περνάει απαρατήρητη. 1 Εν τούτοις, μερικές φορές είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σύνδρομο που ομοιάζει με εκείνο της λοιμώδους μονοπυρήνωσης, δηλαδή πυρετός με ρίγη, κακουχία, κεφαλαλγία, μυαλγία και διόγκωση λεμφαδένων. Σε ένα μικρότερο ποσοστό 10-20%, η μητρική λοίμωξη θα εμφανίσει κακουχία και διόγκωση οπίσθιων τραχηλικών λεμφαδένων. 2

Επιδημιολογικά στοιχεία

Στην Γαλλία η συχνότητα των οροθετικών γυναικών κατά την διάρκεια της κύησης εκτιμήθηκε σε 2,1/1000 εγκύους 3 στην Αγγλία 2-3/1000 γυναίκες μολύνθηκαν κατά την διάρκεια της κύησης. 4 Στις ΗΠΑ, η συχνότητα των οροθετικών γυναικών στην αναπαραγωγική ηλικία ανέρχεται στο 15 %, 5 ενώ στην Ελλάδα η συχνότητα της λανθάνουσας λοίμωξης αγγίζει το 53% 6

Screening τοξοπλάσμωσης στην κύηση

Επειδή η τοξοπλάσμωση είναι ασυμπτωματική στην κύηση, επιβάλλεται η διενέργεια των ειδικών ορολογικών δοκιμασιών σε όλες τις εγκύους. Η σημαντικότερη μέθοδος πληθυσμιακού ελέγχου (Screening) είναι η ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του τοξοπλάσματος στο αίμα εγκύων γυναικών. Για τον σκοπό αυτό υπάρχει μια ποικιλία δοκιμασιών: Sabin-Feldman, dye test, Elisa, Western Blot, δοκιμασία δέσμευσης συμπληρώματος, δοκιμασία έμμεσης αιμοσυγκόλλησης, δοκιμασία IgM ανοσοφθορισμού (IgM-IFA. Οι συνηθέστερα χρησιμοποιούμενες μέθοδοι είναι η δοκιμασία χρωστικής Sabin-Feldman και η δοκιμασία IgM-IFA. Τα ειδικά IgM αντισώματα ανιχνεύονται με την μέθοδο ανοσοφθορισμού στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας από την στιγμή της μόλυνσης και παρουσιάζουν τα υψηλότερα επίπεδά τους ένα μήνα αργότερα. Τα αντισώματα αυτά μπορεί να ανιχνεύονται σε χαμηλές τιμές μέχρι και 1 έτος μετά τη λοίμωξη. Η ανεύρεση υψηλού τίτλου αντισωμάτων IgM συνεπάγεται την παρουσία οξείας τοξοπλάσμωσης, η επανάληψη της δοκιμασίας μετά από 2-4 εβδομάδες και η ανεύρεση υψηλού τίτλου IgM αντισωμάτων θα εδραιώσει την διάγνωση. Η παρουσία ορομετατροπής από αρνητικής σε θετική της δοκιμασίας ή ο τετραπλασιασμός του τίτλου των IgG αντισωμάτων καθώς και η θετικοποίηση των IgA αντισωμάτων υποδηλώνει πρόσφατη μόλυνση. 7

Αν η δοκιμασία Sabin-Feldman είναι θετική και η 2η (δοκιμασία) αρνητική, υπάρχει ένδειξη παρελθούσης λοίμωξης. Αν και οι δύο δοκιμασίες είναι θετικές στο πρώτο τρίμηνο, πρέπει να επαναληφθεί η δοκιμασία σε 3 εβδομάδες. Αν αυξηθεί ο τίτλος αντισωμάτων στην δοκιμασία Sabin-Feldman τότε πιθανολογείται λοίμωξη μέσα στο τελευταίο δίμηνο, οπότε το έμβρυο τίθεται σε κίνδυνο αυτόματης αποβολής. Αν μετά την επανάληψη της δοκιμασίας Sabin-Feldman δεν αυξηθεί ο τίτλος των αντισωμάτων, μπορεί κανείς να υποθέσει ασφαλώς ότι δεν υπάρχει οξεία λοίμωξη.

Εμβρυοπάθεια

Η επίπτωση και η βαρύτητα της νόσου εξαρτάται από την εβδομάδα κύησης κατά την οποία έλαβε χώρα η πρωτολοίμωξη της εγκύου και αυξάνεται γραμμικά με την ηλικία κύησης. Εάν η έγκυος μολυνθεί από τις πρώτες εβδομάδες, η μετάδοση της λοίμωξης στο έμβρυο γίνεται σπανιότερα. Εάν, όμως, προσβληθεί το έμβρυο ο κίνδυνος αποβολής είναι μεγάλος. Σ' εκείνες τις περιπτώσεις που συνεχίζεται η εγκυμοσύνη, δημιουργούνται σοβαρές εκδηλώσεις συγγενούς εμβρυοπάθειας στο νεογνό. Αντίθετα, εάν η έγκυος μολυνθεί τις τελευταίες εβδομάδες, τότε η λοίμωξη του νεογνού είναι υποκλινική και επιβάλλεται ο λεπτομερής έλεγχος και η συνεχής παρακολούθησή του. Ο κίνδυνος συγγενούς τοξοπλάσμωσης στο 1ο τρίμηνο είναι περίπου 10%, στο 2ο τρίμηνο της κύησης 30% και στο 3ο, 60%. 8

Το συγγενές σύνδρομο της τοξοπλάσμωσης συμπεριλαμβάνει ένα συνδυασμό από ένα ευρύ φάσμα κλινικών εκδηλώσεων που παραμένουν επί μακρόν, όπως: νοητική υστέρηση, σπασμούς, ίκτερο, εξάνθημα, υδροκεφαλία/μικροκεφαλία, πυρετός/υποθερμία, ηπατοσπληνομεγαλία, έμετοι/διάρροιες, μικροφθαλμία, ατροφία οπτικού νεύρου, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, στραβισμό, καταρράκτη και πνευμονίτιδα. 9 - 11 Η χοριοαμφιβληστροειδίτιδα είναι το σύνηθες εύρημα που μπορεί να παρουσιαστεί μετά από την πάροδο εβδομάδων ή μηνών.

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες στο υπερηχογράφημα

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά που να υποδηλώνουν συγγενή τοξοπλάσμωση. Τα πιθανά ευρήματα συγγενούς τοξοπλάσμωσης συμπεριλαμβάνουν αμφοτερόπλευρο κοιλιομεγαλία, εστιακές ενδοεγκεφαλικές αποτιτανώσεις, μικροφθαλμία, ύδρωπα, υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR) και σπανίως περικαρδιακές και υπεζωκοτικές συλλογές. 12 - 15

Υπερηχογραφική διάγνωση

Υπερηχογραφικά ευρήματα ενδεικτικά της λοίμωξης μπορούν να ανιχνευθούν συνήθως μετά τις 20 εβδομάδες της κύησης και συμπεριλαμβάνουν τα ακόλουθα: κοιλιομεγαλία, μικροκεφαλία, ενδοκρανιακές και ηπατικές εστιακές αποτιτανώσεις, ασκίτης, ηπατοσπληνομεγαλία, παχύς πλακούντας. Ωστόσο, η απουσία αυτών των ευρημάτων δεν αποκλείει μια τέτοια λοίμωξη.

Το υπερηχογράφημα αποτελεί σημαντικό βοήθημα στον έλεγχο της κατάστασης του εμβρύου. Σε μία μελέτη που αφορούσε 190 προσβεβλημένες έγκυες γυναίκες με τοξοπλάσμωση, εμβρυϊκή λοίμωξη επιβεβαιώθηκε σε 187 ασθενείς. Η λοίμωξη διαγνώσθηκε σε 20 έμβρυα ή στο 10,5% του συνολικού ποσοστού της μελέτης. Το υπόλοιπο 89,5% παρέμενε ελεύθερο μόλυνσης. Η διάγνωση ετέθη με αμνιοπαρακέντηση, λήψη εμβρυικού αίματος και υπερηχογράφημα. Εντούτοις, υπερηχογραφικά ευρήματα ενδεικτικά εμβρυϊκής λοίμωξης αναγνωρίστηκαν μόνο σε 4/20 μολυσμένα έμβρυα εκ των οποίων, ένα με υδροκεφαλία και τρία με ηπατομεγαλία. 16

Στρατηγικές διαχείρισης

Ο έλεγχος της συγγενούς τοξοπλάσμωσης απαιτεί την ταυτοποίηση των μη ανοσοποιημένων γυναικών στην αρχή της κύησης δια της μέτρησης του τίτλου των IgG και IgM αντισωμάτων. 17 Η ασυμπτωματική έγκυος με χρόνιο υψηλό τίτλο αντισωμάτων απλώς παρακολουθείται με υπερηχογράφημα μηνιαίως, αφού ο κίνδυνος εμβρυϊκής λοίμωξης είναι σπάνιος. Ωστόσο, βιβλιογραφικές αναφορές περιγράφουν συγγενή τοξοπλάσμωση από μητρικό τοξόπλασμα που προϋπήρχε της κύησης. 18 , 19 Αν στο πρώτο τρίμηνο της κύησης οι ορολογικές εξετάσεις της μητέρας υπαινίσσονται πρόσφατη λοίμωξη, ανίχνευση IgM αντισωμάτων ή αύξηση του τίτλου των IgG αντισωμάτων σε ένα δεύτερο δείγμα ορού, μπορεί να τεθεί το δίλημμα, θεραπεία ή διακοπή κύησης. Ωστόσο, μια απόφαση διακοπής της κύησης είναι αυθαίρετη καθώς δεν έχει τεκμηριωθεί η συγγενής λοίμωξη. 20 Η απόφαση για συνέχιση της κύησης θα πρέπει να λάβει υπόψιν της το γεγονός ότι ο σχετικός κίνδυνος συγγενούς λοίμωξης το διάστημα αυτό παραμένει χαμηλός παρότι τα "νευρολογικά επακόλουθα" είναι σοβαρά. Επιπλέον με την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση η οποία σημειωτέων θα πρέπει να αρχίζει αμέσως ο κίνδυνος εμβρυοπάθειας μπορεί να υποδιπλασιαστεί και η λοίμωξη να περιοριστεί στον πλακούντα, πριν τα παράσιτα φθάσουν στο έμβρυο. 21, 22 Τα ειδικά αντισώματα "IgG avidity" μπορούν να καθορίσουν την ένταση της αλληλεπίδρασης μεταξύ αντιγόνου-αντισώματος και κατ αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιηθούν στην ανίχνευση της οξείας ή της χρόνιας λοίμωξης της μητέρας. 23 , 24 Εάν κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί η ύπαρξη IgG avidity ή παρασίτων η πρόγνωση μπορεί να είναι σοβαρή εφόσον στο υπερηχογράφημα ανιχνευτούν ευρήματα που συνάδουν με εμβρυϊκή λοίμωξη.

Η προγεννητική διάγνωση της συγγενούς τοξοπλάσμωσης βασίζεται στην PCR εξέταση του αμνιακού υγρού περί την 19η εβδομάδα της κύησης 25 , 26 και στην υπερηχογραφική εκτίμηση. 27 , 28 Η υπερηχογραφική αξιολόγηση του προσβεβλημένου εμβρύου είναι σημαντική καθώς βελτιώνει την αξιοπιστία της προγεννητικής διάγνωσης και έχει στόχο την εντόπιση εμβρύων με σοβαρή εγκεφαλική βλάβη. Ωστόσο, μειωμένη θεωρείται η αξιοπιστία της υπερηχογραφίας σε νεκρωτικές βλάβες του εγκεφαλικού παρεγχύματος ελλείψει ευρημάτων. 15 Ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν αποκλείει υποκλινική συγγενή τοξοπλάσμωση ή μεταγεννητική χοριοαμφιβληστροειδίτιδα. Ωστόσο, η παρουσία εστιακών ενδοκρανιακών ασβεστώσεων δεν συνάδει απαραίτητα με κακή εμβρυϊκή έκβαση, πλην όμως συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο οφθαλμικής βλάβης σε ποσοστό 5-9%, 10 , 11 ο οποίος δεν είναι προσιτός στην προγεννητική διάγνωση. 29 , 30

Η παρακολούθηση με υπερηχογράφημα πρέπει να διεξάγεται μηνιαίως, καθώς οι ανωμαλίες μπορεί να εμφανιστούν αρκετές εβδομάδες ή μήνες μετά τη μόλυνση. Σε περίπτωση θετικής αμνιοπαρακέντησης, η παρακολούθηση μπορεί να ενταθεί κάθε 2 εβδομάδες. Η μαγνητική τομογραφία (MRI) του εμβρυϊκού εγκεφάλου δεν συνιστάται ως συστηματικό μέσο παρακολούθησης. Ωστόσο, μπορεί ζητηθεί σε περιπτώσεις στις οποίες η ερμηνεία της απεικόνισης των υπερήχων είναι δύσκολη. 31 Εάν η προγεννητική διάγνωση συνάδει με συγγενή λοίμωξη (θετικός ορολογικός έλεγχος και έλεγχος αμνιακού υγρού) τότε η διακοπή κύησης θα πρέπει να παρέχεται στους γονείς. 28 Στις γυναίκες εκείνες που επιθυμούν να συνεχίσουν την εγκυμοσύνη τους η χημειοπροφύλαξη μειώνει τη σοβαρότητα των εκδηλώσεων της νόσου. 32 Τοκετός διενεργείται κανονικά στο τέλος της εγκυμοσύνης. Δεν υπάρχει ουδεμία τεκμηρίωση που να επιβεβαιώνει ότι η άμεση διενέργεια τοκετού με πρόκληση ή καισαρική τομή παρέχει σημαντικά οφέλη αφού αποτρέπει από έναν πιθανό κίνδυνο διαπλακουντιακής μετάδοσης της νόσου. 33

Φυσική ιστορία και έκβαση

Η επίπτωση της συγγενούς τοξοπλάσμωσης στην Ευρώπη είναι υψηλή και υπολογίζεται σε 4,8-6/1000 γεννήσεις. 34 Πέντε τοις εκατό από αυτά τα νεογνά θα πεθάνουν ή θα υποστούν σοβαρές βλάβες. Συχνά, όμως, δεν παρατηρούνται εμφανή συμπτώματα κατά τη γέννηση και οι επιπλοκές αναπτύσσονται αργότερα κατά τη ζωή. 35 Γενικά, οι περισσότερες συγγενείς λοιμώξεις διάγουν ασυμπτωματικό βίο στη νεογνική περίοδο ενώ στο 70% των περιπτώσεων αυτών οι υποτροπές της χοριοαμφιβληστροειδίτιδας προκαλούν ουλές στα μάτια έπειτα από μακροχρόνια παρακολούθηση. 36

Ίσως το πιο αμφιλεγόμενο ζήτημα είναι αν η χημειοπροφύλαξη κατά τη διάρκεια της κύησης μειώνει την εμβρυοπάθεια και τη νοσηρότητα. 37 - 41 Οι αρχικές μελέτες πρότειναν ότι η χρήση σπιραμυκίνης (spiramycin) ή ο συνδυασμός πυριμεθαμίνης + σουλφαδιαζίνης (pyrimethamine + sulfadiazine) μείωσε τόσο την ενδομήτρια λοίμωξη όσο και την εμβρυϊκή νοσηρότητα και αυτή η προσέγγιση κατέστη πρακτική ρουτίνας. 42 Η συνιστώμενη δόση σε διαγνωσμένη εμβρυϊκή νόσο είναι πυριμεθαμίνη 50mg/24h+σουλφαδιαζίνη 3gr/24h για 3 εβδομάδες. Η εναλλαγή των φαρμάκων εξακολουθεί μέχρι τον τοκετό. Επειδή η πυριμεθαμίνη και η σουλφαδιαζίνη ανταγωνίζονται την δράση του φυλλικού οξέως, συνίσταται η ταυτόχρονη χορήγηση 5 mg φυλλικού οξέως δύο φορές την εβδομάδα. Συνεπώς, από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι με την εφαρμογή της κατάλληλης θεραπείας η κλασική εικόνα της συγγενούς τοξοπλάσμωσης θα γίνεται όλο και σπανιότερη. Αρκετές μελέτες επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα της προγεννητικής θεραπείας, ωστόσο πρότειναν περαιτέρω έρευνα στην χρήση χημειοπροφύλαξης έναντι της πρόληψης της συγγενούς τοξοπλάσμωσης. 43 , 44

Η μεταγεννητική παρακολούθηση των νεογνών με συγγενή τοξοπλάσμωση σε μία μελέτη συμπεριλάμβανε υπερηχογραφία εγκεφάλου, οφθαλμολογική εξέταση αμφιβληστροειδούς και ανίχνευση του τίτλου αντισωμάτων IgM, IgΑ και IgG έναντι του τοξοπλάσματος μεταξύ 3ης και 10ης ημέρας της ζωής, κάθε 2-3 μήνες επί τουλάχιστον 1 χρόνο. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις της μελέτης αυτής δεν συμπεριλάμβαναν τις οφθαλμικές αλλοιώσεις οι οποίες πιθανότατα εμφανίζονται μετά την ηλικία των 3 ετών. 20

Η θεραπεία των βρεφών χωρίς σημαντική νευρολογική ασθένεια κατά τη γέννηση με πυριμεθαμίνη και σουλφαδιαζίνη (P+S) για 1 χρόνο είχε ως αποτέλεσμα φυσιολογικές γνωστικές, νευρολογικές και ακουστικές εκβάσεις για όλους τους ασθενείς. Η θεραπεία των βρεφών που είχαν μέτρια ή σοβαρή νευρολογική νόσο κατά τη γέννησή τους είχε ως αποτέλεσμα φυσιολογικές νευρολογικές ή / και γνωστικές εκβάσεις σε > 72% των ασθενών εκ των οποίων κανένα δεν είχε απώλεια ακοής. Το 91% των παιδιών χωρίς σημαντική νευρολογική ασθένεια και το 64% των ατόμων με μέτρια ή σοβαρή νευρολογική νόσο κατά τη γέννηση δεν εμφάνισαν νέες βλάβες στα μάτια. 45

  1. Boyer KM, Holfels E, Roizen N, et al. Risk factors for Toxoplasma gondii infection in mothers of infants with congenital toxoplasmosis: Implications for prenatal management and screening. Am J Obstet Gynecol. 2005 Feb; 192 (2): 564-71. PubMed | Full Text AJOG
  2. Larsen JW. Congenital toxoplasmosis. Teratology. 1977 Apr;15(2):213-7. PubMed | Wiley Online Library
  3. Nogareda F, Le Strat Y, Villena I, et al. Incidence and prevalence of Toxoplasma gondii infection in women in France, 1980-2020: model-based estimation. Epidemiol Infect. 2014 Nov; 142: 1661–1670. PubMed | Cambridge Core
  4. McCarthy M. Of cats and women. Med. J. 1983 Aug; 287: 445-446. PubMed | Full Text PMC | The BMJ
  5. Jones JL, Kruszon-Moran D, Wilson M, et al. Toxoplasma gondii infection in the United States: seroprevalence and risk factors. Am J Epidemiol. 2001 Aug 15; 154 (4): 357-65. PubMed | Oxford Academic | PDF
  6. Κατσάνης Γ, Γολεμάτη Π, Πατραμάνη Ι. Συχνότητα και τίτλος αντισωμάτων κατά του τοξοπλάσματος σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας. Ιατρ. Επιθ. Ενόπλ. Δυν. 1985; 19: 279-281. Iatrotek
  7. Stepick-Biek P, Thulliez P, Araujo FG, et al. IgA antibodies for diagnosis of acute congenital and acquired toxoplasmosis. J Infect Dis. 1990 Jul; 162(1): 270-3. PubMed | Oxford Academic
  8. Dunn D, Wallon M, Peyron F, et al. Mother-to-child transmission of toxoplasmosis: risk estimates for clinical counselling. Lancet. 1999 May 29; 353 (9167): 1829-33. PubMed | The Lancet
  9. Wilson CB, Remington JS, Stagno S, et al. Development of adverse sequelae in children born with subclinical congenital Toxoplasma infection. Pediatrics. 1980 Nov; 66(5): 767-74. PubMed | Pediatrics
  10. Kodjikian L, Wallon M, Fleury J, et al. Ocular manifestations in congenital toxoplasmosis. Graefes Arch Clin Exp Ophthalmol. 2006 Jan; 244 (1): 14-21. PubMed | SpringerLink
  11. Kieffer F, Wallon M, Garcia P, et al. Risk factors for retinochoroiditis during the first 2 years of life in infants with treated congenital toxoplasmosis. Pediatr Infect Dis J. 2008 Jan; 27(1): 27-32. PubMed | Wolters Kluwer | Google Scholar
  12. Desai MB, Kurtz AB, Martin ME, Wapner RJ. Characteristic findings of toxoplasmosis in utero: a case report. J Ultrasound Med. 1994 Jan; 13(1): 60-2. PubMed I Wiley Online Library | PDF
  13. Foulon W, Naessens A, Mahler T, et al. Prenatal diagnosis of congenital toxoplasmosis. Obstet Gynecol. 1990 Nov; 76 (5 Pt 1): 769-72. PubMed | Wolters Kluwer | Google Scholar
  14. Friedman S, Ford-Jones LE, Toi A, Ryan G, et al. Congenital toxoplasmosis: prenatal diagnosis, treatment and postnatal outcome. Prenat Diagn. 1999 Apr; 19(4): 330-3. PubMed | Wiley Online Library
  15. Hohlfeld P, MacAleese J, Capella-Pavlovski M, et al. Fetal toxoplasmosis: ultrasonographic signs. Ultrasound Obstet Gynecol. 1991 Jul 1; 1(4): 241-4. PubMedPDF | Google Scholar
  16. Pratlong F, Boulot P, Issert E, et al. Fetal diagnosis of toxoplasmosis in 190 women infected during pregnancy. Pren Diagn 1994 Mar; 14(3): 191-8. PubMed | Wiley Online Library
  17. Thulliez P, Daffos F, Forestier F. Diagnosis of Toxoplasma infection in the pregnant woman and the unborn child: current problems. Scand J Infect Dis Suppl. 1992; 84: 18-22. PubMed
  18. Desmonts G, Couvreur J, Thulliez P. Toxoplasmose congenitale: cinq cas de transmission a l'enfant d'une infection maternelle anterieure a la grossesse. Presse Med. 1990 Sep 29; 19(31): 1445-9. PubMed
  19. Garcia A. G. Congenital toxoplasmosis in two successive sibs. Arch Dis Child. 1968 Dec; 43 (232): 705–710. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ | PDF
  20. Wallon M, Peyron F, Cornu C, et al. Congenital toxoplasma infection: monthly prenatal screening decreases transmission rate and improves clinical outcome at age 3 years. Clin Infect Dis. 2013 May; 56(9): 1223-31. PubMed | Oxford Academic | PDF
  21. Hohlfed P, Daffos F, Thullier P, et al. Fetal toxoplasmosis: outcome of pregnancy and infant follow-up after in-utero treatment. J. Pediatr. 1989 Nov; 115 (5 Pt 1): 765-9. PubMed | Pediatrics
  22. Olariu TR, Press C2, Talucod J, et al. Congenital toxoplasmosis in the United States: clinical and serologic findings in infants born to mothers treated during pregnancy. Parasite. 2019 Mar; 26: PubMed | Full Text PMC | Parasite
  23. Villard O, Cimon B, L’Ollivier C, et al. Serological diagnosis of Toxoplasma gondii infection: recommendations from the French National Reference Center for Toxoplasmosis. Diagn Microbiol Infect Dis. 2016 Jan; 84(1): 22–33. PubMed | Elsevier
  24. Pour Abolghasem S, Bonyadi MR, Babaloo Z, et al. IgG avidity test for the diagnosis of acute Toxoplasma gondii infection in early pregnancy. Iran J Immunol. 2011 Dec; 8(4): 251-5. PubMed | Full Text IJI
  25. Hohlfeld P, Daffos F, Costa JM, et al. Prenatal diagnosis of congenital toxoplasmosis with a polymerase-chain-reaction test on amniotic fluid. N Engl J Med. 1994 Sep 15; 331 (11): 695-9. PubMed | Full Text NEMJ
  26. Foulon W, Pinon JM, Stray-Pedersen B, et al. Prenatal diagnosis of congenital toxoplasmosis: a multicenter evaluation of different diagnostic parameters. Am J Obstet Gynecol. 1999 Oct; 181 (4): 843-7. PubMed | Full Text AJOG
  27. Weiner CP, Grose CF, Naides SJ, et al. Diagnosis of fetal infection in the patient with an ultrasonographically detected abnormality but a negative clinical history. Am J Obstet Gynecol. 1993 Jan; 168 (1 Pt 1): 6-11. PubMed | Full Text AJOG 
  28. Gay-Andrieu F, Marty P, Pialat J, et al. Fetal toxoplasmosis and negative amniocentesis: necessity of an ultrasound follow-up. Prenat Diagn. 2003 Jul; 23(7): 558-60. PubMed | Wiley Online Library
  29. Berrebi A, Kobuch WE, Bessieres MH, et al. Termination of pregnancy for maternal toxoplasmosis. Lancet. 1994 Jul 2; 344 (8914): 36-9. PubMed | The Lancet
  30. Dhombres F; Friszer S, Maurice P, et al. Prognosis of Fetal Parenchymal Cerebral Lesions without Ventriculomegaly in Congenital Toxoplasmosis Infection. Fetal Diagn Ther. 2017; 41(1): 8–14. PubMed | Karger
  31. Peyron F, L’ollivier C, Mandelbrot L, et al. Maternal and Congenital Toxoplasmosis: Diagnosis and Treatment Recommendations of a French Multidisciplinary Working Group. Pathogens. 2019; Feb 18; 8(1): 24. PubMed | Full Text PMC | Full Text MDPI
  32. Daffos F, Forestier F, Capella-Pavlovsky M, et al. Prenatal management of 746 pregnancies at risk for congenital toxoplasmosis. N Engl J Med. 1988 Feb 4; 318 (5): 271-5. PubMed | Full Text NEMJ
  33. Wallon M, Kieffer F, Huissoud C, et al. Cesarean delivery or induction of labor does not prevent vertical transmission of toxoplasmosis in late pregnancy. Int J Gynecol Obstet. 2015 May; 129 (2): 176–177. PubMed | Wiley Online Library
  34. Hotop A, Hlobil H, Gross U. Efficacy of rapid treatment initiation following primary Toxoplasma gondii infection during pregnancy. Clin Infect Dis. 2012 Jul; 54 (11): 1545–1552. PubMed | Oxford Academic | PDF
  35. Rorman E, Zamir CS, Rilkis I, et al. Congenital toxoplasmosis--prenatal aspects of Toxoplasma gondii infection. Reprod Toxicol. 2006 May; 21(4): 458-72. PubMed | Elsevier
  36. Koppe JG, Kloosterman GJ. Congenital toxoplasmosis: long-term follow-up. Padiatr Padol. 1982; 17(2): 171-9. PubMed
  37. Wallon M, Liou C, Garner P, et al. Congenital toxoplasmosis: systematic review of evidence of efficacy of treatment in pregnancy. BMJ. BMJ. 1999 Jun 5; 318 (7197): 1511-4. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ
  38. Gilbert RE, Gras L, Wallon M, et al. Effect of prenatal treatment on mother to child transmission of Toxoplasma gondii: retrospective cohort study of 554 mother-child pairs in Lyon, France. Int J Epidemiol. 2001 Dec; 30: 1303–1308. PubMed | Oxford Academic | PDF
  39. Gras L, Gilbert RE, Ades AE, et al. Effect of prenatal treatment on the risk of intracranial and ocular lesions in children with congenital toxoplasmosis. Int J Epidemiol. 2001 Dec; 30(6): 1309-13. PubMed | Oxford Academic | PDF
  40. Gilbert R, Gras L, European Multicentre Study on Congenital Toxoplasmosis. Effect of timing and type of treatment on the risk of mother to child transmission of Toxoplasma gondii. BJOG. 2003 Feb; 110 (2): 112-20. PubMed | Elsevier | Wiley Online Library | PDF
  41. SYROCOT (Systematic Review on Congenital Toxoplasmosis) Study Group, Thiébaut R, Leproust S, Chêne G. Effectiveness of prenatal treatment for congenital toxoplasmosis: a meta-analysis of individual patients' data. Lancet. 2007 Jan; 369: 115–122. PubMed | The Lancet
  42. Foulon W, Villena I, Stray-Pedersen B, et al. Treatment of toxoplasmosis during pregnancy: a multicenter study of impact on fetal transmission and children's sequelae at age 1 year. Am J Obstet Gynecol. 1999 Feb;180: 410–415. PubMed | Full Text AJOG
  43. Mandelbrot L, Kieffer F, Sitta R, et al. Prenatal therapy with pyrimethamine + sulfadiazine vs spiramycin to reduce placental transmission of toxoplasmosis: a multicenter, randomized trial. J. Obstet. Gynecol. 2018 Oct; 219 (4): 386.e1–386.e9. PubMed | Full Text AJOG
  44. Cortina-Borja M, Tan HK, Wallon M, et al. Prenatal treatment for serious neurological sequelae of congenital toxoplasmosis: an observational prospective cohort study. PLoS Med. 2010 Oct 12; 7(10). PubMed | Full Text PMC | Plos Medicine
  45. McLeod R, Boyer K, Karrison T, et al. Outcome of treatment for congenital toxoplasmosis, 1981-2004: the National Collaborative Chicago-Based, Congenital Toxoplasmosis Study. Clin Infect Dis. 2006 May 15; 42(10): 1383-94. PubMed | Oxford Academic | PDF

Περιγραφή και ορισμός

Η πρώτη περιγραφή της συγγενούς ερυθράς έγινε από τον Αυστραλό οφθαλμίατρο Normal Gregg το 1941, ο οποίος περιέγραψε την εμφάνιση καταρράκτη σε νεογνά μητέρων που είχαν εκτεθεί στην τερατογόνο δράση του ιού της ερυθράς (RV) κατά την διάρκεια της κύησης. 1

Το σύνδρομο συγγενούς ερυθράς (CRS) προκύπτει από την πρωτογενή μόλυνση της μητέρας με τον ιό της ερυθράς (RV) ο οποίος προκαλεί ανωμαλίες ανιχνεύσιμες στο έμβρυο-νεογνό, κώφωση, νοητική υστέρηση, καταρράκτη, καρδιακές ανωμαλίες και συχνά μπορεί να οδηγήσει σε πολυσυστηματική νόσο ποικίλης σοβαρότητας και συχνότητας. 2 - 4

Επιδημιολογικά στοιχεία

Η συχνότητα της ερυθράς έχει μειωθεί προοδευτικά σε πολλές χώρες και η επίπτωσή της στις βιομηχανικές χώρες εκτιμάται σε ποσοστό 1,30/100 000 άτομα στο γενικό πληθυσμό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η ερυθρά έχει εξαλειφθεί έπειτα από τα μαζικά προγράμματα εμβολιασμού, αν και περιστασιακά έχουν αναφερθεί εισαγόμενα περιστατικά. Οι περισσότερες σποραδικές περιπτώσεις συμβαίνουν στον μεταναστευτικό πληθυσμό και προέρχονται από χώρες όπου ο εμβολιασμός της ερυθράς είναι ασυνήθιστος. 5

Το 2010, 105 000 (95% CI: 54 000-158 000) ζωντανά νεογνά γεννήθηκαν με CRS σε παγκόσμιο επίπεδο, ο υψηλότερος αριθμός περιπτώσεων σημειώθηκε στην ΝΑ Ασία (49 000, 95% CI: 11 000-97 000) και στην Αφρική (39 000, 95% ΚΙ: 18 000-80 000). 6 Στη Γαλλία, η επίπτωση CRS υπολογίστηκε σε 1,01/100 000 ζώντα νεογνά το 2011. 7

Αιτιοπαθογένεια

Η τερατογόνος διαδικασία της ερυθράς πιθανότατα ξεκινά όταν εμφανίζεται μόλυνση του πλακούντα κατά τη διάρκεια της μητρικής ιαιμίας, οδηγώντας στη διάδοση του ιού σε όλο το έμβρυο. Αναπτύσσεται χρόνια λοίμωξη, η οποία είναι γενικά μη κυτταρολυτική. Παραδόξως, μολονότι ο ιός εξαπλώνεται ευρέως στο αναπτυσσόμενο έμβρυο καθώς μπορεί να ανακτηθεί σχεδόν από οποιοδήποτε όργανο, μικρός μόνο αριθμός εμβρυϊκών κυττάρων ή διάσπαρτες κυτταρικές εστίες εμφανίζουν σημεία μόλυνσης. Γενικά πιστεύεται ότι η παρεμπόδιση της σύνθεσης της ακτίνης, αναστέλλει την μιτωτική διαδικασία της κυτταρικής διαίρεσης και τελικά την ανάπτυξη πρόδρομων οργάνων. 8

Ενδεχομένως, το ανοσοποιητικό σύστημα να διαδραματίζει κάποιο ρόλο καθώς η ιντερφερόνη και οι κυτοκίνες που παράγονται από την φλεγμονή πιθανά διαταράσσουν την ομαλή ανάπτυξη και διαφοροποίηση κυτταρικών ομάδων και έτσι με τον τρόπο αυτό να συμβάλουν στην ανάπτυξη συγγενών ανωμαλιών. 9

Εμβρυοπάθεια

Η πρωτομόλυνση της εγκύου μητέρας καταλήγει σε ενδομήτρια λοίμωξη και οι επιπτώσεις στο αναπτυσσόμενο έμβρυο ποικίλουν. 'Όσο πιο πρώιμη είναι η μόλυνση της ερυθράς τόσο σοβαρότερες είναι οι συγγενείς ανωμαλίες του εμβρύου (CMs) οι οποίες μάλιστα αφορούν και περισσότερα όργανα. Συνήθως, ο RV είναι τερατογόνος μέχρι την 21η εβδομάδα της κύησης. Οι πιθανότητες εμβρυοπάθειας είναι 85% εάν η μητέρα νοσήσει κατά την διάρκεια των πρώτων 8 εβδομάδων και οι κλινικές εκδηλώσεις της συγγενούς μετάδοσης θα γίνουν αντιληπτές μέσα στα πρώτα τέσσερα χρόνια της ζωής. Εάν η λοίμωξη συμβεί μεταξύ 9ης-12ης εβδομάδας οι πιθανότητες εμβρυοπάθειας είναι 52%, ενώ αν συμβεί κατά το υπόλοιπο διάστημα μέχρι την 20η εβδομάδα της κύησης, μειώνονται στο 16%. 10 , 11 Στον τελευταίο μήνα της κύησης το ποσοστό μόλυνσης αυξάνεται και πάλι σε υψηλό ποσοστό. 12, 13

Τα έμβρυα που εκτίθενται στον RV μεταξύ 25ης-60ης ημέρας, έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν το πλήρες σύνδρομο της συγγενούς ερυθράς, δηλαδή καταρράκτη, κώφωση, καρδιοπάθεια και αμφιβληστροειδοπάθεια. 14 Ο κίνδυνος εμβρυοπάθειας όταν το εξάνθημα της μητέρας εμφανίζεται τις πρώτες 12 ημέρες μετά την τελευταία έμμηνο ρύση (LMP), είναι ασήμαντος 15 ενώ τα νεογνά που προσβάλλονται μετά την 36η εβδομάδα της κύησης γεννιούνται όλα με γενικευμένη λοίμωξη, χωρίς όμως άλλες συγγενείς ανωμαλίες. 11 Καμία περίπτωση συγγενούς ερυθράς δεν διαπιστώθηκε σε παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν ασυμπτωματική ερυθρά. 2

Σε περίπτωση επαναμόλυνσης, παρότι τα συμπτώματα της μητρικής λοίμωξης είναι ήπια, ο κίνδυνος συγγενούς μετάδοσης είναι μικρός και μάλιστα μικρότερος από τον κίνδυνο εμβρυοπάθειας της πρωτοπαθούς μητρικής λοίμωξης. 16

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες στο υπερηχογράφημα

Πολλά από τα έμβρυα με συγγενή λοίμωξη έχουν φυσιολογική ανάπτυξη. Ωστόσο, τα επαναλαμβανόμενα υπερηχογραφήματα μπορεί να αποκαλύψουν μεταβαλλόμενα ευρήματα τα οποία βρίσκονται σε διαδικασία εξέλιξης, ενώ οι ανιχνεύσιμες ανωμαλίες ίσως είναι ενδεικτικές της εμβρυϊκής λοίμωξης. Γενικά, ο υπέρηχος ως εξέταση διαθέτει μεγάλη ειδικότητα 100% αλλά η ευαισθησία του είναι πολύ μικρή 11%. 17

Μικροκεφαλία, ηπατοσπληνομεγαλία και ενδομήτρια βραδύτητα ανάπτυξης (IUGR) παρατηρούνται λιγότερο συχνά. 18 Περισσότερο ανιχνεύτηκαν ύδρωπας, κοιλιομεγαλία, υδροκεφαλία, εστιακές ενδοκρανιακές αποτιτανώσεις ή ηπατική ασβεστοποίηση, ασκίτης, υπερηχογενές έντερο, μεγάλος πλακούντα και παθολογικός όγκος αμνιακού υγρού (αυξημένος, μειωμένος). 17

Όταν ανιχνεύονται ανωμαλίες συνιστάται διεξοδική αξιολόγηση του εμβρύου με το υπερηχογράφημα λόγω πιθανής εμπλοκής πολλών συστημάτων και οργάνων. 19 , 20 Ωστόσο, θα πρέπεινα γίνουν κατανοητά στους επαγγελματίες υγείας οι περιορισμοί και οι αδυναμίες της υπερηχογραφικής εξέτασης στην ανίχνευση της κώφωσης ή και των μικρών συγγενών ανωμαλιών.

Διάγνωση της συγγενούς ερυθράς

Προγεννητική διάγνωση της συγγενούς μόλυνσης συνιστάται στην ανίχνευση του RV-IgM στο εμβρυϊκό αίμα ή στην ανίχνευση του ιικού γονιδιώματος σε αμνιακό υγρό (AF), εμβρυϊκό αίμα ή στις βιοψίες της χοριακής λάχνης (VLB). 21 , 22 Η ανίχνευση του ιού της ερυθράς σε βιοψίες χοριακής λάχνης αντικατοπτρίζει την λοίμωξη της λάχνης και όχι την λοίμωξη του εμβρύου.

Η ειδικότητα προγεννητικής διάγνωσης είναι περίπου 100% και η ευαισθησία μεγαλύτερη από 90% όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) μεταξύ μόλυνσης και δειγματοληψίας ακολουθεί χρονική περίοδος τουλάχιστον 6 εβδομάδων. (ii) η συλλογή δειγμάτων διεξάγεται μετά την 21η εβδομάδα κύησης και (iii) τα δείγματα για RT-PCR αποθηκεύονται και μεταφέρονται κατεψυγμένα. Το αίμα εμβρύου για την ανίχνευση RV-IgM αποθηκεύεται και μεταφέρεται στους 4° C.21

Στρατηγικές διαχείρισης

Η αντιμετώπιση εξαρτάται κυρίως από την ηλικία κύησης κατά την οποία εμφανίστηκε η μητρική λοίμωξη.

Χρονική συσχέτιση εμβρυοπάθειας και μητρικής πρωτολοίμωξης

Οι CMs που οφείλονται στην τερατογόνο δράση του RV διακρίνονται σε εκείνες που οφείλονται σε διαταραχές της οργανογένεσης και σε εκείνες που είναι αποτέλεσμα καταστροφής ιστών και δημιουργίας ουλών. Στον πρώτο τύπο εντάσσονται πολλές από τις ανωμαλίες των οφθαλμών και της καρδιάς, ενώ η κώφωση, οι εγκεφαλικές ανωμαλίες, ο καταρράκτης, η μικροφθαλμία και η περιφερική στένωση της πνευμονικής αρτηρίας κατατάσσονται στον δεύτερο τύπο.

Τα νεογνά που μολύνονται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης έχουν αναγκαστικά τις επιπτώσεις λόγω της διαταραχής στην οργανογένεση, αλλά τόσο αυτά, όσο και εκείνα που μολύνονται αργότερα, εμφανίζουν επίσης και τις διαταραχές δευτέρου τύπου, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης λοίμωξης σε όλη τη διάρκεια της κύησης. Κυρίως ο καταρράκτης και οι καρδιακές ανωμαλίες δημιουργούνται μέχρι τις 12 εβδομάδες της κύησης, μόνο κώφωση στις 13-16 εβδομάδες, ενώ δεν εντοπίστηκαν CMs σε μολυσμένα με ερυθρά παιδιά μετά τις 16 εβδομάδες. 12

Νοητική υστέρηση δεν παρατηρήθηκε σε παιδιά με ιστορικό μητρικής ερυθράς κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Είναι πιθανό στο τρίτο τρίμηνο της κύησης, το ΚΝΣ του εμβρύου να προστατεύεται από τον ήδη αναπτυγμένο αιματοεγκεφαλικό φραγμό ή ακόμη, να μην ευνοείται η ανάπτυξη του ιού από τα ώριμα πλέον κύτταρα του ΚΝΣ.

Όσον αφορά τις απώτερες εκδηλώσεις της συγγενούς ερυθράς, δεν έχει ακόμη καθοριστεί με ακρίβεια η χρονολογική συσχέτιση με τη λοίμωξη της μητέρας. Η όψιμα εκδηλωμένη βαρηκοΐα φαίνεται πως ανάγει την εμβρυϊκή καταγωγή της στην ίδια ηλικία κύησης με τη βαρηκοΐα που εκδηλώνεται στην πρώτη νεογνική (βρεφική) ηλικία, ενώ η προοδευτική πανεγκεφαλίτιδα δεν συνδέεται με λοίμωξη σε συγκεκριμένη ηλικία κύησης, διότι μπορεί να εκδηλωθεί δέκα ή και πλέον έτη μετά τη γέννηση. Τέλος, ο σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να εκδηλωθεί μετά από πολλά χρόνια, σε άτομα που είχαν μολυνθεί από τον ιό της ερυθράς μέχρι τον 6ο μήνα της κύησης.

Λοίμωξη πριν από τις 18 εβδομάδες

Το έμβρυο διατρέχει υψηλό κίνδυνο μόλυνσης με σοβαρά επακόλουθα. Η διακοπή της εγκυμοσύνης θα μπορούσε να συζητηθεί και να γίνει αποδεκτή, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τόπους νομοθεσίες, ιδιαίτερα αν η λοίμωξη εμφανίστηκε πριν από τις 12 εβδομάδες της κύησης. Απαιτείται λεπτομερής εξέταση με υπερηχογράφημα και αξιολόγηση του ιικού RNA-AF, ιδιαίτερα για λοιμώξεις που εμφανίζονται μεταξύ 12-18 εβδομάδων της κύησης. Εάν τελικά δεν τεθεί προγεννητική διάγνωση συγγενούς μόλυνσης, μεταγεννητικά τα νεογνά θα πρέπει να υποβληθούν σε ειδική παιδιατρική εξέταση και να πραγματοποιηθεί ανάλυση RV-IgM στα ούρα.

Λοίμωξη μετά από τις 18 εβδομάδες

Η κύηση μπορεί να συνεχιστεί με απλή παρακολούθηση με υπερήχους. Μεταγεννητικά απαιτείται ειδική παιδιατρική εξέταση του νεογνού και έλεγχος για RV-IgM στα εμβρυϊκά ούρα. 23

Κληρονομικότητα

Η κληρονομικότητα δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα. Ωστόσο, επαναμόλυνση στην έγκυο μητέρα η οποία έχει αντισώματα λόγω εμβολιασμού ή έχει νοσήσει κατά το παρελθόν είναι εφικτή. 24 , 25 Η επίπτωση από την επανεμφάνιση της μητρικής μόλυνσης, παρατηρείται αύξηση του τίτλου των IgM αντισωμάτων, είναι άγνωστη και ο κίνδυνος συγγενούς μετάδοσης ελάχιστος. Ως εκ τούτου, οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να είναι εφησυχασμένες. 26

Φυσική ιστορία και έκβαση

Η μόλυνση του εμβρύου από τον ιό της ερυθράς (RV) στο πρώτο τρίμηνο της κύησης, συσχετίστηκε με αυτόματες αποβολές, θνησιγενή έμβρυα και ενδομήτρια βραδύτητα ανάπτυξης (IUGR). Από το σύνολο των εμβρύων που μολύνονται, παθολογικά σημεία και συμπτώματα εμφανίζει περίπου το 30% στη νεογνική ηλικία.

Η οφθαλμική νόσος (καταρράκτης, γλαύκωμα, μικροφθαλμία) ήταν η συχνότερη εντοπιζόμενη διαταραχή (78%), ακολουθούμενη από κώφωση (66%), ψυχοκινητική καθυστέρηση (62%), καρδιαγγειακές ανωμαλίες (58%) και νοητική υστέρηση (42%). 27 Οι συνήθεις καρδιαγγειακές ανωμαλίες (CVMs) αφορούσαν ανοικτό βοτάλειο πόρο και περιφερική στένωση πνευμονικής αρτηρίας. 28

Η μικροκεφαλία μερικές φορές δεν είναι εμφανής κατά τη γέννηση, αλλά μπορεί να αναπτυχθεί προοδευτικά μετά τον 6ο μήνα της ζωής. Ο συγγενής καταρράκτης διαπιστώνεται στα μισά περίπου νεογνά με CRS και στο 75% των περιπτώσεων είναι αμφοτερόπλευρος. Πέρα από τις συγγενείς ανωμαλίες (CMs) στην πρώτη νεογνική περίοδο συχνά εμφανίζονται συμπτώματα οξείας γενικευμένης λοίμωξης όπως μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, ηπατοσπληνομεγαλία και θρομβοκυττοπενική πορφύρα. Μερικές νευρολογικές ανωμαλίες, όπως διαταραχές της ακοής (περιφερική και κεντρική), καθυστέρηση στην ομιλία, κινητική και νοητική υστέρηση, αυτισμός και υποξεία προοδευτική πανεγκεφαλίτιδα, συνήθως δεν ανιχνεύονται μέχρι το δεύτερο χρόνο της ζωής ή και αργότερα. 29 , 30

Τα παιδιά που γεννούνται ασυμπτωματικά, εκδηλώνουν στην παιδική ηλικία διάφορα μόνιμα προβλήματα με συχνότητα εμφάνισης περίπου 70% όπως, ψυχοκινητική καθυστέρηση, νευροαισθητηριακή κώφωση, καταρράκτη, ανοσολογικές διαταραχές, ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη, διαταραχές θυρεοειδούς 31 και ενίοτε διαταραχές της αυξητικής ορμόνης. Η εκδήλωση του διαβήτη μπορεί να καθυστερήσει μέχρι την ηλικία των 30 ετών, εμφανίζεται στο 20-40% των περιπτώσεων όπως διαπιστώθηκε σε σειρές παιδιών με CRS, που παρακολουθήθηκαν επί πολλά χρόνια. 32 - 34

Πρόγνωση

Η επαρκής πρωτοβάθμια πρόληψη της ερυθράς σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς ειδική ανοσολογική προστασία μέσω εμβολιασμού αποτελεί ένα στόχο σε παγκόσμιο επίπεδο. 35

Αντισώματα σε εμβολιασμένα άτομα ανιχνεύονται στο 95% μετά από την χορήγηση μίας μόνο δόσης ενώ έπειτα από την χορήγηση δύο δόσεων η οροθετικότητα προσεγγίζει το 100% των περιπτώσεων. Η ανοσία αυτή, εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την πάροδο εικοσαετίας, παρότι οι ανιχνεύσιμοι τίτλοι ανοσοσφαιρίνης G (RV-IgG) είναι μειωμένοι. 36  Όμως, παρά τους μειωμένους τίτλους αντισωμάτων ο αριθμός των νέων περιπτώσεων της οξείας λοίμωξης της ερυθράς δεν έχει αυξηθεί σε αυτούς τους πληθυσμούς. Πιθανά, το γεγονός αυτό να υποδηλώνει ότι και τα χαμηλότερα επίπεδα των αντισωμάτων εξακολουθούν και παρέχουν κάποια προστασία. Με βάση την διαρκώς μεταβαλλόμενη επιδημιολογία παγκοσμίως, είναι καιρός να επανεκτιμηθούν τα επίπεδα αντισωμάτων πάνω από τα οποία ο κίνδυνος επαναμόλυνσης της εγκύου μητέρας είναι ανύπαρκτος. 37 , 38

Η εξάλειψη του CRS είναι δυνατή καθώς συνεχίζονται οι εκστρατείες εμβολιασμού και όλες οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την υγειονομική περίθαλψη παιδιών, εφήβων και γυναικών συνειδητοποίησαν τη σημασία του προβλήματος και συνεργάζονται. Όλες οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να εξετάζονται για το αντίσωμα της ερυθράς και η ευπαθής ομάδα να εμβολιάζεται μετά τον τοκετό. 39

  1. Gregg NM. Congenital cataract following German measles in the mother. 1941. Epidemiol Infect. 1991 Aug; 107(1):iii-xiv; discussion xiii-xiv. PMCID: PMC2272051
  2. South MA, Sever JL. Teratogen update: the congenital rubella syndrome. Teratology. 1985 Apr; 31(2): 297-307. CrossRef  
  3. Freij BJ, South MA, Sever JL. Maternal rubella and the congenital rubella syndrome. Clin Perinatol. 1988 Jun; 15(2):2 47-57. PMID: 3288422
  4. Dudgeon JA. Teratogenic effect of rubella virus. Proc R Soc Med. 1970 Dec; 63(12): 1254–1257. PMCID: PMC1812373
  5. Controlling rubella and preventing congenital rubella syndrome – global progress, 2009. Wkly Epidemiol Rec. 2010; 85:413–8. CrossRef
  6. Vynnycky E, Adams EJ, Cutts FT, et al. Using Seroprevalence and Immunisation Coverage Data to Estimate the Global Burden of Congenital Rubella Syndrome, 1996-2010: A Systematic Review. PLoS One. 2016 Mar 10; 11(3): e0149160. PMID: 26962867
  7. Réseau Rénarub, Institut National de Veille Sanitaire. Données épidémiologies, 2011. CrossRef   
  8. Lee JY, Bowden DS. Rubella virus replication and links to teratogenicity. Clin Microbiol Rev. 2000 Oct; 13(4): 571-87. PMID: 11023958
  9. Adamo MP, Zapata M, Frey TK. Analysis of gene expression in fetal and adult cells infected with rubella virus. Virology. 2008 Jan 5 ;370(1): 1-11. PMID: 17920097
  10. Sánchez Tenorio E, Velasco RT. Rubella and pregnancy. Perinatal results. Ginecol Obstet Mex. 1992 May; 60: 141-5. PMID: 1618406
  11. Peckham CS. Clinical and laboratory study of children exposed in utero to maternal rubella. Arch Dis Child. 1972 Aug; 47(254): 571-7. PMCID: PMC1648297
  12. Miller E, Cradock-Watson JE, Pollock TM. Consequences of confirmed maternal rubella at successive stages of pregnancy. Lancet. 1982 Oct 9; 2(8302): 781-4. PMID: 6126663
  13. Cradock-Watson JE, Ridehalgh MK, Anderson MJ, et al. Fetal infection resulting from maternal rubella after the first trimester of pregnancy. J Hyg (Lond). 1980 Dec; 85(3): 381-91. PMID: 7462590
  14. Ueda K, Nishida Y, Oshima K, et al. Congenital rubella syndrome: correlation of gestational age at time of maternal rubella with type of defect. J Pediatr. 1979 May; 94(5): 763-5. CrossRef 
  15. Enders G, Nickerl-Pacher U, Miller E, et al. Outcome of confirmed periconceptional maternal rubella. Lancet. 1988 Jun 25; 1(8600): 1445-7. PMID: 2898593
  16. Chen FP, Chu KK. Subclinical rubella reinfection in pregnancy: report of a case. J Formos Med Assoc. 1993 Mar; 92(3): 294-5. PMID: 8102288
  17. Migliucci A, Di Fraja D, Sarno L, et al. Prenatal diagnosis of congenital rubella infection and ultrasonography: a preliminary study. Minerva Ginecol. 2011 Dec; 63(6): 485-9. PMID: 22036752
  18. Callen P. Ultrasound in Obstetric and Gynaecology (4th edn). Philadelphia: Saunders Company, 2000.
  19. Degani S. Sonographic findings in fetal viral infections: a systematic review. Obstet Gynecol Surv. 2006 May; 61(5): 329-36. PMID: 16635273
  20. Vökt CA, Visca E, Tercanli S. Ultrasound findings in fetal infection. Ther Umsch. 2008 Nov; 65(11): 667-74. PMID: 18979430
  21. Macé M, Cointe D, Six C, et al. Diagnostic value of reverse transcription‐PCR of amniotic fluid for prenatal diagnosis of congenital rubella infection in pregnant women with confirmed primary rubella infection. J Clin Microbiol. 2004 Oct; 42(10): 4818-20. PMID: 15472350
  22. Cooray S, Warrener L, Jin L. Improved RT-PCR for diagnosis and epidemiological surveillance of rubella. J Clin Virol. 2006 Jan; 35(1): 73-80. PMID: 16019259
  23. Bouthry E, Picone O, Hamdi G, et al. Rubella and pregnancy: diagnosis, management and outcomes. Prenat Diagn. 2014 Dec; 34 (13): 1246-1253. PMID: 25066688
  24. Best JM, Banatvala JE, Morgan‐Capner P, et al. Fetal infection after maternal reinfection with rubella: criteria for defining reinfection. BMJ. 1989 Sep; 299: 773–5. PMID: 2508917
  25. Gilbert J and Kudesia G. Fetal infection after maternal reinfection with rubella. BMJ. 1989 Nov 11; 299(6709): 1217. PMCID: PMC1838098
  26. Morgan-Capner P, Hodgson J, Hambling MH, et al. Detection of rubella-specific IgM in subclinical rubella reinfection in pregnancy. Lancet. 1985 Feb 2; 1(8423): 244-6. PMID: 2857319
  27. Givens KT, Lee DA, Jones T, et al. Congenital rubella syndrome: ophthalmic manifestations and associated systemic disorders. Br J Ophthalmol. 1993 Jun; 77(6): 358-63. PMID: 8318483
  28. Oster ME, Riehle-Colarusso T, Correa A. An update on cardiovascular malformations in congenital rubella syndrome. Birth Defects Res A Clin Mol Teratol. 2010 Jan; 88(1): 1-8. PMID: 19697432
  29. Weil ML, Itabashi H, Cremer NE, et al. Chronic progressive panencephalitis due to rubella virus simulating subacute sclerosing panencephalitis. N Engl J Med. 1975 May 8; 292(19): 994-8. PMID: 47149
  30. Cremer NE, Oshiro LS, Weil ML, et al. Isolation of rubella virus from brain in chronic progressive panencephalitis. J Gen Virol. 1975 Nov; 29(2): 143-53. PMID: 802699
  31. Clarke WL, Shaver KA, Bright GM, et al. Autoimmunity in congenital rubella syndrome. J Pediat 1984 Mar; 104(3): 370-3. PMID: 6368774
  32. Menser MA, Forrest JM, Bransby RD. Rubella infection and diabetes mellitus. Lancet. 1978 Jan 14; 1(8055): 57-60. PMID: 74564
  33. Ginsberg-Fellner F, Witt ME, Fedun B, et al. Diabetes mellitus and autoimmunity in patients with the congenital rubella syndrome. Rev Infect Dis. 1985 Mar-Apr; 7 Suppl 1: S170-6. PMID: 3890104
  34. Takasu N, Ikema T, Komiya I, et al. Forty‐year observation of 280 Japanese patients with congenital rubella syndrome. Diabetes Care. 2005 Sep; 28(9): 2331-2332. CrossRef
  35. De Santis M, Cavaliere AF, Straface G, et al. Rubella infection in pregnancy. Reprod Toxicol. 2006 May; 21(4): 390-8. PMID: 16580940
  36. Davidkin I, Jokinen S, Broman M, et al. Persistence of measles, mumps, and rubella antibodies in an MMR-vaccinated cohort: a 20-year follow-up. J Infect Dis. 2008 Apr 1; 197(7): 950-6. PMID: 18419470
  37. Charlton CL, Lai FY, Dover DC. How to determine protective immunity in the post-vaccine era. Hum Vaccin Immunother. 2016 Apr 2; 12(4): 903-6. PMID: 26811063
  38. Aboudy Y, Barnea B, Yosef L, et al. Clinical rubella reinfection during pregnancy in a previously vaccinated woman. J Infect. 2000 Sep; 41(2): 187-9. PMID: 11023770
  39. Andrade JQ, Bunduki V, Curti SP, et al. Rubella in pregnancy: intrauterine transmission and perinatal outcome during a Brazilian epidemic. J Clin Virol. 2006 Mar; 35(3): 285-91. PMID: 16310405

Περιγραφή και ορισμός

Η μόλυνση της εγκύου από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) αποτελεί μία συχνή κατάσταση στις ανεπτυγμένες χώρες και χαρακτηρίζεται από ύδρωπα, ασκίτη και κοιλιομεγαλία. Οι μεταγεννητικές συνέπειες της συγγενούς μόλυνσης ποικίλλουν, οι περισσότερες περιπτώσεις είναι ασυμπτωματικές ενώ άλλες συνδέονται με μία ή πολλαπλές εμβρυϊκές ανωμαλίες ποικίλης σοβαρότητας.

Ο ανθρώπινος κυτταρομεγαλοϊός (ΗCMV) είναι μέλος της οικογένειας των ερπητοϊών (Herpesviridae), η οποία συμπεριλαμβάνει τον ιό του απλού έρπη (HSV) 1 και 2, τον ιό Varicella Zoster, τον ιό Epstein-Barr, τον Roseolovirus (HHV-6 και HHV-7) και τον ιό του έρπητα που σχετίζεται με το σάρκωμα Kaposi ή ΗΗV-8. 1  Χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των ερπητοϊών είναι ότι μετά την αρχική λοίμωξη δεν εκριζώνονται, αλλά παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση και αργότερα να επαναδραστηριοποιούνται.

Επιδημιολογικά στοιχεία

Η συγγενής μόλυνση με CMV αποτελεί την πλέον συνήθη ενδομήτρια λοίμωξη η οποία εμφανίζει κίνδυνο επίπτωσης 0,15%-2,0% στα ζώντα έμβρυα. 2 - 4 Η συχνότητα της συγγενούς μόλυνσης είναι υψηλή επειδή οι μητέρες μπορούν να μεταδώσουν τον ιό είτε με πρωτογενή λοίμωξη είτε με επαναδραστηριοποίηση της παλιάς μόλυνσης. 5 , 6

Εμβρυοπάθεια

Η πρωτομόλυνση της εγκύου μητέρας καταλήγει σε ενδομήτρια λοίμωξη του εμβρύου στο 30%-40% των περιπτώσεων και η δυσμενής έκβαση είναι πιθανότερη όταν η μόλυνση εμφανίζεται κατά το πρώτο μισό της κύησης. 7 Ωστόσο, μικρός βαθμός εξασθένησης του ΚΝΣ μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε καθυστερημένη μόλυνση της κύησης. 8 Οι έγκυες γυναίκες με ανοσία-CMV πριν τη σύλληψη είναι μερικώς προστατευμένες, έχουν 0,5%-1% κίνδυνο συγγενούς λοίμωξης και 69% λιγότερη πιθανότητα συγγενούς μόλυνσης στους απογόνους τους από τις έγκυες χωρίς ανοσία-CMV. 9 , 10

Περισσότερο από 10%-15% των προσβεβλημένων νεογνών θα εμφανίσουν συμπτωματολογία συγγενούς λοίμωξης-CMV πετέχειες, ίκτερο, ηπατοσπληνομεγαλία, μικροκεφαλία, λήθαργο/υποτονία ή επιληπτικές κρίσεις, υπερχολερυθριναιμία, θρομβοπενία, απώλεια ακοής και το 5%-15% των μολυσμένων νεογνών χωρίς συμπτωματολογία συγγενούς λοίμωξης-CMV θα έχει μακροπρόθεσμα νευρολογικά προβλήματα όπως νοητική υστέρηση, κώφωση ή προβλήματα όρασης. 11 - 13

Η συχνότητα απώλειας ακοής δεν διέφερε μεταξύ των παιδιών που γεννήθηκαν από μητέρες με ή χωρίς ανοσία-CMV και ήταν 10% και 11%, αντίστοιχα. 14

Αιτιοπαθογένεια

Η συγγενής λοίμωξη-CMV του εμβρύου απαιτεί μόλυνση του πλακούντα, στη συνέχεια μετακίνηση του ιού μέσω της συνκυτιοτροφοβλάστης, της κυτταροτροφοβλάστης και των ενδοθηλιακών κυττάρων. Η μόλυνση αυτών των κυττάρων συνοδεύεται από φλεγμονή, διήθηση λευκοκυττάρων και επαγωγή κυτοκινών, οι οποίες συμβάλλουν στην βλάβη του πλακούντα και του εμβρύου. 15 , 16 Το μέγεθος της βλάβης του πλακούντα που συμβάλλει στην βλάβη του εμβρύου είναι αβέβαιο, αν και γίνεται ολοένα και πιο προφανές ότι ο ιός αντιγράφεται στους εμβρυϊκούς ιστούς, προκαλώντας φλεγμονή, νέκρωση και δυσλειτουργία οργάνων. Ο ιός προάγει τη λαχνίτιδα, την ενδομητρίτιδα και την ισχαιμία των ιστών, οι οποίες συνδέονται με ανεπιθύμητα εμβρυϊκά αποτελέσματα. 17 , 18

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες στο υπερηχογράφημα

Πολλά από τα έμβρυα με συγγενή λοίμωξη έχουν φυσιολογική ανάπτυξη. Ωστόσο, τα διαδοχικά υπερηχογραφήματα μπορεί να αποκαλύψουν ευρήματα σε διαδικασία εξέλιξης. Οι συχνότερες υπερηχογραφικές ανωμαλίες, αν και μη ειδικές, μπορεί να είναι ενδεικτικές της συμπτωματικής συγγενούς λοίμωξης. Τα υπερηχογραφικά ευρήματα συμπεριλαμβάνουν ανωμαλίες πολλαπλών οργάνων και συστημάτων, υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR), ασκίτη, ύδρωπα, κοιλιομεγαλία, εστιακές ενδοκρανιακές αποτιτανώσεις, υδροκεφαλία, μικροκεφαλία, καρδιακές ανωμαλίες, ηπατοσπληνομεγαλία, ηχογενές έντερο, μεγάλο πλακούντα, και μη φυσιολογικό όγκο αμνιακού υγρού (αυξημένο, μειωμένο). 19

Τα υπερηχογραφικά ευρήματα μιας μελέτης που αφορούσε 19 έμβρυα με συγγενή λοίμωξη CMV επιβεβαιώθηκαν αναδρομικά από τους συγγραφείς. Ο υπέρηχος ανίχνευσε ανωμαλίες σε 18 έμβρυα, ενδοκρανιακές ανωμαλίες, καρδιακές ανωμαλίες και παρεγχυματικές αποτιτανώσεις εμφανίστηκαν στο 42%, 37% και 32% των περιπτώσεων, αντίστοιχα. Μεγάλοι πλακούντες παρατηρήθηκαν στο 32% και ο όγκος του αμνιακού υγρού μειώθηκε στο 37% ενώ αυξήθηκε στο 37% των περιπτώσεων. Το εξήντα τρία τοις εκατό των εμβρύων είτε αποβλήθηκε είτε πέθανε κατά τη γέννηση, το 37% που επέζησε είχε μειωμένη ανάπτυξη. 20

Υπερηχογραφική διάγνωση

Μερικά από τα παθογνωμονικά υπερηχογραφικά ευρήματα καθιστούν δυνατή τη διάγνωση της συγγενούς εμβρυϊκής λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό (π.χ. κοιλιομεγαλία, εστιακές ενδοκρανιακές και ηπατικές αποτιτανώσεις. 19

Στρατηγικές διαχείρισης

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι έγκυες γυναίκες εξετάζονται για λοίμωξη-CMV κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου κύησης. 21 Ο ορολογικός έλεγχος των αντισωμάτων IgG, IgM και IgG avidity αποτελεί την πλέον αξιόπιστη εξέταση στον εντοπισμό της πρωτοπαθούς λοίμωξης-CMV. Εάν τεκμηριωθεί μητρική ορομετατροπή ή τα υπερηχογραφικά ευρήματα συνάδουν με εμβρυϊκή λοίμωξη τότε θα πρέπει να πραγματοποιείται αμνιοκέντηση για να επιβεβαιωθεί η κατακόρυφη μετάδοση. Εάν δεν επιβεβαιωθεί εμβρυϊκή μόλυνση και δεν υπάρχουν συγγενείς ανωμαλίες (CMs) θα πρέπει να αποθαρρύνεται η διακοπή κύησης. 22

Τα υπερηχογραφικά ευρήματα συχνά υποδηλώνουν κακή πρόγνωση, ωστόσο η απουσία τους δεν εγγυάται ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα. 23 Στην περίπτωση υπερηχογραφικών ευρημάτων που πιθανολογούν ενδομήτρια λοίμωξη CMV, η ταχεία διερεύνηση του αμνιακού υγρού για επιβεβαίωση της εμβρυϊκής λοίμωξης θα πρέπει να πραγματοποιείται ακόμη και αν ο μητρικός ορολογικός έλεγχος δεν υπαινίσσεται πρόσφατη λοίμωξη. 24

Μεταξύ των εγκύων ασθενών με πρωτολοίμωξη CMV, η ανάλυση του αμνιακού υγρού (FA) ανίχνευσε όλα τα μολυσμένα έμβρυα. Έτσι, η αμνιοπαρακέντηση αποτελεί ένα αξιόπιστο και σημαντικό εργαλείο στην παροχή συμβουλευτικής σε έγκυες γυναίκες με πρωτογενή λοίμωξη καθώς μπορεί να καθοδηγήσει τους γονείς στην συνέχιση ή μη της κύησης παρέχοντας υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης. 25 , 26

Η παρουσία του ιού στο αμνιακό υγρό μπορεί να προσδιοριστεί με καλλιέργεια, αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR) και ποσοτική PCR. 27 Το ιικό φορτίο ως ισοδύναμο γονιδιώματος >/=10 (3) προέβλεψε την μόλυνση μητέρας - παιδιού με 100% πιθανότητα. Ισοδύναμο γονιδιώματος >/=10 (5) προέβλεψε την ανάπτυξη συμπτωματικής συγγενούς μόλυνσης. 28 Η ποσοτική PCR είναι ένα αποτελεσματικό διαγνωστικό μέσο στην διάκριση μεταξύ ενδομήτριας λοίμωξης CMV και συγγενούς προσβολής στο έμβρυο και το νεογνό. 29

Το δείγμα του αμνιακού υγρού πρέπει να λαμβάνεται μετά την 21η-22η εβδομάδα της κύησης και έπειτα από χρονικό διάστημα 6 εβδομάδων από την αρχική διάγνωσης της μητρικής λοίμωξης. 30 - 33

Η PCR ανάλυση αμνιακού υγρού (AF) έχει ευαισθησία (SNS) 100%, ειδικότητα (SPE) 83,3%, θετική προγνωστική αξία (PPV) 40% και αρνητική τιμή πρόβλεψης (NPV) 100%. 34

Επί του παρόντος δεν υπάρχει κάποιο αποτελεσματικό ή ασφαλές εμβόλιο για τον έλεγχο της μητρικής λοίμωξης CMV. Συνεπώς, τα μέτρα υγιεινής (αποφυγή μόλυνσης από τα βιολογικά υγρά του φορέα του ιού, μετάγγιση αίματος) συνιστούν την κύρια μορφή πρόληψης της συγγενούς μόλυνσης, παρότι αρκετές κλινικές μελέτες απέδειξαν ότι η μερική ανοσία CMV μπορεί να μειώσει τη συχνότητα και τη σοβαρότητα της νόσου. 35 , 36

Σε δίδυμο κύηση

Η συμβουλευτική της εγκύου γυναίκας η οποία εμφανίζει στοιχεία πρωτοπαθούς ή υποτροπιάζουσας λοίμωξης CMV είναι πολύπλοκη και γίνεται πιο δύσκολη όταν η λοίμωξη αφορά δίδυμο κύηση. Οι δίδυμες κυήσεις αντιπροσωπεύουν ένα ενδιαφέρον μοντέλο επειδή δύο διαφορετικά έμβρυα εκτίθενται ταυτόχρονα στον ίδιο βλαπτικό παράγοντα της εγκύου μητέρας. Μέχρι σήμερα, έχουν δημοσιευτεί και περιγράφονται λίγες αναφορές περιπτώσεων μολυσμένων δίδυμων με CMV στη βιβλιογραφία. 37

Εάν ο μητρικός ορολογικός έλεγχος υπαινίσσεται πρωτοπαθή λοίμωξη ή αναζωπύρωση παλιάς μόλυνσης CMV θα πρέπει να αναζητείται προγεννητική διάγνωση με αμνιοκέντηση. Η χοριονικότητα δεν μπορεί να προβλέψει τον τύπο της ενδομήτριας μετάδοσης της λοίμωξης στην πολύδυμη κύηση. 38 Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση όπου και τα δύο δίδυμα είναι προσβεβλημένα, μπορεί το ένα να είναι εντελώς ασυμπτωματικό ενώ το άλλο να έχει γενικευμένη συγγενή λοίμωξη CMV.

Επιπλέον, έγινε κατανοητό ότι είναι δυνατή η ενδομήτρια μετάδοση του ιού από το ένα έμβρυο στο άλλο. Λόγω της πιθανότητας της οριζόντιας μετάδοσης της λοίμωξης, η προγεννητική διάγνωση με μία και μοναδική αμνιοκέντηση έχει περιορισμένη αξία. Εάν η αμνιοπαρακέντηση καταδείξει μόλυνση μόνο του ενός δίδυμου, θα πρέπει να πραγματοποιείται δεύτερη αμνιοπαρακέντηση κατά το τρίτο τρίμηνο προκειμένου να αποκλειστεί καθυστερημένη μετάδοση του ιού από το ένα έμβρυο στο άλλο. Η επιλογή μιας δεύτερης αμνιοκέντησης στο τρίτο τρίμηνο θα πρέπει να προσφέρεται στις γυναίκες εκείνες που επιθυμούν τερματισμό της κύησης σε περίπτωση συγγενούς μόλυνσης. 39

Κληρονομικότητα

Η κληρονομικότητα δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα. Όμως, επειδή η πρωτογενής λοίμωξη της εγκύου μητέρας δεν αφήνει μόνιμη ανοσία αλλά σχετική στις περισσότερες ασθενείς, θεωρητικά υπάρχει κάποιος μικρός κίνδυνος επαναμόλυνσης σε επόμενη εγκυμοσύνη και άρα πιθανότητα συγγενούς εμβρυϊκής μόλυνσης.

Φυσική ιστορία και έκβαση

Το εξήντα τρία τοις εκατό 19 εμβρύων με επιβεβαιωμένη συγγενή λοίμωξη CMV είτε κατέληξαν ενδομητρίως είτε απωλέσθησαν κατά τον τοκετό ενώ το 37% που επέζησαν είχε μειωμένη ανάπτυξη. 20 Σε άλλες μελέτες η συγγενής λοίμωξη-CMV πέραν των προαναφερομένων είναι αιτία ενδομήτριας υπολειπόμενης ανάπτυξης (IUGR), πρόωρου τοκετού και προεκλαμψίας. 40 - 43

Πρόγνωση

Τριάντα τέσσερεις ασθενείς με συγγενή μόλυνση CMV παρακολουθήθηκαν μεταγεννητικά σε ειδική κλινική με τακτικές ιατρικές, οφθαλμικές και ψυχομετρικές εξετάσεις καθώς και ακοόγραμμα. Η ηλικία των ασθενών κατά την τελευταία επίσκεψη κυμάνθηκε από 9 μήνες έως 14 έτη (μ ο, περίπου 4 έτη). Δέκα ασθενείς πέθαναν και 23 επιζήσαντες ασθενείς είχαν επαρκείς εξετάσεις παρακολούθησης. 'Όλοι οι ασθενείς, εκτός από δύο, είχαν ενδείξεις προσβολής κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) ή πρόβλημα ακοής. Μικροκεφαλία ανιχνεύθηκε σε 16 (70%), νοητική υστέρηση σε 14 (61%), απώλεια ακοής σε επτά (30%), νευρομυϊκές διαταραχές σε οκτώ (35%) και χοριορετινίτιδα ή ατροφία οπτικού νεύρου σε πέντε (22%). 44

  1. Crough T, Khanna R. Review Immunobiology of human cytomegalovirus: from bench to bedside. Clin Microbiol Rev. 2009 Jan; 22(1): 76-98. PMID: 19136435
  2. Alford CA, Stagno S, Pass RF, et al. Congenital and perinatal cytomegalovirus infection. Rev Infect Dis. 1990 Sep-Oct; 12 Suppl 7:S745-53. PMID: 2173104
  3. Gaytant MA, Rours GI, Steegers EA, et al. Congenital cytomegalovirus infection after recurrent infection: case reports and review of the literature. Eur J Pediatr. 2003 Apr; 162(4): 248-53. PMID: 12647198
  4. Peckham CS. Cytomegalovirus infection: congenital and neonatal disease. Scand J Infect Dis Suppl. 1991; 80: 82-7. PMID: 1666449
  5. Stagno S, Pass RF, Dworsky ME, et al. Congenital cytomegalovirus infection: The relative importance of primary and recurrent maternal infection. N Engl J Med. 1982 Apr 22; 306(16): 945-9. PMID: 6278309
  6. Stagno S, Reynolds DW, Huang ES, et al. Congenital cytomegalovirus infection. N Engl J Med. 1977 Jun 2; 296(22): 1254-8. PMID: 193004
  7. Stagno S, Pass RF, Cloud G, Britt WJ, et al. Primary cytomegalovirus infection in pregnancy. Incidence, transmission to fetus, and clinical outcome. JAMA. 1986 Oct 10; 256(14): 1904-8. PMID: 3020264
  8. Pass RF, Fowler KB, Boppana SB, et al. Congenital cytomegalovirus infection following first trimester maternal infection: symptoms at birth and outcome. J Clin Virol. 2006 Feb; 35(2): 216-20. PMID: 16368262
  9. Boppana SB, Fowler KB, Britt WJ, et al. Symptomatic congenital cytomegalovirus infection in infants born to mothers with preexisting immunity to cytomegalovirus. Pediatrics. 1999 Jul; 104(1 Pt 1): 55-60. PMID: 10390260
  10. Fowler KB, Stagno S, Pass RF. Maternal immunity and prevention of congenital cytomegalovirus infection. JAMA. 2003 Feb 26; 289(8): 1008-11. PMID: 12597753
  11. Boppana SB, Pass RF, Britt WJ, et al. Symptomatic congenital cytomegalovirus infection: neonatal morbidity and mortality. Pediatr Infect Dis J. 1992 Feb; 11(2): 93-9. PMID: 1311066
  12. Fowler KB, Stagno S, Pass RF, et al. The outcome of congenital cytomegalovirus infection in relation to maternal antibody status. N Engl J Med. 1992 Mar 5; 326(10): 663-7. PMID: 1310525
  13. Ornoy A. Fetal effects of primary and non-primary cytomegalovirus infection in pregnancy: are we close to prevention? Isr Med Assoc J. 2007 May; 9(5): 398-401. PMID: 17591385
  14. Ross SA, Fowler KB, Ashrith G, et al. Hearing loss in children with congenital cytomegalovirus infection born to mothers with preexisting immunity. J Pediatr. 2006 Mar; 148(3): 332-6. PMID: 16615962
  15. Pereira L, Maidji E. Cytomegalovirus infection in the human placenta: maternal immunity and developmentally regulated receptors on trophoblasts converge. Curr Top Microbiol Immunol. 2008; 325: 383-95. PMID: 18637517
  16. Scott GM, Chow SS, Craig ME, et al. Cytomegalovirus infection during pregnancy with maternofetal transmission induces a proinflammatory cytokine bias in placenta and amniotic fluid. J Infect Dis. 2012 Apr 15; 205(8): 1305-10. PMID: 22383678
  17. Maidji E, Nigro G, Tabata T, et al. Antibody treatment promotes compensation for human cytomegalovirus-induced pathogenesis and a hypoxia-like condition in placentas with congenital infection. Am J Pathol. 2010 Sep; 177(3): 1298-310. PMID: 20651234
  18. Iwasenko JM, Howard J, Arbuckle S, et al. Human cytomegalovirus infection is detected frequently in stillbirths and is associated with fetal thrombotic vasculopathy. J Infect Dis. 2011 Jun 1; 203(11): 1526-33. PMID: 21592980
  19. Degani S. Sonographic findings in fetal viral infections: a systematic review. Obstet Gynecol Surv. 2006 May; 61(5): 329-36. PMID: 16635273
  20. Drose JA, Dennis MA, Thickman D. Infection in utero: US findings in 19 cases. Radiology. 1991 Feb; 178(2): 369-74. PMID: 1846239
  21. Lazzarotto T, Gabrielli L, Lanari M, et al. Congenital cytomegalovirus infection: recent advances in the diagnosis of maternal infection. Hum Immunol. 2004 May; 65(5): 410-5. PMID: 15172439
  22. Coll O, Benoist G, Ville Y; WAPM Perinatal Infections Working Group. Guidelines on CMV congenital infection. J Perinat Med. 2009; 37(5): 433-45. PMID: 19673682
  23. Yinon Y, Farine D, Yudin MH. Screening, diagnosis, and management of cytomegalovirus infection in pregnancy. Obstet Gynecol Surv. 2010 Nov; 65(11):736-43. PMID: 21375790
  24. Zalel Y, Gilboa Y, Berkenshtat M, et al. Secondary cytomegalovirus infection can cause severe fetal sequelae despite maternal preconceptional immunity. Ultrasound Obstet Gynecol. 2008 Apr; 31(4): 417-20. PMID: 18383476
  25. Lipitz S, Yagel S, Shalev E, et al. Prenatal diagnosis of fetal primary cytomegalovirus infection. Obstet Gynecol. 1997 May; 89(5 Pt 1): 763-7. PMID: 9166317
  26. Donner C, Liesnard C, Content J, et al. Prenatal diagnosis of 52 pregnancies at risk for congenital cytomegalovirus infection. Obstet Gynecol. 1993 Oct; 82(4 Pt 1): 481-6. PMID: 8397357
  27. Lazzarotto T, Varani S, Guerra B, et al. Prenatal indicators of congenital cytomegalovirus infection. J Pediatr. 2000 Jul; 137(1): 90-5. PMID: 10891828
  28. Guerra B, Lazzarotto T, Quarta S, et al. Prenatal diagnosis of symptomatic congenital cytomegalovirus infection. Am J Obstet Gynecol. 2000 Aug; 183(2): 476-82. PMID: 10942490
  29. Maine GT, Lazzarotto T, Landini MP. New developments in the diagnosis of maternal and congenital CMV infection. Expert Rev Mol Diagn. 2001 May; 1(1): 19-29. PMID: 11901797
  30. Liesnard C, Donner C, Brancart F, et al. Prenatal diagnosis of congenital cytomegalovirus infection: prospective study of 237 pregnancies at risk. Obstet Gynecol. 2000 Jun; 95(6 Pt 1): 881-8. PMID: 10831985
  31. Lazzarotto T, Guerra B, Lanari M, et al. New advances in the diagnosis of congenital cytomegalovirus infection. J Clin Virol. 2008 Mar; 41(3): 192-7. PMID: 18054840
  32. Naing ZW, Scott GM, Shand A, et al. Congenital cytomegalovirus infection in pregnancy: a review of prevalence, clinical features, diagnosis and prevention. Aust N Z J Obstet Gynaecol. 2016 Feb; 56(1): 9-18. PMID: 26391432
  33. Ornoy A. The effects of Cytomegalic virus (CMV) infection during pregnancy on the developing human fetus. Harefuah. 2002 Jun; 141(6):565-8, 577. PMID: 12119775
  34. Lazzarotto T, Guerra B, Spezzacatena P, et al. Prenatal diagnosis of congenital cytomegalovirus infection. Clin Microbiol. 1998 Dec; 36(12): 3540-4. PMID: 9817869
  35. Lombardi G, Stronati M. Congenital cytomegalovirus infection. Minerva Pediatr. 2005 Oct; 57(5): 213-27. PMID: 16205606
  36. Pass RF, Burke RL. Development of cytomegalovirus vaccines: prospects for prevention of congenital CMV infection. Semin Pediatr Infect Dis. 2002 Jul; 13(3): 196-204. PMID: 12199616
  37. Lazzarotto T, Gabrielli L, Foschini MP, et al. Congenital cytomegalovirus infection in twin pregnancies: viral load in the amniotic fluid and pregnancy outcome. Pediatrics. 2003 Aug; 112(2): e153-7. PMID: 12897321
  38. Tomasik T, Zawilińska B, Pawlik D, et al. Congenital cytomegaly in one twin - a case report. Med Wieku Rozwoj. 2012 Jul-Sep; 16(3): 252-60. PMID: 23378403
  39. Yinon Y, Yagel S, Tepperberg‐Dikawa M, et al. Prenatal diagnosis and outcome of congenital cytomegalovirus infection in twin pregnancies. BJOG. 2006 Mar; 113(3): 295-300. PMID: 16487201
  40. Pereira L, Petitt M, Fong A, et al. Intrauterine growth restriction caused by underlying congenital cytomegalovirus infection. J Infect Dis. 2014 May 15; 209(10): 1573-84. PMID: 24403553
  41. Williams EJ, Embleton ND, Clark JE, et al. Viral infections: contributions to late fetal death, stillbirth, and infant death. J Pediatr. 2013 Aug; 163(2): 424-8. PMID: 23507026
  42. Pass RF, Stagno S, Myers GJ, et al. Outcome of symptomatic congenital cytomegalovirus infection: results of long-term longitudinal follow-up. Pediatrics. 1980 Nov; 66(5): 758-62. PMID: 6159568
  43. Xie F, Hu Y, Magee LA, et al. An association between cytomegalovirus infection and pre-eclampsia: A case-control study and data synthesis. Acta Obstet Gynecol Scand. 2010 Sep; 89: 1162–116. PMID: 20804342
  44. Lorenzoni F, Lunardi S, Liumbruno A, et al. Neonatal screening for congenital cytomegalovirus infection in preterm and small for gestational age infants. J Matern Fetal Neonatal Med. 2014 Oct; 27(15): 1589-93. PMID: 24328547

Περιγραφή και ορισμός

Ο κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τη διάγνωση και τη διαχείριση των ιατρικών, κοινωνικών και ψυχολογικών πτυχών μιας κληρονομικής νόσου είναι η κλινική γενετική. Συχνά, τα άτομα που αναζητούν γενετική συμβουλευτική είναι οι γονείς ενός παιδιού με πιθανή ή γνωστή γενετική πάθηση. Κάποιο άλλοι που αναζητούν γενετική συμβουλευτική περιλαμβάνουν ενήλικες με γνωστή ανωμαλία ή οικογενειακό ιστορικό πάθησης όπως ο καρκίνος ή οι νευροεκφυλιστικές ασθένειες. Η γενετική συμβουλευτική αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του προγράμματος των γενετικών εξετάσεων, του προσυμπτωματικού ελέγχου και των συναφών εξετάσεων προγεννητικού ελέγχου.

Ο προγεννητικός έλεγχος των συγγενών ανωμαλιών και ιδιαίτερα εκείνων που οφείλονται σε αλλοιώσεις του γενετικού υλικού, έχει επεκταθεί και τελειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό. Η διαρκώς αυξανόμενη γνώση και η τεχνολογική πρόοδος στον τομέα της ιατρικής οδήγησαν στην ανάπτυξη των μοριακών τεχνικών οι οποίες χρησιμοποιούνται στην ανίχνευση των γενετικών νόσων. Η διαθεσιμότητα της προγεννητικής διάγνωσης για ένα ευρύ φάσμα διαταραχών συνεχίζει και αυξάνεται με την πρόοδο της γενετικής. Επιπλέον, έχει σημειωθεί πρόοδος στην αξιοπιστία των διαγνωστικών τεστ πληθυσμιακού ελέγχου ή επιλεκτικά της ομάδας υψηλού κινδύνου που υποβάλλεται σε προγεννητικό έλεγχο για να εντοπιστούν οι μελλοντικοί γονείς που φέρουν κάποια γενετική διαταραχή. Νέες επίσης τεχνικές, όπως ο έλεγχος του ελευθέρου εμβρυϊκού DNA, άλλαξαν σημαντικά το πεδίο της προγεννητικής διάγνωσης. Αυτές οι βελτιώσεις στα προγράμματα προγεννητικού ελέγχου και διάγνωσης δίνουν την δυνατότητα σε πολλούς γονείς φορείς ή εν μέρει φορείς κληρονομικών νοσημάτων να αποφύγουν την γέννηση παιδιών με αναπηρία. Οι μελλοντικοί γονείς συχνά αναζητούν την γνώμη του ειδικού, για το εάν πρέπει να διακόψουν ή όχι την κύηση ενός παθολογικού εμβρύου, αν υπάρχει κίνδυνος επανεμφάνισης της διαταραχής σε νέα εγκυμοσύνη ή εάν πρέπει να επιλέξουν κάποια συγκεκριμένη μέθοδο αναπαραγωγής. Ωστόσο, η βελτίωση των τεχνικών και των μεθόδων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι εφικτή η γενική εφαρμογή του προγεννητικού ελέγχου σε όλες ανεξαιρέτως τις εγκύους, ούτε απαραίτητα σημαίνει την παράλληλη εκρίζωση των γενετικών νόσων. Ένα γενετικό νόσημα που οφείλεται στην μετάλλαξη ενός ή περισσοτέρων γονιδίων δεν θα αποκαλυφθεί στον κλασικό ή τον μοριακό καρυότυπο, αλλά απαιτεί τον πλήρη έλεγχο όλου του γονιδίου στο 100% των γνωστών μεταλλάξεων. Ομοίως τα μικροελλειπτικά σύνδρομα, όπως το σύνδρομο Jacobsen (JBS), δεν ανιχνεύονται με τον κλασικό καρυότυπο. Η ανίχνευση των μικροελλειπτικών συνδρόμων βασίζεται σε μοριακές τεχνικές όπως τον φθορίζοντα in situ υβριδισμό (FISH) και στην τεχνική MLPA (multiplex ligation-dependent probe amplification), χρησιμοποιώντας αντίστοιχα έναν ή πολλαπλούς ανιχνευτές για την υπό εξέταση περιοχή, ή με τον μοριακό καρυότυπο (aCGH). Επίσης, η προγεννητική διάγνωση του JBS με βάση τα υπερηχογραφικά ευρήματα είναι σπάνια και μπορεί να τεθεί μόνο τυχαία έπειτα από διερεύνηση των γενετικών αιτίων αυτών των ευρημάτων. Επομένως είναι απαραίτητο και πρέπει να συνιστάται από τους παρόχους υγείας η εφαρμογή της κατάλληλης μεθόδου ανίχνευσης ενός γενετικού νοσήματος και πάντα με βάση τις ενδείξεις που υπάρχουν. Η σχέση της γενετικής συμβουλευτικής με την διαδικασία του προγεννητικού ελέγχου σίγουρα διαφέρει σημαντικά στην σκέψη ανάμεσα στον εμβρυομητρικό ιατρό και τον γενετιστή. Ο εμβρυομητρικός γιατρός θεωρεί τη γενετική συμβουλευτική ως μια αναγκαία διαδικασία που θα χρειαστεί να εφαρμοστεί μετά από κάθε παθολογικό εύρημα στα πλαίσια του αιματολογικού και του επεμβατικού προγεννητικού ελέγχου και αυτό το εύρημα θα πρέπει να επεξηγηθεί στους ενδιαφερόμενους γονείς. Ο κλινικός γενετιστής από την πλευρά του, θεωρεί ότι η γενετική συμβουλευτική θα πρέπει να παρέχεται σε κάθε ζευγάρι μελλοντικών γονέων, ιδίως δε, και όταν υπάρχει κάποια υπόνοια ενός κληρονομικού νοσήματος. 1 Ωστόσο εδώ θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ γενετικής και προγεννητικής συμβουλευτικής. Γενετική συμβουλευτική παρέχει ο γενετιστής ενώ προγεννητική συμβουλευτική ο ιατρός της εμβρυομητρικής ιατρικής συνήθως όταν ανακαλύπτει κάποια εμβρυϊκή ανωμαλία, κατά την διενέργεια υπερηχογραφήματος. Προγεννητική συμβουλευτική, ενίοτε στην κλινική πρακτική, θα χρειαστεί να παρέχουν και άλλες εμπλεκόμενες ειδικότητες από ομάδες ιατρών συναφείς με τα προβλήματα που διαγνώστηκαν. Η υπερηχογραφία διαδραματίζει ένα σημαντικό ρόλο στην παροχή του προγεννητικού ελέγχου και της διάγνωσης, καθώς αποτελεί το κλειδί για την καθοδήγηση μιας επεμβατικής διαδικασίας. Επιπλέον, μία στρατηγική πληθυσμιακού ελέγχου που ενσωματώνει τους υπερηχογραφικούς δείκτες ανευπλοειδίας αυξάνει την διαγνωστική αξία του υπερήχου στην αναγνώριση των γενετικών συνδρόμων. 2

Βασικές αρχές της γενετικής συμβουλευτικής

Ο σημαντικότερος τρόπος πρόληψης των γενετικών νόσων είναι η γενετική συμβουλευτική. Η πρόληψη των γενετικών νόσων επιτυγχάνεται καταρχήν με την ακριβή διάγνωση της φύσης της νόσου, την γνώση της φυσικής ιστορίας αυτής, τον τρόπο κληρονομικής μεταβίβασης, τον κίνδυνο επανεμφάνισης μέσα στην οικογένεια και τις επιλογές προσαρμογής στον κίνδυνο ή την κατάσταση. 3 Αυτή η διαδικασία που ενσωματώνει όλα τα ανωτέρω ονομάζεται γενετική συμβουλευτική. 4 Η γενετική συμβουλευτική ορίζεται επίσης ως μια εκπαιδευτική διαδικασία που επιδιώκει να βοηθήσει τα επηρεαζόμενα άτομα να κατανοήσουν καλύτερα τη φύση μιας γενετικής διαταραχής, τη μετάδοσή της και τις τεκμηριωμένες θεραπευτικές επιλογές που υπάρχουν στη διαχείριση και τον οικογενειακό προγραμματισμό. 5 Παραδοσιακά, η γενετική συμβουλευτική στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στις διαταραχές ενός γονιδίου ή σε στατιστικές πιθανότητες επανεμφάνισης μιας κατάστασης και βασιζόταν στους γνωστούς κανόνες της κληρονομικότητας του Mendel. Σε πολλές περιπτώσεις ήταν και είναι δυνατή η διάγνωση των φορέων μιας γενετικής νόσου πολύ πριν την εκδήλωσή της έτσι ώστε να δίνεται η πληροφόρηση στους γονείς για την αποφυγή της γέννησης ενός πάσχοντος παιδιού. Ωστόσο, με την πρόοδο της γονιδιωματικής τεχνολογίας η νέα εποχή της πολυπαραγοντικής ασθένειας είναι περισσότερο επίκαιρη παρά ποτέ. Μεταλλάξεις διαφορετικών ομάδων γονιδίων, μπορούν και συσχετίζονται μεταξύ τους αυξάνοντας την πιθανότητα νόσησης διαφορετικών οργάνων, π.χ., μετάλλαξη στο γονίδιο 9p22.2 συσχετίζεται με φορείς της μετάλλαξης BRCA1 και BRCA2 στο γενικό πληθυσμό αυξάνοντας τον κίνδυνο καρκίνου των ωοθηκών. 7 Επιπλέον, η τεχνολογία της αλληλούχισης DNA της επόμενης γενιάς (NGS), επέτρεψε την ανάλυση πολλαπλών γονιδίων ταυτόχρονα παράγοντας αποτελέσματα σε πολλαπλές παραλλαγές γεγονός που καθιστά την επακόλουθη γενετική συμβουλευτική πιο περίπλοκη και απαιτητική. Αυτή η πολυπλοκότητα προκύπτει λόγω της πιθανότητας χιλιάδων σεναρίων, τα οποία απαιτούν διαφορετικές προσεγγίσεις για να αξιολογηθούν κατά περίπτωση. 8 Εκτός από τις συγγενείς ανωμαλίες, την διαφόρου βαθμού νοητική υστέρηση, τα μεταβολικά σύνδρομα, τα σύνδρομα της παιδικής ηλικίας, γενετική συμβουλευτική μπορεί να αναζητηθεί στην οικογένεια όταν υπάρχουν προβλήματα υπογονιμότητος, ιστορικό καθ’ έξιν αποβολών ή θνησιγενών εμβρύων. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις η πιθανότητα να υπάρχει «γενετική επιβάρυνση» είναι αυξημένη. Την ανάγκη γενετικής συμβουλευτικής έχει επίσης η έγκυος μητέρα που έχει εκτεθεί σε τερατογόνους παράγοντες όπως φάρμακα, ιονίζουσα ακτινοβολία και λοιμώξεις.

Εκτίμηση γενετικού κινδύνου

Οι διπλοειδείς οργανισμοί περιέχουν τις γενετικές πληροφορίες, τα γονίδια, δύο φορές, μία από τη μητέρα και μία από τον πατέρα. Κάθε γονίδιο μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές, που ονομάζονται αλληλόμορφα. Συνεπώς, για κάθε χαρακτηριστικό οι διπλοειδείς οργανισμοί διαθέτουν δύο αλληλόμορφα, τα οποία βρίσκονται σε αντίστοιχες θέσεις των ομόλογων χρωμοσωμάτων. Ένα άτομο μπορεί να φέρει ίδια ή διαφορετικά αλληλόμορφα για ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό. Για παράδειγμα, όσον αφορά τη μορφή των λοβών των αυτιών, μπορεί το ένα αλληλόμορφο να καθορίζει ελεύθερους λοβούς και το άλλο προσκολλημένους. Όταν τα αλληλόμορφα είναι ίδια, το άτομο που τα φέρει είναι ομόζυγο για το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, ενώ, αν είναι διαφορετικά, το άτομο είναι ετερόζυγο. Ένα ομόζυγο άτομο που φέρει δύο αλληλόμορφα τα οποία καθορίζουν ελεύθερους λοβούς εκδηλώνει αυτό το χαρακτηριστικό. Ομοίως, ένα ομόζυγο άτομο που φέρει δύο αλληλόμορφα τα οποία καθορίζουν προσκολλημένους λοβούς εμφανίζει αυτό το χαρακτηριστικό. Επίσης, ένα άτομο ετερόζυγο για τα παραπάνω αλληλόμορφα έχει ελεύθερους λοβούς. Αυτό συμβαίνει επειδή το αλληλόμορφο για τους ελεύθερους λοβούς καλύπτει τη δράση του αλληλομόρφου για τους προσκολλημένους λοβούς. Το αλληλόμορφο του οποίου η δράση εκδηλώνεται στην ετερόζυγη κατάσταση ονομάζεται επικρατές και συμβολίζεται συνήθως με κεφαλαίο γράμμα (π.χ. Α). Το αλληλόμορφο του οποίου η δράση δεν εκδηλώνεται στην ετερόζυγη κατάσταση ονομάζεται υπολειπόμενο και συνήθως συμβολίζεται με το αντίστοιχο πεζό γράμμα (π.χ. α). Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι τα υπολειπόμενα αλληλόμορφα μπορούν να εκδηλωθούν μόνο σε ομόζυγη κατάσταση. 

Η εμφάνιση ενός νοσήματος στην οικογένεια για πρώτη και μοναδική φορά, αφού αποκλειστεί ο περιβαλλοντολογικός παράγων, θα μπορούσε να αποδοθεί σε χρωμοσωμική ανωμαλία και πολυπαραγοντική ή μονογονιδιακή νόσο. Στα νοσήματα που μεταβιβάζονται με τους γνωστούς κανόνες του Mendel (επικρατή, υπολειπόμενο, φυλοσύνδετο τρόπο κληρονόμησης), ως αποτέλεσμα ενός μεταλλαγμένου γονιδίου, ο γενετικός κίνδυνος προσδιορίζεται με σχετική ακρίβεια. Στις χρωμοσωμικές ανωμαλίες και σε πολυπαραγοντική νόσο ο γενετικός κίνδυνος είναι κυμαινόμενος.

Στην αυτοσωμική επικρατή κληρονόμηση, τα προσβεβλημένα άτομα είναι ετερόζυγα για ένα μη φυσιολογικό αλληλόμορφο το οποίο μεταδίδουν στο 50% των απογόνων τους, ανεξάρτητα από το φύλο. Συνολικά, περίπου 1/200 άτομα επηρεάζονται με νόσο που μεταφέρεται με αυτοσωμικό επικρατούντα τύπο κληρονόμησης, αν και γενικά οι μεμονωμένες καταστάσεις είναι σπάνιες. Σύμφωνα με τον Νόμο της Κυριαρχίας και της Ομοιομορφίας του Mendel, μόνο ένα κυρίαρχο αλληλόμορφο ενός γονιδίου είναι απαραίτητο για το άτομο να εκδηλώσει τη νόσο ή το χαρακτηριστικό.

Στις αυτοσωμικές υπολειπόμενες διαταραχές για να εκδηλωθεί η νόσος πρέπει να υπάρχουν δύο γονιδιακές μεταλλάξεις στον ίδιο γενετικό τόπο, δηλαδή οι γονείς να φέρουν μια μετάλλαξη στο ίδιο υπολειπόμενο γονίδιο ή αλληλόμορφο. Ο γενετικός κίνδυνος υποτροπής σε αυτούς τους υγιείς γονείς-φορείς είναι 25% σε κάθε εγκυμοσύνη.

Οι διαταραχές που συνδέονται με το Χ χρωμόσωμα μπορεί να είναι κυρίαρχες ή υπολειπόμενες. Το ανθρώπινο Χ χρωμόσωμα είναι ένα μεγάλο χρωμόσωμα, που περιέχει περίπου 5% του πυρηνικού DNA (155 εκατομμύρια ζεύγη βάσεων ή 155 Mb). Σχεδόν 1.100 γονίδια έχουν εντοπιστεί στο χρωμόσωμα Χ. Σε αντίθεση με το Χ χρωμόσωμα, το Υ χρωμόσωμα είναι πολύ μικρό (60 Mb) και περιέχει μόνο μερικές δεκάδες γονίδια. Τα φυλοσύνδετα νοσήματα προκαλούνται από μεταλλαγμένα γονίδια που βρίσκονται στο Χ χρωμόσωμα και εκφράζονται πλήρως στα άρρενα άτομα, τα οποία έχουν μόνο ένα Χ χρωμόσωμα. Είναι δηλαδή ημιζυγώτες για τα φυλοσύνδετα γονίδια. Όλα τα σωματικά κύτταρα στα θήλεα άτομα του ανθρώπου διαθέτουν δύο Χ χρωμοσώματα, όμως μόνο ένα από αυτά είναι γενετικά ενεργό. Το ένα από τα δύο Χ χρωμοσώματα απενεργοποιείται τυχαία και μόνιμα σε αρχικό στάδιο της εμβρυϊκής ανάπτυξης και θα παραμείνει ανενεργό σε όλους τους απογόνους αυτού του κυττάρου. Αυτή η διαδικασία, είναι γνωστή ως αδρανοποίηση του Χ χρωμοσώματος. Ως αποτέλεσμα της Χ αδρανοποίησης, όλα τα φυσιολογικά θήλυ έχουν δύο διακριτούς πληθυσμούς κυττάρων, έναν πληθυσμό που έχει ενεργό Χ χρωμόσωμα πατρικής προέλευσης και ένα άλλο που έχει ενεργό Χ χρωμόσωμα μητρικής προέλευσης. Εξαιτίας αυτής της τυχαίας απενεργοποίησης του Χ χρωμοσώματος, τα φυλοσύνδετα χαρακτηριστικά εκφράζονται ποικιλοτρόπως σε ετερόζυγες γυναίκες φορείς του μεταλλαγμένου γονιδίου. Οι άρρενες που έχουν μόνο ένα αντίγραφο του χρωμοσώματος Χ, είναι ετερόζυγοι για το Χ χρωμόσωμα. Οι περισσότερες φυλοσύνδετες διαταραχές είναι υπολειπόμενες, αν και υπάρχουν επίσης μερικές επικρατείς. Τα φυλοσύνδετα νοσήματα έχουν γεννητικό κίνδυνο 50% για τα άρρενα έμβρυα θήλεων ετεροζυγωτών. Βέβαιος φορέας είναι η γυναίκα που έχει προσβεβλημένους τον πατέρα της ή δύο γιούς της ή τον αδελφό και τον γιό της.

Η πολυπαραγοντική κληρονομικότητα αναφέρεται στην εκδήλωση γενετικών χαρακτηριστικών που εξαρτώνται από τη δράση πολλών παραγόντων, τόσο γενετικών όσο και περιβαλλοντικών, όπου το αθροιστικό αποτέλεσμα της γενετικής ποικιλομορφίας αρκετών και πιθανά πολλαπλών γενετικών τόπων, προκαλεί τα χαρακτηριστικά ή τη νόσο. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των διαφορετικών γενετικών τόπων, που συνεισφέρουν σε ένα χαρακτηριστικό ή/και όσο περισσότερο πολυμορφικοί είναι οι γεννητικοί τόποι, τόσο πιθανότερο είναι η κατανομή του χαρακτηριστικού να ακολουθεί μια κανονική καμπύλη. Επιπλέον, οι περιβαλλοντολογικοί παράγοντες μπορούν να τροποποιήσουν τη μορφή κατανομής της συχνότητας. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν οι συγγενείς καρδιοπάθειες, τα ελλείμματα του νωτιαίου σωλήνα και το λυκόστομα με ή χωρίς λαγώχειλο. Στα πολυπαραγοντικά νοσήματα ο γενετικός κίνδυνος εκτιμάται σε κάθε οικογένεια ξεχωριστά, με βάση την εμπειρία του κινδύνου επανεμφάνισης της συγκεκριμένης κατάστασης στο συγκεκριμένο πληθυσμό. Ο κίνδυνος επανεμφάνισης σε συγγενείς πρώτου βαθμού (γονείς/αδέλφια) σπάνια είναι πάνω από 5%. Ο εμπειρικός κίνδυνος επανεμφάνισης μιας νόσου, είναι περίπου όσος η τετραγωνική ρίζα της νόσου αυτής στον γενικό πληθυσμό. Για παράδειγμα η συχνότητα λαγώχειλου/λυκοστόματος στους Ισπανόφωνους πληθυσμούς (Ισπανούς, Χιλιανούς, Κολομβιανούς), είναι 0,1% 9 Η τετραγωνική ρίζα της παραπάνω συχνότητας είναι 3,2%. Ο ακριβής εμπειρικός κίνδυνος υποτροπής των περισσοτέρων πολυπαραγοντικών διαταραχών, υπολογίζεται ανάλογα με την βαρύτητα της βλάβης αν και για ορισμένες ανωμαλίες αμφισβητείται, το φύλο του πάσχοντος ατόμου, τον αριθμό των πασχόντων ατόμων στην οικογένεια και την εμφάνιση της ίδια βλάβης σε έναν ή και τους δύο γονείς. Παγκοσμίως το λαγώχειλο με παρουσία λυκοστόματος (CL/P), η είναι πιο συχνό στους άρρενες. Ως εκ τούτου ο κίνδυνος υποτροπής στα αδέλφια του πάσχοντος ατόμου είναι ελαφρώς αυξημένος στα άρρενα από τα θήλυ και συγκεκριμένα, 7.1 έναντι 5.7%. Αυτός, ο κίνδυνος υποτροπής επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο σε οικογένειες με περισσότερα του ενός πάσχοντα μέλη (δύο πάσχοντα τέκνα, 9%), ιδίως μάλιστα εάν πάσχουν οι γονείς (ένας πάσχων γονέας και ένα πάσχον τέκνο, 20%).

  1. Mamopoulos M, farmakidis G. Maternal-Fetal Medicine. University Studio Press. Thessaloniki 1996. Pag 93
  2. Evans MI, Hume Jr RF, Johnson MP, et al. Integration of genetics and ultrasonography in prenatal diagnosis: just looking is not enough. Am J Obstet Gynecol. 1996 Jun;174(6): 1925-31. PubMed | AJOG | Google Scholar 
  3. Corsello G, Giuffrè M. Congenital malformations. J Matern Fetal Neonatal Med. 2012 Apr;25 Suppl 1:25-9. PubMed | Taylor & Francis Online | Google Scholar
  4. National Society of Genetic Counselors' Definition Task Force. A new definition of Genetic Counseling: National Society of Genetic Counselors' Task Force report. J Genet Couns. 2006 Apr;15(2):77-83. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  5. Harper P. Practical genetic counselling. 5th ed. Woburn, MA: Butterworth-Heinemann; 1998. pp. 3–4.
  6. Mendel G, Bateson W. Experiments in Plant Hybridization. Journal of the Royal Horticultural Society. 1901; 26:1–32.
  7. Vigorito E, Kuchenbaecker KB, Beesley J, et al. Fine-Scale Mapping at 9p22.2 Identifies Candidate Causal Variants That Modify Ovarian Cancer Risk in BRCA1 and BRCA2 Mutation Carriers. PLoS One. 2016 Jul 27;11(7):e0158801. PubMed | PMC | PDF | Plos One | Google Scholar
  8. Yang M, Kim JW. Principles of Genetic Counseling in the Era of Next-Generation Sequencing. Ann Lab Med. 2018 Jul; 38(4):291-295. PubMed | PMC | PDF | ALM | Google Scholar 
  9. Tsangaris E, Riff KWY, Vargas F, et al. Translation and cultural adaptation of the CLEFT-Q for use in Colombia, Chile, and Spain. Health Qual. Life Outcomes. 2017 Nov 28;15(1):228. PubMed | PMC | PDF | BMC | Google Scholar 

Τερατογόνος χαρακτηρίζεται οποιοσδήποτε περιβαλλοντικός παράγοντας, που δρα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο, από την σύλληψη μέχρι τη γέννηση και προκαλεί δομικές ή λειτουργικές διαταραχές (Shepard TH. Human Teratogenicity. Adv Pediatr 1986, 33: 225).

Στους περιβαλλοντικούς παράγοντες συμπεριλαμβάνονται φάρμακα, χημικές ουσίες, λοιμώδη νοσήματα, μητρικές καταστάσεις (π.χ. φαινυλκετονουρία), ακτινοβολία και υπερθερμία.

Εμβρυοπάθεια

Η εμβρυοπάθεια στους δυνητικά τερατογόνους παράγοντες, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το στάδιο ανάπτυξης την περίοδο της έκθεσης, με το πρώτο τρίμηνο να χαρακτηρίζεται περισσότερο ευπαθές.

Συγκεκριμένα, κατά την διάρκεια των πρώτων 2 εβδομάδων από τη σύλληψη, το κύημα εμφανίζει αντοχή στα τερατογόνα, αφού δεν υπάρχει άμεση επαφή με την μητρική κυκλοφορία. Έτσι ελάχιστες ουσίες σε πολύ μικρές ποσότητες, όπως η νικοτίνη και η καφεΐνη, μπορούν να φτάσουν στην κοιλότητα της μήτρας (Scialli AR. Fabro S. The stage dependence of reproductive toxicology. In "Drugs and Chemical  Action in Pregnancy". Fabro S, Scialli A (eds) Marcel Dekker. 1986, pp 191-204). Επιπλέον, το διάστημα αυτό η ανάπτυξη αφορά ουσιαστικά τους εξω-εμβρυϊκούς ιστούς (τροφοβλάστη), ενώ τα εμβρυικά κύτταρα είναι αδιαφοροποίητα και ολιγάριθμα (Schardein JL. Chemically Induced Birth Defects. Marcel Dekker Inc, New York, 1985). Συνεπώς οποιαδήποτε κυτταρική βλάβη ή καταστροφή τους θα καταλήξει, είτε σε αποβολή, είτε στην πλήρη αποκατάσταση του κυήματος, χωρίς βέβαια να εμφανίζει μορφολογικές αλλοιώσεις  (Pescitelli M, J. Jr. principles of embryology. In "Human Teratogens", Educational Program Sponsored by Embryology-Teratology Unit of Children' s Service, Massachusetts General Hospital and Department of Pediatrics, Harvard Medical Scool, April 29-May 1, 1991).

Η πρώτη περίοδος της μεγάλης οργανογένεσης (embryonic period), 3η έως 8η εβδομάδα μετά τη σύλληψη, αποτελεί την πιο κρίσιμη περίοδο στην ανάπτυξη, το έμβρυο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο σε τερατογόνους παράγοντες, με αποτέλεσμα, είτε την αποβολή του, είτε τον σχηματισμό μεγάλων δομικών ανωμαλιών. Το όργανο που προσβάλλεται, είναι αυτό που διαφοροποιείται γρηγορότερα από τα υπόλοιπα, την χρονική στιγμή της έκθεσής του. Η ατρησία οισοφάγου και η μηνιγγοκήλη για παράδειγμα σχηματίζονται μεταξύ 18ης και 30ης ημέρας μετά τη σύλληψη, ενώ η ατρησία ορθού, η συνδακτυλία και η μεσοκοιλιακή επικοινωνία δημιουργούνται μέχρι την 7η εβδομάδα (Schardein, 1985).

Στη δεύτερη περίοδο της οργανογένεσης (fetal period), η οποία διαρκεί μεταξύ 9ης και 13ης εβδομάδας, συνεχίζεται η διαφοροποίηση σε ορισμένα μόνο όργανα, όπως των οδόντων, της υπερώας, του κατώτερου πεπτικού και των γεννητικών οργάνων (Schardein, 1985, Pescitelli 1991). Κατά συνέπεια, η επίδραση κάποιου τερατογόνου παράγοντα μέχρι την 10η εβδομάδα, μπορεί να προκαλέσει συστροφή εντέρου, ομφαλοκήλη και δίκερω μήτρα, υποσπανδία μέχρι την 11η εβδομάδα και λυκόστομα μέχρι την 12η εβδομάδα (Moore KC,. The Developing Human. In "Clinically Oriented Embryology". 2nd ed, WB Saunders, Philadelphia 1977).

Στο 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης, αναπτύσσονται τα ήδη διαμορφωμένα όργανα και η επίδραση τερατογόνων παραγόντων μπορεί να προκαλέσει μόνο ελάσσονες μορφολογικές διαταραχές. H κρυψοορχία για παράδειγμα, δημιουργείται μεταξύ 7ου και 9ου μήνα και η υπέρχρωση των δοντιών εξαιτίας της λήψης τετρακυκλίνης, μετά από τον 4ο μήνα (Cohlan S. Tetracycline staining of teeth. Teratology 1977, 16:359). Βραχυμέλια ή και συνοδές ανωμαλίες, λόγω αγγειοσύσπασης μπορεί να προκληθεί ακόμη και προς το τέλος της κύησης (Wise DL, Scott WJ. Teratogenesis: Abnormalities of morphogenesis and growth, 1986).

Σελίδα 2 από 2

Ποιοι είμαστε

Η ιστοσελίδα emvriomitriki.gr σχεδιάστηκε αρχικά για να καλύψει τις απορίες και τις ανάγκες των εγκύων γυναικών. Όμως, λόγω του υψηλού επιστημονικού υλικού που περιέχει (άρθρα, βίντεο, φωτογραφίες, βιβλιογραφία) καθίσταται χρήσιμο επαγγελματικό εργαλείο σε φοιτητές, μαιευτήρες και άλλους επαγγελματίες υγείας που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους. Το έργο επιμελήθηκε ο ιατρός Αναστάσιος Κοκοβίδης.

Στοιχεία επικοινωνίας

Διαδρομή

Λεωφόρος Κηφισίας 26
Αθήνα, 115 26


info@emvriomitriki.gr
210 7771300










Κλείστε το ραντεβού σας Online!




Πριν ξεκινήσετε, Cookies
Πρόκειται για μικρά αρχεία/εργαλεία που μας βοηθάνε να οργανώσουμε καλύτερα την περιήγηση στην σελίδα μας καθώς και την ανάλυση της επισκεψιμότητας της σελίδας μας.