• Slider4
  • Slider5
  • Slider 9
Δρ Αναστάσιος Κοκοβίδης

Δρ Αναστάσιος Κοκοβίδης

Τι είναι

Είναι η αντικειμενική εκτίμηση αρκετών δραστηριοτήτων του εμβρύου όπως το να εξετάζονται οι εμβρυϊκές και αναπνευστικές κινήσεις, ο τόνος του κεντρικού νευρικού συστήματος αλλά και η δυνατότητα της αξιολόγησης του ενδομήτριου περιβάλλοντος με τον υπολογισμό της ποσότητας του αμνιακού υγρού και την βαθμολόγηση της ωριμότητας του πλακούντα.

Σε τι αποσκοπεί

Στόχος της εξέτασης, είναι ο εντοπισμός των εμβρύων που βρίσκονται σε κίνδυνο από υποξία (ασφυξία). Η εκτίμηση της οξείας δυσφορίας (υποξίας) γίνεται με τον έλεγχο για ύπαρξη φυσιολογικής δραστηριότητας του εμβρύου, που σημαίνει ότι το κεντρικό νευρικό σύστημα που ελέγχει την όλη ενεργητικότητα παραμένει ανεπηρέαστο και ότι λειτουργεί ικανοποιητικά. Αντίθετα, η απουσία φυσιολογικής δραστηριότητας (νωθρότητα), μπορεί να σημαίνει παθολογική κατάσταση ή φυσιολογική περίοδος μειωμένης δραστηριότητας για παράδειγμα ολιγόλεπτη, 20-40 λεπτών ή μεγάλης διάρκειας. Με το βιοφυσικό προφίλ είναι δυνατό να διαφοροδιαγνώσει κάποιος το φυσιολογικό έμβρυο που κοιμάται από το ασφυκτικό (δυστροφικό) έμβρυο.

Συστήματα εκτίμησης βιοφυσικής δραστηριότητας

Το σύστημα που αρχικά προτάθηκε το 1980 από τους Manning και συνεργάτες στηρίχτηκε στον έλεγχο πέντε παραμέτρων όπως:

  • των αναπνευστικών κινήσεων
  • των αδρών σωματικών κινήσεων
  • του μυϊκού τόνου
  • της ποσότητας του αμνιακού υγρού
  • της καρδιακής λειτουργίας (Ν.S. T.)

Με στόχο την μεγαλύτερη αξιοπιστία της μεθόδου το 1983 προτάθηκε από Vitzileos και συνεργάτες, ένα τροποποιημένο σύστημα εκτίμησης του περιβάλλοντος και της βιοφυσικής δραστηριότητας του εμβρύου με την προσθήκη και της εκτίμησης της ωριμότητας του πλακούντα. Έτσι συνδυάστηκαν πιο αρμονικά, παράμετροι που επηρεάζονται από την οξεία ασφυξία (NST, εμβρυϊκές κινήσεις, αναπνευστικές κινήσεις και εμβρυϊκός τόνος) και παράγοντες που επηρεάζονται από την χρόνια ασφυξία (ποσότητα του αμνιακού υγρού και βαθμός ωριμότητας πλακούντα). Παράλληλα από τους ίδιους ερευνητές διαφοροποιήθηκε και ο βαθμός εκτίμησης της κάθε παραμέτρου με την αξιολόγηση 0, 1 και 2, ήταν 0 και 2.

Περιγραφή βιοφυσικών παραμέτρων

Οι νευρικές ώσεις που διεγείρουν τις εμβρυϊκές βιοφυσικές δραστηριότητες, ξεκινούν από διαφορετικά κέντρα στον εγκέφαλο.Το κέντρο των εμβρυϊκών κινήσεων (κινήσεις του κορμού), αρχίζει να λειτουργεί ήδη από την 9η εβδομάδα και είναι περισσότερο ευαίσθητο από το αντίστοιχο κέντρο του εμβρυϊκού τόνου και εντοπίζεται στο φλοιό και στον πυρήνα του εγκεφάλου. Το αντίστοιχο κέντρο των εμβρυϊκών αναπνευστικών κινήσεων εντοπίζεται στην κοιλιακή επιφάνεια της 4ης κοιλίας και αναπτύσσεται πλήρως μέχρι την 20η-21η εβδομάδα της κύησης, οπότε αρχίζει και η λειτουργία του διαφράγματος και συνεπώς κανονική εμβρυϊκή αναπνοή. Το κέντρο του εμβρυϊκού τόνου εντοπίζεται στο φλοιό και την υποφλοιώδη μοίρα του εγκεφάλου και λειτουργεί από την 8η-9η εβδομάδα. Θεωρείται το πλέον αξιόπιστο κέντρο με αντοχή στην υποξία (ασφυξία) και επηρεάζεται τελευταίο σε σχέση με τα υπόλοιπα κέντρα.Τέλος το κέντρο της καρδιακής ανταπόκρισης στον οπίσθιο υποθάλαμο αρχίζει να αντιδρά στο τέλος του δεύτερου τριμήνου ή και στις αρχές του τρίτου τριμήνου και είναι το πιο ευαίσθητο στην υποξία (ασφυξία).

Το καρδιοτοκογράφημα είναι η εξέταση με την οποία εκτιμώνται οι επιταχύνσεις (ταχυκαρδίες) του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού κατά την διάρκεια των κινήσεων του εμβρύου (non stress test), όπως και η ύπαρξη ή απουσία επιβραδύνσεων. Τα κριτήρια για να θεωρηθεί η εξέταση φυσιολογική (δραστική) είναι η ύπαρξη 3 τουλάχιστον ταχυκαρδιών σε διάστημα 20 λεπτών εξέτασης.

Η εκτίμηση της χρόνιας υποξίας γίνεται με τον έλεγχο της ποσότητας του αμνιακού υγρού και της ωρίμανσης του πλακούντα. Όπως είναι γνωστό, σημαντικές πηγές παραγωγής αμνιακού υγρού είναι οι εμβρυϊκοί νεφροί και οι εμβρυϊκοί πνεύμονες. Ελάττωση του αμνιακού υγρού μπορεί να σημαίνει κάποια διαταραχή στην παροχή οξυγόνου στο έμβρυο.Το έμβρυο αντιδρά στη χρόνια υποξία (ασφυξία) με ανακατανομή του όγκου παλμού της καρδιάς του ώστε να αυξηθεί η αιμάτωση του εγκεφάλου συγχρόνως όμως ελαττώνεται η παροχή αίματος στις νεφρικές αρτηρίες. Με τον τρόπο ελαττώνεται σημαντικά η σπειραματική διήθηση και προοδευτικά ελαττώνεται η ποσότητα του αμνιακού υγρού. Ο χρόνος που απαιτείται για την εμφάνιση ολιγάμνιου ποικίλλει ανάλογα με το βαθμό της υποξίας (ασφυξίας). Στην βιβλιογραφία έχει περιγραφή μεγάλη ελάττωση της ποσότητας του αμνιακού υγρού σε σύντομο χρονικό διάστημα, ακόμη και 2 ημερών. Όπως είναι γνωστό, ώριμος πλακούντας (με βαθμολογία 2) θεωρείται σαν μία παράμετρος χρόνιας υποξίας για το έμβρυο. Βέβαια με τις φασματοσκοπικές μελέτες Doppler μπορούμε αν κατανοήσουμε τον βαθμό επίδρασης επάνω στο έμβρυο.

Συμπεράσματα εκτίμησης παραμέτρων

Έχει επικρατήσει και εφαρμόζεται μέχρι και σήμερα η βαθμολόγηση και η εκτίμηση των παραμέτρων όπως αυτές προτάθηκαν από Vitzileos και συνεργάτες. Μετά από την βαθμολογία της κάθε παραμέτρου χωριστά, οι βαθμοί αθροίζονται και βγαίνει η τελική βαθμολογία. Άθροισμα βαθμών:

  • μεγαλύτερο από 6, θεωρείται φυσιολογικό και εξασφαλίζει από ενδεχόμενη εμβρυϊκή δυσχέρεια για χρονικό διάστημα, τουλάχιστον 7 ημερών
  • μεταξύ 4-6, σημαίνει ότι το έμβρυο πάσχει από άλλοτε άλλου βαθμού υποξία και συνήθως γίνεται προσπάθεια να προγραμματιστεί τοκετός
  • μικρότερο από 4, αποτελεί ένδειξη για άμεσο τερματισμό της εγκυμοσύνης.

Σύντομη περιγραφή

Το υπερηχογράφημα β΄ επιπέδου είναι η εξέταση που αποσκοπεί στην πλήρη ανατομική διερεύνηση του εμβρύου και αποτελεί τον δεύτερο πιο σημαντικό έλεγχο του εμβρύου μετά το υπερηχογράφημα 11-14 εβδομάδων. Στο παρελθόν, το υπερηχογράφημα β’ επιπέδου ήταν γνωστό και ως υπέρηχος για την αρτιμέλεια του εμβρύου. Στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες πραγματοποιείται από την 18η έως την 22η εβδομάδα της κύησης. Στην χώρα μας πραγματοποιείται από την 20η έως την 24η εβδομάδα της κύησης για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι επειδή το μεγαλύτερο ηλικιακά έμβρυο ηχογραφείται με καλύτερη ανάλυση δηλαδή το έμβρυο απεικονίζεται με υψηλότερη ευκρίνεια, ιδίως σε γυναίκες με αυξημένο σωματικό λίπος. Ο δεύτερος λόγος αφορά την νευροανάπτυξη του εγκεφάλου η οποία μπορεί και απεικονίζεται μετά από τις 18 εβδομάδες της κύησης και ολοκληρώνεται περί την 28η εβδομάδα της κύησης. Συνεπώς μια μικρή καθυστέρηση στην διεξαγωγή του υπερηχογραφήματος β΄ επιπέδου μπορεί να αποκαλύψει ευκολότερα τις νευροαναπτυξιακές διαμαρτίες του εγκεφάλου.

Πώς γίνεται

Εκτελούνται υπερηχογραφικές τομές που σαρώνουν εγκάρσια, κάθετα και οβελιαία το κάθε εμβρυϊκό όργανο/σύστημα ξεχωριστά, σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες και συστάσεις των διαφόρων διεθνών ή εγχώριων επιστημονικών οργανισμών και εταιριών. Κατά την ολοκλήρωση της εξέτασης συγκεντρώνονται οι απαραίτητες εικόνες όπως αυτές προβλέπονται από τους παραπάνω οργανισμούς. Ελέγχεται για παράδειγμα ο εγκέφαλος, το πρόσωπο, η σπονδυλική στήλη, ο θώρακας, η κοιλιά, τα άνω και κάτω άκρα. Στην συνέχεια οι απεικονίσεις αυτές αναλύονται σχολαστικά έτσι ώστε να αποκλειστούν οι κάθε είδους κατασκευαστικές ανωμαλίες στο έμβρυο. Σε περίπτωση που ανιχνευτεί κάποια συγγενής ανωμαλία θα πρέπει να απαντηθεί το εξής ερώτημα! Υπάρχει και κάποιο άλλο πρόβλημα; Αν ναι! Αυτά συνδέονται μεταξύ τους; μπορούν να ταξινομηθούν ως κάποιο γνωστό γενετικό σύνδρομο; ή είναι κάποιο μεμονωμένο εύρημα! Θα χρειαστεί διευρυμένος μοριακός καρυότυπος! Αν χρειαστεί, ακολουθεί γενετική συμβουλευτική.

Διάρκεια εξέτασης και χαλάρωση της κοιλιάς

Η εξέταση διαρκεί περίπου 60 λεπτά της ώρας και κατά το χρονικό αυτό διάστημα η έγκυος θα πρέπει να διατηρεί μαλακή (χαλαρή) την κοιλιά. Πολλές φορές την ώρα της εξέτασης η έγκυος διακατέχεται από υπερβολικό άγχος, επειδή φοβάται μήπως κάτι δεν πάει καλά. Αυτό συνήθως την οδηγεί σε υποσυνείδητο σφίξιμο της κοιλιάς της, με αποτέλεσμα η εξέταση να γίνεται δυσκολότερη αφού η αναγνώριση και απεικόνιση των ανατομικών δομών του εμβρύου καθίστανται δυσδιάκριτες στο μόνιτορ (θολές απεικονίσεις). Ένας απλός τρόπος χαλάρωσης είναι οι μικρές αραιές αναπνοές από την μύτη ή το στόμα-όπως στον ύπνο-σαν να μην θέλουμε να μας αντιληφθεί ο διπλανός μας. Επίσης είναι περισσότερο δύσκολη η εξέταση στις τροφαντές (παχύτερες) έγκυες-λόγω του αυξημένου σωματικού λίπους-και βοηθάει συνήθως ένα με δύο ποτήρια νερό μισή ώρα πριν την εξέταση. Η κατανάλωση τροφής πριν από την εξέταση δημιουργεί συνήθως αυξημένη κινητικότητα στο έμβρυο κάτι που δυσχεραίνει την εξέταση και καλό είναι να αποφεύγεται.

Κατασκευαστικές ανωμαλίες που απεικονίζονται

Το υπερηχογράφημα β επιπέδου μπορεί να προσφέρει διάγνωση σε πολλές συγγενείς ανωμαλίες προγεννητικά. Κάποιες από αυτές μπορούν και διορθώνονται χειρουργικά μεταγεννητικά. Τέτοιες είναι:

  • η ομφαλοκήλη
  • διαφραγματοκήλη
  • η αναστροφή των μεγάλων αγγείων της καρδιάς
  • τα μεσοκολπικά και μεσοκοιλιακά ελλείμματα
  • η πολυδακτυλία
  • η συνδακτυλία
  • η εκτροδακτυλία
  • η στρεβλοποδία
  • η απόφραξη εντέρου ή ουρητήρα
  • το λαγώχειλο ή και το λυκόστομα

Ορισμένες κατασκευαστικές ανωμαλίες όσο προχωρά η εγκυμοσύνη επιδεινώνονται και μπορεί να καταστρέφουν διάφορα όργανα-στόχους τα οποία προσβάλουν ή ακόμα μπορεί να οδηγήσουν στην απώλεια του εμβρύου. Τέτοιες δυσπλασίες είναι:

  • η ανεγκεφαλία
  • η εγκεφαλοκήλη
  • η υδρανεγκεφαλία
  • η ολοπροσεγκεφαλία
  • η πορεγκεφαλία
  • οι διαταραχές Dandy-Walker

Ανωμαλίες που εμφανίζονται μετά τις 24 εβδομάδες

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να αναγνωρισθούν ορισμένες συγγενείς ανωμαλίες πριν από την 24η εβδομάδα μια και αυτό αποτελεί νομικό όριο "διακοπής της κύησης". Αυτό δυστυχώς για μερικές συγγενείς ανωμαλίες δεν είναι εφικτό ακόμη και με τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα, είτε γιατί αυτές έτσι κι αλλιώς δεν μπορούν να διαγνωστούν, είτε γιατί εμφανίζονται μετά της 24 εβδομάδες. Τέτοιες μπορεί να είναι:

  • η αχονδροπλαστία
  • η στένωση δωδεκαδακτύλου
  • η υδρονέφρωση
  • η κύστη ωοθήκης θήλεος εμβρύου
  • ο υδροκέφαλος
  • η υποπλασία του σκώληκα της παρεγκεφαλίδας
  • η στένωση του ισθμού της αορτής

Ευρήματα που υποκρύπτουν χρωμοσωμική ανωμαλία

Όταν υπάρχουν ευρήματα που μπορεί να κρύβουν κάποια χρωμοσωμική ανωμαλία όπως:

  • κύστες στα χοριοειδή πλέγματα
  • αυξημένη αυχενική πτυχή
  • επιπέδωση της μύτης
  • ατρησία στομάχου
  • υπερηχογένεια στο έντερο
  • υδρονέφρωση
  • καρδιακές ανωμαλίες
  • κοντό μηριαίο/βραχιόνιο οστό
  • έλλειψη μέσης φάλαγγας του μικρού δακτύλου στο χέρι
  • κλειστά χέρια
  • αυξημένη απόσταση 2ου δακτύλου από το μεγάλο δάκτυλο στο πόδι
  • λαγώχειλο

τότε πρέπει να συνεχιστεί ο προγεννητικός έλεγχος με την επεμβατική διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης για να επιβεβαιωθεί ή να αποκλειστεί η πιθανότητα αυτή.

Η αξιοπιστία της εξέτασης

Η διαγνωστική αξία των υπερήχων στο 2ο τρίμηνο για την ανίχνευση των μεγάλων συγγενών ανωμαλιών στο έμβρυο ανέρχεται σε ποσοστό 75-80%, ενώ για τις μικρές συγγενείς ανωμαλίες περίπου στο 40-45%.

Υπερηχογραφία στην παχύσαρκη έγκυο

Οι παχύσαρκες έγκυες απαιτούν αυξημένες παροχές ιατρικών υπηρεσιών και συχνά εμφανίζουν δύσκολα προβλήματα τεχνικής φύσεως στο ιατρικό προσωπικό που ασχολείται με τη φροντίδα τους. Αυτοί οι ασθενείς, χρειάζονται περισσότερες ιατρικές παρεμβάσεις και φροντίδα όλων των τύπων συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων μαιευτικών εξετάσεων, των φαρμάκων, των τηλεφωνικών κλήσεων σε παρόχους υγείας και των επισκέψεων σε γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων σε σύγκριση με ασθενείς φυσιολογικού βάρους.1 Ακόμη και στις ιδανικότερες συνθήκες, η μητρική παχυσαρκία περιορίζει την αξιολόγηση της εμβρυϊκής ανατομίας και κάποιες μελέτες έδειξαν ότι οι μαιευτικοί υπέρηχοι εξετάσεις πρέπει να επαναληφθούν αργότερα στην εγκυμοσύνη. Σύμφωνα με μια μελέτη, μόνο το 50% των παχύσαρκων γυναικών ολοκλήρωσε την ανατομική έρευνα του εμβρύου κατά την πρώτη προσπάθεια μεταξύ 18ης και 24ης εβδομάδας της κύησης. 2

Το υπερηχογράφημα αποτελεί την σημαντικότερη απεικονιστική μέθοδο στην πρόβλεψη και αξιολόγηση των μαιευτικών επιπλοκών κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ωστόσο, στις υπέρβαρες/παχύσαρκες εγκύους η υπερηχογραφική εξέταση χαρακτηρίζεται από αρκετές προκλήσεις κυρίως εξαιτίας του μεγάλου βάθους και της έντονης διασποράς των ηχο-αντανάκλασεων στους περιβάλλοντες ιστούς. Η ποιότητα της υπερηχογραφικής εικόνας τεχνικά είναι κατώτερη από αυτήν που λαμβάνεται από πιο αδύνατες ασθενείς. 3 Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της μεγαλύτερης απόστασης που πρέπει να διανύσει η υπερηχητική δέσμη και εξαιτίας της υπερ-ηχογένειας που παρατηρείται σε αυτούς τους ασθενείς οι οποίοι διαθέτουν αυξημένο υποδόριο λίπος και υπερανάπτυξη λιποκυττάρων. Ως εκ τούτου, η υψηλή ανάλυση μιας υπερηχογραφικής εικόνας σχετίζεται αντιστρόφως ανάλογα με την απόσταση που πρέπει να διανύσει η υπερηχητική δέσμη για να φτάσει στο έμβρυο. Οι υπέρηχοι χάνουν την διεισδυτικότητά τους, εξασθενούν, διαχέονται και σκεδάζουν στις περιπτώσεις με αυξημένο λιπώδη ιστό. Κατά συνέπεια, η εικόνας χάνει σε ανάλυση επειδή η αναλογία σήματος προς φόντο μειώνεται και ο θόρυβος αυξάνεται. Αυτές οι εικόνες χαμηλής ανάλυσης εμποδίζουν την ευχερή αξιολόγηση του εμβρύου.

Οι παχύσαρκες/υπέρβαρες έγκυες (BMI≥30) έχουν λιγότερες πιθανότητες να περατώσουν τον ανατομικό έλεγχο ρουτίνας δευτέρου τριμήνου κατά την πρώτη επίσκεψη σε σύγκριση με τις αντίστοιχες εγκύους φυσιολογικού βάρους ενώ απαιτείται και περισσότερος χρόνος για να ολοκληρωθεί η εξέταση. 4 Όσο αυξάνει ο BMI της μητέρας, τα ποσοστά ολοκλήρωσης του ανατομικού ελέγχου μειώνονται και ο αριθμός των επανεξετάσεων που απαιτούνται, αυξάνεται. 5 Τα ποσοστά αποτυχημένης απεικόνισης κάποιων εμβρυϊκών δομών αυξάνονται ανάλογα με τον βαθμό παχυσαρκίας της εγκύου κατά το υπερηχογράφημα β τριμήνου. Μια μελέτη ανέφερε ποσοστά αποτυχημένης απεικόνισης 1.5% για τις μη παχύσαρκες εγκύους, 12% για τις παχύσαρκες πρώτου βαθμού, 17% για τις παχύσαρκες δευτέρου βαθμού και 20% για τις υπέρβαρες εγκύους (παχυσαρκία τρίτου βαθμού). 6 Η προβολή προσώπου, σπονδυλικής στήλης, φύλου και άκρων είναι ιδιαίτερα δύσκολη στις υπέρβαρες εγκύους (BMI ≥ από 40). 7 Οι δομές όπως τα μαλακά μόρια προσώπου, το κρανίο, η σπονδυλική στήλη και η καρδιά απεικονίζονται δυσκολότερα πριν από τις 20 εβδομάδες της κύησης, παρά μετά. Κακή υπερηχογραφική απεικόνιση παρατηρείτε στο 31% των κρανιο/σπονδυλικών δομών και στο 49.8% των καρδιακών δομών. 8  Όμως, αυτή η κακή απεικόνιση μπορεί να μειωθεί με την πρόοδο της εγκυμοσύνης. 9 Συνεπώς, ο επανέλεγχος αυτών των δομών θα πρέπει να μετατίθεται τουλάχιστον 2 εβδομάδες μετά, αν και δεν είναι βέβαιο ότι αυτή η τακτική μπορεί να ωφελήσει μετά και από την 24η εβδομάδα.

Η εισαγωγή της τεχνολογίας των αρμονικών συχνοτήτων επέτρεψε μια πιο αυξημένη διείσδυση χωρίς την απώλεια της λεπτομέρειας που παρατηρείται σε εικόνες που λαμβάνονται μόνο από την χρήση της θεμελιώδους αρχικής συχνότητας του ηχοβολέα. Η απεικόνιση μέσω αρμονικών συχνοτήτων (παράγονται από τους βαθύτερους ιστούς) δίνει την δυνατότητα στον ηχοβολέα να λαμβάνει συχνότητες πολλαπλάσιες της αρχικής εκπεμπόμενης π.χ. μετάδοση στα 2MHz και λήψη στα 4MHZ. Με τον τρόπο αυτό, λαμβάνονται εικόνες υψηλής ανάλυσης σε μεγαλύτερο βάθος επειδή βελτιώνεται η αναλογία σήματος/θόρυβο και αντίθεσης/θόρυβο με αποτέλεσμα να προσδιορίζονται καλύτερα τα όρια των οργάνων μεταξύ των ιστών. 10 Αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στην απεικόνιση της αρχιτεκτονικής της καρδιάς και της ανατομίας του εγκεφάλου. 11 Τα φίλτρα προ και μετ/επεξεργασίας βοηθούν περαιτέρω στην καλύτερη οπτικοποίηση της εικόνας όπως αυτή των άκρων. Το φίλτρο μείωσης στιγμάτων (SRI), η σύνθετη απεικόνιση διασταυρούμενης δέσμης (xBeam CRI) και η αρμονική απεικόνιση ιστού (HTI) συνέβαλαν στη βελτίωση της ποιότητας της εικόνας. 12 Παρά τα νέα αυτά εργαλεία, η υπερηχογραφική απεικόνιση σε παχύσαρκες έγκυες παραμένει συχνά ασαφής με αρκετό θόρυβο και τεχνουργήματα. 13 Σύμφωνα με μια μεγάλη προοπτική πολυκεντρική μελέτη σε μη επιλεγμένο μαιευτικό πληθυσμό 8500 εγκύων με μονήρη κύηση, η παχυσαρκία μείωσε την πιθανότητα της υπερηχογραφικής διάγνωσης των εμβρυϊκών ανωμαλιών. 14 

Τεχνικές μείωσης της απόστασης ηχοβολέα - εμβρύου

Το μεγαλύτερο εμπόδιο για την επαρκή απεικόνιση του εμβρύου σε παχύσαρκο ασθενή παραμένει η απόσταση μεταξύ ηχοβολέα και εμβρύου. Συνεπώς, θα πρέπει να επιλεχθεί ως «ακουστικό παράθυρο» ένα σημείο από το οποίο θα μπορεί να οπτικοποιηθεί καλύτερα το έμβρυο. Είναι γνωστό ότι ο λιπώδης ιστός της κοιλιάς έχει την τάση να συσσωρεύεται στην περιοχή μεταξύ ομφαλού και ηβικής σύμφυσης, στη μέση γραμμή, ενώ περιομφαλικά, οι λαγόνιοι βόθροι και η περιοχή ακριβώς πάνω από το οστό της ηβικής σύμφυσης τείνουν να έχουν λιγότερο λίπος. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο πυθμένας της μήτρας στα μέσα του δεύτερου τριμήνου απέχει 5-10cm κάτω από την μέση γραμμή του ομφαλού, ο καλύτερος τρόπος για να πραγματοποιηθεί η εξέταση είναι ο συνδυασμός αυτών των τεσσάρων σημείων σάρωσης δηλαδή περιομφαλικά, υπερηβικά, δεξιός και αριστερός λαγόνιος βόθρος.

Η τοποθέτηση της ασθενούς σε θέση Sims μπορεί να μετατοπίσει την κρεμάμενη κοιλιά, δηλαδή την αναδίπλωση του δέρματος με τον κάτωθεν αυτής υπερ-συγκεντρωμένο λιπώδη ιστό, προς την πλευρά που είναι στραμμένη η έγκυος επί της εξεταστικής κλίνης. Η θέση Sims συνίσταται στην τοποθέτηση της ασθενούς σε αριστερή/δεξιά ύπτια θέση, με το πάνω πόδι λυγισμένο στο γόνατο και το κάτω πόδι σε έκταση. Η πρόσβαση στη μήτρα επιτυγχάνεται μέσω του δεξιού/αριστερού πλάγιου κοιλιακού τοιχώματος, η σάρωση πραγματοποιείται από τις κατώτερες πλευρές έως την βουβωνική χώρα και ο ηχοβολέας είναι στραμμένος κοιλιακά. Η τεχνική Sims διευκολύνει την πρόσβαση προς την μήτρα επειδή το πάχος του λιπώδους ιστού είναι πολύ μικρότερο όταν η μήτρα προσεγγίζεται από τα πλάγια και όχι από οποιουδήποτε άλλο τμήμα της κοιλιάς στους περισσότερους παχύσαρκους ασθενείς. 15

Εφόσον, η καρδιά του εμβρύου βρίσκεται έξω από το «οπτικό πεδίο» του ηχοβολέα όπως σε περιπτώσεις ισχιακής προβολής (fetus in breech presentation) και η ουροδόχος κύστη της μητέρας είναι άδεια, μπορεί κανείς να υποθέσει πως, μια σχετικά γεμάτη με ούρα κύστη, θα μπορούσε να ωθήσει τον πυθμένα της μήτρας σε ένα πιο κεφαλικό επίπεδο και έτσι να μπορεί να εξεταστεί η εμβρυϊκή καρδιά διαμέσου της περιομφαλικής περιοχής. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις η απεικόνιση 2D της κλίμακας γκρι μπορεί να αποτύχει να καταδείξει τις κολποκοιλιακές και κοιλιοαρτηριακές συνδέσεις, ανεξάρτητα από τον τρόπο προσέγγισης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χρήση της έγχρωμης τεχνικής Doppler με τις σωστές ρυθμίσεις για τo φαινόμενο Aliasing μπορεί να απεικονίσει τους χώρους εισροής και εκροής των τεσσάρων κοιλοτήτων. Μια άλλη επιλογή, είναι η διακολπική σάρωση η οποία θα μπορούσε να βελτιώσει την ανίχνευση ορισμένων εμβρυϊκών ανωμαλιών ανάλογα με την εμβρυϊκή θέση. 16

Συστάσεις βελτιστοποίησης της υπερηχογραφικής εικόνας

Μείωση της συχνότητας του ηχοβολέα για διείσδυση σε μεγαλύτερο βάθος
Αρμονική απεικόνιση (HI)
Σύνθετη απεικόνιση ανάλυσης διασταυρούμενης δέσμης (xBeam CRI)
Φίλτρο μείωσης στιγμάτων (SRI)
Μεγέθυνση εικόνας ώστε να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας
Ρύθμιση βάθους πεδίου ώστε να επεκτείνεται κατά προσέγγιση 1-2 cm πέρα από τα όρια του οργάνου στόχου
Σταδιακά άσκηση μεγαλύτερης πίεσης στον ηχοβολέα ανάλογα με τον βαθμό παχυσαρκίας
Πλησιάστε το έμβρυο μέσα από τις τέσσερις περιοχές της κοιλιακές με το λιγότερο υποδόριο λίπος: περιομφαλική περιοχή, υπερηβική περιοχή, δεξιό και αριστερό λαγόνιο βόθρο
Εξετάστε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσετε τη διακολπική προσέγγιση για την αξιολόγηση του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) σε έμβρυα με κεφαλική προβολή
Περιμένετε έως ότου έχει το έμβρυο καλύτερη θέση, με τη σπονδυλική στήλη οπισθίως
Εξοικειωθείτε με τη χρήση του έγχρωμου Doppler για τον έλεγχο των καρδιακών εισροών και εκροών
Ενημερώστε ευγενικά την ασθενή και τον σύντροφό της ότι η παχυσαρκία ενδέχεται να μειώσει τη διαγνωστική ακρίβεια της εξέτασης και επομένως ότι κάποιες εμβρυϊκές ανωμαλίες να μείνουν αδιάγνωστες στο υπερηχογράφημα
Εξετάστε το ενδεχόμενο να συμπεριλάβετε την τιμή του δείκτη σωματικής μάζας (BMI) στο δημογραφικό μέρος της αναφοράς, για να τεκμηριώσετε την παρουσία ή την απουσία της μητρικής παχυσαρκίας
Αναφέρετε και άλλους παράγοντες που δυνητικά επηρεάζουν το ακουστικό παράθυρο όπως ο ουλώδης ιστός των καισαρικών τομών, η δίδυμος κύηση, τα ινομυώματα
  1. Chu SY, Bachman DJ, Callaghan WM, et al. Association between obesity during pregnancy and increased use of health care. N Engl J Med. 2008 Apr 3;358(14):1444-53. PubMed | NEJM | PDF | Google Scholar
  2. Dashe JS, McIntire D, Twickler DM. Maternal obesity limits the ultrasound evaluation of fetal anatomy. J Ultrasound Med. 2009 Aug;28(8):1025-30. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  3. Fuchs F, Houllier M, Voulgaropoulos A, et al. Factors affecting feasibility and quality of second-trimester ultrasound scans in obese pregnant women. Ultrasound Obstet Gynecol. 2013 Jan;41(1):40-6. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDFGoogle Scholar
  4. Maxwell C, Dunn E, Tomlinson G, et al. How does maternal obesity affect the routine fetal anatomic ultrasound? J Matern Fetal Neonat Med. Oct;23(10):1187-92. PubMed | Taylor & Francis Online | Google Scholar 
  5. Thornburg LL, Miles K, Ho M, et al. Fetal anatomic evaluation in the overweight and obese gravida. Ultrasound Obstet Gynecol. 2009 Jun;33(6):670-5. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDFGoogle Scholar 
  6. Hendler I, Blackwell SC, Bujold E, et al. Suboptimal second-trimester ultrasonographic visualization of the fetal heart in obese women: should we repeat the examination? J Ultrasound Med. 2005 Sep;24(9);24:1205–1209. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar 
  7. Chung JH, Pelayo R, Hatfield TJ, et al. Limitations of the fetal anatomic survey via ultrasound in the obese obstetrical population. J Matern Fetal Neonatal Med. 2012 Oct;25(10):1945-9. PubMed | Taylor & Francis Online | Google Scholar
  8. Hendler I, Blackwell SC, Bujold E, et al. The impact of maternal obesity on midtrimester sonographic visualization of fetal cardiac and craniospinal structures. Int J Obes Relat Metab Disord. 2004 Dec;28(12):1607-11. PubMed | IJO | Google Scholar
  9. Khoury FR, Ehrenberg HM, Mercer BM. The impact of maternal obesity on satisfactory detailed anatomic ultrasound image acquisition. J Matern Fetal Neonat Med. 2009 Apr;22(4):337-41. PubMed | Taylor & Francis Online | Google Scholar 
  10. Tranquart F, Grenier N, Eder V, Pourcelot L. Clinical use of ultrasound tissue harmonic imaging. Ultrasound Med Biol. 1999 Jul;25(6):889-94. PubMed | UMB | Google Scholar
  11. Paladini D, Vassallo M, Tartaglione A, et al. The role of tissue harmonic imaging in fetal echocardiography. Ultrasound Obstet Gynecol. 2004 Feb;23(2):159-64. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  12. Benacerraf B. The use of obstetrical ultrasound in the obese gravida. Semin Perinatol. 2013 Oct;37(5):345-7. PubMed | Elsevier Science | Google Scholar
  13. Paladini D. Sonography in obese and overweight pregnant women: clinical, medicolegal and technical issues. Ultrasound Obstet Gynecol. 2009 Jun;33(6):720-9. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  14. Aagaard-Tillery KM, Flint Porter T, Malone FD, et al. Influence of maternal BMI on genetic sonography in the FaSTER trial. Prenat Diagn. 2010 Jan;30(1):14-22. PubMed | Obstetrics & Gynecology | Google Scholar
  15. Benacerraf BR. A technical tip on scanning obese gravidae. Ultrasound Obstet Gynecol. 2010 May;35(5):615-6. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDFGoogle Scholar
  16. Marshall N, Emerson J, Allen A, et al. Obstetric ultrasound in obese women: is routine transvaginal ultrasound cost effective? Am J Obstet Gynecol. 2013;208:S167. AJOG | Google Scholar 

Περιγραφή

Το υπερηχογράφημα 11-14 εβδομάδων είναι η σημαντική εξέταση που πραγματοποιείται κατά το πρώτο τρίμηνο και αποσκοπεί α) στην ανίχνευση των εμβρυϊκών κατασκευαστικών ανωμαλιών β) τον στατιστικό υπολογισμό της ανευπλοειδίας, δηλαδή της τρισωμίας 21 (σύνδρομο Down), της τρισωμίας 18 (σύνδρομο Edwards) και της τρισωμίας 13 (σύνδρομο Edwards), γ) στον ακριβή υπολογισμό της ηλικίας κύησης, αν δεν έχει προσδιοριστεί πρωτύτερα και δ) στον υπολογισμό σοβαρών επιπλοκών για την μητέρα και το έμβρυο όπως είναι η προεκλαμψία.

Ιστορική αναδρομή

Το υπερηχογράφημα 11-14 εβδομάδων ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και ο αρχικός στόχος ήταν η μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας με σκοπό την εκτίμηση της πιθανότητας για το σύνδρομο Down. Όμως, προοδευτικά εξελίχτηκε και συμπεριέλαβε τον αναλυτικό έλεγχο των οργάνων του εμβρύου για την ανίχνευση συγγενών ανωμαλιών και την εκτίμηση πιθανοτήτων σοβαρών επιπλοκών της κύησης όπως η προεκλαμψία.

Πότε γίνεται

Η εξέταση πραγματοποιείται αυστηρά όταν το έμβρυο έχει ηλικία 11 εβδομάδες και 2 ημέρες έως την ηλικία των 13 εβδομάδων και 6 ημερών. Στο υπερηχογράφημα το ελάχιστο κεφαλουραίο μήκος θα πρέπει να μετριέται 45 mm-αντιστοιχεί σε 11 εβδομάδες και 2 ημέρες-και το μέγιστοκεφαλουραίο μήκος σε 75mm-αντιστοιχεί σε 13 εβδομάδες και 6 ημέρες, κατά Hadlok.

Εμβρυϊκές δομές που εξετάζονται

Κεφαλή

Την εμβρυονική περίοδο, ο εγκέφαλος είναι υποηχογενής και χαρακτηρίζεται σε οβελιαίο επίπεδο από την παρουσία τριών χαρακτηριστικών δομών: τον προσεγκέφαλο (πρόσθιος εγκέφαλος), τον μεσεγκέφαλο (μέσο εγκέφαλο), και τον ρομβοεγκέφαλο (οπίσθιος εγκέφαλος). Η κοιλότητα του ρομβοεγκέφαλου εντός της οποίας θα σχηματιστεί η 4η κοιλία είναι πάντα ορατή από τις 7 εβδομάδες της κύησης 1 και είναι η πιο σημαντική κοιλότητα λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους της σε σχέση με τις άλλες δύο κοιλότητες. Οι κοιλότητες αυτές πληρούνται από υγρό και είναι τοποθετημένες σε τριγωνική διάταξη. Η βάση του τριγώνου σχηματίζεται πρόσθια, από το εγκεφαλικό κυστίδιο (προσεγκέφαλο), οπίσθια από τον ρομβοειδή εγκέφαλο (παρεγκεφαλίδα κλπ), ενώ ο μεσεγκέφαλος σχηματίζει το κορυφή του τριγώνου. Ως εκ τούτου, σε μέσο οβελιαίο επίπεδο εκτιμώντας το εμβρυϊκό προφίλ, μπορεί κανείς να διαμορφώσει άποψη για την μελλοντική τους θέση αλλά και για την δομή και την λειτουργία τους.

Προσεγκέφαλος και μεσεγκέφαλος

Τα εγκεφαλικά ημισφαίρια είναι μικροσκοπικά στις 7 εβδομάδες. Ο Blaas και οι συνεργάτες του κατάφεραν να τα μετρήσουν από τις 9 εβδομάδες, στο 79% των εμβρύων, ενώ από τις 10 εβδομάδες, μπόρεσαν και τα απεικόνισαν σε όλα τα έμβρυα που μελέτησαν. Καθώς τα εγκεφαλικά ημισφαίρια αυξάνουν σε μέγεθος, καλύπτουν τον διεγκέφαλο στην μέση γραμμή, στις 11-12 εβδομάδες. Το εγκεφαλικό ημισφαίριο, μετρήθηκε σε οβελιαίο επίπεδο στις 12 εβδομάδες και είχε μέσο μήκος 16,4mm (12,4mm - 20,9mm), μέσο πλάτος πλάτος 6,1mm (4.2mm - 8.4mm) και μέσο ύψος 2,0mm (1,4mm - 2,5mm). 2 Μετά την 8η εβδομάδα, με την πρόοδο της κύησης ο μεσεγκέφαλος μετακινείται σταδιακά σε θέση κεντρικότερη, η 3η και 4η κοιλία καταλήγουν περισσότερο διαμορφωμένες δομές με ορατό ισθμό μεταξύ των κοιλοτήτων του προσεγκέφαλου και του μεσεγκέφαλου από την 9η εβδομάδα της κύησης.

Πλάγιες κοιλίες

Στις 7 εβδομάδες, μια ενιαία κοιλία είναι ορατή, καθώς το δρέπανο και η παρεγκεφαλίδα δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμα στη μέση γραμμή. Οι Timor-Tritsch και οι συνεργάτες τους, τεκμηρίωσαν μια αστάθεια στην ανάπτυξη του δρέπανου. Αν και το δρέπανο ήταν ορατό στην πλειοψηφία των εμβρύων περίπου στο 75% από τις 9 εβδομάδες, ωστόσο ο διαχωρισμός των κοιλιών σε ένα μικρό ποσοστό δεν ήταν ορατός μέχρι την 10η εβδομάδα. Την 10η εβδομάδα όμως, καθώς το δρέπανο είναι σαφώς ορατό μπορεί και διαχωρίζει τις δύο πλάγιες κοιλίες σε όλα τα έμβρυα. 3 Τα χοριοειδή πλέγματα απεικονίζονται στον έλεγχο ρουτίνας, σε κάθε μία από τις πλάγιες κοιλίες, από τα μέσα τις 9ης εβδομάδας, ενώ από την 12η εβδομάδα ,γεμίζουν το μεγαλύτερο μέρος του χώρου της πλάγιας κοιλίας. 2 Στις 12 εβδομάδες, το μεσολόβιο δεν είναι ορατό, ωστόσο, το στέλεχος (άξονας) από τον οποίο θα συνεχίσει να αναπτύσσεται το μεσολόβιο, είναι ορατό. Η κοιλότητα του διάφανου διαφράγματος (CSP) που αποτελεί ένα σημαντικό δείκτη φυσιολογικής ανάπτυξης του ΚΝΣ μπορεί είναι ορατή στο 40% των κυήσεων στις 15 εβδομάδες και στο 82% στις 16-17 εβδομάδες. 4

Παρεγκεφαλίδα και οπίσθιος βόθρος

Η πιο ευδιάκριτη δομή του πρώιμου εμβρυακού ΚΝΣ, είναι ο ρομβοεγκέφαλος. Καθώς η παρεγκεφαλίδα και τα εγκεφαλικά ημισφαίρια αυξάνουν σε μέγεθος, καθίστανται ήδη μετρήσιμα από τα μέσα της 10ης εβδομάδας και είναι ευδιάκριτα στη μέση γραμμή στις 11-12 εβδομάδες. 1 Τα χοριοειδή πλέγματα και η 4η κοιλία είναι ορατά από τα μέσα της 10ης εβδομάδας. Τα χοριοειδή πλέγματα απεικονίζονται ως ηχογενείς περιοχές οι οποίες διασχίζουν την οροφή της 4ης κοιλίας. 5

Κρανίο

Τα οστά του κρανίου αρχίζουν να οστεοποιούνται από τις 9 εβδομάδες και μπορούν να μετρηθούν με ακρίβεια με την χρήση της διακολπικής υπερηχογραφίας. 6 Η Σούκα και οι συνεργάτες της, χρησιμοποιώντας τον συνδυασμό διακολπικό/διακοιλιακό υπερηχογράφημα κατάφεραν να απεικονίσουν πλήρως το εμβρυϊκό κρανίο με το δρέπανο του εγκεφάλου σε όλες τις περιπτώσεις που μελέτησαν μεταξύ 11-14 εβδομάδων. 7

Πρόσωπο

Η δομή του προσώπου, αλλάζει σε μεγάλο βαθμό στο πρώτο τρίμηνο και ως εκ τούτου, δεν απεικονίζεται αξιόπιστα μέχρι την 11η ή την 12η εβδομάδα. 3 Η Σούκα και συνεργάτες της απεικόνισαν το πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των οφθαλμικών κόγχων, τους φακούς, το εμβρυϊκό προφίλ στο 99,7% των περιπτώσεων του χρόνου που διέθεσαν, συνδυάζοντας διακοιλιακό/διακολπικό υπερηχογράφημα στις 11-14 εβδομάδες. 7 Επιπλέον, δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στην ανίχνευση των δομών του προσώπου, συμπεριλαμβανομένων των φακών, του προφίλ, της μύτης και των χειλέων μεταξύ 11-12 εβδομάδες, συγκριτικά με τις 13-14 εβδομάδες. 8 Το μέτωπο αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της ανάπτυξης του προσώπου κατά την εμβρυακή και στις αρχές της εμβρυϊκής περιόδου. Μετά τις 11 εβδομάδες, το εμβρυϊκό προφίλ παίρνει το αναμενόμενο περίγραμμα στο οποίο κυριαρχεί συμμετρία στις αναλογίες μεταξύ των οστών της άνω γνάθου, της κάτω γνάθου και του μετώπου. Η στεφανιαία τομή του προσώπου στις 12 εβδομάδες, επιτρέπει την αξιολόγηση της συμμετρικής ανάπτυξης των οφθαλμικών κόγχων, της άνω και της κάτω γνάθου. Στην ίδια τομή, αναγνωρίζονται οι εμβρυϊκοί φακοί ως υπερηχογενείς δακτύλιοι με υποηχογενές κέντρο στο 91% των εμβρύων στις 11-12 εβδομάδες της κύησης. Επίσης, από τις 11 εβδομάδες, η απεικόνιση της υπερώας και των χειλέων, μπορεί να είναι αξιόπιστη. 3

Η μύτη μορφοποιείται πλήρως από τις 11 εβδομάδες και η παρουσία ή η απουσία του ρινικού οστού μπορεί να αξιολογηθεί πλήρως το διάστημα αυτό. Η μετωπογναθική (FM) γωνία του εμβρυϊκού προσώπου αποτιμήθηκε με τη χρήση των τρισδιάστατων κεφαλών όγκου (3D) ερευνήθηκε ως εργαλείο διαλογής στην ανίχνευση της τρισωμίας 21, η οποία συνδέεται με σημαντική επιπέδωση της κλίσης του προσώπου. Η μετωπογναθική (FM) γωνία, μειώνεται με την αύξηση του κεφαλουραίου μήκους (CRL), ενώ ορίστηκαν φυσιολογικά νομογράμματα για να την προσδιορίσουν. 9 Η διεθνής ομάδα 3D απεικόνισης δημοσίευσε προτάσεις σχετικά με την απεικόνιση του εμβρυϊκού προσώπου στο πρώτο τρίμηνο. Αυτές οι συμβουλές συμπεριλαμβάνουν ειδικές απεικονίσεις μοναδικές για το αναπτυσσόμενο πρόσωπο, ιδιαίτερα χρήσιμες για τη ορθή απεικόνιση του ρινικού οστού, αποκλείοντας τις δυσμορφίες προσώπου. 10

Αυχένας

Η αξιολόγηση της ανατομίας του τραχήλου αποτέλεσε το μονοπάτι που οδήγησε στην εκτίμηση της εμβρυϊκής ανατομίας και ανάπτυξης κατά το πρώτο τρίμηνο. Η μέτρηση του πάχους της αυχενικής διαφάνειας (ΝΤ), αποτελεί τον σημαντικότερο υπερηχογραφικό δείκτη που χρησιμοποιείται στον έλεγχο της ανευπλοειδίας. 11 , 12 Το πάχος της αυχενικής διαφάνειας συνδέεται με το μήκος του εμβρύου και μπορεί να μετρηθεί αξιόπιστα από τις 11-14 εβδομάδες της κύησης. 13 , 14

Σπονδυλική στήλη

Η σπονδυλική στήλη απεικονίζεται ως δύο παράλληλες γραμμές, ήδη από την 8η εβδομάδα στην πλειονότητα των εμβρύων. 3 H αυχενική, η θωρακική και η οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης μπορούν να απεικονιστούν αντίστοιχα στο 80%, στο 81% και στο 72% των εμβρύων μεταξύ 11-12 εβδομάδων και στο 89%, στο 87% και στο 72% των εμβρύων μεταξύ 13-14 εβδομάδων της κύησης. Το ιερό οστό, είναι περισσότερο δύσκολο να αναπαραχθεί στο πρώτο τρίμηνο, καθώς απεικονίζεται σε ποσοστό 35% μεταξύ 11-12 εβδομάδων και σε ποσοστό 48% μεταξύ 13-14 εβδομάδων της κύησης. 8

Θώρακας

Ο εμβρυϊκός θώρακας, απεικονίζεται ευχερώς μεταξύ 11-14 εβδομάδες της κύησης, καταδεικνύοντας τις πνευμονικές και καρδιακές δομές. Συνδυάζοντας διακολπικό και διακοιλιακό υπερηχογράφημα ο Timor-Tritsch και οι συνεργάτες κατάφεραν να απεικονίσουν τους εμβρυϊκούς πνεύμονες σε ποσοστό 77% στις 13-14 εβδομάδες της κύησης, ενώ η ικανότητα απεικόνισης του πνευμονικού παρεγχύματος στις 11-12 εβδομάδες ήταν σημαντικά χαμηλότερη, 64%. Το εμβρυϊκό διάφραγμα ανιχνεύθηκε από την ίδια ομάδα σε ποσοστό 87% των εμβρύων που μελετήθηκαν, στις 11-12 εβδομάδες της κύησης. 3

Καρδιά και αγγεία

Χρησιμοποιώντας υψίσυχνη διακολπική υπερηχογραφία η εμβρυϊκή καρδιακή λειτουργία ανιχνεύτηκε από 5 τις εβδομάδες και 4 ημέρες μέχρι τις 5 τις εβδομάδες και 6 ημέρες, μέσος όρος (μ. ο) 6 εβδομάδες, καταγράφοντας από 104 χτύπους / λεπτό. 15 Ο Blaas και οι συνεργάτες του στην μακροχρόνια μελέτη τους, διαπίστωσαν πως ο εμβρυϊκός καρδιακός ρυθμός ακολουθεί την καμπύλη ανάπτυξης ενός ανεστραμμένου U, από τις 7-12 εβδομάδες της κύησης. Ο καρδιακός ρυθμός μετρήθηκε στους 138 χτύπους / λεπτό (bpm), στις 7 εβδομάδες, έφτανε τους 175 χτύπους / λεπτό (bpm), στις 9 εβδομάδες, και στη συνέχεια μειωνόταν σε 166 χτύπους / λεπτό (bpm), στις 12 εβδομάδες. 16 Οι μεγάλες καρδιακές δομές μπορούν να απεικονιστούν από τις 10 εβδομάδες. Ωστόσο, η επιτυχής ανίχνευση αυτών των δομών βελτιώθηκε με την πρόοδο της κύησης από πολλούς συγγραφείς. 17 , 18 Επιπλέον, ο Gembruch και οι συνεργάτες του πέτυχαν καλύτερη απεικόνιση των καρδιακών δομών, χρησιμοποιώντας την διακολπική υπερηχογραφία σε σύγκριση με την διακοιλιακή στις 10-13 εβδομάδες. Εξίσου καλή ήταν η απεικόνιση και για τις δύο προσεγγίσεις στις 14 εβδομάδες, ενώ υπερτερούσε η διακοιλιακή προσέγγιση μετά από τις 14 εβδομάδες της κύησης. 19 Η θέση της καρδιάς μπορεί να επιβεβαιωθεί από τον προσανατολισμό της αορτής. Η αορτή βρίσκεται στα δεξιά της σπονδυλικής στήλης και της άνω κοίλης φλέβας η οποία διέρχεται οπίσθια και δεξιότερα της σπονδυλικής στήλης, ενώ η καρδιά είναι τοποθετημένη στο αριστερό ημιθωράκιο με κατάλληλο άξονα. 20 Ο άξονας της καρδιάς βρίσκεται κεντρικά της μέσης γραμμής στο πρώτο τρίμηνο ενώ με την πρόοδο της κύησης περιστρέφεται προς τα αριστερά. Την 8η-9η εβδομάδα της κύησης, ο άξονας της καρδιάς βρίσκεται στις 25ᵒ ± 12ᵒ αριστερά της μέσης γραμμής, την 10η-11η εβδομάδα, περιστρέφεται στις 40ᵒ ± 9ᵒ, ενώ μεταξύ 12ης και 15ης εβδομάδας θα φτάσει τελικά στις 49ᵒ ± 7ᵒ. 21

Η εικόνα των τεσσάρων κοιλοτήτων στις 12 εβδομάδες, μπορεί να ληφθεί με αξιοπιστία στο 90% των εμβρύων με διακολπικό ηχόγραμα. Δύο κόλποι και δύο κοιλίες, ίδιου μεγέθους, με ακέραιο κοιλιακό διάφραγμα και σταυρό καρδιάς απεικονίζονται στην τομή αυτή. 18 Οι κόλποι απεικονίζονται με περισσότερη σαφήνεια στο πρώτο τρίμηνο από ότι αργότερα στην κύηση, ενώ οι κοιλίες έχουν ελικοειδή διάταξη. Η εκτίμηση αυτών των δομών με 2D υπερηχογράφημα, περιοριόρισε την ικανότητα εκτίμησης των διαφορών αυτών, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν με τη χρήση της 4D υψηλής ανάλυσης με διακολπικό υπερηχογράφημα. 22 Η δεξιά και η αριστερή κοιλία είναι δύσκολο να διακριθούν εξαιτίας του σπειροειδούς προσανατολισμού τους όμως μπορούν να επιβεβαιωθούν από τον προσδιορισμό των κολποκοιλιακών βαλβίδων, την τριγλώχινα βαλβίδα που είναι τοποθετημένη στην δεξιά πλευρά, ελαφρώς χαμηλότερα από την μιτροειδή βαλβίδα που βρίσκεται αριστερά. Το κολποκοιλιακό διάφραγμα αναπτύσσεται σχετικά αργά στο πρώτο τρίμηνο. Ως εκ τούτου, η μετατόπιση της μιτροειδούς ή και της τριγλώχινας βαλβίδας μπορεί να μην είναι εμφανής μέχρι ή μετά από τις 12 εβδομάδες. Το έγχρωμο Doppler υπερηχογράφημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσει στον εντοπισμό των μορφολογικών χαρακτηριστικών της δεξιάς και της αριστερής κοιλίας. Ο Lombardi και οι συνεργάτες του περιέγραψαν την δεξιά κοιλία σε σχήμα "μπανάνας" την αριστερή κοιλία σε σχήμα "παπουτσιού μπαλαρίνας" μικρότερης καμπυλότητας από την δεξιά. 20 Ο συνδυασμός της τεχνολογίας Color και Power Doppler συνιστάται στον καθορισμό της συνέχειας της διαφραγματικής αορτής, στην αξιολόγηση της φυσιολογικής βαλβιδικής ροής και την ροή της πνευμονικής φλέβας μέσα στον αριστερό κόλπο. Ο βραχύς άξονας των μεγάλων αγγείων, αποκαλύπτει την περιέλιξη της πνευμονικής αρτηρίας γύρω από τη δεξιά κοιλία, στην συνέχεια αποκαλύπτει την διακλάδωση του αρτηριακού πόρου. Επίσης αποκαλύπτεται η τριγλώχινα και η πνευμονική βαλβίδα και συνεπώς είναι χρήσιμα στην μέτρηση της ροής του αίματος διαμέσου των δομών αυτών. 23

Η απεικόνιση του χώρου εξόδου των κοιλιών μπορεί να επιτευχθεί σε πολλά έμβρυα από την 12η εβδομάδα, με καλύτερη απεικόνιση την 13η εβδομάδα. 20 Μία τομή κατά τον επιμήκη άξονα της αορτής πρέπει να συμπεριλαμβάνει την ρίζα της αορτής καθώς και τον χώρο εξόδου της αριστερής κοιλίας (LVOT) και απεικονίζεται στο 68% των εμβρύων την 12η εβδομάδα και στο 92% των εμβρύων την 13η εβδομάδα. 17 Στην ίδια τομή αποκαλύπτεται η συνέχεια του μεσοκοιλιακού διαφράγματος πρόσθια ενώ οπίσθια το τοίχωμα της αορτής που αφορίζεται από την πρόσθια γλωχίνα της μιτροειδούς βαλβίδας. Από την εικόνα των τεσσάρων κοιλοτήτων μπορεί να απεικονιστεί η πνευμονική αρτηρία κατά τον επιμήκη άξονά της, με ελαφριά στροφή ή κλίση του ηχοβολέα προς την κεφαλή του εμβρύου στο σημείο που χιάζεται με τον ισθμό της αορτής ή λίγο πριν. Οβελιαία τομή κατά τον επιμήκη άξονα της πνευμονικής αρτηρίας μπορεί να αποκαλύψει τον χώρο εξόδου της δεξιάς κοιλίας, τον διχασμό της πνευμονικής αρτηρίας, την δεξιά κοιλία που βρίσκεται κεφαλικά στο αριστερό ημιθωράκιο. Η αορτή εκπορεύεται από την αριστερή κοιλία, διέρχεται μεταξύ δεξιού και αριστερού κόλπου και καθώς εξέρχεται από την καρδιά στρέφεται προς τον δεξιό ώμο του εμβρύου για να καμφθεί στην συνέχεια οπίσθια και να σχηματίσει το αορτικό τόξο. Με σταθερό οβελιαίο προσανατολισμό (ηχοβολέας παράλληλος με την εμβρυϊκή σπονδυλική στήλη), σαρώνοντας από τον δεξιό προς αριστερό θώρακα μπορούν να απεικονιστούν, η άνω και η κάτω κοίλη φλέβα, το αορτικό τόξο και το τόξο του αρτηριακού πόρου. Η εικόνα των τριών αγγείων, με το πνευμονικό στέλεχος να προέρχεται από τη δεξιά κοιλία, την αορτή και την άνω κοίλη φλέβα είναι χρήσιμη για τον εντοπισμό και την σύγκριση του μεγέθους των μεγάλων αγγείων. Η χρήση του έγχρωμου Doppler μπορεί να επιβεβαιώσει την προς τα εμπρός ροή του αίματος από τους χώρους εξόδου. Χρησιμοποιώντας το Power Doppler, ο φυσιολογικός προσανατολισμός των μεγάλων αγγείων αποδεικνύεται από την παρουσία του σημείου "χ", το οποίο προσδιορίζει φυσιολογικά την διασταύρωση του στελέχους της πνευμονικής με την αορτή, και το σημείο "b" που μπορεί να αναπαραχθεί σε εγκάρσιο αξονικό επίπεδο, με την αορτή εγκάρσια και την πνευμονική αρτηρία κατά μήκος. 20

Κοιλιά

Η εξέταση της κοιλιάς στο πρώτο τρίμηνο αρχίζει με την αξιολόγηση του πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος. Η φυσιολογική κήλη του εντέρου μπορεί να αναγνωριστεί ήδη από τις 7 εβδομάδες. Γίνεται περισσότερο αντιληπτή ως μία συστολή πίσω από το κύτος της κοιλιάς στις 9-10 εβδομάδες και από τα μέσα της 10ης-11ης εβδομάδας. 16 Μετά τις 12 εβδομάδες πάχυνση του ομφάλιου λώρου σχετίζεται με κήλη εντέρου η οποία δεν ανατάχθηκε αυτόματα. 24

Στόμαχος

Το στομάχι μπορεί να απεικονιστεί από τις 8 εβδομάδες της κύησης, ως μια υποηχογενής κοιλότητα στο άνω αριστερό τμήμα της κοιλιάς 16 , 24 που είναι ορατό στο 99% των εξεταζόμενων εμβρύων, στις 11-14 εβδομάδες. 7

Έντερο

Το έντερο βρίσκεται ολόκληρο ενδοκοιλιακά μετά τις 12 εβδομάδες. Το χαρακτηριστικό αυτό, επιβεβαιώνεται επιτυχώς στο 88% των εμβρύων μεταξύ 13-14 εβδομάδων, σε σύγκριση με ποσοστό 77% που ανιχνεύεται μεταξύ 11-12 εβδομάδων. 8

Νεφροί

Οι εμβρυϊκοί νεφροί εμφανίζονται ως ηχογενείς δομές με υποηχογενές κέντρο παρασπονδυλικά. Η χρήση διακολπικής και διακοιλιακής υπερηχογραφίας μεταξύ 11-14 εβδομάδες αποκάλυψε σε ποσοστό 80%-95%τους εμβρυϊκούς νεφρούς. 4 , 8 Ο Timor-Tritsch και οι συνεργάτες του κατάφεραν να βελτιώσουν τα ποσοστά απεικόνισης των εμβρυϊκών νεφρών μετά το πρώτο τρίμηνο σε ποσοστό 91% στις 13-14 εβδομάδες, συγκριτικά με ποσοστό 80% πού είχαν στις 11-12 εβδομάδες (Ρ = 0,02). 8

Ουροδόχος κύστη

Η ουροδόχος κύστη προσδιορίζεται φυσιολογικά στο πρώτο τρίμηνο, ως υποηχογενής δομή της πυέλου, που ανιχνεύεται σε ποσοστό 93%-100% μεταξύ των εμβρύων στις 11-14 εβδομάδες της κύησης. 7 , 8 Χρησιμοποιώντας το έγχρωμο Doppler υπερηχογράφημα οι ομφαλικές αρτηρίες απεικονίστηκαν καθώς διέρχονται εκατέρωθεν της ουροδόχου κύστεως και πριν την έξοδο τους από τον ομφαλό στο 84% των εμβρύων στις 11-12 εβδομάδες. 8

Γεννητικά όργανα

Ο προσδιορισμός του φύλου του εμβρύου προβλέφθηκε με ποσοστό αξιοπιστίας που κυμάνθηκε από 46% έως 90%, στις 11-14 εβδομάδες της κύησης και αυξήθηκε περισσότερο με την εμπειρία του εξεταστή και την πρόοδο της κύησης. Υποκειμενικές εκτιμήσεις του φύλου στο πρώτο τρίμηνο, περιγράφουν έναν συνδυασμό οβελιαίας όψης και εγκάρσιας προβολής. Σε εγκάρσια προβολή η αναγνώριση μιας στρογγυλής δομή στη βάση του γεννητικού φύματος αντιπροσωπεύει οίδημα στο όσχεο και, η απεικόνιση μιας ηχογενούς μέσης γραμμής στη βάση του γεννητικού φύματος, αντιπροσωπεύει τη διάμεση ραφή του πέους, βοηθώντας στον εντοπισμό του άρρενος εμβρύου. Δύο παράλληλες γραμμές αντιπροσωπεύουν τα μικρά χείλη, ενώ τέσσερις, τα μικρά και μεγάλα χείλη βοηθώντας στον προσδιορισμό του θήλεος εμβρύου. Με την χρήση της υποκειμενικής εκτίμησης των δύο προβολών, αναγνωρίστηκε ορθώς το 67% των αρρένων εμβρύων, στις 11 εβδομάδες, το 89%, στις 12 εβδομάδες ενώ μετά τις 12 εβδομάδες δεν υπήρχε σημαντική βελτίωση στη διάγνωση. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το θήλυ έμβρυο, στο οποίο το φύλο ανιχνεύτηκε ορθώς, στο 83% του διαθέσιμου χρόνου εξέτασης, ενώ στη συνέχεια, δεν υπήρχε βελτίωση για το 95% του διαθέσιμου χρόνου μέχρι τις 14 εβδομάδες. 25

Τα εξωτερικά γεννητικά όργανα του άρρενος και του θήλεος εμβρύου μπορούν να διακριθούν στο πρώτο τρίμηνο από την κατεύθυνση του γεννητικού φύματος (μελλοντικός φαλλός ή κλειτορίδα) σε μέσο οβελιαίο επίπεδο. Στο άρρεν έμβρυο το γεννητικό φύμα έχει κεφαλική κατεύθυνση, ενώ στο θήλυ το γεννητικό φύμα κατευθύνεται ουραία ή οριζόντια. Η χρήση του παραθύρου των 30 μοιρών ως όριο της οριζόντιας κατεύθυνσης του γεννητικού φύματος σε οβελιαίο επίπεδο, βελτίωσε την ακρίβεια της υποκειμενικής μεθόδου των δύο-προβολών. Το φύλο προσδιορίστηκε με ακρίβεια στο 70% των εμβρύων που εξετάστηκαν στις 11 εβδομάδες, στο 99% στις 12 εβδομάδες, και 100% στις 13 εβδομάδες. Άρρενα έμβρυα, θεωρήθηκαν λανθασμένα, ως θήλεα, στο 56% του διαθέσιμου χρόνου εξέτασης, στις 11 εβδομάδες, στο 3% του διαθέσιμου χρόνου εξέτασης, στις 12 εβδομάδες, ενώ δεν έγινε λάθος στις 13 εβδομάδες. Αντίθετα, θήλεα έμβρυα θεωρήθηκαν εσφαλμένα άρρενα μόνο στο 5% του χρόνου εξέτασης, στις 11 εβδομάδες, ενώ δεν έγινε κανένα λάθος στις 12-13 εβδομάδες. 26

Άκρα

Με την χρήση της διακολπικής υπερηχογραφίας, τα άνω και κάτω άκρα μπορούν να απεικονιστούν ευχερώς μετά από τις 7 εβδομάδες. Σε αυτήν την πρώιμη ηλικία κύησης, το ουραίο τμήμα της ράχης του εμβρύου είναι μεγαλύτερο από το κάτω άκρα που προεξέχουν και είναι εμφανή. 3 Μετά από την 10η εβδομάδα της κύησης, όλο το μήκος των άκρων μπορεί να απεικονιστεί πλήρως με διακολπικό και διακοιλιακό υπερηχογράφημα στις 11-14 εβδομάδες, η βιομετρία των μακρών οστών, τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών, η κίνηση και η θέση των αρθρώσεων μπορούν να απεικονιστούν στο 100% των εμβρύων. 7

Ανιχνεύσιμες ανωμαλίες μέσω υπερηχογραφίας

Κατά την διάρκεια του υπερηχογραφήματος εκτός από τους γενετικoύς δείκτες τρισωμίας (αυχενική διαφάνεια, ρινικό οστό, φλεβώδης πόρος) το έμβρυο ελέγχεται σχολαστικά κατά συστήματα οργάνων για τυχόν ύπαρξη κατασκευαστικών ανωμαλιών.

Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τις μείζονες δομικές εμβρυϊκές ανωμαλίες οι οποίες μπορούν να διαγνωστούν στο υπερηχογράφημα 11-14 εβδομάδων.

ακρανία

εξεγκεφαλία

ανεγκεφαλία

εγκεφαλοκήλη

υδρανεγκεφαλία

ολοπροσεγκεφαλία

ινιεγκεφαλία

μηνιγγομυελοκήλη

καρδιακές ανωμαλίες

διαφραγματοκήλη

γαστρόσχιση

νεφρική αγενεσία

μεγακύστη

σειρηνομελία

σιαμαία (σε δίδυμο κύηση)


 

Χρωμοσωμικές ανωμαλίες συσχετιζόμενες με μητρική και εμβρυϊκή ηλικία κύησης

Ο κίνδυνος ανευπλοειδίας (13,18,21), αυξάνεται με την ηλικία της μητέρας. Όσο μεγαλύτερη σε ηλικία είναιδηλαδή η έγκυος γυναίκα, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα της τρισωμίας. Επιπλέον, επειδή τα έμβρυα με κάποια χρωμοσωμική ανωμαλία είναι πιο πιθανό να σταματήσουν να αναπτύσσονται ενδομητρίως, ο κίνδυνος ελαττώνεται με την πρόοδο της ηλικίας κύησης.

Ο Snijders και οι συνεργάτες του (1995, 1999), συνδύασαν δεδομένα από μελέτες στο 2ο και 3ο τρίμηνο της κύησης, μετά από αμνιοπαρακέντηση και στο 1ο τρίμηνο μετά από λήψη χοριακής λάχνης, για να υπολογίσουν την επίπτωση χρωμοσωμικών βλαβών, σε διαφορετικές ηλικίες κυήσεως σε συσχετισμό με την συχνότητα των τρισωμιών σε ζώντα νεογνά. Ο κίνδυνος από την μητρική ηλικία και από την ηλικία κύησης υπολογίστηκε πολλαπλασιάζοντας την επίπτωση του συνδρόμου Down για τις συγκεκριμένες ηλικίες της μητέρας, σε ζώντα νεογνά και τη σχετική συχνότητα σε μια δεδομένη ηλικία κύησης.

Πίνακας: Εκτιμώμενος κίνδυνος για τρισωμία 21, 18 και 13 σε σχέση με την μητρική ηλικία και την ηλικία της κύησης.

Ατομικός κίνδυνος της εγκύου για χρωμοσωμικές ανωμαλίες

Κάθε έγκυος γυναίκα έχει ένα κίνδυνο το έμβρυο/νεογνό της να έχει κάποια χρωμοσωμική ανωμαλία. Προκειμένου να υπολογιστεί ο ατομικός κίνδυνος, είναι απαραίτητο να έχουμε υπ όψιν το στατιστικό κίνδυνο της εγκύου ή κάποιον a priori κίνδυνο, ο οποίος εξαρτάται από την ηλικία της μητέρας και την ηλικία κύησης και να πολλαπλασιαστεί με μια σειρά παράγοντες ή λόγων πιθανότητας, οι οποίοι εξαρτώνται από τα αποτελέσματα μιας σειράς δοκιμασιών διαλογής (screening), που διενεργούνται στο υπερηχογράφημα των 11-14 εβδομάδων, προκειμένου να καθοριστεί αυτός ο κίνδυνος για την κάθε έγκυο. Ο λόγος πιθανότητας για μια δεδομένη υπερηχογραφική ή ορολογική μέτρηση υπολογίζεται διαιρώντας το ποσοστό των χρωμοσωμικά ανώμαλων εμβρύων με το ποσοστό των φυσιολογικών εμβρύων με τη συγκεκριμένη μέτρηση. Κάθε φορά που διενεργείται η συγκεκριμένη εξέταση, ο a priori κίνδυνος πολλαπλασιάζεται με το λόγο πιθανότητας της εξέτασης ώστε να υπολογιστεί ο νέος κίνδυνος, ο οποίος τότε γίνεται ο a priori κίνδυνος για την επόμενη εξέταση. 27

Εμβρυϊκή αυχενική διαφάνεια

Είναι η υπερηχογραφική εμφάνιση της υποδόριας συσσώρευσης υγρού πίσω από τον εμβρυϊκό αυχένα κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης. Η εμβρυϊκή αυχενική διαφάνεια (ΑΔ) αυξάνει φυσιολογικά με την ηλικία κύησης. Σε ένα έμβρυο με δεδομένο κεφαλουραίο μήκος (μας προσδιορίζει την ηλικία κύησης), κάθε μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας αντιπροσωπεύει ένα λόγο πιθανότητας ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τον "a priori" εξαρτώμενο από την ηλικία της μητέρας και την ηλικία της κύησης κίνδυνο, ώστε να υπολογιστεί ο νέος κίνδυνος. Όσο μεγαλύτερη είναι η αυχενική διαφάνεια τόσο μεγαλύτερος είναι ο λόγος πιθανότητας και επομένως τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο νέος κίνδυνος. Αντίθετα, όσο μικρότερη είναι η μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας, τόσο μικρότερος γίνεται ο λόγος πιθανότητας και επομένως, τόσο μικρότερος ο νέος κίνδυνος.

Η σχέση της αυχενικής διαφάνειας με την ανευπλοειδία

Η αυξημένη αυχενική διαφάνεια σχετίζεται με σύνδρομο Down, σύνδρομο Turner, άλλες χρωμοσωμικές ανωμαλίες, αρκετές κατασκευαστικές ανωμαλίες αλλά και γενετικά σύνδρομα.

Δείκτες ανευπλοειδίας ενσωματωμένοι στον έλεγχο διαλογής

Στο υπερηχογράφημα 11-14 εβδομάδων το ρινικό οστό δεν είναι ορατό στο 60–70% των εμβρύων με σύνδρομο Down και στο 2% των φυσιολογικών χρωμοσωμικά εμβρύων. Ανωμαλίες στην κυματομορφή της ταχύτητας ροής στο φλεβώδη πόρο παρατηρούνται στο 80% των εμβρύων με σύνδρομο Down και στο 5% των χρωμοσωμικά υγιών εμβρύων. Παρόμοια, η επίπτωση άλλων υπερηχογραφικών δεικτών, όπως ο εξόμφαλος, η μεγακύστη, και η μονήρης ομφαλική αρτηρία είναι μεγαλύτερη στα έμβρυα με σύνδρομο Down σε σχέση με τα φυσιολογικά έμβρυα. Καθένας από αυτούς τους δείκτες σχετίζεται με ένα λόγο πιθανότητας, ο οποίος μπορεί να πολλαπλασιαστεί με έναν a priori κίνδυνο ώστε να υπολογιστεί ο νέος κίνδυνος.

Οι ορολογικοί δείκτες

Τα επίπεδα της ελεύθερης β χοριακής (β-hCG) στο αίμα της εγκύου μητέρας φυσιολογικά ελαττώνεται όσο αυξάνεται η ηλικία κύησης. Σε κυήσεις με σύνδρομο Down η ελεύθερη β χοριακή (β-hCG) είναι αυξημένη. Τα επίπεδα της ΡΑΡΡ-Α στο αίμα της εγκύου μητέρας αυξάνει φυσιολογικά με την ηλικία κύησης ενώ στο σύνδρομο Down είναι ελαττωμένο. Για μια δεδομένη κύηση, κάθε τιμή β-hCG και ΡΑΡΡ-Α αντιπροσωπεύει ένα λόγο πιθανότητας ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τον a priori κίνδυνο ώστε να υπολογιστεί ο νέος κίνδυνος. Όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα της β-hCG και όσο χαμηλότερα τα επίπεδα της ΡΑΡΡ-Α τόσο υψηλότερος είναι ο κίνδυνος για το σύνδρομο Down.

Αυχενική διαφάνεια και ορολογικοί δείκτες στο πρώτο τρίμηνο

Σε εγκυμοσύνες με σύνδρομο Down στις 12 εβδομάδες, η συγκέντρωση στον ορό της εγκύου μητέρας της ελεύθερης β-hCG είναι υψηλότερη (περίπου 2 MoM) από ότι σε φυσιολογικές κυήσεις, ενώ η PAPP-A είναι χαμηλότερη (περίπου 0,5 ΜοΜ). Η διαφορά της ελεύθερης β-hCG μεταξύ φυσιολογικής κύησης με σύνδρομο Down αυξάνει με την πρόοδο της εγκυμοσύνης ενώ η διαφορά στην PAPP-A ελαττώνεται με την ηλικία κύησης. Αυτές οι εξαρτώμενες από την εβδομάδα κύησης διακυμάνσεις στα επίπεδα των δεικτών, η μεταξύ τους συσχέτιση και η σχέση τους με το βάρος της μητέρας λαμβάνονται υπ όψιν στην δημιουργία των αλγόριθμων κίνδυνου με σκοπό τον υπολογισμό του ακριβούς κινδύνου της εγκύου. Οι υπερηχογραφικοί και ορολογικοί δείκτες (ελεύθερη β-hCG και PAPP-A) μπορούν να συνδυαστούν μεταξύ τους, αυξάνοντας περισσότερο το ποσοστό ανίχνευσης της τρισωμίας 21 κατά 16% συγκριτικά με την μέθοδο που συνδυάζει μόνο την μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας και την ηλικία της εγκύου. 28

Η αξιοπιστία της εξέτασης στον υπολογισμό των χρωμοσωμικών ανωμαλιών

Ο συνδυασμός αυχενικής διαφάνειας, β-hCG και PAPP-A, μπορεί να ανιχνεύσει περίπου το 97% των εμβρύων με τρισωμία 21 για ένα  ψευδώς θετικό αποτέλεσμα 5%. 29

  1. Blaas HG, Eik-Nes SH, Kiserud T, et al. Early development of the hindbrain: a longitudinal ultrasound study from 7 to 12 weeks of gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 1995 Mar;5(3):151-60. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  2. Blaas HG, Eik-Nes SH, Kiserud T, et al. Early development of the forebrain and midbrain: a longitudinal ultrasound study from 7 to 12 weeks of gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 1994 May 1;4(3):183-92. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  3. Timor-Tritsch IE, Peisner DB, Raju S. Sonoembryology: an organ-oriented approach using a high-frequency vaginal probe. J Clin Ultrasound. 1990 May;18(4):286-298. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | Google Scholar
  4. Falco P, Gabrielli S, Visentin A, et al. Transabdominal sonography of the cavum septum pellucidum in normal fetuses in the second and third trimesters of pregnancy. Ultrasound Obstet Gynecol. 2000 Nov;16(6):549-553. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  5. Blaas HG, Eik-Nes SH. Sonoembryology and early prenatal diagnosis of neural anomalies. Prenat Diagn. 2009 Apr;29(4):312-25. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | Google Scholar
  6. Timor-Tritsch IE, Farine D, Rosen MG. A close look at early embryonic development with the high-frequency transvaginal transducer. Am J Obstet Gynecol. 1988 Sep;159(3):676-81. PubMed | PDF | Google Scholar
  7. Souka AP, Pilalis A, Kavalakis Y, et al. Assessment of fetal anatomy at the 11-14-week ultrasound examination. Ultrasound Obstet Gynecol. 2004 Dec;24(7):730-4. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  8. Timor-Tritsch IE, Bashiri A, Monteagudo A, et al. Qualified and trained sonographers in the US can perform early fetal anatomy scans between 11 and 14 weeks. Am J Obstet Gynecol. 2004 Oct;191(4):1247-1252. PubMed | AJOG | Google Scholar
  9. Borenstein M, Persico N, Kaihura C, et al. Frontomaxillary facial angle in chromosomally normal fetuses at 11+0 to 13+6 weeks. Ultrasound Obstet Gynecol. 2007 Oct;30(5):737-41. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  10. Merz E, Abramovicz J, Baba K, et al. 3D imaging of the fetal face—recommendations from the International 3D Focus Group. Ultraschall Med. 2012 Apr;33(2):175-82. PubMed | Thieme | PDF | Google Scholar
  11. Nicolaides KH, Azar G, Byrne D, et al. Fetal nuchal translucency: ultrasound screening for chromosomal defects in first trimester of pregnancy. BMJ. 1992 Apr 4;304(6831):867-9. PubMed | PMC | BMJPDF | Google Scholar
  12. Taipale P, Hiilesmaa V, Salonen R, et al. Increased nuchal translucency as a marker for fetal chromosomal defects. N Engl J Med. 1997 Dec 4;337(23):1654-8. PubMed | NEJM | Google Scholar
  13. Braithwaite JM, Morris RW, Economides DL. Nuchal translucency measurements: frequency distribution and changes with gestation in a general population. Br J Obstet Gynaecol. 1996 Dec;103(12):1201-4. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | Google Scholar
  14. Snijders RJ, Noble P, Sebire N, et al. UK multicentre project on assessment of risk of trisomy 21 by maternal age and fetal nuchal-translucency thickness at 10-14 weeks of gestation. Fetal Medicine Foundation First Trimester Screening Group. Lancet. 1998 Aug 1;352(9125):343-6. PubMed | The Lancet | Google Scholar
  15. Leiva MC, Tolosa JE, Binotto CN, et al. Fetal cardiac development and hemodynamics in the first trimester. Ultrasound Obstet Gynecol. 1999 Sep;14(3):169-74. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  16. Blaas HG, Eik-Nes SH, Kiserud T, et al. Early development of the abdominal wall, stomach and heart from 7 to 12 weeks of gestation: a longitudinal ultrasound study. Ultrasound Obstet Gynecol. 1995 Oct;6(4):240-24 PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  17. Haak MC, Twisk JW, Van Vugt JM. How successful is fetal echocardiographic examination in the first trimester of pregnancy?. Ultrasound Obstet Gynecol. 2002 Jul;20(1):9-13. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  18. Dolkart LA, Reimers FT. Transvaginal fetal echocardiography in early pregnancy: normative data. Am J Obstet Gynecol. 1991 Sep;165(3):688-91. PubMed | AJOG | Google Scholar
  19. Gembruch U, Shi C, Smrcek JM. Biometry of the fetal heart between 10 and 17 weeks of gestation. Fetal Diagn Ther. 2000 Jan-Feb;15(1):20-31. PubMed | Karger | Google Scholar
  20. Lombardi CM, Bellotti M, Fesslova V, et al. Fetal echocardiography at the time of the nuchal translucency scan. Ultrasound Obstet Gynecol. 2007 Mar;29(3):249-257. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  21. McBrien A, Howley L, Yamamoto Y, et al. Changes in fetal cardiac axis between 8 and 15 weeks’ gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 2013 Dec;42(6):653-8. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  22. Gindes L, Matsui H, Achiron R, et al. Comparison of ex-vivo high-resolution episcopic microscopy with in-vivo four-dimensional high-resolution transvaginal sonography of the first-trimester fetal heart. Ultrasound Obstet Gynecol. 2012 Feb;39(2):196-202. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  23. Smrcek JM, Berg C, Geipel A, et al. Early fetal echocardiography: heart biometry and visualization of cardiac structures between 10 and 15 weeks’ gestation. J Ultrasound Med. 2006 Feb;25(2):173-82. PubMed | JUM | Google Scholar
  24. Bronshtein M, Yoffe N, Zimmer EZ. Transvaginal sonography at 5 to 14 weeks’ gestation: fetal stomach, abnormal cord insertion, and yolk sac. Am J Perinatol. 1992 Sep-Nov;9(5-6):344-7. PubMed | Thieme | Google Scholar
  25. Whitlow BJ, Lazanakis MS, Economides DL. The sonographic identification of fetal gender from 11 to 14 weeks of gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 1999 May;13(5):301-4. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  26. Efrat Z, Akinfenwa OO, Nicolaides KH. First-trimester determination of fetal gender by ultrasound. Ultrasound Obstet Gynecol. 1999 May;13(5):305-7. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar 
  27. Snijders RJ, Johnson S, Sebire NJ, et al. First-trimester ultrasound screening for chromosomal defects. Ultrasound Obstet Gynecol. 1996 Mar;7(3):216-26. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  28. Spencer K, Souter V, Tul N, et al. A screening program for trisomy 21 at 10-14 weeks using fetal nuchal translucency, maternal serum free beta-human chorionic gonadotropin and pregnancy-associated plasma protein-A. Ultrasound Obstet Gynecol. 1999 Apr;13(4):231-7. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  29. Nicolaides KH. Nuchal translucency and other first-trimester sonographic markers of chromosomal abnormalities. Am J Obstet Gynecol. 2004 Jul;191(1):45-67. PubMed  | AJOG | Google Scholar

Περιγραφή και ορισμός

Το Doppler είναι μία λειτουργία των υπερήχων που βασίζεται στην απλή παρατήρηση ότι ο ήχος μιας πηγής είναι οξύτερος ή πιο διαπεραστικός όταν αυτή μας πλησιάζει και γίνεται πιο αμβλύς ή πιο βαθύς όταν μας προσπερνάει και απομακρύνεται (φαινόμενο Doppler). Το φαινόμενο Doppler, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον Christian Doppler το 1842. 1 Αυτή η φανερή αλλαγή στην ένταση του ήχου (φαινόμενο Doppler), είναι ανάλογη προς την ταχύτητα της κίνησης της πηγής εκπομπής του ήχου. Στην κλινική πρακτική, όταν η δέσμη των υπερήχων συγκεκριμένης συχνότητας χρησιμοποιείται στην μέτρηση ενός αιμοφόρου αγγείου, η αντανακλώμενη συχνότητα είναι ευθέως ανάλογη προς την ταχύτητα ροής του αίματος, δηλαδή είναι ανάλογη με την ταχύτητα με την οποία κινούνται τα ερυθρά αιμοσφαίρια εντός του αγγείου. Αυτή η αλλαγή της συχνότητας του σήματος, κατά την επιστροφή, εμφανίζεται σε γραφική αναπαράσταση στην οποία ο κατακόρυφος άξονας αντιπροσωπεύει την αλλαγή συχνότητας, εκφράζεται σε cm/sec και ο οριζόντιος άξονας αντιπροσωπεύει τον χρόνο. Η χρονική μεταβολή που αντιστοιχεί στην αλλαγή συχνότητας, είναι χρονισμένη με τις φάσεις του καρδιακού κύκλου (συστολή και διαστολή των κοιλιών). Η συχνότητα αυτή είναι υψηλότερη κατά τη διάρκεια της συστολής, όταν η ροή αίματος είναι μεγαλύτερη και μικρότερη κατά την διάρκεια της διαστολής, όταν η ροή αίματος στην περιφερική κυκλοφορία είναι σε πιο αργή.

Όταν η δέσμη υπερήχων είναι παράλληλη προς το αιμοφόρο αγγείο, δηλαδή παράλληλη προς την μετακίνηση των ερυθρών αιμοσφαιρίων υπάρχει πραγματική αποτίμηση ολόκληρου του φαινόμενου Doppler, γιατί η ταχύτητα ροής του αγγείου είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την αντίσταση της ροής του. Όταν υπάρχει γωνία, μεταξύ κατεύθυνσης ροής ερυθρών και ήχου, η μετρούμενη ταχύτητα είναι μικρότερη από την πραγματική. Ο βαθμός στον οποίο υπολογίζεται επακριβώς η ταχύτητα, εξαρτάται από τη γωνία πρόσπτωσης του ήχου (συνημίτονο Q). Σε γωνία 0 μοιρών, η μετρούμενη ταχύτητα είναι ίση με την πραγματική. Όταν η δέσμη υπερήχων είναι κάθετη προς την κατεύθυνση ροής αίματος (90 μοίρες), η μετρούμενη ταχύτητα είναι μηδέν, επειδή το συνημίτονο 90 μοιρών, είναι μηδέν.

Συσκευές Doppler

Ι. Doppler παλμικού κύματος (Pulsed Wave Doppler). Η απεικόνιση με το Doppler παλμικού κύματος περιλαμβάνει μια φασματική ανάλυση, η οποία περιγράφει το σήμα μετατόπισης Doppler από τους κινούμενους ανακλαστήρες εντός του όγκου δείγματος. Η φασματική απεικόνιση κυλίεται από δεξιά προς τα αριστερά και αναπαράγοντας τη φασματική κατανομή των συνιστωσών της συχνότητας μετατόπισης Doppler ως προς το χρόνο. Οι τιμές συχνότητας ή ταχύτητας εμφανίζονται κατά μήκος του κατακόρυφου άξονα και του χρόνου κατά μήκος του οριζόντιου άξονα. Το πλάτος των συνιστωσών εμφανίζονται ως αποχρώσεις του γκρι. Όσο φωτεινότερη είναι η απόχρωση, τόσο μεγαλύτερο είναι το πλάτος. Το Doppler παλμικού κύματος συνήθως χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με μια εικόνα 2D που περιέχει ένα δρομέα Doppler ο οποίος προσδιορίζει τη θέση της δέσμης των υπερήχων και ο οποίος θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την κατεύθυνση της ροής του αγγείου. Το Doppler παλμικού κύματος, μπορεί να συνδυαστεί με τις πληροφορίες χρώματος Doppler (Color Dopper, Power Doppler, Continuous Wave, Color Flow Mode) μαζί με μια εικόνα 2D, ως τρόπος λειτουργίας Triplex.

II. Doppler συνεχούς κύματος (Continous Wave Doppler - CWD). Το CWD εκπέμπει συνεχώς υπερηχητικά κύματα και δέχεται ταυτόχρονα αυτά που επιστρέφουν χωρίς να μπορεί να εντοπίσει από ποιο αγγείο στη διαδρομή της δέσμης και από ποιο βάθος προέρχεται η αντανάκλαση. Ένα κλινικό παράδειγμα εφαρμογής του CWD είναι η αξιολόγηση στένωσης ή παλινδρόμησης των καρδιακών βαλβίδων, εξαιτίας της ικανότητάς του να μετράει σήματα υψηλής ταχύτητας. Επιπλέον, χρησιμοποιείται για την έμμεση εκτίμηση της συστολικής πίεσης της πνευμονικής αρτηρίας. Τα διάφορα αγγεία προσδιορίζονται εμπειρικά από τη θέση τους και ο δρομέας της δέσμης υπερήχων, στρέφεται προς την κατεύθυνση που αναμένεται να βρίσκεται το υπό εξέταση αγγείο. Ο συγκεκριμένος τρόπος λειτουργίας είναι διαθέσιμος μόνο με χρήση συγκεκριμένων κεφαλών. Πληροφορίες υποστήριξης βρίσκονται στα εκάστοτε εγχειρίδια λειτουργίας των διαθέσιμων συστημάτων υπερηχο-τομογραφίας.

III. Τρόπος χρωματικής απόδοσης ροής (Color Flow Mode). Η λειτουργία της χρωματικής απόδοσης ροής, χρησιμοποιεί τη βασική αρχή Doppler για την παραγωγή μιας έγχρωμης εικόνας. Χρησιμοποιούνται κυρίως αποχρώσεις του κόκκινου και του μπλε. Το κόκκινο, υποδηλώνει αιματική ροή προς τον ηχοβολέα, ενώ το μπλε, αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή απομάκρυνση από τον ηχοβολέα. Η χρωματική αυτή κωδικοποίηση παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ταχύτητα, την κατεύθυνση, την ποιότητα και τον χρονισμό της αιματικής ροής που χρησιμοποιούνται με την υπέρθεση μιας έγχρωμης εικόνας πάνω στην εικόνα σάρωσης 2D που εμφανίζεται σε αποχρώσεις του γκρι. Η έγχρωμη απεικόνιση βοηθά στον εντοπισμό του δείγματος για φασματική ανάλυση με το Doppler παλμικού κύματος (Pulsed Wave Doppler).

ΙV. Dopper ισχύος (Power Doppler). Το Dopper ισχύος προσφέρει το πλεονέκτημα ότι οι μετρήσεις λαμβάνονται ανεξάρτητα από την γωνία πρόπτωσης των υπερήχων και αποτελεί ένα ιδανικό σύστημα για γρήγορη ανίχνευση και μέτρηση αγγείων που εμφανίζουν χαμηλές ταχύτητες ροής, όπως για παράδειγμα, οι νεοαγγειώσεις που υπάρχουν σε κακοήθεις όγκους και η προβολή της κυκλοφορίας του αίματος στον πλακούντα. Το Doppler ισχύος έχει διαφορετική χρωματική κωδικοποίηση από το έγχρωμο Doppler, επειδή μετρά διαφορετικό φυσικό μέγεθος.

V. Κατευθυντικό Doppler ισχύος (High Definision Flow). Η μέθοδος κατευθυντικού Doppler ισχύος (HD-Flow) είναι ένας τρόπος λειτουργίας, Doppler ισχύος, που ενσωματώνει την κατεύθυνση της ροής, όπως περίπου και η μέθοδος έγχρωμου Doppler στην προβάλλουσα εικόνα. Οι ρυθμίσεις του κατευθυντικού Doppler ισχύος εστιάζονται στην υψηλή χωρική ανάλυση και την χαμηλή εμφάνιση τεχνουργημάτων (artifacts), επιτρέποντας έτσι την παρατήρηση αγγείων με λιγότερο θόλωμα και περισσότερες λεπτομέρειες.

VI. Doppler ιστού (Doppler Tissue). Η απεικόνιση Doppler ιστού παράγει μια έγχρωμη εικόνα Doppler που υπερτίθεται στην προβάλλουσα 2D εικόνα και παρέχει πληροφορίες σχετικά με την διεύθυνση και την ταχύτητα κίνησης του ιστού. Η απεικόνιση Doppler ιστού συλλαμβάνει σήματα χαμηλής ροής, αλλά υψηλού πλάτους που σχετίζονται με την κίνηση των τοιχωμάτων και δημιουργεί μια χρωματικά κωδικοποιημένη εικόνα ιστού.

Πλακουντιακή κυκλοφορία

Στο κυκλοφορικό σύστημα της μητέρας παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές κατά την κύηση. Οι περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις ελαττώνονται με αποτέλεσμα την πτώση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο όγκος του κυκλοφορούντος αίματος και η καρδιακή παροχή αίματος αυξάνονται. Σε γυναίκες εκτός εγκυμοσύνης, το κύμα ροής των μητριαίων αγγείων χαρακτηρίζεται από υψηλές αντιστάσεις, παρουσιάζει εγκοπή (notch) στην αρχή της διαστολής και μικρή ταχύτητα τελο-διαστολικής ροής. Από τις αρχές της κύησης παρατηρούνται αλλαγές στο κύμα ροής των μητριαίων, οι οποίες δείχνουν μια προοδευτική μείωση των αντιστάσεων, απότοκο της διείσδυσης τροφοβλαστικού ιστού στο ενδομήτριο και αυξημένης παραγωγής στεροειδών ορμονών. Ενόσω η εγκυμοσύνη προχωρεί, παρατηρείται βαθμιαία εξαφάνιση των εγκοπών και αύξηση της διαστολικής ταχύτητας. Την 20η εβδομάδα της κύησης, οι περισσότερες έγκυες γυναίκες έχουν κύματα ροής που χαρακτηρίζονται από χαμηλές αντιστάσεις και μόνο στο 15% παρατηρούνται notchs. Στις 24 εβδομάδες, notchs παρατηρούνται μόνο στο 5%, ενώ στην διάρκεια του τρίτου τριμήνου οι αλλαγές είναι ελάχιστες. Στις περιπτώσεις εκείνες που συμβαίνει αποτυχία δημιουργίας κυκλοφορίας χαμηλών αντιστάσεων και συνεχίζουν τα notchs στο δεύτερο ήμισυ της κύησης, έχει προηγηθεί παθολογική πλακουντοποίηση από την αρχή της κύησης. Η εξέταση με Doppler των μητριαίων αρτηριών μπορεί να προσδιορίσει τις γυναίκες εκείνες που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση επιπλοκής, όπως προεκλαμψία, πρόωρη αποκόλληση πλακούντα και ενδομήτρια υπολειπόμενη ανάπτυξη. 2 , 3

Εμβρυϊκή κυκλοφορία σε ανεπαρκή τροφοδοσία

Όταν ένα έμβρυο δεν τρέφεται επαρκώς, ενεργοποιούνται αυτόματα προστατευτικοί μηχανισμοί για να εξισορροπήσουν την μειωμένη παροχή. Αρχικά, μειώνεται η αιμάτωση στην περιφέρεια προσφέροντας περισσότερο αίμα σε ζωτικά όργανα, όπως ο εγκέφαλος, η καρδιά και τα επινεφρίδια, σε βάρος των νεφρών και της περιφερικής κυκλοφορίας. 4 Με αυτήν την ''οικονομία για χάρη του εγκεφάλου" το έμβρυο προσπαθεί να αντισταθμίσει την ελαττωμένη παροχή αίματος που λαμβάνει από τον πλακούντα. Αυτή η ανακατανομή της ροής αίματος, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προσαρμογή του εμβρύου στην υποξία. Σαν απάντηση στην ανεπαρκή τροφοδοσία του πλακούντα, από άποψη αιμοδυναμικής κατάστασης, αναπτύσσεται αρχικά φτωχή αιματική ροή στην ομφαλική αρτηρία (αγγειοσύσπαση), ενώ η αιματική ροή στην μέση εγκεφαλική αρτηρία γίνεται πλούσια (το αγγείο απαντά με διαστολή γιατί δέχεται περισσότερο αίμα). Σε ένα πιο προχωρημένο στάδιο της εμβρυϊκής ανακατανομής της κυκλοφορίας, χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη αγγειοσύσπαση στην ομφαλική αρτηρία και από μεγαλύτερη αγγειοδιαστολή στην μέση εγκεφαλική αρτηρία.

Εάν ωστόσο παραταθεί η κακή αιμάτωση του εμβρύου επειδή αυτό αδυνατεί να ρυθμίσει την κυκλοφορία μέσα στο σώμα του με τους φυσικούς προστατευτικούς μηχανισμούς που διαθέτει, θα εγκαταστήσει καρδιακή ανεπάρκεια και συγχρόνως θα συμβούν οι πρώτες μεταβολές στις κυματομορφές στο φλεβικό του σύστημα δηλαδή στην ομφαλική φλέβα, την κάτω κοίλη φλέβα και τον φλεβώδη πόρο (αντιστροφή ροής) που σηματοδοτούν την απαρχή της επερχόμενης εμβρυϊκής απώλειας. Αυτές τις αλλαγές μπορεί να τις ανιχνεύσει πρώιμα το Υπερηχογράφημα Doppler, έτσι ώστε να δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος και να εκτελεστεί Τοκετός με περισσότερη ασφάλεια.

Α) Αρτηριακή ροομετρία Doppler

Οι μελέτες Doppler των αρτηριακών κυματομορφών, αποτελούν μια ποιοτική και ποσοτική μέθοδο εκτίμησης της αιμοδυναμικής κατάστασης του εμβρύου. Η εξέταση ομφαλικών και μητριαίων αρτηριών συλλέγει πληροφορίες για την αιμάτωση της μητροπλακουντιακής και εμβρυοπλακουντιακής μονάδας, ενώ η εξέταση των κυματομορφών Doppler της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας, καταδεικνύει αιμοδυναμικές προσαρμογές που επισυμβαίνουν ως απάντηση στην εμβρυϊκή υποξία.

ΟΜΦΑΛΙΚΗ ΑΡΤΗΡΙΑ

Η ομφαλική αρτηρία αποτελεί το πρώτο αγγείο που εξετάστηκε με Doppler ήδη από το 1977 και δίδει χρήσιμες πληροφορίες για την αιμάτωση της εμβρυοπλακουντιακής μονάδας. Οι κυματομορφές Doppler της ομφαλική αρτηρίας αντικατοπτρίζουν την κατάσταση της κυκλοφορίας του πλακούντα, και η αύξηση της τελο-διαστολικής ροής που παρατηρείται με την πρόοδο της εγκυμοσύνης είναι το άμεσο αποτέλεσμα της αύξησης του αριθμού των τριτογενών βλαστικών λαχνών που λαμβάνει χώρα με την ωρίμανση πλακούντα. 5 , 6 Στην διάρκεια του πρώτου τριμήνου, φυσιολογικά παρατηρείται έλλειψη τελο-διαστολικής ροής, περίπου μέχρι την 14η-15η εβδομάδα της κύησης. Μετά το διάστημα αυτό, η παροχή αίματος από την εμβρυϊκή καρδιά αυξάνει και οι αντιστάσεις στην πλακουντιακή κυκλοφορία υποχωρούν έτσι ώστε να σχηματίζεται το χαρακτηριστικό πριονωτό έπαρμα από την ομφαλική αρτηρία. Η εκφραζόμενη αυτή πτώση των αντιστάσεων, συνεχίζεται μέχρι το τέλος της κύησης αντικατοπτρίζοντας την ομαλή ροή του αίματος από τον πλακούντα στο έμβρυο.

Οι κυματομορφές Doppler της ομφαλικής αρτηρίας έχουν χαρακτηριστικό οξυκόρυφο έπαρμα όπως εμφανίζονται κατά την ροομετρία του αγγείου και αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές ταχύτητες ροής οι οποίες παρατηρούνται σε κάθε καρδιακό παλμό. Το κύμα ροής στην ομφαλική αρτηρία επηρεάζεται από την θέση μέτρησης. Αυξημένες αντιστάσεις λαμβάνονται στο σημείο εισόδου του ομφαλίου λώρου στο πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα του εμβρύου και χαμηλότερες στην έκφυση του ομφάλιου λώρου στην περιοχή του πλακούντα. 7 Επειδή οι διαφορές αυτές στις αντιστάσεις είναι μικρές οι μετρήσεις μπορούν να λαμβάνονται σε τυχαίο ενδιάμεσο σημείο μιας ελεύθερης έλικας. 8 Στην κλινική πράξη δεν ενδιαφέρει τόσο το ακριβές σημείο μέτρησης όσο το να πραγματοποιηθεί η μέτρηση όταν το έμβρυο είναι σε άπνοια, όταν δηλαδή είναι σε ακινησία, ήρεμο χωρίς να εκτελεί διάφορες κινήσεις (κατάσταση stress). Η δέσμη πρόπτωσης των υπερήχων και ο επιμήκης άξονας του αγγείου να είναι όσο το δυνατόν πιο παράλληλα μεταξύ τους για να μην επηρεάζεται η ταχύτητα ροής. Εάν η γωνία πρόπτωσης της δέσμης των υπερήχων είναι κάθετη προς τον άξονα του αγγείου ή η πύλη διέλευσης των υπερήχων είναι μικρή συγκριτικά με το υπό εξέταση αγγείο τότε μπορεί να λαμβάνεται ψευδώς αρνητική τελο-διαστολική ροή.

Παθήσεις οι οποίες εξαλείφουν τις μικρές μυϊκές αρτηρίες του πλακούντα (δηλ., τις τριτογενείς βλαστικές λάχνες) θα οδηγήσουν αρχικά σε προοδευτική μείωση της τελο-διαστολικής ροής, μετέπειτα σε πλήρη απουσία της τελο-διατολικής ροής, και αργότερα σε ανάστροφη ροή κατά τη διάρκεια της διαστολής. 9 Η ανάστροφη τελο-διαστολική ροή στην κυματομορφή της ομφαλικής αρτηρίας αντιπροσωπεύει προχωρημένο στάδιο έκθεσης του πλακούντα στον βλαπτικό παράγοντα και συνδέεται σε ποσοστό περισσότερο από 70% με αρτηριακή απόφραξη. 10 Απουσία ή ανάστροφη τελο-διαστολική ροή της ομφαλικής αρτηρίας, συνδέεται συνήθως με σοβαρού βαθμού υπολειπόμενη ανάπτυξη και ολιγοϋδράμνιο. 11 Η χρήση του Doppler υπερηχογραφήματος της ομφαλικής αρτηρίας σε κυήσεις με υποψία υπολειπόμενης εμβρυϊκής ανάπτυξης, μείωσε σημαντικά τον αριθμό των περιγεννητικών θανάτων και των περιττών μαιευτικών επεμβάσεων. 12 - 14

ΜΕΣΗ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΗ ΑΡΤΗΡΙΑ

Η μέση εγκεφαλική αρτηρία (ΜΕΑ) είναι το πιο προσπελάσιμο αγγείο με υπερήχους και μεταφέρει περισσότερο από το 80% του αίματος που ρέει στον εγκέφαλο. 15 Φυσιολογικά, η εγκεφαλική κυκλοφορία, είναι μια κυκλοφορία με υψηλή αντίσταση και με συνεχή προς τα εμπρός ροή, σε όλη την διάρκεια του καρδιακού κύκλου. 16 Η δεξιά και η αριστερή μέση εγκεφαλική αρτηρία αποτελούν τους μείζονους κλάδους του κύκλου του Willis στον εμβρυϊκό εγκέφαλο. Ο κύκλος του Willis, τροφοδοτείται με αίμα από τις έσω καρωτίδες και τις σπονδυλικές αρτηρίες και μπορεί να απεικονιστεί με έγχρωμο υπερηχογράφημα Doppler, σε μεγεθυμένο αξονικό επίπεδο της εμβρυικής κεφαλής που λαμβάνεται στη βάση του κρανίου, στο επίπεδο των θαλάμων, στο τμήμα του σφηνοειδούς οστού. Σε αυτό το επίπεδο, το εγγύς και άπω τμήμα της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας παρατηρείται κατά το μακρύ άξονά της, με πορεία σχεδόν παράλληλη προς τον δέσμη υπερήχων. Αν η δέσμη έκθεσης είναι παράλληλη προς το αγγείο, συνεπώς η γωνία πρόσπτωσης είναι 0 μοίρες, θα οδηγήσει σε μετρούμενη ταχύτητα που αντανακλά με ακρίβεια την πραγματική ταχύτητα του αίματος σε αυτό το αγγείο. 17 Οι κυματομορφές Doppler της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας (ΜΕΑ) πρέπει να λαμβάνονται στο εγγύς τριτημόριο του αγγείου, αμέσως μετά την εκπόρευση του από την έσω καρωτιδική αρτηρία, γιατί η συστολική ταχύτητα μειώνεται με την απομάκρυνση από αυτό το σημείο μέτρησης. Επίσης πρέπει να ληφθεί μέριμνα για να αποφευχθεί οποιαδήποτε περιττή πίεση στο κεφάλι του εμβρύου. Πρέπει να καταγράφονται τουλάχιστον τρεις έως 6 διαδοχικές κυματομορφές. Το υψηλότερο σημείο της κυματομορφής θεωρείται η μέγιστη συστολική ταχύτητα PSV (cm/s). 18

Η ροομετρία της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας (ΜΕΑ) χρησιμοποιείται συχνά στην αξιολόγηση της κατάστασης του εμβρύου σε υποψία υπολειπόμενης ανάπτυξης, ύδρωπα λόγω Rh ευαισθητοποίησης ή μόλυνσης με παρβοϊό Β19. Σε Rh ευαισθητοποίηση, οι διαστολικές ταχύτητες (PSVs) της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας (ΜΕΑ) αυξάνονται λόγω της μειωμένης εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης και της αυξημένης καρδιακής παροχής. Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα βελτιστοποίησης των ρυθμίσεων Doppler, για να μετρηθούν με ακρίβεια και εγκυρότητα οι διαστολικές ταχύτητες (PSVs) στη μέση εγκεφαλική αρτηρία (ΜΕΑ). Τυπικά, στα έμβρυα με υπολειπόμενη ανάπτυξη η αιμοσφαιρίνη παραμένει ανεπηρέαστη και εικάζεται ότι η αύξηση της ροής αίματος στη μέση εγκεφαλική αρτηρία (ΜΕΑ), με επακόλουθες αυξημένες διαστολικές κυματομορφές Doppler, είναι το αποτέλεσμα αυξημένων πιέσεων στο εμβρυϊκό αίμα. Η ευαισθησία διάγνωσης αγγίζει το 100% εάν οι διαστολικές ταχύτητες (PSVs) είναι μεγαλύτερες από 1.50, πολλαπλάσιο του μέσου (ΜοΜ), σε περιπτώσεις Rh ευαισθητοποίησης καθώς και σε άλλες αιτίες εμβρυϊκής αναιμίας. 19

ΜΗΤΡΙΑΙΑ ΑΡΤΗΡΙΑ

Η μητριαία αρτηρία αποτελεί κλάδο της έσω λαγονίου αρτηρίας. Πορεύεται κατά μήκος του πλάγιου τοιχώματος της πυέλου, πριν διασταυρωθεί με την έξω λαγόνια αρτηρία. Μετά την 12η εβδομάδα της κύησης είναι δυνατό να απεικονιστεί διακοιλιακά με το έγχρωμο/παλμικό Doppler υπερηχογράφημα το σημείο της διασταύρωσης της μητριαίας με την λαγόνια αρτηρία ή διακολπικά σε οβελιαία τομή του τραχήλου η μητριαία αρτηρία στο ύψος του έσω στομίου. 20 Είναι σημαντικό οι μετρήσεις να λαμβάνονται σε αυτό ακριβώς το επίπεδο, και πριν τη διακλάδωση της μητριαίας αρτηρίας με τις τοξοειδείς αρτηρίες, οι οποίες εμφανίζουν έτσι κι αλλιώς σημαντικά χαμηλότερες αντιστάσεις.

Η εκτίμηση της αιματικής ροής γίνεται χρησιμοποιώντας διάφορους δείκτες, που υπολογίζονται από το κύμα ροής στο υπό εξέταση αγγείο. Ο δείκτης παλμικότητας ή αλλιώς ΡΙ (pulsatility index), έχει ευρέως καθιερωθεί τα τελευταία χρόνια ως ο πλέον δημοφιλής, γιατί λαμβάνει υπόψη του την ταχύτητα ροής. Αντίθετα, ο δείκτης αντίστασης ή RI (resistance index) επικεντρώνει αποκλειστικά στη σχέση συστολής/διαστολής και ισούται πάντα με τη μονάδα, όταν η τελοδιαστολική ροή είναι αρνητική. Οι δείκτες αυτοί αποτελούν τους λεγόμενους ποσοτικούς δείκτες, ενώ η κυματομορφή χαρακτηρίζεται επιπλέον και από έναν ποιοτικό δείκτη, την παρουσία εγκοπής (notch) στην πρώιμη διαστολή.

Η παρουσία κόμβωσης στην κυματομορφή της μητριαίας αρτηρίας και η αύξηση του δείκτη αντίστασης μετά τις 22 εβδομάδες κύησης χαρακτηρίζουν την μη φυσιολογική κυκλοφορία της μήτρας. 21 Αυξημένος κίνδυνος επιπλοκών όπως: υπολειπόμενη εμβρυϊκή ανάπτυξη, προεκλαμψία, πρόωρο τοκετό και μη επιβεβαιωμένη καλή κατάσταση του εμβρύου στον τοκετό, σημειώνεται σε κυήσεις που έχουν μη φυσιολογική κυκλοφορία μήτρας στο τέλος του δεύτερου ή και στο τρίτο τρίμηνο. 22 , 23

Β) Φλεβική ροομετρία Doppler

Οι κυματομορφές Doppler της κεντρικής φλεβικής κυκλοφορίας στο έμβρυο, αντικατοπτρίζουν τη φυσιολογική κατάσταση της δεξιάς κοιλίας. Ειδικές πληροφορίες που αφορούν, το προφόρτιο της δεξιάς κοιλίας, την ενδοτικότητα του μυοκαρδίου, την τελο-διαστολική πίεση της δεξιάς κοιλίας, μπορεί να προέλθουν από τις μελέτες ροής Doppler στην κάτω κοίλη φλέβα και τον φλεβώδη πόρο. 24 - 28

ΟΜΦΑΛΙΚΗ ΦΛΕΒΑ

Μετά την είσοδο του ομφάλιου λώρου στο κύτος της εμβρυϊκής κοιλιάς το ενδοκοιλιακό τμήμα της ομφαλικής φλέβας διανύει κατακόρυφη πορεία, μέχρι το κατώτερο τμήμα του δρεπανοειδούς συνδέσμου. Στην συνέχεια διακλαδίζεται και ένα τμήμα του κατευθύνεται οριζόντια και στρίβει δεξιά για να ενωθεί με το εγκάρσιο τμήμα της αριστερής πυλαίας φλέβας και ένα άλλο κατευθύνεται κεφαλικά και πίσω προς την πλευρά του αριστερού λοβού του ήπατος. Η ροή αίματος της ομφαλικής φλέβας η οποία μεταφέρει το καλά οξυγονωμένο αίμα του πλακούντα στο έμβρυο, μπορεί να αξιολογηθεί είτε εντός της κοιλιάς του εμβρύου ή μέσα στο αμνιακό υγρό σε οποιοδήποτε σημείο του ομφάλιου λώρου.

Η αιματική ροή στην ομφαλική φλέβα, ακόμη και στο ενδοκοιλιακό τμήμα της είναι συνεχής, το κύμα ροής από τον φλεβώδη πόρο είναι παλμικό, ενώ οι μέγιστες ταχύτητες αυξάνουν 3-4 φορές, σε σχέση με την ταχύτητα ροής στην ομφαλική φλέβα. Φυσιολογικά η ομφαλική φλέβα, μετά από τις 15 εβδομάδες κύησης, εμφανίζει συνεχή μονοφασική ροή αίματος, αλλά γίνεται παλμική κατά την αναπνοή ή σε παθολογικές καταστάσεις, όπως σε σοβαρή υπολειπόμενη ανάπτυξη ή εμβρυϊκό ύδρωπα. Γενικά, η ροή στην ομφαλική φλέβα αξιολογείται ποιοτικά είτε ως συνεχής (μονοφασική), είτε ως παλμική. 29

ΦΛΕΒΩΔΗΣ ΠΟΡΟΣ

Ο φλεβώδης πόρος προέρχεται από την ομφαλική φλέβα, πριν την δεξιά στροφή της, κατευθύνεται κεφαλικά και πίσω όπως η αρχική πορεία της ομφαλικής φλέβας και εισέρχεται στην κάτω κοίλη φλέβα υποδιαφραγματικά. Η διάμετρος του φλεβώδους πόρου είναι περίπου το 1/3 της διαμέτρου της ομφαλικής φλέβας. Ο φλεβώδης πόρος έχει μήκος 2 cm και εύρος περί τα 2 mm στο τέλος της κύησης. 30 Η ανομοιότητα αυτή στο μέγεθος του αυλού μεταξύ ομφαλικής φλέβας και φλεβώδους πόρου, δημιουργεί αυξημένη πίεση στην ροή του αίματος εντός του πόρου, 3-4 φορές παραπάνω, με αποτέλεσμα υψηλής ταχύτητας στροβιλώδους ροή προς τον δεξιό κόλπο και το ωοειδές τρήμα. Η μέση τιμή της κορυφαίας ταχύτητας εντός του φλεβώδους πόρου, αυξάνεται από 65 cm/sec στις 18 εβδομάδες της κύησης, σε 75 cm/sec στο τέλος της κύησης. 31

Ο φλεβώδης πόρος μπορεί να απεικονιστεί υπερηχογραφικά και να μελετηθούν ποσοτικά και ποιοτικά οι κυματομορφές Doppler. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται δύο ανατομικά επίπεδα λήψεις: α) σε ένα μέσο οβελιαίο επίπεδο, συμπεριλαμβάνει το σώμα του εμβρύου και αποκαλύπτει όλο το μήκος του πόρου και β) κατά την εγκάρσια άποψη της εμβρυϊκής κοιλιάς, στο ίδιο ανατομικό επίπεδο που εκτελείται η μέτρηση της περιμέτρου στο οποίο απεικονίζεται μόνο το αρχικό τμήμα του φλεβώδους πόρου. Με την υπέρθεση της εικόνας ροής του έγχρωμου Doppler στην εικόνα της απόχρωσης του γκρίζου, ο φλεβώδης πόρος μπορεί να ταυτοποιηθεί ως κλάδος της πυλαίας φλέβας. Υψηλής ταχύτητας στροβιλώδους ροή αίματος με χρώμα εμφανίζεται συνήθως εντός του φλεβώδους πόρου εξαιτίας του στενού αυλού του. Η παρουσία στροβιλώδους ροής στο έγχρωμο Doppler βοηθά στον εντοπισμό του αγγείου από την αρχή της κύησης. Προσαρμογή των ρυθμίσεων της κλίμακας του γκρι και το μέγεθος στο φλεβώδη πόρο, επιτρέπει στο αγγείο να απεικονιστεί βέλτιστα. 32

Ο φλεβώδης πόρος παρουσιάζει ξεχωριστή σημασία, επειδή το καλά οξυγονωμένο αίμα της ομφαλικής φλέβας μεταφέρεται απευθείας στην καρδιά του εμβρύου. Περίπου το 50% της ποσότητας του αίματος που μεταφέρει η ομφαλική φλέβα διοχετεύεται στο φλεβώδη πόρο παρακάμπτοντας την ηπατική κυκλοφορία. Οι κυματομορφές Doppler του φλεβώδους πόρου είναι διφασικές σε σχήμα, κύματα S και D. H πρώτη κυματομορφή αντιστοιχεί στην φάση της συστολής των κοιλιών ή της διαστολής των κόλπων (κύμα S) και χαρακτηρίζεται από υψηλή ταχύτητα. Το δεύτερο κύμα (D), παρατηρείται με το άνοιγμα των κολποκοιλιακών βαλβίδων και την δίοδο αίματος από τους κόλπους στις κοιλίες (φάση πρώιμης διαστολής κοιλιών), ενώ η ελάχιστη προς τα εμπρός ροή απαντάται στο ναδίρ της δεύτερης φάσης (κύμα a) που ανταποκρίνεται στην όψιμη διαστολή των κοιλιών ή την συστολή των κόλπων. 33 Ανάστροφη ροή αίματος στο φλεβώδη πόρο κατά τη διάρκεια της συστολής των κόλπων (αρνητικό κύμα a) παρατηρείται σε επιδεινωμένη νόσο του πλακούντα, συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες, ηπατοπυλαία ανακατανομή του αίματος ή σε κάποιο συνδυασμό αυτών των παραγόντων. Καταστάσεις που επηρεάζουν το προφορτίο και το μεταφορτίο της καρδιάς δυνητικά μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές στην ενδαγγειακή πίεση και να μεταβάλουν την τυπική κυματομορφή της ροής στον φλεβώδη πόρο. 34

ΚΑΤΩ ΚΟΙΛΗ ΦΛΕΒΑ

Στην κάτω κοίλη φλέβα παρατηρούνται δύο ρεύματα αιματικής ροής: το αριστερό ρεύμα που υποστηρίζεται από τον φλεβώδη πόρο και την αριστερή ηπατική φλέβα το οποίο ρέει ραχιαία, και, το δεξιό που υποστηρίζεται από την άπω κάτω κοίλη φλέβα και τα αγγεία του δεξιού λοβού του ήπατος (μέση και δεξιά ηπατική φλέβα) που ρέει κοιλιακά προς το δεξιό μέρος της κάτω κοίλης φλέβας. Το ραχιαίο και αριστερό ρεύμα κατευθύνεται προς το ωοειδές τρήμα και τον αριστερό κόλπο και μεταφέρει το καλά οξυγονωμένο αίμα διαμέσου της αορτής στο μυοκάρδιο και τον εγκέφαλο. Το κοιλιακό και δεξιό ρεύμα κατευθύνεται προς τον δεξιό κόλπο, μέσω της τριγλώχινας βαλβίδας εισέρχεται στην δεξιά κοιλία και μεταφέρει αίμα λιγότερο καλά οξυγονωμένο. Από εκεί το αίμα εισέρχεται στον κύριο κλάδο της πνευμονικής αρτηρίας και μέσω του αρτηριακού πόρου η μεγαλύτερη ποσότητα εισέρχεται στην κατιούσα αορτή, ενώ το υπόλοιπο αίμα με την αριστερή και την δεξιά πνευμονική αρτηρία μεταφέρεται στους πνεύμονες. Το αίμα αυτό επιστρέφει από τους πνεύμονες με τις πνευμονικές φλέβες οι οποίες εκβάλουν στον αριστερό κόλπο. Η κατιούσα αορτή μεταφέρει λιγότερο καλά οξυγονωμένο αίμα προς τον κορμό του εμβρύου. Η μεγαλύτερη ποσότητα αυτού του αίματος επιστρέφει στον πλακούντα, μέσω των ομφαλικών αρτηριών, οι οποίες ξεκινούν από τις έσω λαγόνιες, διέρχονται εκατέρωθεν της ουροδόχου κύστεως και εξέρχονται από τον ομφαλό. Το υπόλοιπο αίμα της κατιούσας αορτής αιματώνει το κατώτερο τμήμα του σώματος και τελικά μέσω του φλεβικού δικτύου επιστρέφει στην κάτω κοίλη φλέβα.

Κυματομορφές Doppler στην κάτω κοίλη φλέβα μπορεί να ληφθούν από ένα μέσο οβελιαίο επίπεδο του θώρακα και της κοιλιάς. Στην άποψη αυτή μπορούν να απεικονιστούν: η κάτω κοίλη φλέβα καθώς εισέρχεται εντός του δεξιού κόλπου και η ένωση με το φλεβώδη πόρο και την αριστερή ηπατική φλέβα υποδιαφραγματικά. Η κάτω κοίλη φλέβα μπορεί να μελετηθεί σε δύο θέσεις: στο σημείο εισόδου στο δεξιό κόλπο ή στο τμήμα ανάμεσα ηπατικής φλέβας και φλεβώδους πόρου. Γενικά υπάρχει καλός συντελεστής συσχέτισης μεταξύ των δύο αυτών θέσεων μέτρησης, και είναι η τοποθεσία που παρέχει την μικρότερη γωνία αντανάκλασης του ήχου σε σχέση με την ροή του αίματος. Οι κυματομορφές Doppler στην κάτω κοίλη φλέβα έχουν τριφασικό σχήμα. Η πρώτη φάση (κυματομορφή), αντιστοιχεί στην διαστολή των κόλπων ή την συστολή των κοιλιών, η δεύτερη φάση (κυματομορφή), ανταποκρίνεται στην πρώιμη διαστολή των κοιλιών και η τρίτη φάση (κυματομορφή), αντιστοιχεί στην όψιμη διαστολή ή την συστολή των κόλπων κατά τον χρόνο της διαστολής των κοιλιών. Οι δύο πρώτες φάσεις χαρακτηρίζονται από την προς τα εμπρός ροή, ενώ η τρίτη φάση σε ορισμένες φυσιολογικές περιπτώσεις μπορεί να χαρακτηρίζεται από την απουσία της προς τα εμπρός ροής ή την ανάστροφη ροή. Το ποσοστό της ανάστροφης ροής στην κάτω κοίλη φλέβα ελαττώνεται με την πρόοδο της ηλικίας κύησης. Στις 12-15 εβδομάδες, η ανάστροφη ροή είναι 4-5 φορές μεγαλύτερη από ότι στο τέλος της κύησης.

Για την ποσοτικοποίηση της κυματομορφής Doppler κατά μήκος της κάτω κοίλης φλέβας χρησιμοποιείται ποσοστό ανάστροφης ροής. Η μέτρηση αντιπροσωπεύει το ολοκλήρωμα του χρόνου προς την ταχύτητα του τμήματος της ανάστροφης ροής κατά την σύσπαση των κόλπων (κύμα Β), διαιρεμένο με το ολοκλήρωμα του χρόνου προς την ταχύτητα της συνολικής προς τα εμπρός ροής (κύμα Α), πολλαπλασιαζόμενο επί του 100 (TVI (B) / TVI (A) x 100 = % αναστροφή ροής).

Πότε γίνεται

Στην καθημερινή κλινική πράξη, το υπερηχογράφημα Doppler καθιερώθηκε και χρησιμοποιείται προληπτικά στις 30-32 εβδομάδες της κύησης για την μονήρη και στις 28 εβδομάδες για την δίδυμο κύηση, με σκοπό και στόχο την ανακάλυψη της εμβρυϊκής υποξίας. Ωστόσο, μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 2 εβδομάδες ή όποτε αυτό κριθεί αναγκαίο όπως στις περιπτώσεις:

  • πρόωρης γήρανσης του πλακούντα
  • υπολειπόμενης εμβρυϊκής ανάπτυξης
  • εμβρυϊκού ύδρωπα
  • μικρά για την ηλικία τους, έμβρυα
  • παράταση της κύησης
  • στα δίδυμα δυστροφικά έμβρυα
  • σε υπέρταση
  • σε ολιγάμνιο
  1. Reinold E. ["On the Colored Light of Double Stars and Certain Other Stars of Heaven" and What Happened Hence]. Ultraschall Med. 2004 Apr; 25(2): 101-4. PubMed | Google Scholar
  2. Aquilina J, Barnett A, Thompson O, et al. Comprehensive analysis of uterine artery flow velocity waveforms for the prediction of pre‐eclampsia. Ultrasound Obstet Gynecol. 2000 Aug; 16(2): 163-70. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  3. Gómez O, Figueras F, Fernández S, et al. Reference ranges for uterine artery mean pulsatility index at 11–41 weeks of gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 2008 Aug; 32(2): 128-32. PubMed | Wiley Online Library |  Google Scholar
  4. Wladimiroff JW, Tonge HM, Stewart PA. Doppler ultrasound assessment of the cerebral blood flow in the human fetus. Br J Obstet Gynaecol. 1986 May; 93(5): 471-5. PubMed | Google Scholar
  5. Giles WB, Trudinger BJ, Baird PJ. Fetal umbilical artery flow velocity waveforms and placental resistance: pathological correlation. Br J Obstet Gynecol. 1985 Jan; 92(1): 31-8. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | Google Scholar
  6. Wang KG, Chen CY, Chen YY. The Effects of Absent or Reversed End-Diastolic Umbilical Artery Doppler Flow Velocity. Taiwan J Obstet Gynecol. 2009 Sep; 48(3): 225-31. PubMed | Elsevier | PDF | Google Scholar
  7. Khare M, Paul S, Konje JC. Variation in Doppler indices along the length of the cord from the intraabdominal to the placental insertion. Acta Obstet Gynecol Scand. 2006; 85(8): 922-8. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDFGoogle Scholar
  8. Fleischer A, Schulman H, Farmakides G, et al. Umbilical artery waveforms and intrauterine growth retardation. Am J Obstet Gynecol. 1985 Feb 15; 151(4): 502-5. PubMed  | Full Text AJOG | Google Scholar
  9. Trudinger BJ, Stevens D, Connelly A, et al. Umbilical artery flow velocity waveforms and placental resistance: the effect of embolizations of the umbilical circulation. Am J Obstet Gynecol. 1987 Dec; 157(6): 1443-8. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  10. Kingdom JC, Burrell SJ, Kaufmann P. Pathology and clinical implications of abnormal umbilical artery Doppler waveforms. Ultrasound Obstet Gynecol. 1997 (9) :271-286. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  11. Morrow RJ, Adamson SL, Bull SB, et al. Effect of placental embolization on the umbilical arterial velocity waveform in fetal sheep. Am J Obstet Gynecol. 1989 Oct; 161(4): 1055-60. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  12. Alfirevic Z, Stampalija T, Dowswell T. Fetal and Umbilical Doppler Ultrasound in High-Risk Pregnancies. Cochrane Database Syst Rev. 2017 Jun 13; 6(6): CD007529. PubMed | Full Text PMC | Cochrane Library | PDF | Google Scholar
  13. Alfirevic Z, Neilson JP. Doppler Ultrasonography in High-Risk Pregnancies: Systematic Review With Meta-Analysis. Am J Obstet Gynecol. 1995 May; 172(5): 1379-87. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  14. Westergaard HB, Langhoff-Roos J, Lingman G, et al. A critical appraisal of the use of umbilical artery Doppler ultrasound in high risk pregnancies: use of meta-analyses in evidence-based obstetrics. Ultrasound Obstet Gynecol. 2001 Jun; 17(6): 466-76. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  15. Veille JC, Hanson R, Tatum K. Longitudinal quantitation of middle cerebral artery blood flow in normal human fetuses. Am J Obstet Gynecol. 1993 Dec; 169(6): 1393-8. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  16. Mari G, Deter RL. Middle cerebral artery flow velocity waveforms in normal and small-for-gestational age fetuses. Am J Obstet Gynecol. 1992 Apr; 166(4): 1262-70. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar 
  17. Mari G, Adrignolo A, Abuhamad A, et al. Diagnosis of fetal anemia with Doppler ultrasound in the pregnancy complicated by maternal blood group immunization. Ultrasound Obstet Gynecol. 1995 Jun; 5(6): 400-5. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  18. Bhide A, Acharya G, Bilardo CM, et al. ISUOG practice guidelines: use of Doppler ultrasonography in obstetrics. Ultrasound Obstet Gynecol. 2013 Feb; 41(2): 233-39. PubMedWiley Online Library | PDF | Google Scholar
  19. Hanif F, Drennan K, Mari G. Variable affecting the middle cerebral artery peak systolic velocity in anemic and IUGR fetuses. Am J Perinatol. 2007 Sep; 24(8): 501-5. PubMed | Thieme Connect | Google Scholar
  20. Papageorghiou AT, Yu CK, Bindra R, et al. Fetal Medicine Foundation Second Trimester Screening Group. Multicenter screening for pre‐eclampsia and fetal growth restriction by transvaginal uterine artery Doppler at 23 weeks of gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 2001 Nov; 18(5): 441-9. PubMedObstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  21. Arduini D, Rizzo G, Boccolini MR, et al. Functional assessment of uteroplacental and fetal circulations by means of color Doppler ultrasonography. J Ultrasound Med. 1990 May; 9(5): 249-53. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  22. Hernandez-Andrade E, Brodszki J, Lingman G, et al. Uterine artery score and perinatal outcome. Ultrasound Obstet Gynecol. 2002 May; 19(5): 438-42. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  23. Lees C, Parra M, Missfelder-Lobos H, et al. Individualized Risk Assessment for Adverse Pregnancy Outcome by Uterine Artery Doppler at 23 Weeks. Obstet Gynecol. 2001 Sep; 98(3): 369-73. PubMed | Elsevier | Google Scholar
  24. Reuss ML, Rudolph AM, Dae MW. Phasic blood flow patterns in the superior and inferior venae cavae and umbilical vein of fetal sheep. Am J Obstet Gynecol. 1983 Jan 1; 145(1): 70-8. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar 
  25. Reed KL, Appleton CP, Anderson CF, et al. Doppler studies of vena cava flows in human fetuses: insights into normal and abnormal cardiac physiology. Circulation. 1990 Feb; 81(2): 498-505. PubMed | Circulation | PDF | Google Scholar 
  26. Huisman TW, Stewart PA, Wladimiroff JW. Flow velocity waveforms in the fetal inferior vena cava during the second half of normal pregnancy. Ultrasound Med Biol. 1991; 17 (7): 679-82. PubMed | Ultrasound in Medicine and Biology | Google Scholar 
  27. Rizzo G, Arduini D, Romanini C. Inferior vena cava flow velocity waveforms in appropriate-and small-for-gestational-age fetuses. Am J Obstet Gynecol. 1992 Apr; 166(4): 1271-80. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar 
  28. Rizzo G, Capponi A, Talone PE, et al. Doppler indices from inferior vena cava and ductus venosus in predicting pH and oxygen tension in umbilical blood at cordocentesis in growth retarded fetuses. Ultrasound Obstet Gynecol. 1996 Jun; 7(6): 401-10. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  29. Mari G, Hanif F. Fetal Doppler: umbilical artery, middle cerebral artery, and venous system. Semin Perinatol. 2008 Aug; 32(4): 253-7. PubMed | Elsevier Connect | Google Scholar
  30. Meyer WW, Lind J. The Ductus Venosus and the Mechanism of Its Closure. Arch Dis Child. 1966 Dec; 41(220): 597-605. PubMedFull Text PMC | Full Text BMJ | PDF | Google Scholar
  31. Kiserud T, Eik-Nes SH, Blass HGk, et al. Ultrasonographic velocimetry of the fetal ductus venosus. Lancet. 1991 Dec 7; 338 (8780): 1412-4. PubMed | The Lancet | Google Scholar
  32. DeVore GR, Horenstein J. Ductus Venosus Index: A Method for Evaluating Right Ventricular Preload in the Second-Trimester Fetus. Ultrasound Obstet Gynecol. 1993 Sep 1; 3(5): 338-42. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  33. Soregaroli M, Rizzo G, Danti L, et al. Effects of maternal hyperoxygenation on ductus venosus flow velocity waveforms in normal thirt-trmester fetuses. Ultrasound Obstet Gynecol. 1993 Mar 1; 3(2): 115-9. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  34. Baschat AA. Ductus venosus Doppler for fetal surveillance in high-risk pregnancies. Clin Obstet Gynecol. 2010 Dec; 53(4): 858-68. PubMed | Clinical Obstetrcs and GynecologyGoogle Scholar 

Τι είναι

Είναι η δοκιμασία της ταυτόχρονης παρακολούθησης του εμβρύου, συγκεκριμένα της εμβρυϊκής καρδιακής συχνότητας (ΕΚΣ) και της δραστηριότητας της μήτρας στην κύηση ή τον τοκετού και γίνεται με στόχο να διαγνώσει τα έμβρυα που κινδυνεύουν λόγω έλλειψης οξυγόνου. Οι καταστάσεις αυτές είναι γνωστές ως υποξία ή πιο κοινά, ασφυξία. Σε όλη την διάρκεια της δοκιμασίας οι χτύποι της καρδιάς του εμβρύου θα πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 120 και 160 ανά λεπτό. Αύξηση των χτύπων της καρδιάς πάνω από 160 ανά λεπτό καλείται ταχυκαρδία, ενώ κάθε μείωση κάτω από τους 110 χτύπους ανά λεπτό, βραδυκαρδία.

Ιστορική αναδρομή

Η επικράτηση του καρδιοτοκογράφου, δηλαδή της συσκευής που μπορεί να καταγράψει ταυτόχρονα και συνεχώς την εμβρυική καρδιακή συχνότητα (ΕΚΣ) και την συσταλτικότητα του μυομητρίου, αποδίδεται κυρίως σε τρεις ερευνητές, των οποίων ο συγκερασμός των ευρημάτων είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία του γνωστού καρδιοτοκογραφήματος (ΚΤΓ), που επηρέασε καθοριστικά τη σύγχρονη μαιευτική. Αυτοί είναι:

  • ο Caldeyro-Barcia στην Ουρουγουάη, με την ομάδα εργασίας του που εξέτασε τις φυσιολογικές και παθοφυσιολογικές παραμέτρους των ωδίνων της μήτρας (τοκογραφία), καθώς και τη δυνατότητα επηρεασμού τους (Caldeyro-Barcia και συνεργάτες, 1950, 1955 Alvarez & Caldeyro-Barcia, 1954)
  • ο Hon 1958, τελειοποίησε μια τεχνική για συνεχή παρακολούθηση του εμβρύου στον τοκετό
  • ο Hammacher στη Γερμανία εφάρμοσε την παλμό-προς-παλμό φωνοκαρδιογραφική συνεχή παρακολούθηση των εμβρυϊκών καρδιακών παλμών, σε συνδυασμό με την εξωτερική τοκογραφία, για πρώτη φορά ως κλινική μέθοδο ρουτίνας το 1968, χρησιμοποιώντας συσκευή της εταιρείας Hewlett-Packard (Hammacher 1962, 1965, 1966, 1967, 1969).

Έτσι από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 εφαρμόζονται τρεις μέθοδοι (η ηλεκτροκαρδιογραφία, η φωνοκαρδιογραφία και η υπερηχογραφία) συνεχούς καταγραφής των εμβρυϊκών καρδιακών παλμών και μάλιστα με ταυτόχρονη καταγραφή και των συσπάσεων της μήτρας. Αυτή η μέθοδος της συνδυασμένης απεικόνισης της εμβρυϊκής καρδιακής συχνότητας και της συσταλτικότητας του μυομητρίου ονομάστηκε καρδιοτοκογραφία.

Αξιολόγηση της εμβρυϊκής καρδιακής συχνότητας και των συσπάσεων της μήτρας Η καρδιοτοκογραφία επιτρέπει την παρακολούθηση της διακύμανσης της εμβρυϊκής καρδιακής συχνότητας (ΕΚΣ) στην αρχή, την ακμή ή στην αποδρομή μιας ωδίνης, αλλά και κατά το μεσοδιάστημα των ωδινών ή στην απουσία ωδινών. Από την μορφή της διακύμανσης της εμβρυϊκής καρδιακής συχνότητας (ΕΚΣ) σε σχέση με το τοκόγραμμα, που καταγράφει την δραστηριότητα της μήτρας, μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την κατάσταση αιμάτωσης και οξυγόνωσης του εμβρύου τα οποία εκτιμώνται ανάλογα με την χρονική φάση της κύησης ή του τοκετού. Έτσι δίνεται η δυνατότητα στον θεράποντα ιατρό (μαιευτήρα) να αναγνωρίσει έγκαιρα επικίνδυνες καταστάσεις υποξίας για να προβεί σε κατάλληλες ενέργειες με στόχο να τις αποφύγει.

Η φυσιολογία της εμβρυομητρικής κυκλοφορίας

Το καλά οξυγονωμένο αίμα της μητέρας διασχίζει το μυομήτριο και διαμέσου των σπειροειδών αρτηριών φτάνει στους μεσολάχνιους χώρους του πλακούντα όπου γίνεται η ανταλλαγή με το κορεσμένο αίμα του εμβρύου-που φέρεται εκεί με τις δύο ομφαλικές αρτηρίες- και από εκεί μέσω των εμβρυικών τριχοειδών αγγείων φθάνει στις τελικές λάχνες. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, δεν υπάρχουν αντιστάσεις στην μητρική και εμβρυική κυκλοφορία και έτσι η ανταλλαγή ουσιών και αερίων συμβαίνει ανεμπόδιστα στις χοριακές λάχνες, από όπου το καθαρό αίμα επανέρχεται διαμέσου της ομφαλικής φλέβας στο σώμα του εμβρύου και μάλιστα στην περιοχή του ήπατος. Από εκεί το μεγαλύτερο μέρος του καθαρού αίματος, διαμέσου του φλεβώδους πόρου καθώς και ένα μικρότερο μέρος, διαμέσου των ηπατικών φλεβών, καταλήγει στην κάτω κοίλη φλέβα από όπου και φέρεται στον δεξιό κόλπο της καρδιάς. Ένα μέρος αυτού του αίματος (δεξιού κόλπου) θα καταλήξει στον αριστερό κόλπο, διαμέσου του ωοειδούς τρήματος. Από τον αριστερό κόλπο το αίμα της καρδιάς του εμβρύου φέρεται στην αριστερή κοιλία και με την αορτή και τους εγκεφαλικούς κλάδους της θα αιματώσει τον εγκέφαλο, όργανα στην κοιλιά και τα κάτω άκρα. Το υπόλοιπο αίμα της κάτω κοίλης, μαζί με το προσαγόμενο από την άνω κοίλη φλέβα, φέρεται από τον δεξιό κόλπο στην δεξιά κοιλία και από εκεί, διαμέσου της πνευμονικής αρτηρίας, μεταφέρεται στους πνεύμονες-τους οποίους παρακάμπτει εξαιτίας της αυξημένης αντίστασης των πνευμονικών αγγείων και καταλήγει μέσω του αορτικού πόρου στην αορτή για να αναμιχτεί με το σχετικά καθαρό αίμα που φέρεται από την αριστερή κοιλία (Langman J: Medizinische Embryologie. Thieme, stuttgart, 1970).

Για να επιτελεστεί με ικανοποιητικό βαθμό η διαδικασία της ανταλλαγής των αερίων στο επίπεδο του πλακούντα θα πρέπει να ρέουν προς αυτόν τουλάχιστον τα 2/3 της συνολικής ποσότητας αίματος που εξέρχεται από τις δύο κοιλίες της εμβρυϊκής καρδιάς. Μία διαταραχή σε αυτό το επίπεδο, όπως για παράδειγμα μια συμπίεση του ομφάλιου λώρου θα έχει ως συνέπεια μια ανάλογη αντισταθμιστική ρύθμιση της καρδιαγγειακής λειτουργίας. Η συμπίεση της ομφαλικής φλέβας συσχετίζεται αρχικά με μια αύξηση των εμβρυικών καρδιακών παλμών. Μια επιπλέον όμως συμπίεση στο επίπεδο των ομφαλικών αρτηριών θα καταλήξει σε μία πτώση των εμβρυικών καρδιακών παλμών. Συνεπώς μια διαταραχή στην κυκλοφορία του αίματος στα ομφαλικά αγγεία, η οποία διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα θα καταλήξει σε έλλειψη οξυγόνου στο έμβρυο και τελικά σε ασφυξία, δοκιμάζοντας την ικανότητα του εμβρύου να αντιρροπεί στο stress.

Ηλεκτρονικά όργανα

Η εξωτερική καταγραφή του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού επιτυγχάνεται με την χρήση ενός μικρού μετατροπέα Doppler, που περιέχεται σε ένα μικρό πλαστικό δίσκο, τοποθετημένο πάνω στην κοιλιά της εγκύου. Οι μεταβολές τού κύματος Doppler που παρατηρούνται λόγω των κινήσεων της καρδιάς του εμβρύου μετατρέπονται από μικροϋπολογιστή σε καρδιακό ρυθμό.

Τα τοκοδυναμόμετρο είναι ένας χαμηλού βάρους πλαστικός δίσκος με αισθητήρα πίεσης που τοποθετείται στο ύψος του πυθμένα της μήτρας της εγκύου και συνήθως συγκρατείται στην θέση του με ελαστικούς ιμάντες. Μετά την τοποθέτηση ρυθμίζεται ο βαθμός ευαισθησίας ανάγνωσης της πίεσης σε τιμή 0. Η εξωτερική τοκομετρία μπορεί να δώσει ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την συχνότητα, την ένταση και την διάρκεια των συσπάσεων.

Ειδικό button, το οποίο κάθε φορά που το πατά η έγκυος μεταφέρει στο monitors την πληροφορία εμβρυϊκής κίνησης που αισθάνθηκε η έγκυος. Το monitors καταγράφει, με την βοήθεια θερμαινόμενης γραφίδας σε ειδικό χαρτί την ένταση, τον ρυθμό και την διάρκεια των συστολών της μήτρας, καθώς και την συχνότητα των καρδιακών παλμών του εμβρύου «χτύπο προς χτύπο». Τυπώνονται στο καταγραφικό εκτυπωτικό χαρτί δύο γραφικές παραστάσεις, μία από το τοκοδυναμόμετρο και μία από την κεφαλή Doppler.

Πώς γίνεται

Η έγκυος τοποθετείται συνήθως ανάσκελα πάνω στο εξεταστικό κρεβάτι με ανασηκωμένο τον θώρακα, για να αποφεύγεται η δύσπνοια και τοποθετούνται οι δύο κεφαλές του μηχανήματος, που σταθεροποιούνται στην κοιλιά της χωρίς υπερβολική πίεση με την βοήθεια ειδικού ελαστικού ιμάντα (ζώνη). Επίσης της παραχωρείται ένα button, το οποίο θα πρέπει να πατά κάθε φορά που αντιλαμβάνεται να κινείται το μωρό της, για να μεταφέρεται η πληροφορία στο monitors. Εάν για κάποιο λόγο η δοκιμασία πρέπει να παραταθεί, περισσότερο ενδεδειγμένη θεωρείται, η μισοξαπλωμένη θέση, με ελαφρά στροφή προς τα αριστερά για να αποφεύγεται συμπίεση από την μήτρα της αορτής ή της κάτω κοίλης

Ενδείξεις καρδιοτοκογραφήματος

Καρδιοτοκογράφημα πρέπει να γίνεται στις εξής περιπτώσεις:

• στον σακχαρώδη διαβήτη της κύησης

• σε ολιγάμνιο - υδράμνιο, βαρύ ιστορικό (όπως θνησιγενές έμβρυο)

• όταν έχει γεράσει ο πλακούντας και δεν τρέφεται σωστά το έμβρυο

• στα λιποβαρή έμβρυα

• όταν η εγκυμοσύνη είναι μεγαλύτερη από τις 40 εβδομάδες

• σε αιμορραγίες 2ου τριμήνου

• σε ασυμβατότητα Rhesus

• μετά από τραυματισμό

• σε υπόνοια πρόωρων συσπάσεων ή τοκετού

• στα δίδυμα

• όταν η έγκυος καπνίζει

• σε κάθε περίπτωση που υπάρχουν μειωμένες εμβρυϊκές κινήσεις

• σε προ-εκλαμψία (υπέρταση- πρήξιμο- λεύκωμα)

• σε συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, κολλαγονώσεις, αιμοσφαιρινοπάθειες, καρδιοπάθειες.

Ερμηνεία αποτελέσματος

Οι Flynn και Kelly ήδη από το 1977, πρότειναν πρώτοι την αξιολόγηση του αριθμού και της μορφής των επιταχύνσεων της εμβρυϊκής καρδιακής συχνότητας (ΕΚΣ) σε δεδομένη χρονική διάρκεια καταγραφής ενός καρδιοτοκογραφήματος (ΚΤΓ) σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη ύπαρξη εμβρυικών κινήσεων.

Η εμφάνιση τουλάχιστον τεσσάρων επιταχύνσεων της ΕΚΣ πάνω από 15 παλμούς/λεπτό, σε συνδυασμό με εμβρυϊκές κινήσεις μέσα σε ένα από δύο συνεχή χρονικά διαστήματα 20 λεπτών καθιστούσαν την δοκιμασία δραστική (reactive), ενώ η παρουσία λιγότερων από τεσσάρων την χαρακτήριζε μη δραστική (non reactive).

Την δεκαετία που ακολούθησε αποδεκτά κριτήρια για να χαρακτηριστεί η δοκιμασία δραστική (reactive), ήταν η παρουσία 2 επιταχύνσεων με διάρκεια 15 δευτερολέπτων και εύρους τουλάχιστον 15 παλμούς/λεπτό, μέσα σε ένα από δύο συνεχή χρονικά διαστήματα 20 λεπτών. Η μη παρουσία του ενός από τα δύο κριτήρια, χαρακτήριζε το καρδιοτοκογράφημα (ΚΤΓ), μη δραστικό (non reactive).

Επειδή τα επόμενα χρόνια έγινε φανερό ότι, το έμβρυο διανύσει περιόδους ηρεμίας (κύκλους ύπνου) μέσα στην μήτρα, κατά τις οποίες το έμβρυο δεν κάνει ενεργητικές κινήσεις, η απουσία τους δεν συσχετίστηκε ως επιβαρυντική παράμετρο στην γενική κατάσταση του εμβρύου. Σε ανάλογα συμπεράσματα κατέληξαν και οι Vintzileos και συν 1989, όταν ερεύνησαν έμβρυα 26-32 εβδομάδων τα οποία σε ποσοστό 68,8 % είχαν καρδιοτοκογράφημα (ΚΤΓ) μη δραστικό (non reactive), όμως η κατάσταση της οξυγόνωσής τους ήταν φυσιολογική.

Στις μέρες μας ένα δραστικό (reactive) καρδιοτοκογράφημα (ΚΤΓ) περιέχει δύο ή περισσότερες επιταχύνσεις πάνω από 15 παλμούς/λεπτό ή και περισσότερο, με την κάθε μια να διαρκεί 15 δευτερόλεπτα ή περισσότερο, μέσα σε 20 λεπτά από την έναρξη της δοκιμασίας. Εάν το καρδιοτοκογράφημα (ΚΤΓ) είναι μη δραστική (non reactive), δεν περιέχει δύο επιταχύνσεις πάνω από 15 παλμούς/λεπτό ή και περισσότερο, με την κάθε μια να διαρκεί 15 δευτερόλεπτα ή περισσότερο, η διάρκεια της δοκιμασίας μπορεί να επεκταθεί στα 40 λεπτά ή περισσότερο. Το εύρος των επιταχύνσεων αυξάνεται με την ηλικία κύησης και συνιστάται, πριν την 32η εβδομάδα της κύησης να ορίζεται μία επιτάχυνση ως αύξηση του εμβρυϊκού καρδιακού ρυθμού κατά τουλάχιστον 10 παλμούς, με διάρκεια 10 δευτερόλεπτα ή περισσότερο.

Αξιοπιστία δοκιμασίας

Ψευδώς αρνητικό, δηλαδή μη δραστικό (non reactive) εμφανίζεται το καρδιοτοκογράφημα (ΚΤΓ) σε ποσοστό 3-6, ενώ το ψευδώς θετικό, δραστικό (reactive) σε ποσοστό που κυμαίνεται από 30-70%.

Περιγραφή

Πρόκειται για μια απλή και απόλυτα ασφαλή, έγκυρη και αξιόπιστη εξέταση για την εκτίμηση του κινδύνου της εμβρυϊκής ανευπλοειδίας που χρη

σιμοποιεί το ελεύθερο κυτταρικό DNA του εμβρύου (cffDNA) το οποίο κυκλοφορεί στο αίμα της μητέρας.

Ιστορική αναδρομή

Η δυνατότητα απομόνωσης εμβρυϊκών κυττάρων από το μητρικό αίμα προτάθηκε το 1969 από την Waltnowska και τους συνεργάτες της, οι οποίοι βρήκαν μεταφάσεις με φυλετικά χρωμοσώματα XY σε έγκυες γυναίκες που κυοφορούσαν άρρενα έμβρυα. Αργότερα, το 1989 ο Lo και οι συνεργάτες του, απέδειξαν την παρουσία του χρωμοσώματος Y στο αίμα εγκύων γυναικών οι οποίες κυοφορούσαν άρρενα έμβρυα. 1 Το 1991, ο Price και οι συνεργάτες του απομόνωσαν επιτυχώς εμβρυϊκούς ερυθροβλάστες στο μητρικό αίμα με κυτταρομετρία ροής και διέγνωσαν ένα έμβρυο με τρισωμία 18 και ένα άλλο με τρισωμία 21 χρησιμοποιώντας in situ υβριδισμό. 2 Μετέπειτα, η απομόνωση των εμβρυϊκών κυττάρων από το μητρικό αίμα με κυτταρομετρία ροής ακολουθούμενη από γενετική ανάλυση με τεχνικές φθορίζοντος in situ υβριδισμού (FISH) επέτρεψαν την ταυτόχρονη ανίχνευση χρωμοσωμάτων Χ, Υ, 13, 18 και 21 σε όλους τους πυρήνες των ερυθροβλαστών, στο ίδιο δείγμα. 3 Τα τελευταία χρόνια, η μέθοδος της απομόνωσης εμβρυϊκών κυττάρων έχει αντικατασταθεί από τον μαγνητικό διαχωρισμό με φορτισμένα σφαιρίδια που φέρουν το ειδικό αντίσωμα για την αναγνώριση αυτών των κυτταρικών σειρών.

Το 2011, η ανάλυση cell free fetal DNA έγινε κλινικά διαθέσιμη και το Αμερικανικό Κολέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων και η Εταιρεία Εμβρυο-Μητρικής Ιατρικής συνέστησαν τον μη επεμβατικό προγεννητικό έλεγχο (NIPT) ως μέθοδο εκλογής στις γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο εμβρυικής ανευπλοειδίας. Ως πληθυσμός αυξημένου κινδύνου ορίστηκε: α) γυναίκες ηλικίας > των 35 ετών, β) έμβρυα με υπερηχογραφικά ευρήματα ενδεικτικά αυξημένου κινδύνου ανευπλοειδίας, γ) γυναίκες με ιστορικό τρισωμίας και δ) γυναίκες με θετικά αποτελέσματα προγεννητικού ελέγχου πρώτου ή δεύτερου τριμήνου. 4

Ελεύθερο-κυτταρικό εμβρυϊκό DNA 

Το ελεύθερο-κυτταρικό εμβρυϊκό (cffDNA) ανιχνεύεται στη μητρική κυκλοφορία πολύ νωρίς κατά την διάρκεια της κύησης και αποτελεί 3-13% του ολικού ελεύθερου μητρικού DNA μετά από τις 10 εβδομάδες της κύησης. 5 Αποτελείται κυρίως από μικρά θραύσματα DNA, 80% των οποίων έχουν μέγεθος < 200bp και αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο ποσοστό 3.4-6.2% του συνολικού ελεύθερου εμβρυϊκού DNA (cfDNA) στο πλάσμα της εγκύου. Πρόκειται δηλαδή για εμβρυϊκό γενετικό υλικό που κυκλοφορεί ελεύθερο στο μητρικό αίμα το οποίο κυρίως προέρχεται από την νέκρωση και την απόπτωση των συγκυτιοτροφοβλαστικών κυττάρων του πλακούντα. Η απόλυτη συγκέντρωση του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA (cfDNA) στο περιφερικό αίμα της εγκύου αυξάνει σημαντικά με τη πρόοδο της κύησης, ενώ ο χρόνος παραμονής του στην μητρική κυκλοφορία μετά τη γέννηση είναι μόλις 16.3 λεπτά και ακολούθως εξαφανίζεται. 6

Δυνατότητες

Το NIPT προσφέρει την ανίχνευση των πιο συχνών αριθμητικών ανωμαλιών 13, 18, 21, των φυλετικών ανωμαλιών [σύνδρομο Turner (XO), σύνδρομο Klinefelter (XXY και XYY)] και προσδιορίζει το φύλο του εμβρύου. H διάγνωση του φύλου είναι εφικτή ήδη από την 7η εβδομάδα της κύησης με ακρίβεια και ειδικότητα που πλησιάζει το 100%. Ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα (FNR) οφείλονται στην χαμηλή ευαισθησία της μεθόδου ανίχνευσης και την μικρή ποσότητα (cfDNA) στο δείγμα και μπορούν να αποφευχθούν με την ταυτόχρονη μελέτη δεικτών που επιβεβαιώνουν τη παρουσία cfDNA. Η επιμόλυνση του δείγματος είναι η κυριότερη αιτία ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων που μπορούν εύκολα όμως να προληφθούν με την τήρηση αυστηρών κανόνων προστασίας από επιμολύνσεις.

Ο έλεγχος ρουτίνας για τις συχνότερες χρωμοσωμικές ανωμαλίες 13, 18 και 21 με NIPT είναι εφικτός ήδη από τις 10 εβδομάδες και έχει χαμηλότερο ψευδώς θετικό ποσοστό (FPR) από ότι οι συνδυασμένες εξετάσεις (βιοχημικός έλεγχος και υπέρηχος 11-13W+6d), ωστόσο τα μη φυσιολογικά αποτελέσματα απαιτούν επιβεβαίωση με CVS ή AMNIO. 7 , 8 Ο NIPT δεν αξιολογεί τον κίνδυνο εμβρυϊκών ανωμαλιών όπως ελλείμματα του νευρικού σωλήνα και του πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος. 9

Σημασία εμβρυϊκού κλάσματος 

Το cfDNA του εμβρύου προέρχεται από την συγκυτιοτροφοβλάστη του πλακούντα και στο 0,1 % των κλινικών περιπτώσεων υπάρχει μωσαϊκισμός, δηλαδή παρουσία φυσιολογικών και παθολογικών κυτταρικών σειρών. 10 Το ff (fetal fraction) αντικατοπτρίζει την ποσότητα του cffDNA του εμβρύου που αναλογεί στη συνολική ποσότητα του κυκλοφορούντος cffDNA που απομονώνεται σε ένα δείγμα μητρικού αίματος. Επειδή το ff επηρεάζεται από ορισμένους παράγοντες είναι σημαντικό να αποσαφηνιστούν αυτοί οι παράμετροι για να κατανοηθεί επακριβώς η κλινική εφαρμογή του. Το ff επηρεάζεται: α) από το σωματικό βάρος της εγκύου, β) την φυλή, γ) την ηλικία της κύησης, δ) από τα χαρακτηριστικά της ανευπλοειδίας ε) εάν η σύλληψη είναι αυτόματος ή μετά από IVF και ε) από τον αριθμό των κυοφορούμενων εμβρύων. 11 , 12 Το μέσο ff ήταν 10,0% (7.8-13.0%) και μειώθηκε με την αύξηση του σωματικού βάρους της μητέρας από 11.7% στα 60kg σε 3.9% στα 160kg. Ήταν χαμηλότερο στις γυναίκες με προέλευση από την Αφρική και την Καραϊβική συγκριτικά με τις γυναίκες της Καυκάσιας φυλής και αυξήθηκε με το κεφαλουραίο μήκος (CRL), την πρωτεΐνη ορού του πλάσματος (PAPP-A), την ελεύθερη β-υπομονάδα της ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης (free β-hCG), το κάπνισμα και την παρουσία της τρισωμίας 21. 13 - 16 Το ff ήταν σημαντικά χαμηλότερο στις μονήρεις κυήσεις που προέκυψαν μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) έναντι εκείνων με αυτόματη σύλληψη. 17 Παρόλο που το ff είναι μεγαλύτερο στις δίδυμες κυήσεις λόγω μεγαλύτερης πλακουντιακής μάζας από ότι στις μονήρεις, 18.1% έναντι 13.4% 18, 19 εντούτοις το ff του κάθε διδύμου χωριστά είναι μικρότερο (9.05%) από εκείνο των μονήρων κυήσεων. 20 Γενικά η πολυπλοκότητα του ff στις δίδυμες κυήσεις δυνητικά μπορεί να συνδέεται με ένα αυξημένο ψευδώς θετικό ποσοστό NIPT.

Αποτυχία απόδοσης αποτελέσματος

Ο NIPT δεν είναι πάντοτε εφικτός. Η δυσκολία πραγματοποίησης του μπορεί να οφείλεται: α) στη μικρή ποσότητα (cffDNA) στο αίμα της εγκύου, β) το πολύ μικρό ποσοστό (cffDNA) σε σχέση με το μητρικό, γ) στις ατομικές διαφορές στη συνολική συγκέντρωση ελεύθερου DNA στο πλάσμα και δ) στις ομοιότητες του εμβρυϊκού με το μητρικό γενετικό υλικό, αφού το έμβρυο κληρονομεί το μισό γενετικό υλικό από τη μητέρα. Τα ποσοστά αποτυχίας της ανάλυσης του NIPT ποικίλλουν ανάλογα με το εργαστήριο και την μέθοδο που χρησιμοποιείται και συνολικά κυμαίνονται μεταξύ 1-8%. Αυτό συμβαίνει κυρίως λόγω του ανεπαρκούς όγκου του υπό εξέταση δείγματος, των επιμολύνσεων λόγω μωσαϊκισμού και του χαμηλού ποσοστού ff. 21 - 23 Σύμφωνα με κάποιες μελέτες ο πλέον κοινός λόγος αποτυχίας της ανάλυσης NIPT ήταν το χαμηλό ff. Χαμηλό ff, < από 4-8% οδηγούσε σε αδυναμία εξαγωγής αποτελέσματος. 24 , 25 Σύμφωνα με μια μελέτη, η αδυναμία του εργαστηρίου να αποδώσει τα αποτελέσματα για την τρισωμία 13, 18 και 21 ήταν 6.3%, 8% και 1.9%, αντίστοιχα. 26

Η πιθανότητα αποτυχίας του NIPT στην δίδυμο κύηση είναι μεγαλύτερη από εκείνη που παρατηρείται στην μονήρη κύηση, 5,6% έναντι 1,7% κατά την πρώτη δειγματοληψία. 27 Αυτό μάλλον συμβαίνει επειδή το μέσο ff στις δίδυμες κυήσεις είναι μικρότερο από αυτό των μονήρων κυήσεων, 8% έναντι 11.0%. 28 Μεγαλύτερος κίνδυνο αποτυχίας NIPT σημειώνεται στις διχοριακές από ότι στις μονοχοριακές κυήσεις, 11.3% έναντι 4.9%. 29

Στις κυήσεις που προήλθαν με IVF έναντι εκείνων με αυτόματη σύλληψη, τα ποσοστά αποτυχίας του NIPT είναι υψηλότερα και η θετική προγνωστική αξία (PPV) χαμηλότερη για τις κοινές χρωμοσωμικές ανωμαλίες: 13, 18, 21 και τα φυλετικά νοσήματα (SCA) (5.2 έναντι 2.2% P < 0.001) και (28.6 έναντι 73.4%, P = 0,002), αντίστοιχα. 30

Αποτελεσματικότητα

Σύμφωνα με μια μετα-ανάλυση του 2015 που αφορούσε μονήρεις κυήσεις, τα ποσοστά ανίχνευσης (DR) NIPT των συχνότερων τρισωμιών 13, 18 και 21 ανήλθαν σε 91, 96.3 και 99.2% αντίστοιχα ενώ τα ψευδώς θετικά ποσοστά (FPR) σε 0.13, 0.13 και 0.09%, αντίστοιχα. 31 Όμως, και άλλες μελέτες ανέφεραν παρόμοια αποτελέσματα. 21 , 22 , 32 Ωστόσο, υπήρξαν αναφορές περιπτώσεων που περιέγραψαν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα (FNR) NIPT. 33 , 34 Επίσης, χαμηλή ήταν και η συνολική θετική προγνωστική αξία (PPV) του NIPT στην ανίχνευση των φυλετικών χρωμοσωμικών ανωμαλιών (SCA) 18/33 και ακόμη χαμηλότερη στην ανίχνευση του συνδρόμου Turner (45, Χ): 5/17 ή 54.54% και 29.41%, αντίστοιχα. 35 , 36

Ασύμφωνο αποτέλεσμα NIPT

Παρότι η ευαισθησία και λιγότερο η ειδικότητα μπορεί να προσεγγίσει το 100% της ανίχνευσης της ανευπλοειδίας, είναι πιθανά τόσο τα ψευδώς θετικά όσο και τα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα. Περιστασιακά αναφέρονται μη συμβατά αποτελέσματα μεταξύ NIPT και κάποιας επεμβατικής διαδικασίας, π.χ αμνιοκέντησης. 37 Αυτό το γεγονός μπορεί να εξηγηθεί από την εξής υπόθεση, το cffDNA που ανιχνεύεται στην μητρική κυκλοφορία και ως γνωστόν προέρχεται από κύτταρα της συγκυτιοτροφοβλάστης του πλακούντα θα μπορούσε να περιέχει ανευπλοειδικά κύτταρα στην περίπτωση της ύπαρξης ενός περιορισμένου βαθμού μωσαϊκισμού στον πλακούντα. 38 Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να προκληθεί παρερμηνεία του αποτελέσματος στο 0.1 % των περιπτώσεων που είναι το αναλογούν ποσοστό μωσαϊκισμού. Το σύνδρομο του εξαφανισθέντος διδύμου επίσης μπορεί να αποτελεί ένα αίτιο ασύμφωνου αποτελέσματος από τις διαγνωστικές εξετάσεις. 39 Ως εκ τούτου, σε περίπτωση γνωστής απώλειας ενός διδύμου, η χρήση ενός κατάλληλου τεστ που ανιχνεύει αυτήν την κατάσταση θα μπορούσε να είναι μια επιλογή για την αποφυγή ενδεχομένης σύγχυσης.

Σε περιπτώσεις μητρικής νεοπλασίας (κακοήθης, καλοήθης) το κυκλοφορούν DNA του όγκου (ctDNA) ανιχνεύεται στο μητρικό αίμα. Συνεπώς, μπορεί να προκληθεί σύγχυση κατά την απόδοση του αποτελέσματος NIPT στις περιπτώσεις που διερευνάτε ολόκληρο το γονιδίωμα καθώς είναι πιθανό να ανιχνευθεί παθολογικό γονιδιακό προφίλ (CGP) εξαιτίας της παρουσίας επιπλέον αντιγράφων σε ορισμένα χρωμοσώματα. 40

Σε ποιους απευθύνεται

  1. σε κάθε έγκυο γυναίκα που κυοφορεί ένα έμβρυο, έχει σωματικό βάρος κάτω από 90 Kg και θέλει μία σίγουρη, ασφαλή και ακίνδυνη εξέταση προγεννητικού ελέγχου
  2. στις έγκυες γυναίκες με υψηλό ρίσκο ανευπλοειδίας, οι οποίες είχαν θετικό ορολογικό τεστ πρώτου τριμήνου και δεν επιθυμούν να υποβληθούν σε επεμβατικό έλεγχο με αμνιοπαρακέντηση ή λήψη τροφοβλάστης
  3. στις RhD αρνητικές έγκυες γυναίκες για τον έλεγχο της Rhesus ευαισθητοποίησης.

Πότε γίνεται-ποιοτικός έλεγχος

Ο NIPT μπορεί να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε στιγμή, μετά από την 10η έως την 32η εβδομάδα της κύησης, με απλή αιμοληψία σε ειδικά γυάλινα σωληνάρια Streck. Στην πολύδυμη εγκυμοσύνη η δειγματοληψία πραγματοποιείται μετά από τις 12 εβδομάδες της κύησης. Τα δείγματα αίματος μπορούν να διατηρηθούν σε θερμοκρασία δωματίου για 1-5 ημέρες μέχρι να υποστούν την διαδικασία ποιοτικού ελέγχου από το εργαστήρια. 41 Αν βρεθούν ακατάλληλα για ανάλυση θα χρειαστεί δεύτερη αιμοληψία.

Τι χρειάζεται

10-20mLs αίματος ανάλογα με το εργαστήριο. Πριν την αιμοληψία, το ζευγάρι ενημερώνεται για την διαδικασία και τις ιδιαιτερότητες του τεστ, συμπληρώνεται ειδικό παραπεμπτικό και ζητείται η ενυπόγραφη συγκατάθεση της εγκύου.

Χρόνος απόδοσης αποτελέσματος

Τα αποτελέσματα είναι συνήθως διαθέσιμα μέσα σε χρονικό διάστημα 7-14 εργάσιμων ημερών από τη διενέργεια του ελέγχου στο 92-99% των περιπτώσεων, με κατάλληλη αιμοληψία. Περίπου το 1-8% των εγκύων που υποβλήθηκε σε NIPT δεν θα καταλήξει σε κάποιο αποτέλεσμα. Σε περίπτωση αποτυχημένης δοκιμασίας τα περισσότερα εργαστήρια προσφέρουν την επανάληψη της εξέτασης δωρεάν. Σε περίπτωση παθολογικού αποτελέσματος κάποια εργαστήρια καλύπτουν το κόστος επιβεβαίωσης του αποτελέσματος με αμνιοπαρακέντηση ή λήψη χοριακής λάχνης (CVS).

Ερμηνεία αποτελέσματος

Ορισμένα εργαστήρια αναφέρουν το αποτέλεσμα είτε ως "θετικό" είτε ως "αρνητικό". Σε κάποια άλλα εργαστήρια το αποτέλεσμα εκφράζεται ποσοτικά ως μία πιθανότητα αλλά και ως απλή αναφορά σε υψηλό ή χαμηλό κίνδυνο για κάθε τρισωμία. Ένα αποτέλεσμα με αναφορά σε χαμηλό κίνδυνο υποδηλώνει πως η πιθανότητα χρωμοσωμικής ανωμαλίας είναι < από 1/10.000, δηλαδή 0,01% και ότι σε ποσοστό >99% το έμβρυο δεν έχει την συγκεκριμένη χρωμοσωμική ανωμαλία. Ένα αποτέλεσμα με αναφορά σε υψηλό κίνδυνο σημαίνει πως η πιθανότητα χρωμοσωμικής ανωμαλίας είναι μεγαλύτερη από 99%.

Στην πραγματικότητα η χρησιμότητα αυτών των αποτελεσμάτων παρείχε μικρή αξία στους επαγγελματίες υγείας και τους ασθενείς τους επειδή η θετική προγνωστική αξία (positive predictive value: PPV) για την ηλικιακή ομάδα των ασθενών 25 και 40 ετών ήταν μικρή όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.

Chromosome AneuploidiesAge 25 - 40 years
Sensitive (%)Specificity (%)PPV (%)PPV (%)
Trisomy 21 99.3 99.8 33 87
Trisomy 18 97.4 99.8 13 68
Trisomy 13 99.3 99.9 9 57
Sex chr. aneup 91 99.6 - -
American College of Obstetricians and Gynecologists 2015 9

Λόγω της σημασίας αυτών των δεδομένων για την παροχή ακριβών και κατανοητών πληροφοριών στους ασθενείς σχετικά με τα αποτελέσματα των εξετάσεων διαλογής το Αμερικανικό Κολέγιο Μαιευτήρων και Γυναικολόγων και η Εταιρεία Maternal-Fetal Medicine ενθάρρυναν όλα τα εργαστήρια να αναφέρουν αποτελέσματα με θετική και αρνητική προγνωστική αξία. 9

Στρατηγική διαχείρισης NIPT

Οι εξετάσεις cffDNA θα πρέπει να προσφέρονται μόνο μετά ή σε συνδυασμό με ενδελεχή υπερηχογραφική εξέταση και αφού η έγκυος ασθενής έχει ενημερωθεί επαρκώς για τη φύση, το εύρος και τη διαγνωστική σημασία της εξέτασης. 42 Ο NIPT δεν υποκαθιστά την αξιοπιστία και τη διαγνωστική ακρίβεια του επεμβατικού προγεννητικού ελέγχου με CVS ή AMNIO. Ο NIPT θα πρέπει να παρέχεται μετά από συμβουλευτική στην οποία θα πρέπει να ενημερώνεται η έγκυος ασθενής ότι πρόκειται για μια προγνωστική εξέταση η οποία παρουσιάζει μεγάλη ευαισθησία στην ανίχνευση της τρισωμίας 21 ενώ συνάμα ελέγχει και τις άλλες πιο συχνές χρωμοσωμικές ανωμαλίες 18 και 13. Στις περιπτώσεις θετικού αποτελέσματος (πχ. μεγάλη πιθανότητα για σύνδρομο Down), στόχος του επαγγελματία υγείας είναι να εξηγήσει στην έγκυο γυναίκα και την οικογένειά της τις πιθανότητες κυοφορίας ενός μωρού με χρωμοσωμικά προβλήματα. Θα πρέπει να γίνει κατανοητή η φύση αυτής της πάθησης, τα πιθανά μεταγεννητικά προβλήματα υγείας, η διανοητική του κατάσταση, οι δεξιότητες, το προσδόκιμο επιβίωσης. Επίσης, θα ήταν σημαντικό να γνωρίζουν τους κινδύνους αποβολής (0,1% για την αμνιοπαρακέντηση και 0.2% για την CVS) και τα οφέλη μιας επεμβατικής διαδικασίας ώστε με βάση της ιατρικές πληροφορίες να λάβουν τις προσωπικές τους αποφάσεις με τις οποίες μπορούν να ζήσουν μακροπρόθεσμα. 43 - 45

Οι επιλογές διαχείρισης της κύησης με αποτυχημένο αποτέλεσμα NIPT μετά την πρώτη δειγματοληψία συμπεριλάμβαναν: α) επανάληψη NIPT 76% (234/308), β) επεμβατικό έλεγχο 2.6% (8/308) ή γ) κανένας περαιτέρω έλεγχος 21.4% (66/308). Παρόμοια, οι επιλογές για γυναίκες με δεύτερο αποτυχημένο NIPT ήταν: α) επεμβατικός έλεγχος 8% (7/87) ή β) κανένας περαιτέρω έλεγχος 92% (80/87). 43 Σε ασθενείς με έναν ή δύο αποτυχημένους NIPT που θα προτιμούσαν να αποφύγουν περαιτέρω εξετάσεις εξαιτίας του σχετικού άγχους θα ήταν σκόπιμο να διεξαχθεί λεπτομερής υπερηχογραφικός έλεγχος για την αναγνώριση χαρακτηριστικών που παραπέμπουν σε τρισωμία 18 και 13. 46

Στην καθημερινή κλινική πρακτική με βάση τα αποτελέσματα από διάφορες μελέτες, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι, στις τρισωμίες 18 και 13, όχι όμως στην τρισωμία 21, το εμβρυϊκό κλάσμα είναι χαμηλότερο και ως εκ τούτου η συχνότητα μιας αποτυχημένης δοκιμασίας NIPT είναι υψηλότερη από ό, τι στις μονήρεις κυήσεις. Συνεπώς, οι κυήσεις με αποτυχημένη δοκιμασία NIPT πρέπει να θεωρηθεί ότι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο τρισωμίας 18 και 13 και συνεπώς να υποβάλλονται σε επεμβατικό προγεννητικό έλεγχο. 9 , 24

Διαθέσιμα τεστ στην Ελλάδα

NIFTY GenePlanet

Πρόκειται για ένα τεστ μη επεμβατικού ελέγχου που μπορεί να αναλύσει ΟΛΑ ΤΑ ΧΡΩΜΟΣΩΜΑΤΑ του εμβρύου. Παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις ανευπλοειδίες, τους διπλασιασμούς ή τις διαγραφές χρωμοσωμικού υλικού ≥ 7Mb σε ολόκληρο το γονιδίωμα και μπορεί επίσης να αναλύσει μέχρι 92 κλινικά σημαντικές μικροελλειπτικές περιοχές. Χρησιμοποιεί τεχνολογία αλληλούχισης επόμενης γενιάς (Next Generation Sequencing – NGS) που επιτρέπει τη διάγνωση ενός τεράστιου αριθμού γενετικών νοσημάτων ταυτόχρονα από το ίδιο βιολογικό δείγμα. Το τεστ αυτό είναι διαθέσιμο για μονήρεις ή δίδυμες κυήσεις και παρέχεται σε διάφορα πακέτα:

Basic: Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου. Κόστος 380 Ευρώ

Standard: Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου, Σύνδρομο Turner/μονοσωμία Χ, Σύνδρομο Klinefelter/XXY, Σύνδρομο τριπλού X/XXXΣ, σύνδρομο Jacobs/XYY. Κόστος 410 Ευρώ

Plus: Τ9, Τ13, Τ16, Τ18, Τ21, Τ22, αναφορά φύλου, Σύνδρομο Turner/μονοσωμία Χ, Σύνδρομο Klinefelter/XXY, Σύνδρομο τριπλού X/XXXΣ, σύνδρομο Jacobs/XYY και 60 σύνδρομα. Κόστος 500 Ευρώ

Pro: Τ9, Τ13, Τ16, Τ18, Τ21, Τ22, αναφορά φύλου, Σύνδρομο Turner/μονοσωμία Χ, Σύνδρομο Klinefelter/XXY, Σύνδρομο τριπλού X/XXXΣ, σύνδρομο Jacobs/XYY και 92 σύνδρομα. Κόστος 700 Ευρώ

Twins Pro: Τ9, Τ13, Τ16, Τ18, Τ21, Τ22, αναφορά φύλου και 92 σύνδρομα. Κόστος 700 Ευρώ

Twins Basic: Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου. Κόστος 410 Ευρώ

Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος τα εργαστήρια της GenePlanet καλύπτουν το κόστος επιβεβαίωσης του αποτελέσματος με αμνιοπαρακέντηση, δηλαδή επιστρέφουν στον πελάτη 250 Ευρώ (το κόστος της αμνιοπαρακέντησης) και αναλαμβάνουν την χωρίς χρέωση ταυτοποίηση του NIPT σε οποιοδήποτε επίπεδο ανάλυσης του αμνιακού υγρού.

1p36 Deletion, 1q41–q42 deletion, 1p32–p31 deletion, 2p16.1–p15 deletion, 2q33.1 deletion (Glass syndrome), 2q31.1 duplication, 2q31.1 microdeletion, 2q37 deletion, 2q duplication, 3pter-p25 deletion, Dandy-Walker syndrome (DWS), 3q13.31 deletion, Distal chromosome 3p duplication, 3q duplication, 4p16.3 deletion (Wolf-Hirschhorn syndrome), 4q21 deletion, 4p duplication, Distal chromosome 4q duplication, Distal chromosome 4q deletion, Cri-du-chat (5p deletion syndrome), 5q14.3 deletion, 5q12 deletion, 5p13 duplication, 5p duplication, 6pter-p24 deletion, 6q24-q25 deletion, 6q11-q14 deletion, 6p deletion, 6q15-q23 deletion, 6q25-qter deletion, 6q26-q27 deletion, 7q deletion, 7q11.23 deletion, 7q21-q32 deletion, 7q31-q32 deletion, 8p23.1 deletion, 8p23.1 duplication, Langer-Giedion syndrome (LGS), 8q22.1 deletion, 8q22.1 duplication, 8p duplication, 8q duplication, 9p deletion, 9p duplication, DiGeorge syndrome 2, 10q22.3-q23.2 deletion, 10q26 deletion, 10p12-p11 deletion, 10p duplication, 11p13 deletion (WAGR syndrome), 11p11.2 deletion (Potocki-Shaffer syndrome), Jacobsen syndrome, 11q23 deletion, 12q14 microdeletion, 12p12.1 microdeletion, 12p duplication, 13q14 deletion, Distal chromosome 13q deletion, 14q11-q22 deletion, 14q22 deletion (Frias syndrome), Proximal chromosome 14q deletion, 14q duplication, Angelman syndrome/Prader-Willi syndrome (15q11-q13 deletion), 15q26-qter deletion, Levy-Shanske syndrome, 15q14 deletion, 15q24 microdeletion, 15q26 overgrowth, Distal chromosome 15q deletion, 16p12.2-p11.2 deletion, 16p12.2-p11.2 duplication, 16p13.3 deletion, 16p13.3 duplication, Proximal chromosome 16q duplication, Smith-Magenis syndrome, 17p13.3 deletion (Miller-Dieker syndrome), Potocki-Lupski syndrome, 17p13.3 duplication, Yuan-Harel-Lupski syndrome, 17p duplication, 18p deletion, Distal chromosome 18q deletion, Alagille syndrome 1, 20p duplication, 21q22 deletion, 22q11.2 deletion (DiGeorge syndrome), Xp11.23-p11.22 duplication, Xp21 deletion, Xq27.3-q28 duplication, Xq21 deletion, Xq22.3 deletion.

60 syndromes of deletion and duplication (NIFTY Plus)

Alpha Thalassemia mental retardation syndrome (ATRX), Androgen insensitivity syndrome (AIS), Angelman syndrome/Prader-Willi syndrome (15q11-q13 deletion), Bannayan-Riley-Ruvalcaba syndrome (BRRS), Branchiootorenal dysplasia syndrome (BOR)/Melnick-Fraser syndrome, Cat eye syndrome (CES), Chromosome 10q deletion, Chromosome 10q22.3–q23.31 microdeletion, Chromosome 18p deletion, Distal chromosome 18q deletion, Cornelia de Lange syndrome (CDLS), Cowden syndrome (CD), Cri-du-chat syndrome (5p deletion), Dandy-Walker syndrome (DWS), DiGeorge syndrome 2, Distal arthrogryposis type 2B (DA2B), Duchenne and Becker muscular dystrophy (DMD/BMD), Dyggve-Melchior-Clausen syndrome (DMC), Feingold syndrome, Holoprosencephaly type 1 (HPE1), Holoprosencephaly type 4 (HPE4), Holoprosencephaly type 6 (HPE6), Jacobsen syndrome, Langer-Giedion syndrome (LGS), Leukodystrophy with 11q14.2–q14.3, Mental retardation X-linked growth hormone deficiency (MRGH), Microphthalmia, syndromic 6 pituitary hypoplasia, Microphthalmia with linear skin defects, Monosomy 9p syndrome, Orofaciodigital syndrome, Panhypopituitarism X-linked, Potocki-Lupski syndrome, Prader-Willi-like syndrome (SIM1 syndrome), Rieger syndrome type 1 (RIEG1), Saethre-Chotzen syndrome (SCS), Sensorineural deafness and male infertility, Smith-Magenis syndrome, Split-hand/foot malformation type 3 – Ectrodactyly type 3 (SHFM3), Split-hand/foot malformation type 5 – Ectrodactyly type 5 (SHFM5), Syndrome diaphragmatic hernia congenital (HCD/DIH), Trichorhinophalangeal syndrome type I (TRPS1), Van der Woude syndrome (VWS), 11p13 deletion syndrome (WAGR syndrome), Wilms tumour 1 (WT1), X-linked lymphoproliferative syndrome (XLP), Xp11.22–p11.23 microduplication, 1p36 microdeletion, 1q41–q42 microdeletion, 2q33.1 deletion (Glass syndrome), 5q21.1–q31.2 deletion, 8p23.1 deletion, 8p23.1 duplication, 11q11–q13.3 duplication, 12q14 microdeletion, 14q11–q22 deletion, 15q26 overgrowth, 16p11.2–p12.2 microdeletion, 16p11.2–p12.2 microduplication, 17q21.31 deletion, 17q21.31 duplication.

Naci®

Το NICE® είναι ένα τεστ μη επεμβατικού προγεννητικού ελέγχου που ανιχνεύει θραύσματα εμβρυϊκού DNA στο μητρικό πλάσμα κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης με την τεχνική της αλληλουχίας επόμενης γενιάς (NGS) σε όλο το γονιδίωμα. Παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις ανευπλοειδίες, τους διπλασιασμούς ή τις διαγραφές χρωμοσωμικού υλικού ≥ 7Mb. Μπορεί επίσης να αναλύσει μέχρι 108 κλινικά σημαντικές μικροελλειπτικές περιοχές που συνδέονται με γενετικά σύνδρομα, συναφή κυρίως με διαταραχές του φάσματος του αυτισμού. Το τεστ αυτό είναι διαθέσιμο για μονήρεις ή δίδυμες κυήσεις και παρέχεται σε διάφορα πακέτα:

Lite: Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου. Κόστος 320 ευρώ

Basic: Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου, Χ και Υ και 8 μικροελλειπτικά. Κόστος 400 Ευρώ

Premium: Τ9, Τ13, Τ16, Τ18, Τ21, Τ22, αναφορά φύλου, Σύνδρομο Turner/μονοσωμία Χ, Σύνδρομο Klinefelter/XXY, Σύνδρομο τριπλού X/XXXΣ, σύνδρομο Jacobs/XYY και 108+8 σύνδρομα. Κόστος 750 Ευρώ

Twins Lite: Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου. Κόστος 320 ευρώ

Twins Premium: Τ9, Τ13, Τ16, Τ18, Τ21, Τ22, αναφορά φύλου και 108+8 σύνδρομα. Κόστος 750 Ευρώ

Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος τα εργαστήρια της EuroGenetica καλύπτουν το κόστος επιβεβαίωσης του αποτελέσματος με αμνιοπαρακέντηση, δηλαδή επιστρέφουν στον πελάτη 250 Ευρώ (το κόστος της αμνιοπαρακέντησης) και αναλαμβάνουν την χωρίς χρέωση ταυτοποίηση του NIPT σε οποιοδήποτε επίπεδο ανάλυσης του αμνιακού υγρού.

1p36 deletion, 2q33.1 deletion, 4p16.3 deletion (Wolf-Hirschhorn syndrome), Cri-du-chat syndrome (5p deletion), Williams syndrome, Jacobsen syndrome, Prader-Willi syndrome, DiGeorge syndrome.

108 syndromes of deletion and duplication (NICE® Premium)

1p32–p31 deletion, 1q41–q42 deletion, 1q43q44 deletion, 2p12p11.2 deletion, 2p15p16.1 deletion, 2q13 deletion, 2q13 duplication, 2q31.1 microdeletion, 2q31.1 duplication, 2q35 duplication, 3p25.3 deletion, 3pter-p25 deletion, 3q13.31 deletion, Dandy-Walker syndrome (DWS), 3q26 microduplication, 3q29 deletion, 4q21 deletion, Axenfeld-Rieger syndrome type 1 (RIEG1), 5p13 duplication, 5q12 deletion, 5q14.3 deletion (proximal) syndrome, Sotos syndrome, 6p22 microdeletion, 6q11-q14 deletion, 6q24-q25 deletion, Coffin-Siris syndrome 1 (CSS1), Chordoma, Greig cephalopolysyndactyly syndrome (GCPS), 7p22.1 microduplication, 7q11.23 deletion (distal) syndrome, Williams-Beuren syndrome (WBS), Currarino syndrome, 7q36.3 duplication, 8p11.2 deletion, 8p23.1 deletion, 8q12 microduplication, Nablus mask-like facial syndrome (NMLFS), Trichorhinophalangeal syndrome type II (TRPS II), 9p deletion, 9p13 microdeletion, 9p24.3 deletion, 9q33.3q34.11 microdeletion, Early infantile epileptic encephalopathy 4 (EIEE4), Kleefstra syndrome 1 (KLEFS1), 10p11.21-p12.31 microdeletion, Digeorge syndrome & Velo-Cardio-Facial Syndrome complex 2 (DGS2), 10q22.3-q23.2 deletion, Split-Hand/Foot Malformation type 3 (SHFM3), 10q26 deletion, Potocki Shaffer syndrome, Wagr syndrome, Wagro syndrome, 11q13.2-q13.4 deletion, 11q22.2-q22.3 microdeletion, 11q23 deletion (Jacobsen syndrome), 12p12.1 microdeletion, 12q14 microdeletion, 12q15q21.1 microdeletion, 13q14 deletion, 14q11-q22 deletion, Frias syndrome, 14q24.1-q24.3 microdeletion, 15q13.3 deletion (BP4 and BP5) loos, 15q13.3 deletion (BP4 and BP5) gain, 15q14 microdeletion, 15q25.2 deletion (proximal) syndrome, 15q26-qter deletion, 16p11.2-p12.2 microduplication, 16p12.2 deletion (proximal) syndrome, 16p13.11 duplication, 16p13.11 deletion, polycystic kidney disease which tuberous sclerosis (PKDTS), Rubinstein–Taybi syndrome (RTS), Alpha thalassemia X-linked intellectual disability (ATR-16 Syndrome), 16q22 deletion, Smith-Magenis syndrome (SMS), Yuan-Harel-Lupski syndrome (YUHAL), 17p12 deletion, 17p12 duplication, 17p13.1 deletion, Miller-Dieker lissencephaly syndrome (MDLS) loss, Miller-Dieker lissencephaly syndrome (MDLS) gain, 17p13.3 telomeric duplication syndrome, 17q12 deletion, 17q21.31 deletion, 17q23.1-q23.2 deletion, Tetrasomy 18p, 18p deletion, 18q deletion, 19p13 duplication, 19q13.11 microdeletion, 20p13 microdeletion, 21q22.11-q22.12 microdeletion, 22q11.2 deletion syndrome (distal, D-E/F), 22q11.2 deletion syndrome (LCR 22 B/C-D), 22q13 deletion, 22q13 duplication, xp11.22 duplication, xp11.22-p11.23 duplication, xp11.23 microdeletion, xp11.3 deletion, xp21 microdeletion, xp21.2 microduplication, xp22.31 microdeletion, xq21 microdeletion, xq22.3 telomeric deletion, xq27.3-q28 duplication, xq28 deletion.

PacifiTM

Το Pacifi της Karyo αντικατέστησε το VerifiTM της illumina το οποίο κυκλοφορούσε στην Ελλάδα επί σειρά ετών. Η Karyo ζήτησε και έλαβε την πιστοποίηση και τα εχέγγυα από την illumina ώστε να μπορεί να διενεργεί τον Μη Επεμβατικό Προγεννητικό Έλεγχο (NIPT) στα εργαστήριά της στην Ελλάδα. Τα δείγματα αίματος δεν χρειάζεται πλέον να ταξιδεύουν στο εξωτερικό. Υπενθυμίζεται ότι το VerifiTM της illumina υπήρξε ένα από τα πιο αξιόπιστα τεστ μη επεμβατικού ελέγχου με εξαιρετικά αποτελέσματα ανίχνευσης της εμβρυϊκής ανευπλοειδίας στο γενικό μαιευτικό πληθυσμό. 48 , 33

Νεότερες μελέτες εμφανίζουν ακόμη πιο υψηλά ποσοστά ευαισθησίας και ειδικότητας για το Pacifi όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.

Chromosome AneuploidiesSensitive (%)Specificity (%)FPP*(%)FNP**(%)
Trisomy 21 >99.9 99.9 < 0.1 0.0
Trisomy 18 >99.9 99.9
Trisomy 13 >99.9 99.9
Sex chr. aneuploidies 90.5-100 - - -
Autosomal aneuploidies 96.4 99.8 - -
Deletions and duplications 7 Mb 74.1 99.8 0.19 0.45
Pertile MD, Flowers N, Vavrek D, et al 49
*False Positive Percentage, **False Negative Percentage

Πακέτα εξετάσεων Pacifi

Basic: περιλαμβάνει την ανάλυση των συχνότερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών του εμβρύου όπως τρισωμία 13, 18 και 21 καί τις ανωμαλίες στο χρωμόσωμα X και Υ, δηλαδή σύνδρομο Turner (ΧΟ), σύνδρομο Klinefelter (XXX), τριπλοειδία Χ (ΧΧΧ) και σύνδρομο Jacob' s (XYY).  Επίσης προσδιορίζεται το φύλο του εμβρύου. Κόστος 350 Ευρώ.

Genome Wide: συμπεριλαμβάνει τον χρωμοσωμικό έλεγχο σε ολόκληρο το γονιδίωμα του εμβρύου, ανίχνευση αριθμητικών ανωμαλιών (μονοσωμίες, τρισωμίες, πολυπλοειδίες) στα χρωμοσώματα 1-22 και ανάλυση ελλείψεων ή διπλασιασμών σε βλάβες > 7Mb. Κόστος 550 Ευρώ.

Mendelπεριλαμβάνει το βασικό πακέτο Plus 9 Microdeletions. Τα 9 μικροελλειπτικά σύνδρομα είναι τα εξής: Διαγραφής (1p36), Jacobsen (X11q23-q24.3), Smith-Magenis (17p11.2), Langer-Giedion (8q24), Wolf-Hirschhorn (4p16.3), Cri-Du-Chat (5p15.3), Prader-Willi (15q11.2), Angelman (15q11.2), DiGeorge (22q11.2). Κόστος 750 Ευρώ

Twin Basic: περιλαμβάνει την ανάλυση των συχνότερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών του εμβρύου όπως τρισωμία 13, 18 και 21 καί την αναφορά του φύλου στο κάθε δίδυμο. Κόστος 350 Ευρώ.

Twin Genome Wide: περιλαμβάνει ανευπλοειδίες όλων των χρωμοσωμάτων, ελλήψεις/διπλασιασμοί > 7Mb. Κόστος 550

Σε περίπτωση θετικού αποτελέσματος τα εργαστήρια της Karyo καλύπτουν το κόστος επιβεβαίωσης του αποτελέσματος με αμνιοπαρακέντηση, δηλαδή επιστρέφουν στον πελάτη 300 Ευρώ (το κόστος της αμνιοπαρακέντησης) και αναλαμβάνουν την χωρίς χρέωση ταυτοποίηση του NIPT σε οποιοδήποτε επίπεδο ανάλυσης του αμνιακού υγρού.

PrenaTest®

Ο μη επεμβατικός προγεννητικός έλεγχος PrenaTest® από το μητρικό αίμα, είναι ένα screening test  που μπορεί να πραγματοποιηθεί σε όλες τις γυναίκες από την 9η εβδομάδα της κύησης με φυσιολογική σύλληψη. Επίσης, μπορεί να πραγματοποιηθεί σε γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε εξωσωματική γονιμοποίηση με μονήρη κύηση, σε δίδυμες κυήσεις αλλά και σε μονήρεις κυήσεις που έχουν επιτευχθεί  με δότρια ωαρίου, με σκοπό τον εντοπισμό των εμβρύων υψηλού κινδύνου για εμφάνιση ανευπλοειδιών (μονοσωμιών και τρισωμιών) σε όλα τα χρωμοσώματα από το 1 έως το 22, στα φυλετικά Χ και Υ και το σύνδρομο Di George (11% ff). 

Η ευαισθησία και ειδικότητα της μεθόδου για τον αποκλεισμό της τρισωμίας 21 (σύνδρομο Down), της τρισωμίας 18 (σύνδρομο Edwards) και της τρισωμίας 13 (σύνδρομο Patau) είναι  >99.9% για τις μονήρεις κυήσεις ενώ η PPV (Positive Predictor Value) για το σύνδρομο Down είναι >99%.

Η Θετική Προγνωστική Αξία (PPV) είναι η πιθανότητα που έχει ένας ασθενής με θετικό αποτέλεσμα να έχει πραγματικά αυτή την ασθένεια και έχει καλύτερη συσχέτιση από τη ειδικότητα και την ευαισθησία όταν γίνεται ομαδικός έλεγχος πληθυσμού (screening). 50 Το PrenaTest® στην βασική επιλογή για τη ανίχνευση τρισωμιών 13, 18, 21 και φυλετικών ανευπλοειδιών στα χρωμοσώματα X και Υ έχει την υψηλότερη Θετική Προγνωστική Αξία (PPV) με >95%, ενώ χρειάζεται μόλις 1% εμβρυϊκό DNA για να ολοκληρώσει την ανάλυση, μειώνοντας σημαντικά τις επαναληπτικές εξετάσεις και κατ' επέκταση και την αγωνία των ζευγαριών. Σημαντικό ρόλο για τον ξεκάθαρο υπολογισμό όλων των στατιστικών αποτελεσμάτων έχει η απάντηση, η οποία χρησιμοποιεί z score με ερμηνεία ενδείξεων θετικών ή αρνητικών για τις ελεγχόμενες ανευπλοειδίες.

 Σε περιπτώσεις που το εμβρυϊκό DNA αντιπροσωπεύεται στο μητρικό αίμα σε εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό <1% τα αποτελέσματα του ελέγχου δεν μπορούν να αξιολογηθούν.  Σε αυτές τις περιπτώσεις  επαναλαμβάνεται ο έλεγχος με νέο δείγμα. Εξαίρεση αποτελεί η επιλογή που αφορά μόνο την εξέταση για το σύνδρομο Down και γίνεται με την τεχνική της qPCR (παγκόσμια πατέντα της Eurofin LifeCodexx) όπου αρκεί 0.01% εμβρυϊκό DNA για την ανάλυση με PPV >99%.

Πακέτα εξετάσεων PrenaTest

Option 1: περιλαμβάνει την ανίχνευση τρισωμίας 21 και το φύλο του εμβρύου. Κόστος 250 Ευρώ

Option 2: περιλαμβάνει την ανάλυση των συχνότερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών του εμβρύου όπως τρισωμία 13, 18 και 21, το φύλο του εμβρύου και το σύνδρομο DiGeorge όταν το ff είναι 11%. Κόστος 420 Ευρώ και 390 Ευρώ χωρίς το σύνδρομο DiGeorge.

Option 2 plus: περιλαμβάνει τον χρωμοσωμικό έλεγχο στα χρωμοσώματα 1-22.  Ο έλεγχος αυτός συμπεριλαμβάνει την ανίχνευση των αριθμητικών ανωμαλιών (μονοσωμίες, τρισωμίες) και επιπλέον ανιχνεύει τις δομικές ανωμαλίες (ελλείψεις και διπλασιασμούς) ≥ από 7MB . Προσδιορίζεται το φύλο και το σύνδρομο DiGeorge όταν το ff είναι 11%. Κόστος 625 Ευρώ ή 590 χωρίς το σύνδρομο DiGeorge.

Option 3: περιλαμβάνει την ανίχνευση αριθμητικών ανωμαλιών όπως την τρισωμία 13 (σύνδρομο Patau), 18 (σύνδρομο Edwards), 21 (σύνδρομο Down), την αναφορά φύλου, το σύνδρομο Turner (ΧΟ), το σύνδρομο Klinefelter (XXX), την τριπλοειδία Χ (ΧΧΧ) και σύνδρομο Jacob' s (XYY)) Plus 1 Microdeletions (σύνδρομο DiGeorge). Κόστος 430 Ευρώ ή 400 χωρίς το σύνδρομο DiGeorge.

Option 3 plus: περιλαμβάνει τον χρωμοσωμικό έλεγχο σε ολόκληρο το γονιδίωμα του εμβρύου, δηλαδή την ανίχνευση αριθμητικών ανωμαλιών (μονοσωμίες, τρισωμίες) στα χρωμοσώματα 1-22 και τις φυλετικές ανωμαλίες στο χρωμόσωμα 23 (Χ και Υ) όπως: το σύνδρομο Turner (ΧΟ), το σύνδρομο Klinefelter (XXX), την τριπλοειδία Χ (ΧΧΧ) και σύνδρομο Jacob' s (XYY)). Προσδιορίζεται το φύλο και το σύνδρομο DiGeorge όταν το ff είναι 11%. Κόστος 625 Ευρώ ή 590 χωρίς το σύνδρομο DiGeorge.

Προσδιορισμός RhD εμβρύου. Κόστος 290 Ευρώ

Στις δίδυμες κυήσεις μπορεί να γίνει η επιλογή Option 2 και Option 2 plusγια κάθε έμβρυο χωριστά. Δεν συμπεριλαμάνονται το σύνδρομο DiGeorge και οι φυλετικές ανωμαλίες. Κόστος 390 και 560 Ευρώ, αντίστοιχα.

Τα δείγματα αίματος στέλνονται στα εργαστήρια της LifeCodexx στην Ιταλία και τα αποτελέσματα λαμβάνονται εντός διαστήματος 5-7 ημερολογιακών ημερών.

Το PrenaTest® πραγματοποιείται στο ιατρείο μας. Η προγεννετική συμβουλευτική και η διαχείρηση του αποτελέσματος παρέχονται δωρεάν. Παραλαβή δειγμάτων καθημερινά κατόπιν συνεννόησης.

PanoramaTM

Το ανθρώπινο γονιδίωμα μοιράζεται κατά 98,5% την ίδια ταυτότητα στο επίπεδο της γονιδιωματικής αλληλουχίας. Συνεπώς η προκύπτουσα φαινοτυπική ποικιλομορφία του γονιδιώματος προέρχεται από την υπόλοιπη διαφορά του 1,5%. Οι διαφορές ακολουθίας προκύπτουν λόγω της παρουσίας αριθμού σύντομων και μεταβλητών επαναλήψεων, των λεγόμενων πολυμορφισμών εισαγωγής ή διαγραφής που ονομάζονται πολυμορφισμοί του ενός νουκλεοτιδίου ή μονονουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί (Single Nucleotide Polymorphism, SNP’s). Το Panorama χρησιμοποιεί τεχνολογία βασισμένη στο SNP και αξιολογεί το 1,5% του DNA που κάνει διαφορετικό τον έναν από τον άλλον άνθρωπο.

Η υψηλή ακρίβεια των αποτελεσμάτων των συχνότερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών που ανιχνεύονται με το Panorama φαίνεται στον παρακάτω πίνακα

Chromosome AneuploidiesSensitive (%)Specificity (%)PPV*(%)NPV**(%)
Trisomy 21 51 99 >99.9 95.1 >99.9
Trisomy 18 51 94.1 >99.9 72.73 >99.9
Trisomy 13 51 >99 >99.9 68 99.9
Monosomy X 52 94.7 >99 78 >99.9
Triploidy 53 >99 >99.8 11 >99.9
XXX, XXY, XYY 73.1 99.9 86.4 >99,8
DiGeorge sd 54 83.3 >99 53 99.9
1p36 deletion sd 55 , 56 >99 >99 7-17 >99.9
Cri-du-chat sd 55 , 56 >99 >99 2-5 >99.9
Angelman sd 55 , 56 95.5 >99 10 >99.9
Prader-Willi sd 55 , 56 93,8 >99 5 >99.9
* Positive Predictive Value, ** Negative Predictive Value, sd: syndrome

Σύμφωνα με μια μελέτη που αφορούσε μικρό αριθμό περιστατικών, υψηλού κινδύνου για ανευπλοειδία, στο 5% εξ αυτών το τεστ δεν μπορούσε να δώσει αποτέλεσμα κυρίως λόγω του χαμηλού εμβρυϊκού κλάσματος. 57

Πακέτα εξετάσεων Panorama Τest

Βασικός έλεγχος Panorama περιλαμβάνει την ανάλυση των συχνότερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών του εμβρύου όπως τρισωμία 13, 18 και 21, ταυτοποίηση φύλου και ανίχνευση εξαφανισθέντος διδύμου Plus ανωμαλίες στο χρωμόσωμα Χ και Υ (σύνδρομο Turner (ΧΟ), σύνδρομο Klinefelter (XXX), τριπλοειδία Χ (ΧΧΧ) και σύνδρομο Jacob' s (XYY)) και το σύνδρομο DiGeorge. Κόστος 460 Ευρώ και 420 Ευρώ χωρίς το σύνδρομο DiGeorge.

Διευρυμένος έλεγχος Panorama περιλαμβάνει το βασικό πακέτο Plus 5 Microdeletions (σύνδρομο DiGeorge, 1p36 deletion syndrome, Cri-du-chat syndrome, Angelman syndrome, Prader-Willi syndrome). Κόστος 530 Ευρώ

Στις δίδυμες κυήσεις ο έλεγχος Panorama περιλαμβάνει τρισωμία 13, 18, 21 ταυτοποίηση φύλου και fetal fraction για κάθε έμβρυο χωριστά. Κόστος 420 Ευρώ

Το PanoramaTM πραγματοποιείται στο ιατρείο μας. Η προγεννητική συμβουλευτική και η διαχείριση του αποτελέσματος παρέχονται δωρεάν. Παραλαβή δειγμάτων καθημερινά κατόπιν συνεννόησης. 

Τα δείγματα αίματος στέλνονται στα εργαστήρια της Natera στην Καλιφόρνια της Αμερικής και τα αποτελέσματα λαμβάνονται εντός διαστήματος 14 ημερολογιακών ημερών.

      Διαθέσιμα τεστ στο ιατρείο μας - Μονήρεις κυήσεις
ΟνομασίαPrenatestPasifiPanoramaNiceNifty
  Πακέτα εξετάσεων    Κόστος σε ευρώ
Τ21 & αναφορά φύλου 250    -
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου 390   -    320 380
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου και σύνδρομο DiGeorge  420     -
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου και Χ&Υ  400  350  420    410
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου, Χ&Υ και σύνδρομο DiGeorge  430  -  460 -  
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου, Χ&Υ και 5 μικροελλειπτικά   -  530 -  
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου, Χ&Υ και 8 μικροελλειπτικά -     400  -
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου, Χ&Υ και 9 μικροελλειπτικά  -  590 -   
Ανευπλοειδίες 1-22, αναφορά φύλου, X&Y και
116 μικροελλειπτικά
-     750  -
Ανευπλοειδίες 1-22, αναφορά φύλου, X&Y και ελλείψεις/ διπλασιασμοί, ≥ 7ΜΒ  590/630 με DiGeorge  590 -   
Ανευπλοειδίες 1-22, αναφορά φύλου, Χ&Υ, 9 μικροελλειπτικά και ελλείψεις/διπλασιασμοί ≥7ΜΒ  -  700 -   
Ανευπλοειδίες 1-22, αναφορά φύλου, Χ&Υ και 60 σύνδρομα ≥5ΜΒ -      500
Ανευπλοειδίες 1-22, αναφορά φύλου, Χ&Υ και 92σύνδρομα -      700
Χώρα αποστολής  Ιταλία  Ελλάδα  Αμερική  Ν.Κορέα  Κροατία
Μεθοδολογία  NGS  NGS  SNP  NGS  NGS
Αποτέλεσμα/ημέρες  5-7 6 14  7-10 6-10
Δείγμα αίματος/mL  10 10 20 10 10
Κόστος αμνιοκέντησης  ΟΧΙ ΝΑΙ ΟΧΙ ΝΑΙ ΝΑΙ
Λήψη αντιπηκτικών  ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΟΧΙ
Αιμοληψία     Καθημερινά με ραντεβού​  -
      Διαθέσιμα τεστ στο ιατρείο μας – Δίδυμες κυήσεις
ΟνομασίαPrenatestPasifiPanoramaNiceNifty
  Πακέτα εξετάσεων    Κόστος σε ευρώ
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου 390 350 420 320 410
Τ13, Τ18, Τ21, αναφορά φύλου και σύνδρομο DiGeorge
 - 
450   -
Ανευπλοειδίες 1-22, ελλείψεις/διπλασιασμοί ≥7ΜΒ, αναφορά φύλου  590  - 
Ανευπλοειδίες 1-22, αναφορά φύλου και 92 μικροελλειπτικά  - 700

Ανευπλοειδίες 1-22, αναφορά φύλου και 116 μικροελλειπτικά

  -  750 -  
Ανευπλοειδίες 1-22, αναφορά φύλου  -  550 -   
Χώρα αποστολής  Ιταλία  Ελλάδα  Αμερική  Ν.Κορέα  Κροατία
Μεθοδολογία  NGS  NGS  SNPs  NGS  NGS
Αποτέλεσμα/ημέρες  5-7 6 14  7-10 6-10
Δείγμα αίματος/mL  10 10 20 10 10
Κόστος αμνιοκέντησης  ΟΧΙ ΝΑΙ ΟΧΙ ΝΑΙ ΝΑΙ
Λήψη αντιπηκτικών  ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΟΧΙ
Δωρεά ωαρίου/παρένθετος μητέρα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΟΧΙ ΝΑΙ
Αιμοληψία     Καθημερινά με ραντεβού​  -
  1. Lo YM, Patel P, Wainscoat JS, et al. Prenatal Sex Determination by DNA Amplification From Maternal Peripheral Blood. Lancet. 1989, Dec (8676): 1363-5. PubMed | The Lancet | Google Scholar
  2. Price JO, Elias S, Wachtel SS, et al. Prenatal Diagnosis With Fetal Cells Isolated From Maternal Blood by Multiparameter Flow Cytometry. Am J Obstet Gynecol. 1991 Dec; 165 (6 Pt 1) : 1731-7. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  3. Bischoff FZ, Lewis DE, Nguyen DD, et al. Prenatal Diagnosis With Use of Fetal Cells Isolated From Maternal Blood: Five-Color Fluorescent in Situ Hybridization Analysis on Flow-Sorted Cells for Chromosomes X, Y, 13, 18, and 21. Am J Obstet Gynecol. 1998 Jul; 179 (1): 203-9. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  4. American College of Obstetricians and Gynecologists Committee on Genetics. Committee Opinion No. 545: Noninvasive Prenatal Testing for Fetal Aneuploidy. Obstet Gynecol. 2012 Dec; 120 (6): 1532-4. PubMed | Wolters Kluwer | Google Scholar
  5. Simpson JL, Elias S. Isolating Fetal Cells in Maternal Circulation for Prenatal Diagnosis. Prenat Diagn. 1994 Dec; 14 (13): 1229-42. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  6. Lo YM, Zhang J, Leung TN, et al. Rapid clearance of fetal DNA from maternal plasma. Am J Hum Genet. 1999 Jan;64(1):218-24. PubMed | Full Text PMC | Full Text ASHG | PDF | Google Scholar
  7. Gil MM, Quezada MS, Bregant B, et al. Implementation of maternal blood cell‐free DNA testing in early screening for aneuploidies. Ultrasound in Obst & Gynecol. 2013; 42: 34–40. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  8. Wang SJ, Gao ZY, Lu YP, et al. Value of detection of cell-free fetal DNA in maternal plasma in the prenatal diagnosis of chromosomal abnormalities. Zhonghua Fu Chan Ke Za Zhi. 2012 Nov; 47(11): 808-12. PubMed | Google Scholar
  9. American College of Obstetricians and Gynecologists. Committee Opinion No. 640: Cell-Free DNA Screening For Fetal Aneuploidy. Obstet Gynecol. 2015 Sep; 126 (3): e31-7. PubMed | Wolters Kluwer | Google Scholar
  10. Taglauer ES, Wilkins-Haug L, Bianchi DW. Review: Cell-Free Fetal DNA in the Maternal Circulation as an Indication of Placental Health and Disease. 2014 Feb; 35:64-8 PubMed | Full Text PMC | Elsevier | PDFGoogle Scholar
  11. Dar P, Curnow KJ, Gross SJ, et al. Clinical experience and follow-up with large scale single-nucleotide polymorphism-based noninvasive prenatal aneuploidy testing. Am J Obstet Gynecol. 2014 Nov; 211: 527. PubMed | Full Text AJOG | PDFGoogle Scholar
  12. Hou Y, Yang J, Qi Y, et al. Factors Affecting Cell-Free DNA Fetal Fraction: Statistical Analysis of 13,661 Maternal Plasmas for Non-Invasive Prenatal Screening. Hum Genomics. 2019 Dec; 13 (1): 62. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMC | PDFGoogle Scholar
  13. Ashoor G, Poon L, Syngelaki A, et al. Fetal Fraction in Maternal Plasma Cell-Free DNA at 11-13 Weeks' Gestation: Effect of Maternal and Fetal Factors. Fetal Diagn Ther. 2012 June; 31 (4): 237-43. PubMed | Karger | Google Scholar
  14. Ashoor G, Syngelaki A, Poon LC, et al. Fetal fraction in maternal plasma cell-free DNA at 11-13 weeks’ gestation: relation to maternal and fetal characteristics. Ultrasound Obstet Gynecol. 2013 Jan; 41: 26–32. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  15. Poon LC, Musci T, Song K, et al. Maternal plasma cell‐free fetal and maternal DNA at 11–13 weeks' gestation: relation to fetal and maternal characteristics and pregnancy outcomes. Fetal Diagn Ther. 2013; 33: 215–223. PubMed | Karger | PDF | Google Scholar
  16. Palomaki GE, Kloza EM, Lambert-Messerlian GM, et al. DNA sequencing of maternal plasma to detect Down syndrome: an international clinical validation study. Genet Med. 2011 Nov;13 (11): 913–20. PubMed | Ovid | PDFGoogle Scholar
  17. Zhou Y, Zhu Z , Gao Y, et al. Effects of Maternal and Fetal Characteristics on Cell-Free Fetal DNA Fraction in Maternal Plasma. Reprod Sci. 2015 Nov; 22 (11): 1429-35. PubMed | SpingerLink | Google Scholar
  18. Attilakos G, Maddocks DG, Davies T, et al. Quantification of free fetal DNA in multiple pregnancies and relationship with chorionicity. Prenat Diagn. 2011 Oct; 31(10): 967-72. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  19. Canick JA, Kloza EM, Lambert‐Messerlian GM, et al. DNA sequencing of maternal plasma to identify Down syndrome and other trisomies in multiple gestations. Prenat Diagn. 2012 Aug; 32(8): 730-4. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  20. del Mar Gil M, Quezada MS, Bregant B, et al. Cell‐free DNA analysis for trisomy risk assessment in first‐trimester twin pregnancies. Fetal Diagn Ther. 2014; 35(3): 204-11. PubMed | Karger | PDFGoogle Scholar
  21. Nicolaides KH, Syngelaki A, Ashoor G, et al. Noninvasive prenatal testing for fetal trisomies in a routinely screened first-trimester population. Am J Obstet Gynecol 2012 Nov; 207:374. PubMed | Full Text AJOG | PDFGoogle Scholar
  22. Zhang H, Gao Y, Jiang F, et al. Non-invasive prenatal testing for trisomies 21, 18 and 13: clinical experience from 146 958 pregnancies. Ultrasound Obstet Gynecol. 2015 May; Volume 45 (5), p 530–538. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  23. Bianchi DW, Parsa S, Bhatt S, et al. Fetal sex chromosome testing by maternal plasma DNA sequencing: clinical laboratory experience and biology. Obstet Gynecol 2015; 125: 375–82. PubMed | Wolters Kluwer | Google Scholar
  24. Willems PJ, Dierickx H, Vandenakker Es, et al. The first 3.000 Non-Invasive Prenatal Tests (NIPT) with the Harmony test in Belgium and the Netherlands. Facts Views Vis Obgyn. 2014;6(1):7-12. PubMed | Full Text PMC | PDF | Google Scholar
  25. Eiben B, Krapp M, Borth H, et al. Single Nucleotide Polymorphism-Based Analysis of Cell-Free Fetal DNA in 3000 Cases from Germany and Austria. Ultrasound Int Open. 2015 Jul;1(1):E8-E11. PubMed |  Full Text PMC | PDF | Google Scholar
  26. Pergament E, Cuckle H, Zimmermann B, et al. Single-nucleotide polymorphism-based noninvasive prenatal screening in a high-risk and low-risk cohort. Obstet Gynecol. 2014 Aug; 124: 210–8. PubMed | Full Text PMC | Wolters Kluwer | Google Scholar
  27. Bevilacqua E, Gil MM, Nicolaides KH, et al. Performance of screening for aneuploidies by cell‐free DNA analysis of maternal blood in twin pregnancies. Ultrasound Obstet Gynecol. 2015 Jan; 45: 61–66. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  28. Sarno L, Revello R, Hanson E, et al. Prospective First-Trimester Screening for Trisomies by Cell-Free DNA Testing of Maternal Blood in Twin Pregnancy. Ultrasound Obstet Gynecol. 2016 Jun; 47 (6): 705-11. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  29. Galeva S, Gil MM, Konstantinidou L, et al. First-trimester Screening for Trisomies by cfDNA Testing of Maternal Blood in Singleton and Twin Pregnancies: Factors Affecting Test Failure. Ultrasound Obstet Gynecol. 2019 Jun; 53 (6): 804-809. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  30. Lee TJ, Rolnik DL, Menezes MA, et al. Cell-free Fetal DNA Testing in Singleton IVF Conceptions. Hum Reprod. 2018 Apr; 33 (4): 572-578. PubMed | Oxford Academic | PDF | Google Scholar
  31. Gil MM, Quezada MS, Revello R, et al. Analysis of cell-free DNA in maternal blood in screening for fetal aneuploidies: updated meta-analysis. Ultrasound Obstet Gynecol. 2015 Mar; 45: 249–266. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  32. Norton ME, Jacobsson B, Swamy GK, et al. Cell-free DNA analysis for noninvasive examination of trisomy. N Engl J Med. 2015 Apr; 372: 1589–1597. PubMed | Full Text NEJM | UC San Diego | PDFGoogle Scholar
  33. Futch T, Spinosa J, Bhatt S, et al. Initial clinical laboratory experience in noninvasive prenatal testing for fetal aneuploidy from maternal plasma DNA samples. Prenat Diagn. 2013 Jun; 33: 569-574. PubMed | Full Text PMC | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  34. Wang Y, Zhu J, Chen Y, et al. Two cases of placental T21 mosaicism: challenging the detection limits of non-invasive prenatal testing. Prenat Diagn. 2013 Dec; 33: 1207-1210. PubMed | Obstetrics & Gynecology | Google Scholar
  35. Zhang B, Lu BY, Yu B, et al. Noninvasive prenatal screening for fetal common sex chromosome aneuploidies from maternal blood. J Int Med Res. 2017 Apr; 45(2): 621–630. PubMed | Full Text PMC | SAGE Journals | PDF | Google Scholar
  36. Porreco RP, Garite T, Maurel K, et al. Noninvasive Prenatal Screening for Fetal Trisomies 21, 18, 13 and the Common Sex Chromosome Aneuploidies From Maternal Blood Using Massively Parallel Genomic Sequencing of DNA. Am J Obstet Gynecol. 2014; 211 (4), 365. PubMed | Full Text AJOG | PDFGoogle Scholar
  37. Mao J, Wang T, Wang BJ, et al. Confined placental origin of the circulating cell free fetal DNA revealed by a discordant non-invasive prenatal test result in a trisomy 18 pregnancy. Clin Chim Acta. 2014 Jun 10; 433:190-3. PubMed | Elsevier | Google Scholar
  38. Wang Z, Tang X, Yang S, et al. A gradual change of chromosome mosaicism from placenta to fetus leading to T18 false negative result by NIPS. Clin Chim Acta. 2019 Aug;495:263-268. PubMed | Elsevier | Google Scholar
  39. Curnow KJ, Wilkins-Haug L, Ryan A, et al. Detection of triploid, molar, and vanishing twin pregnancies by a single-nucleotide polymorphism-based noninvasive prenatal test. Am J Obstet Gynecol. 2015 Jan;212(1):79.e1-9. PubMed | Full Text AJOG | PDF | Google Scholar
  40. Dharajiya NG, Grosu DS, Farkas DH, et al. Incidental Detection of Maternal Neoplasia in Noninvasive Prenatal Testing. Clin Chem. 2018 Feb;64(2):329-335. PubMed | Oxford Academic | PDF | Google Scholar
  41. Scott F, Bonifacio M, Sandow R, et al. Rare Autosomal Trisomies: Important and Not So Rare. Prenat Diagn. 2018 Sep; 38 (10): 765-77. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar 
  42. Schmid M, Klaritsch P, Arzt W, et al. Cell-Free DNA Testing for Fetal Chromosomal Anomalies in clinical practice: Austrian-German-Swiss Recommendations for non-invasive prenatal tests (NIPT). Ultraschall Med. 2015 Oct;36(5):507-10. PubMed | Thieme | PDF | Google Scholar
  43. Hodgson JM, Gillam LH, Sahhar MA, et al. "Testing Times, Challenging Choices": An Australian Study of Prenatal Genetic Counseling. Genet Couns. 2010 Feb; 19 (1): 22-37. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  44. Akolekar R, Beta J, Picciarelli G, et al. Procedure-related Risk of Miscarriage Following Amniocentesis and Chorionic Villus Sampling: A Systematic Review and Meta-Analysis. Ultrasound Obstet Gynecol. 2015 Jan; 45 (1): 16-26. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  45. Clarke AJ, Wallgren-Pettersson C. Ethics in Genetic Counselling. Community Genet. 2019 Jan; 10 (1): 3-33. PubMed | Full Text PMC | SpringerLink | PDFGoogle Scholar
  46. Revello R, Sarno L, Ispas A, et al. Screening for trisomies by cell‐free DNA testing of maternal blood: consequences of a failed result. Ultrasound Obstet Gynecol. 2016 Jun; 47 (6): 698-704. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  47. McCullough RM, Almasri EA, Guan X, et al. Non‐invasive prenatal chromosomal aneuploidy testing–clinical experience: 100,000 clinical samples. 2014 Oct; 9 (10): PubMed | Full Text PMC | PLOS ONE | PDFGoogle Scholar
  48. Taneja PA, Snyder HL, de Feo E, et al. Noninvasive Prenatal Testing in the General Obstetric Population: Clinical Performance and Counseling Considerations in Over 85 000 Cases. Prenat Diagn. 2016 Mar; 36 (3): 237-43. PubMed | Full Text PMC | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  49. Pertile MD, Flowers N, Vavrek D, et al. Performance of a Paired-End Sequencing-Based Noninvasive Prenatal Screening Test in the Detection of Genome-Wide Fetal Chromosomal Anomalies. Clin Chem. 2021 Sep 1;67(9):1210-1219. PubMed | Oxford Academic | PDF | Google Scholar
  50. Trevethan R. Sensitivity, Specificity, and Predictive Values: Foundations, Pliabilities, and Pitfalls in Research and Practice. 2017 Nov 20:5:307. PubMed |  Full Text PMC | Frontiers | PDF | Google Scholar
  51. Dar P, Jacobsson B, MacPherson C, et al. Cell-free DNA screening for trisomies 21, 18, and 13 in pregnancies at low and high risk for aneuploidy with genetic confirmation. Observational Study Am J Obstet Gynecol. 2022 Aug;227(2):259.e1-259.e14. PubMed | Full Text AJOG | PDF | Google Scholar
  52. Ryan A, Hunkapiller N, Banjevic M, et al. Validation of an Enhanced Version of a Single-Nucleotide Polymorphism-Based Noninvasive Prenatal Test for Detection of Fetal Aneuploidies. Fetal Diagn Ther. 2016;40(3):219-223. PubMed | Full Text Karger | PDF | Google Scholar
  53. Kantor V, Jelsema R, Xu W, et al. Non-invasive prenatal screening for fetal triploidy using single nucleotide polymorphism-based testing: Differential diagnosis and clinical management in cases showing an extra haplotype. Prenat Diagn. 2022 Jul;42(8):994-999. PubMed | Obstetrics & Gynecology | PDF | Google Scholar
  54. Dar P, Jacobsson B, Clifton R, et al. Cell-free DNA screening for prenatal detection of 22q11.2 deletion syndrome. Observational Study Am J Obstet Gynecol. 2022 Jul;227(1):79.e1-79.e11. PubMed | Full Text AJOG | PDF | Google Scholar
  55. Martin K, Iyengar S, Kalyan A, et al. Clinical experience with a single-nucleotide polymorphism-based non-invasive prenatal test for five clinically significant microdeletions. Clin Genet. 2018 Feb;93(2):293-300. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  56. Wapner RJ, Babiarz JE, Levy B, et al. Expanding the scope of noninvasive prenatal testing: detection of fetal microdeletion syndromes. Am J Obstet Gynecol. 2015 Mar;212(3):332.e1-9. PubMed | Full Text AJOG | PDF | Google Scholar 
  57. Nicolaides KH, Syngelaki A, Gil M, et al. Validation of targeted sequencing of single-nucleotide polymorphisms for non-invasive prenatal detection of aneuploidy of chromosomes 13, 18, 21, X, and Y. Prenat Diagn. 2013 Jun;33(6):575-9. PubMed | Prenatal Diafnosis | PDF | Google Scholar 

 

Περιγραφή και ορισμός

Με τον όρο αμνιοπαρακέντηση εννοείται η παρακέντηση του αμνίου και ακολούθως η αφαίρεση δείγματος αμνιακού υγρού (20-30mL) εισάγοντας μια λεπτή βελόνα οσφυονωτιαίας παρακέντησης (20-22G) στην αμνιακή κοιλότητα με την σύγχρονη καθοδήγηση των υπερήχων. Το αμνιακό υγρό περιέχει αποφολιδωμένα εμβρυϊκά κύτταρα τα οποία μπορούν να καλλιεργηθούν και να καρυοτυπηθούν ή να χρησιμοποιηθούν για μεταβολικές αναλύσεις και DNA μελέτες επί ειδικών ενδείξεων. Τα επίπεδα της α-εμβρυϊκής σφαιρίνης (AFP) μπορούν επίσης να μετρηθούν στις περιπτώσεις εκείνες που υπονοούνται βλάβες του νωτιαίου σωλήνα.

Γενετική συμβουλευτική πριν από την επεμβατική διαδικασία

Οι γονείς που εξετάζουν το ενδεχόμενο μιας επεμβατικής διαδικασίας θέλουν να έχουν προγεννητική διάγνωση επειδή χρειάζονται τις πληροφορίες εκείνες που θα τους επιτρέψουν να κατανοήσουν τα προσωπικά και ανάλογα με την περίσταση κλινικά δεδομένα για να δώσουν (ή να αρνηθούν) τη συγκατάθεσή τους στην διαδικασία αυτή. Συνήθως, η γενετική συμβουλευτική πριν από την επεμβατική διαδικασία αντιμετωπίζει τα εξής διλήμματα: (1) την πιθανότητα να επηρεαστεί το έμβρυο, (2) την φύση και τις συνέπειες μιας γενετικής διαταραχής, (3) τούς κινδύνους και τους περιορισμούς της επεμβατικής διαδικασίας, (4) τον απαιτούμενο χρόνο για την απόδοση αποτελέσματος και (5) την πιθανότητα επιπλοκών, όπως αποτυχημένη προσπάθεια να ληφθεί επαρκές δείγμα ή αδιευκρίνιστο αποτέλεσμα. Οι επιλογές αντιμετώπισης ενός μη φυσιολογικού αποτελέσματος είναι μέρος της συζήτησης και τονίζεται ότι η προγεννητική διάγνωση δεν υποχρεώνει τους γονείς να τερματίσουν την εγκυμοσύνη αν διαγνωστεί κάποια ανωμαλία.

Ενδείξεις

Η πιο συνηθισμένη ένδειξη για την διαδικασία της αμνιοκέντησης είναι ο αυξημένος κίνδυνος χρωμοσωμικών και φυλετικών ανωμαλιών, γονιδιακών μεταλλάξεων, ιογενών λοιμώξεων, αιμοσφαιρινοπαθειών. 1 , 2

Πλήρης καρυότυπος

Ο συμβατικός καρυότυπος, είναι η κλασική μέθοδος ανάλυσης των αμνιοκυττάρων μετά από καλλιέργεια, επεξεργασία με διάφορες τεχνικές χρώσεις για την αποκάλυψη τμημάτων των χρωμοσωμάτων και την χαρτογράφησή τους στο μικροσκόπιο με σκοπό την ανίχνευση τυχόν ανωμαλιών στον αριθμό ή την δομή των χρωμοσωμάτων. Τα αποτελέσματα είναι διαθέσιμα εντός διαστήματος 2-3 εβδομάδων.

Ταχείες δοκιμασίες

Τα τελευταία χρόνια, η κλινική εγκυρότητα νεότερων τεχνικών, της ποσοτικής αλυσιδωτής αντίδρασης φθορισμού της πολυμεράσης (QF-PCR) ή της επί τόπου φθορίζουσας υβριδοποίησης (FISH), για τον εντοπισμό των κοινών ανευπλοειδιών έχει τεκμηριωθεί από έναν αριθμό ερευνητών. Αυτές οι τεχνικές έχουν το πλεονέκτημα ότι παρέχουν αξιόπιστα και γρήγορα αποτελέσματα εντός διαστήματος 1-2 ημερών για τη διάγνωση ή τον αποκλεισμό της ανευπλοειδίας στα χρωμοσώματα 13, 18, 21, Χ ή Υ, χωρίς ψευδώς θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα. 3 Αυτές, οι ταχείες δοκιμασίες συνήθως χρησιμοποιούνται μετά από ένα θετικό αποτέλεσμα στον πληθυσμιακό έλεγχο screening ή σε έμβρυα με υπερηχογραφικά ευρήματα ή δείκτες κάποιας ανευπλοειδίας. Ανάλογα με την κλινική ένδειξη η δύο εξετάσεις μπορεί να συνδυαστούν. 4

Μοριακός καρυότυπος

Οι τεχνικές μικροσυστοιχιών (π.χ. συγκριτικός γενομικός υβριδισμός σε μικροσυστοιχίες (aCGH)) εισήχθησαν πρόσφατα στο πεδίο της προγεννητικής διάγνωσης ως ένα κύριο διαγνωστικό εργαλείο για την αξιολόγηση των δομικών ανωμαλιών. Οι μέθοδοι αυτοί έχουν την δυνατότητα να ανιχνεύουν υπομικροσκοπικές χρωμοσωμικές ελλείψεις και διπλασιασμούς σε συγκεκριμένη περιοχή ενός γονιδίου (πολυμορφισμοί αριθμού αντιγράφων). Διάφορες πλατφόρμες είναι διαθέσιμες και περιλαμβάνουν την αλληλούχιση ολόκληρου του γονιδιώματος (ανάλυση 10-400kb), την στοχευμένη αλληλούχιση και τις μικτές συστοιχίες. Ο μοριακός και ο κλασσικός καρυότυπος έχουν την ίδια αξιοπιστία ως μέθοδοι αξιολόγησης των συχνότερων χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Όμως, ο μοριακός καρυότυπος μπορεί να ανιχνεύσει κλινικά σημαντικές χρωμοσωμικές ελλείψεις ή διπλασιασμούς στο 6% των εμβρύων με συγγενείς υπερηχογραφικές ανωμαλίες και στο 1.7% εκείνων των κυήσεων που υποβλήθηκαν σε επεμβατικό έλεγχο λόγω προχωρημένης μητρικής ηλικίας ή είχαν υψηλό ρίσκο ανευπλοειδίας στο screening test. 5 Επιπλέον, το πρόσθετο διαγνωστικό όφελος από τη χρήση aCGH είναι η ανίχνευση μικροελλειπτικών συνδρόμων, όπως η διαγραφή του γενετικού υλικού στην περιοχή 22q11.2 του χρωμοσώματος 22, που συνδέεται με το σύνδρομο DiGeorge σε ποσοστό 7% σε έμβρυα με συγγενείς καρδιακές παθήσεις (CHDs). 6

Τεχνική αμνιοπαρακέντησης

Μια λεπτή βελόνα οσφυονωτιαίας παρακέντησης 20–22G πρέπει να εισαχθεί διακοιλιακά υπό συνεχή υπερηχογραφική καθοδήγηση. 7 Προτείνεται η σταθερή είσοδος για να αποφευχθεί αυξημένη τάση στον αμνιακό υμένα. Η βελόνα 20G σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο ενδομήτριας αιμορραγίας σε περίπτωση διαπλακουντιακής εισόδου της βελόνας και επιτρέπει ταχύτερη συλλογή υγρών, σε σύγκριση με τη βελόνα 22G. Παρ 'όλα αυτά, η βελόνα 20G σχετίζεται με πιο άμεση δυσφορία κατά τη διάρκεια της αμνιοπαρακέντησης. 8 Μια αναδρομική μελέτη (n = 793) ανέφερε παρόμοια ποσοστά εμβρυϊκής απώλειας με βελόνες 20G (1,57%), 21G (1,47%) και 22G (1,61%).9 Οι επιπτώσεις από την διαπλακουντιακή δίοδο της βελόνας μελετήθηκαν επαρκώς σε κάποιες αναδρομικές μελέτες. Τα ποσοστά εμβρυϊκής απώλειας ήταν παρόμοια στην διαπλακουντιακή και τη διαμεμβρανική προσέγγιση, 10 , 11 αλλά η διαπλακουντιακή δίοδος συσχετίστηκε με αυξημένα ποσοστά αιματηρής συλλογής αμνιακού υγρού. 12 Παρ 'όλα αυτά, συνιστάται προς το παρόν να αποφεύγεται η είσοδος της βελόνας στο σημείο πρόσφυσης του ομφαλίου λώρου στον πλακούντα και, εφόσον είναι τεχνικά εφικτό, να προτιμάται η αποφυγή του πλακούντα, ειδικά σε έγκυες ασθενείς με αρνητικό Rhesus. 13 Μόλις η βελόνα φτάσει στην αμνιακή κοιλότητα, αφαιρείται ο οδηγός και αναρροφώνται 15-30mL αμνιακού υγρού (ανάλογα με την ένδειξη). Η αναρρόφηση υγρού μπορεί να πραγματοποιηθεί από τον χειριστή, από έναν βοηθό ή χρησιμοποιώντας μια συσκευή κενού. 14

Ένα στα δύο δείγματα αμνιακού υγρού φαίνεται να περιέχει περισσότερο από 20% μητρικά κύτταρα, σύμφωνα με παλαιότερες μελέτες. Τα αιματηρά δείγματα συχνά περιέχουν ακόμη και περισσότερο από 50% μητρικά κύτταρα. 15  Οι παράγοντες που σχετίζονται με υψηλά ποσοστά μόλυνσης του αμνιακού υγρού με μητρικά κύτταρα είναι ο διεισδυτικός πλακούντας (6,0%), η διπλή δίοδος (27,5%), το χρωματισμένο με αίμα αμνιακό (14%) και η απειρία του χειριστή (4,5%). 16 Σε μια πιο πρόσφατη δημοσίευση, η συχνότητα μόλυνσης του αμνιακού υγρού από την παρουσία μητρικών κυττάρων αναφέρθηκε ότι ήταν πολύ χαμηλότερη, 0,35%. 17 Για να ελαχιστοποιηθεί η μόλυνση με μητρικά κύτταρα, συνιστάται να απορρίπτονται τα πρώτα 2 mL αμνιακού υγρού. 18

Χρόνος εκτέλεσης

Η ασφάλεια και αξιοπιστία της πρώιμης αμνιοκέντησης [11+(0)-12+(6)W] και της αμνιοπαρακέντησης β' τριμήνου [15+(0)-16+(6)W] ήταν παρόμοιες, σύμφωνα με κάποιες μελέτες τις δεκαετίας του 1990. Τα ποσοστά της εμβρυϊκής απώλειας ήταν 7,8% και 7,4%, αντίστοιχα και το ποσοστό επιτυχίας της διαδικασίας στην πρώτη προσπάθεια ήταν 97,6% στην ομάδα της πρώιμης αμνιοπαρακέντησης και 99,7% στην αμνιοπαρακέντηση στα μέσα του β΄ τριμήνου. Δεν υπήρχαν διαγνωστικά σφάλματα και όλες οι καλλιέργειες εκτός από δύο της ΠΑ ήταν επιτυχημένες οι οποίες στην συνέχεια επαναλήφθηκαν επιτυχώς. 19 , 20 Μια μεγάλη πολυκεντρική μελέτη έδειξε ότι η πρώιμη αμνιοπαρακέντηση συσχετίστηκε με υψηλότερα ποσοστά εμβρυϊκής απώλειας έναντι της αμνιοπαρακέντησης β΄ τριμήνου (7,6% έναντι 5,9%), με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ραιβοϊπποποδίας (1,3% έναντι 0,1%) και διαρροής αμνιακού υγρού μετά τη διαδικασία (3,5% έναντι 1,7%). 21 , 22 Πέραν αυτών, στην πρώιμη αμνιοκέντηση πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να μην υπάρχουν αμνιοκύτταρα για αναπτυχθούν στην κλασική καλλιέργεια σε ποσοστό 24%. 23 Αυτά μπορεί να οφείλονται στην παρουσία της εξωεμβρυϊκής κοιλότητας κατά το πρώτο τρίμηνο ή και στη μειωμένη ποσότητα υγρού εντός της αμνιακής κοιλότητας. Ως εκ τούτου, επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς συνιστούν επί του παρόντος την πραγματοποίηση της αμνιοπαρακέντησης μετά τις 15+0 Wks της κύησης. 24 , 25

Εργαστηριακές πτυχές

Αποτυχία της καλλιέργειας αμνιοκυττάρων αναφέρεται στο 0,1% των διαδικασιών αμνιοπαρακέντησης. Το αναμεμειγμένο με αίμα αμνιακό υγρό και η όψιμη ηλικία κύησης κατά την αμνιοπαρακέντηση αυξάνουν τον κίνδυνο αποτυχίας της καλλιέργειας. 26 Ο μωσαϊσμός των αμνιακών κυττάρων παρατηρείται στο 0,25% των διαδικασιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνιστάται γενετική συμβουλευτική και, ανάλογα με το αποτέλεσμα, η δειγματοληψία εμβρυϊκού αίματος (FBS) μπορεί να ενδείκνυται για να αποκλείσει έναν πραγματικό εμβρυϊκό μωσαϊσμό. 26 Ο κίνδυνος αποτυχίας της καλλιέργειας αυξάνεται επίσης με την προχωρημένη ηλικία της κύησης. Μετά από τις 28Wks, το ποσοστό αποτυχίας της καλλιέργειας είναι 9,7%. Τα αποτελέσματα ωστόσο μπορούν να ανακτηθούν με την QF-PCR. 27

Εφαρμογές και περιορισμοί

Σε μία μελέτη που αφορούσε 1231 αμνιοπαρακεντήσεις στις 17,4 ± 0,5W της κύησης, με την τεχνική της ελεύθερης εισόδου της βελόνας (χειροκίνητα), το αμνιακό υγρό ελήφθη επιτυχώς με την πρώτη είσοδο της βελόνας στο 91,8% των περιπτώσεων ενώ στο 8% το αμνιακό υγρό ήταν αιματηρό και η διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης έπρεπε να επαναληφθεί στο 7,6% των περιπτώσεων είτε λόγω της αδυναμίας να αναπτυχθούν τα κύτταρα της καλλιέργειας είτε λόγω της αδυναμίας να ληφθεί αμνιακό υγρό στο 6,3 % και 1,3 %, αντίστοιχα. 28 Χρωμοσωμικές ανωμαλίες ανιχνεύθηκαν στο 2,4%, 2404 κυήσεων που υποβλήθηκαν σε γενετική αμνιοπαρακέντηση λόγω προχωρημένης ηλικίας της μητέρας (≥ με 35 έτη), στο 1,2%, 240 κυήσεων που αμνιοκεντήθηκαν λόγω προηγούμενου ιστορικού τρισωμίας 21 και στο 9,1%, 55 κυήσεων που εξετάστηκαν για άλλες κυτταρογενετικές ενδείξεις. Μωσαϊσμός ανιχνεύθηκε στο 0,4% των περιπτώσεων, μεταθέσεις χρωμοσωμάτων στο 0,4% ενώ το ποσοστό σφάλματος του εμβρυϊκού καρυότυπου ήταν 0,07%. Kαταλήγοντας η μελέτη αυτή συμπεραίνει πως η αμνιοπαρακέντηση είναι ασφαλής, αξιόπιστη και εξαιρετικά ακριβής επεμβατική διαδικασία.29

Προδιαθεσιακοί παράγοντες

Μέχρι τώρα, έχουν προταθεί αρκετοί προδιαθεσιακοί παράγοντες οι οποίοι αυξάνουν τον κίνδυνο αποβολής μετά από αμνιοπαρακέντηση, αν και η συσχέτισή τους δεν έχει αποδειχθεί επακριβώς. Σε αυτήν την ομάδα πιθανών παραγόντων κινδύνου συμπεριλαμβάνονται τα ινομυώματα, οι διαπλαστικές ανωμαλίες της μήτρας, ο χοριοαμνιακός διαχωρισμός, το χρωματισμένο με αίμα αμνιακό υγρό, ο αυξημένος δείκτης σωματικής μάζας της εγκύου ασθενούς > 40 kg/m2, η πολυτοκία (> 3 γεννήσεις) και η εμφανής κολπική λοίμωξη. 30 - 33

Μεγαλύτερο κίνδυνο αποβολής από την διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης διατρέχουν οι μεγαλύτερες σε ηλικία έγκυες ασθενείς (> 40 ετών) συγκριτικά με εκείνες μικρότερης ηλικίας (20-34 ετών) που επίσης υποβάλλονται στην αμνιοπαρακέντηση. Ο κίνδυνος αποβολής προσδιορίστηκε σε 5,1% και 2,54%, αντίστοιχα. Το ιστορικό τριών ή περισσοτέρων αποβολών πρώτου τριμήνου, η αποβολή ή ο τερματισμός της κύησης κατά το β' τρίμηνο αυξάνουν τον κίνδυνο αποβολής κατά 8%, μετά από την διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης. Η αιμορραγία στην παρούσα κύηση αυξάνει τον κίνδυνο αποβολής μετά την αμνιοπαρακέντηση κατά 6,5%.,34 Μετά από αμνιοπαρακέντηση ρουτίνας οι έγκυες γυναίκες διατρέχουν έναν πρόσθετο κίνδυνο αυτόματης αποβολής που αντιστοιχεί σε 0,03%-0,5%. 35 , 36 Σε περιπτώσεις χωρίς προδιαθεσιακούς παράγοντες, δεν μειώνεται αυτός ο πρόσθετος κίνδυνος.

Κίνδυνος αποβολής

Τον κίνδυνο αποβολής εκτίμησε μια αναδρομική μελέτη που πραγματοποιήθηκε μεταξύ των ετών 1990-2006 η οποία συνέκρινε τα ποσοστά αποβολής μεταξύ εγκύων που υποβλήθηκαν σε γενετική αμνιοπαρακέντηση στις 15-22Wks με εκείνες τις έγκυες που δεν είχαν καμία επεμβατική διαδικασία το ίδιο διάστημα οι οποίες κυοφορούσαν ένα ζωντανό έμβρυο τεκμηριωμένο με υπερηχογραφική εξέταση. Ο κίνδυνος αποβολής στην ομάδα της αμνιοπαρακέντησης ήταν 0,4% συγκριτικά με τον κίνδυνο 0,26% της ομάδας χωρίς αμνιοπαρακέντηση. Η εμβρυϊκή απώλεια πριν από τις 24 εβδομάδες (συμπεριλαμβανομένης της πρώιμης ρήξη των αμνιακών υμένων και το ολιγοϋδράμνιο) εμφανίστηκε στο 0,97% της ομάδας της αμνιοπαρακέντησης και στο 0,84% της ομάδας χωρίς αμνιοπαρακέντηση (P=0,33). Ο κίνδυνος αποβολής που αποδόθηκε στην διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης ήταν 0,13% ή 1/769 και δεν ήταν σημαντικά διαφορετικός από τον κίνδυνο που παρατηρήθηκε στις έγκυες χωρίς καμία επεμβατική διαδικασία. 37 Παρόμοια αποτελέσματα τεκμηριώνoυν και μια άλλες μελέτες σύμφωνα με τις οποίες δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές στον κίνδυνο αποβολής πριν από τις 24Wks της κύηση σε έγκυες που υποβάλλονται στην διαδικασία αμνιοπαρακέντησης ρουτίνας συγκριτικά με τις έγκυες που δεν επιλέγουν επεμβατική διαδικασία. Ο κίνδυνος αποβολής στην ομάδα της αμνιοπαρακέντησης ήταν 0,06-0,11%.38 , 39 Κάποιες μελέτες έδωσαν υψηλότερα ποσοστά αποβολής 0,56%-0,86%. 40 , 41 Ωστόσο, οι κίνδυνοι αποβολών που σχετίζονται με τη διαδικασία σε εξειδικευμένα κέντρα που εκτελούν μεγάλο αριθμό αμνιοπαρακεντήσεων είναι σημαντικά χαμηλότεροι από τους αριθμούς που δίνονται σήμερα. Τα συνδυασμένα δεδομένα από όλες τις πρόσφατες μελέτες υποδηλώνουν ότι οι πρόσθετοι κίνδυνοι αποβολής που σχετίζονται με τη διαδικασία μετά από την αμνιοπαρακέντηση είναι 0,1%. 39 Η αμνιοπαρακέντηση δεύτερου τριμήνου θεωρείται μια ασφαλής διαδικασία και δεν φαίνεται να αυξάνει το ποσοστό εμβρυϊκής απώλειας ούτε μετά από διαπλακουντιακή προσπέλαση ή μετά από 2 αμνιο-διηθήσεις σημειώνει μια άλλη μελέτη. 42

Είναι σημαντικό οι έγκυες ασθενείς να έχουν ακριβείς εκτιμήσεις για τους κινδύνους που σχετίζονται με τη επεμβατική διαδικασία, ώστε να μπορούν να κάνουν τις κατάλληλες επιλογές και όχι να τους παρέχονται υπερβολικοί κίνδυνοι με βάση ιστορικά δεδομένα, τα οποία μπορεί να αποτρέψουν άσκοπα τις γυναίκες από τον έλεγχο. Υπάρχει ανάγκη επανεξέτασης των νέων δεδομένων και ενημέρωσης των πληροφοριών που παρέχονται στις έγκυες ασθενείς, ώστε να μπορούν να κάνουν επιλογές με βάση την ακριβή εκτίμηση αυτών των κινδύνων που σχετίζονται με τη διαδικασία. 39

Διαρροή αμνιακού υγρού

Ο κίνδυνος διαρροής αμνιακού υγρού αυξάνεται έως τις 24Wks της κύησης, περιγράφεται στο 1-1,2% των εγκύων ασθενών μετά από γενετική αμνιοπαρακέντηση εντός διαστήματος 24-48 ωρών και σχετίζεται με καλό περιγεννητικό αποτέλεσμα. 43 Ωστόσο, συνήθως παρατηρείται αυτόματη σύγκλιση των εμβρυϊκών υμένων και, σε σύγκριση με τις περιπτώσεις αυτόματης ρήξης των εμβρυϊκών υμένων (PROM) στην ίδια κύηση ηλικία, ο κίνδυνος περιγεννητικού θανάτου είναι σημαντικά χαμηλότερος 9% έναντι 91%. 44

Χοριοαμνιονίτιδα

Ο κίνδυνος χοριοαμνιονίτιδας και μόλυνσης της μήτρας μετά από γενετική αμνιοπαρακέντηση είναι χαμηλός, 0,1%-0,4%. 45

Βλάβες με βελόνα

Πριν από την έλευση του υπερηχογραφήματος πραγματικού χρόνου, η συχνότητα εμφάνισης δερματικών βλαβών μετά από αμνιοπαρακέντηση κυμαινόταν από 0,1%- 9% στις διάφορες μελέτες 46 και συμπεριλάμβαναν το οφθαλμικό τραύμα, 47 - 49 τους τραυματισμούς δέρματος (λακκάκια και ουλές) ή τενόντων, 50 και το εγκεφαλικό τραύμα (συμπεριλαμβανομένης της πορεγκεφαλίας). 51 , 52 Στην μετα-real time-υπερήχων εποχή, το άμεσο εμβρυϊκό τραύμα με βελόνα είναι σπάνιο και σπάνια αποδεικνύεται, αν και μπορεί να συμβεί συχνότερα από ό, τι γενικά αναφέρεται λόγω της αδυναμίας να τεθεί διάγνωσης και της μη δημιουργίας βλάβης.53

Χοριοαμνιακός διαχωρισμός

Μικρού βαθμού χοριοαμνιακός διαχωρισμός (CAS) υπάρχει συχνά μετά από αμνιοπαρακέντηση, όμως δεν ανιχνεύεται επειδή στην κλινική πρακτική οι υμένες μετεπεμβατικά δεν αξιολογούνται. 54 Πλήρης χοριοαμνιακός διαχωρισμός περιγράφεται σε κάποιες μελέτες. 55 Δυνητικά, αυτό το εύρημα συνδέεται με περίσφιξη του ομφαλίου λώρου απο δημιουργηθείσες ανιακές ταινίες, ενδομήτριο θάνατο και πρόωρο τοκετό. 56 , 57

Μητρικές επιπλοκές

Σοβαρές μητρικές επιπλοκές που σχετίζονται με την διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης, συμπεριλαμβανομένης της σηψαιμίας ή και της μητρικής θνησιμότητας, έχουν αναφερθεί σε πολύ μικρό αριθμό περιπτώσεων. 58 - 62 Αυτά τα γεγονότα μπορεί να προκληθούν από ακούσια διάτρηση του εντέρου. Επιπλέον, οι μικροοργανισμοί μπορούν να αποικίσουν το τζελ των υπερήχων και τους ηχοβολείς και να θέσουν σε κίνδυνο μόλυνσης την έγκυο ασθενή. Τα κλινικά συμπτώματα (αύξηση της θερμοκρασίας, σημεία σηπτικού σοκ) ξεκινούν 24-36 ώρες μετά την αμνιοπαρακέντηση. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι καλλιέργειες αίματος αποκάλυψαν ως λοιμογόνο παράγοντα το εντεροβακτήριο Escherichia coli. 63 , 64

Δίδυμος κύηση

Σύμφωνα με μία αναδρομική μελέτη, ο κίνδυνος αποβολής της δίδυμης/διχοριακής κύησης μετά από την διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης στις 20 και 28Wks ήταν 6,1% και 8,1%, αντίστοιχα. 65 Σε μια πιο πρόσφατη μελέτη, αυτός ο κίνδυνος ήταν πολύ μικρότερος 2,25% και 1,7%, αντίστοιχα. 66 Ο κίνδυνος αποβολής στις διχοριακές δίδυμες κυήσεις έπειτα από γενετική αμνιοπαρακέντηση είναι μεγαλύτερος από εκείνον της μονήρης κύησης που επίσης υποβάλλεται σε αμνιοπαρακέντηση, 2,73% έναντι 0,6% αντίστοιχα. 67 Οι έγκυες ασθενείς που επιλέγουν να υποβληθούν σε αμνιοπαρακέντηση (στα μέσα του δεύτερου τριμήνου) είναι πιο πιθανό να παρουσιάσουν απώλεια εγκυμοσύνης από εκείνες που επιλέγουν απλή παρακολούθηση (3,2%έναντι 1,4%; διαφορά κινδύνου, 1,80%; 95%CI, -0,24 έως 3,84%), 68 ωστόσο στις δίδυμες κυήσεις η αμνιοπαρακέντηση του δεύτερου τριμήνου θεωρείται ότι δεν σχετίζεται με υπερβολικά μεγάλο ποσοστό απώλειας της κύησης, 69 1-2 εμβρυϊκές απώλειες για κάθε 64 αμνιοπαρακεντήσεις. 70 Το ποσοστό πρόωρου τοκετού που ορίστηκε ως ο τοκετός πριν από τις 36Wks της κύησης ήταν 36,24%, μετά από αμνιοπαρακέντηση που πραγματοποιήθηκε στις 17,13 ± 3,35Wks. 71 Στα χέρια έμπειρων χειριστών, η CVS πρώτου τριμήνου είναι εξίσου ασφαλής και αποτελεσματική μέθοδος με την αμνιοκέντηση του δεύτερου τριμήνου για την προγεννητική διάγνωση των γενετικών νόσων της δίδυμης κύησης. 72

Χαρτογράφηση χοριονικότητας

Πριν από τη διενέργεια της επέμβασης της αμνιοπαρακέντησης σε πολύδυμη κύηση, κρίνεται απαραίτητο να χαρτογραφηθούν με ακρίβεια η χοριονικότητα και η πλακουντοποίηση και τα δίδυμα να επονομαστούν (ανάλογα με την τοπογραφία τους), σε πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, πάνω και δεξιά, κ.ο.κ. και να σημειωθεί εάν το φύλο τους είναι διαφορετικό.

Τεχνική αμνιοπαρακέντησης στην δίδυμο κύηση

Η τεχνική της αμνιοπαρακέντησης στην δίδυμο κύηση ποικίλει ανάλογα με τη χοριονικότητα. Σεν δίδυμο διχοριονική κύηση, συστήνεται δειγματοληψία και από τους δύο σάκους. Με την τεχνική διπλής εισόδου της βελόνας μια για κάθε σάκο υπάρχει χαμηλός κίνδυνος δειγματοληψίας από τον ίδιο αμνιακό σάκο δύο φορές, 1,8%. Η τεχνική μονής εισόδου με διαμεμβρανική προσέγγιση μεταξύ των διδύμων αποτελεί μία εναλλακτική επιλογή. Στην περίπτωση αυτή, τα πρώτα 1-2mL αμνιακού υγρού θα πρέπει να απορρίπτονται ώστε να αποφεύγεται επιμόλυνση από το πρώτο δίδυμο. Ο κίνδυνος αποβολής είναι ελαφρώς αυξημένος με την τεχνική των δύο έναντι της μιας εισόδου, 4,76% και 2,70%, αντίστοιχα. 73

Σε μονοχοριακή διαμνιακή δίδυμο κύηση, η δειγματοληψία από τον ένα μόνο σάκο ενδείκνυται όταν η χοριονικότητα έχει καθοριστεί ευκρινώς υπερηχογραφικά πριν από τις 14 εβδομάδες κύησης και η εμβρυϊκή ανάπτυξη και ανατομία συμβαδίζουν. Εάν δεν ισχύουν τα παραπάνω, ενδεχομένως θα χρειαστεί διπλή δειγματοληψία. Η μέθοδος της διπλής δειγματοληψίας μπορεί επίσης να ληφθεί ως ενδεχόμενο μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) ή στην περίπτωση μη συμβατής ανωμαλίας/ανάπτυξης (μικρός κίνδυνος για διαφορετικό καρυότυπο). Εάν υπάρχει κλινική ένδειξη για διπλή δειγματοληψία συνιστάται η τεχνική εισόδου από δύο διαφορετικά σημεία προς αποφυγή ιατρογενούς μονοαμνιονικότητας.  74

Θρομβοπροφύλαξη πριν από την αμνιοπαρακέντηση

Τα διαθέσιμα δεδομένα που αφορούν την διακοπή της θρομβοπροφύλαξης πριν από την διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης κατά την κύηση είναι ελλιπή. Ωστόσο, συστάσεις μπορεί να εξαχθούν από μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε άλλους τύπους διαδερμικών επεμβατικών πράξεων, μεταξύ των οποίων και οι βιοψίες ήπατος. Όσον αφορά την προφυλακτική δόση της ασπιρίνης και της ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους, η διακοπή πριν την επεμβατική διαδικασία δεν δικαιολογείται κλινικά. Παρόλα αυτά, η παράλειψη μίας δόσης ηπαρίνης φαίνεται να είναι η ορθή πρακτική. 75 , 76 

Ανοσοπροφύλαξη Rhesus

Η Rhesus ανοσοπροφύλαξη μετά από αμνιοπαρακέντηση συνιστάται ήδη από τη δεκαετία του 1970. 77 Σε 944 Rh-αρνητικές ασθενείς που έλαβαν ανοσοσφαιρίνη Rhesus (anti-D) μετά από γενετική αμνιοπαρακέντηση, δεν σημειώθηκε ούτε ένα περιστατικό Rh-ευαισθητοποίησης. 78 Η τακτική της χορήγησης μιας μικρής δόσης (100mcg) αντι-D μετά από αμνιοπαρακέντηση υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική στην πρόληψη της Rh-ευαισθητοποίησης κατά το δεύτερο τρίμηνο. 79 Γενικά, η επίπτωση της Rh-ευαισθητοποίησης μετά από γενετική αμνιοπαρακέντηση χωρίς Rhesus ανοσοπροφύλαξη κυμαίνεται από 3,4-5,4%, στις διάφορες μελέτες. 80 , 81 Σήμερα, η Rhesus ανοσοπροφύλαξη συνιστάται αυστηρά σε όλες τις έγκυες Rhesus αρνητικές ασθενείς με Rhesus θετικό σύντροφο, εκτός αν το έμβρυο βρέθηκε Rhesus αρνητικό με έλεγχο του ελεύθερου εμβρυϊκού DNA (NIPT-RhD). Η πρόληψη από την ισοανοσοποίηση γίνεται με την χρήση μιας εφάπαξ δόσης anti-D αντισωμάτων των 300mcg. 18

Χημειοπροφύλαξη

Ως τακτική ρουτίνας η προφυλακτική αντιμικροβιακή θεραπεία με αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ ή αζιθρομυκίνη δεν ενδείκνυται επειδή μειώνει ελάχιστα τον κίνδυνο αποβολής που είναι 0,85%, όμως μεταξύ ασθενών με παράγοντες κινδύνου που προϋπάρχουν της αμνιοπαρακέντησης, το ποσοστό αυτόματης εμβρυϊκής απώλειας είναι 9,2% σε μη θεραπευμένους ασθενείς έναντι ποσοστού 2,3% σε ασθενείς που έλαβαν αντιμικροβιακή θεραπεία. 82

 

 

  1. Hirschhorn K. Genetics, amniocentesis, and abortion. Mt Sinai J Med. 1984 Jan-Feb; 51(1): 15-7. PubMed | Google Scholar
  2. Engel E, Empson J, DeLozier D, et al. Prenatal diagnosis. Review, personal and prospective studies. Schweiz Med Wochenschr. 1979 Jul 7; 109(27): 998-1010. PubMed | Google Scholar
  3. Fauret AL, Bilan F, Patri S, et al. Molecular biology usefulness for rapid diagnosis of Down's syndrome and common aneuploidies. Gynecol Obstet Fertil. 2009 Jul-Aug;37 (7-8):611-9. PubMed | Elsevier Science | Google Scholar
  4. Langlois S, Duncan A, SOGC GENETICS COMMITTEE, CCMG PRENATAL DIAGNOSIS COMMITTEE. Use of a DNA method, QF-PCR, in the prenatal diagnosis of fetal aneuploidies. J Obstet Gynaecol Can. 2011 Sep;33(9):955-960. PubMed | Elsevier Science | Google Scholar
  5. Wapner RJ, Martin CL, Levy B, et al. Chromosomalmicroarray versus karyotyping for prenatal diagnosis. N Engl J Med. 2012; 367: 2175–2184. PubMed | Full Text NEJM | Full Text PMC | Google Scholar
  6. Jansen FA, Blumenfeld YJ, Fisher A, et al. Array comparative genomic hybridization and fetal congenital heart defects: a systematic review and meta-analysis. Ultrasound Obstet Gynecol. 2015 Jan;45(1):27-35. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  7. Cruz-Lemini M, Parra-Saavedra M, Borobio V, et al. How to perform an amniocentesis. Ultrasound Obstet Gynecol. 2014 Dec;44(6):727-31. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  8. Athanasiadis AP, Pantazis K, Goulis DG, et al. Comparison between 20G and 22G needle for second trimester amniocentesis in terms of technical aspects and short-term complications. Prenat Diagn 2009; 29: 761–765. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  9. Uludag S, Aydin Y, Ibrahimova F, et al. Comparison of complications in second trimester amniocentesis performed with 20G, 21G and 22G needles. J Perinat Med. 2010 Nov;38(6):597-600. PubMed | De Gruyter | Google Scholar
  10. Giorlandino C, Mobili L, Bilancioni E, et al. Transplacental amniocentesis: is it really a higher-risk procedure? Prenat Diagn. 1994 Sep;14(9):803-6. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  11. Bombard AT, Powers JF, Carter S, et al. Procedure-related fetal losses in transplacental versus nontransplacental genetic amniocentesis. Am J Obstet Gynecol. 1995 Mar;172(3):868-72. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  12. Tabor A, Bang J, Nørgaard-Pedersen B. Feto-maternal haemorrhage associated with genetic amniocentesis: results of a randomized trial. Br J Obstet Gynaecol. 1987 Jun;94(6):528-34. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  13. Mennuti MT, Brummond W, Crombleholme WR, et al. Fetal-maternal bleeding associated with genetic amniocentesis. Obstet Gynecol. 1980 Jan;55(1):48-54. PubMed | Google Scholar
  14. Calda P, Brestak M. Amniovacucentesis vs standard syringe technique for amniocentesis: experience with 1219 cases. Am J Obstet Gynecol. 2009 Dec;201(6):593.e1-3. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  15. Nuss S, Brebaum D, Grond-Ginsbach C. Maternal cell contamination in amniotic fluid samples as a consequence of the sampling technique. Hum Genet. 1994 Feb;93(2):121-4. PubMed | SpringerLink | Google Scholar
  16. Hockstein S, Chen PX, Thangavelu M, et al. Factors associated with maternal cell contamination in amniocentesis samples as evaluated by fluorescent in situ hybridization. Obstet Gynecol. 1998 Oct;92(4 Pt 1):551-6. PubMed | Elsevier Science | Google Scholar
  17. Welch RA, Salem-Elgharib S, Wiktor AE, et al. Operator experience and sample quality in genetic amniocentesis. Am J Obstet Gyneco 2006 Jan;194(1):189-91. PubMed 16389030 | PubMed | Full text AJOG | Google Scholar
  18. Ghi T, Sotiriadis A, Calda P, et al. ISUOG Practice Guidelines: invasive procedures for prenatal diagnosis. Ultrasound Obstet Gynecol. 2016 Aug;48(2):256-68. 2016 Aug;48(2):256-68. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  19. Johnson JM, Wilson RD, Winsor EJ, et al. The early amniocentesis study: a randomized clinical trial of early amniocentesis versus midtrimester amniocentesis. Fetal Diagn Ther. Mar-Apr 1996;11(2):85-93. PubMed | Karger | Google Scholar
  20. Wilson RD, Johnson J, Windrim R, et al. The early amniocentesis study: a randomized clinical trial of early amniocentesis and midtrimester amniocentesis. II. Evaluation of procedure details and neonatal congenital anomalies. Fetal Diagn Ther. Mar-Apr 1997;12(2):97-101. PubMed | Karger | Google Scholar
  21. The Canadian Early and Mid-trimester Amniocentesis Trial (CEMAT) Group. Randomised trial to assess safety and fetal outcome of early and midtrimester amniocentesis. Lancet. 1998 Jan 24; 351(9098): 242-7. PubMed | The Lancet | Google Scholar
  22. Farrell SA, Summers AM, Dallaire L, et al. Club foot, an adverse outcome of early amniocentesis: disruption or deformation? CEMAT. Canadian Early and Mid-Trimester Amniocentesis J Med Genet. 1999 Nov;36(11):843-6. PubMed | Full Text BMJ | PDF | Full Text PMC | Google Scholar
  23. Bartosch B, Klein M, Beck A, et al. The diagnostic potential of amniocentesis in the first 12 weeks of pregnancy. Geburtshilfe Frauenheilkd. 1991 Nov;51(11):886-9. PubMed | Thieme | Google Scholar
  24. Royal College of Obstetricians & Gynaecologists. Amniocentesis and Chorionic Villus Sampling. Green-top Guideline No. 8, June 2010. Google Scholar
  25. Alfirevic Z, Navaratnam K, Mujezinovic F. Amniocentesis and chorionic villus sampling for prenatal diagnosis. Cochrane Database Syst Rev. 2017 Sep 4; 9:CD003252. PubMed | Full Text PMC | Cochrane Library | Google Scholar
  26. American College of Obstetricians and Gynecologists. ACOG Practice Bulletin No. 88, December 2007. Invasive prenatal testing for aneuploidy. Obstet Gynecol. 2007 Dec; 110(6): 1459-67. PubMed | Obstetrics & Gynecology | Google Scholar
  27. O'Donoghue K, Giorgi L, Pontello V, et al. Amniocentesis in the third trimester of pregnancy. Prenat Diagn. 2007 Nov;27(11):1000-4. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  28. Weise W, Düker D. Report on 8 years' experience in prenatal diagnosis of genetic defects. I. Indications and methods. Zentralbl Gynakol. 1983; 105(23): 1481-98. PubMed | Google Scholar
  29. Golbus MS, Loughman WD, Epstein CJ, et al. Prenatal genetic diagnosis in 3000 amniocenteses. N Engl J Med. 1979 Jan 25; 300(4): 157-63. PubMed | Full Text NEMJ | Google Scholar
  30. Hess LW, Anderson RL, Golbus MS, et al. Significance of opaque discolored amniotic fluid at second-trimester amniocentesis. Obstet Gynecol. 1986 Jan;67(1):44-6. PubMed | Google Scholar
  31. Zorn EM, Hanson FW, Greve LC, et al. Analysis of the significance of discolored amniotic fluid detected at midtrimester amniocentesis. Am J Obstet Gynecol. 1986 Jun;154(6):1234-40. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  32. Towner D, Currier RJ, Lorey FW, et al. Miscarriage risk from amniocentesis performed for abnormal maternal serum screening. Am J Obstet Gynecol. 2007 Jun;196(6):608.e1-5; PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  33. Harper LM, Cahill AG, Smith K, et al. Effect of maternal obesity on the risk of fetal loss after amniocentesis and chorionic villus sampling. Obstet Gynecol. 2012 Apr;119(4):745-51. PubMed | Obsterics & Gynecology | Google Scholar
  34. Papantoniou NE, Daskalakis GJ, Tziotis JG, et al. Risk factors predisposing to fetal loss following a second trimester amniocentesis. BJOG. 2001 Oct; 108(10): 1053-6. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  35. Antsaklis A, Papantoniou N, Xygakis A,et al. Genetic amniocentesis in women 20-34 years old: associated risks. Prenat Diagn. 2000 Mar; 20(3): 247-50. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  36. Kozlowski P, Knippel A, Stressig R. Individual risk of fetal loss following routine second trimester amniocentesis: a controlled study of 20,460 cases. Ultraschall Med. 2008 Apr; 29(2): 165-72. PubMed | Thieme | Google Scholar
  37. Odibo AO, Gray DL, Dicke JM, et al. Revisiting the fetal loss rate after second-trimester genetic amniocentesis: a single center's 16-year experience. Obstet Gynecol. 2008 Mar; 111(3): 589-95. PubMed | Obstetrics & Gynecology | Google Scholar
  38. Eddleman KA, Malone FD, Sullivan L, et al. Pregnancy loss rates after midtrimester amniocentesis. Obstet Gynecol. 2006 Nov;108(5):1067-72. PubMed | Obsterics & Gynecology | Google Scholar
  39. Akolekar R, Beta J, Picciarelli G, et al. Procedure-related risk of miscarriage following amniocentesis and chorionic villus sampling: a systematic review and meta-analysis. Ultrasound Obstet Gynecol. 2015 Jan;45(1):16-26. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  40. Wulff CB, Gerds TA, Rode L; Danish Fetal Medicine Study Group. The risk of fetal loss associated with invasive testing following combined first trimester risk screening for Down syndrome – a national cohort of 147 987 singleton pregnancies. Ultrasound Obstet Gynecol. 2016 Jan;47(1):38-44. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  41. Kong CW, Leung TN, Leung TY, et al. Risk factors for procedure-related fetal losses after mid-trimester genetic amniocentesis. Prenat Diagn. 2006 Oct; 26(10): 925-30. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  42. Müngen E, Tütüncü L, Muhcu M, et al. Pregnancy outcome following second-trimester amniocentesis: a case-control study. Am J Perinatol. 2006 Jan;23(1):25-30. PubMed | Thieme | Google Scholar
  43. Gold RB, Goyert GL, Schwartz DB, et al. Conservative management of second-trimester post-amniocentesis fluid leakage. Obstet Gynecol. 1989 Nov;74(5):745-7. PubMed | Google Scholar
  44. Borgida AF, Mills AA, Feldman DM, et al. Outcome of pregnancies complicated by ruptured membranes after genetic amniocentesis. Am J Obstet Gynecol. 2000 Oct;183(4):937-9. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  45. Wurster KG, Roemer VM, Decker K, et al. Amniotic infection syndrome after amniocentesis--a case report. Geburtshilfe Frauenheilkd. 1982 Sep;42(9):676-9. PubMed | Thieme | Google Scholar
  46. Epley SL, Hanson JW, Cruikshank DP. Fetal injury with midtrimester diagnostic amniocentesis. Obstet Gynecol. 1979 Jan;53(1):77-80. PubMed | Google Scholar
  47. Gobert A, Vereecken G, Meire F, et al. Ocular perforation in utero. Bull Soc Belge Ophtalmol. 1995;259:77-80. PubMed | Google Scholar
  48. Admoni MM, BenEzra D. Ocular trauma following amniocentesis as the cause of leukocoria. J Pediatr Ophthalmol Strabismus. Jul-Aug 1988;25(4):196-7. PubMed | Google Scholar
  49. Cross HE, Maumenee AE. Ocular trauma during amniocentesis. Arch Ophthalmol. 1973 Oct;90(4):303-4. PubMed | Full Text JAMA | Google Scholar
  50. Cambiaghi S, Restano L, Cavalli R, et al. Skin dimpling as a consequence of amniocentesis. J Am Acad Dermatol. 1998 Nov;39(5 Pt 2):888-90. PubMed | Full Text JAAD | Google Scholar
  51. Squier M, Chamberlain P, Zaiwalla Z, et al. Five cases of brain injury following amniocentesis in mid-term pregnancy. Dev Med Child Neurol. 2000 Aug;42(8):554-60. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  52. Eller KM, Kuller JA. Porencephaly secondary to fetal trauma during amniocentesis. Obstet Gynecol. 1995 May;85(5 Pt 2):865-7. PubMed | Elsevier Science | Google Scholar
  53. Seeds JW. Diagnostic mid trimester amniocentesis: how safe? Am J Obstet Gynecol. 2004 Aug;191(2): 607-15. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  54. Levine D, Callen PW, Pender SG, et al. Chorioamniotic separation after second-trimester genetic amniocentesis: importance and frequency. Radiology. 1998 Oct;209(1):175-81. PubMed | Radiology | Google Scholar
  55. Lewi L, Hanssens M, Spitz B, et al. Complete chorioamniotic membrane separation. Case report and review of the literature. Fetal Diagn Ther. Jan-Feb 2004;19(1):78-82. PubMed | Karger | Google Scholar
  56. Graf JL, Bealer JF, Gibbs DL, et al. Chorioamniotic membrane separation: a potentially lethal finding. Fetal Diagn Ther. Mar-Apr 1997;12(2):81-4. PubMed | Karger | Google Scholar
  57. Schlehe B, Elsässer M, Bosselmann S, et al. Complete chorioamniotic membrane separation with constrictive amniotic band sequence and partial extra-amniotic pregnancy: serial ultrasound documentation and successful fetoscopic intervention. J Perinatol. 2014 Dec;34(12):941-4. PubMed | Journal of Perinatology | Google Scholar (https://scholar.google.com/scholar?q=related:laFtVzj51mEJ:scholar.google.com/&hl=el&as_sdt=0,5)
  58. Thorp JA, Helfgott AW, King EA, et al. Maternal death after second-trimester genetic amniocentesis. Obstet Gynecol. 2005 May;105(5 Pt 2):1213-5. PubMed | Obstetrics & Gynecology | Google Scholar
  59. Tebes S, Zakhary AS, Spellacy W. Escherichia coli septic shock following second-trimester amniocentesis. Fetal Diagn Ther. Sep-Oct 2005;20(5):463-4. PubMed | Karger | Google Scholar
  60. Erez Y, Ben-Shushan A, Elchalal U, et al. Maternal morbidity following routine second trimester genetic amniocentesis. Fetal Diagn Ther. 2007;22(3):226-8. PubMed | Karger | Google Scholar
  61. Bodner K, Wierrani F, Bodner-Adler B. Maternal sepsis due to Clostridium perfringens after 2nd-trimester genetic amniocentesis. J Obstet Gynaecol. 2011 May;31(4):339-40. PubMed | Taylor & Francis Online | Google Scholar
  62. Okyay RE, Gode F, Saatli B, et al. Late-onset maternal mortality after amniocentesis. Eur J Obstet Gynecol Reprod Biol. 2011 Oct;158(2):367-8. PubMed | Full Text EJOG | Google Scholar
  63. Ayadi S, Carbillon L, Varlet C, et al. Fatal sepsis due to Escherichia coli after second-trimester amniocentesis. Fetal Diagn Ther. Mar-Apr 1998;13(2):98-9. PubMed | Karger | Google Scholar
  64. Elchalal U, Shachar IB, Peleg D, et al. Maternal mortality following diagnostic 2nd-trimester amniocentesis. Fetal Diagn Ther. Mar-Apr 2004;19(2):195-8. PubMed | Karger | Google Scholar
  65. Pruggmayer M, Baumann P, Schütte H, et al. Incidence of abortion after genetic amniocentesis in twin pregnancies. Prenat Diagn. 1991 Aug; 11(8): 637-40. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  66. Agarwal K, Alfirevic Z. Pregnancy loss after chorionic villus sampling and genetic amniocentesis in twin pregnancies: a systematic review. Ultrasound Obstet Gynecol. 2012 Aug;40(2):128-34. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  67. Yukobowich E, Anteby EY, Cohen SM, et al. Risk of fetal loss in twin pregnancies undergoing second trimester amniocentesis(1). Obstet Gynecol. 2001 Aug; 98(2): 231-4. PubMed | Elsevier | Google Scholar
  68. Cahill AG, Macones GA, Stamilio DM, et al. Pregnancy loss rate after mid-trimester amniocentesis in twin pregnancies. Am J Obstet Gynecol. 2009 Mar; 200(3): 257. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  69. Ghidini A, Lynch L, Hicks C, et al. The risk of second-trimester amniocentesis in twin gestations: a case-control study. Am J Obstet Gynecol. 1993 Oct; 169(4): 1013-6. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  70. Millaire M, Bujold E, Morency AM, et al. Mid-trimester genetic amniocentesis in twin pregnancy and the risk of fetal loss. J Obstet Gynaecol Can. 2006 Jun;28(6):512-8. PubMed | Elsevier Science | Google Scholar
  71. Supadilokluck S, Tongprasert F, Tongsong T, et al. Amniocentesis in twin pregnancies. Arch Gynecol Obstet. 2009 Aug;280(2):207-9. PubMed | SpringerLink | Google scholar
  72. Wapner RJ, Johnson A, Davis G, et al. Prenatal diagnosis in twin gestations: a comparison between second-trimester amniocentesis and first-trimester chorionic villus sampling. Obstet Gynecol. 1993 Jul; 82(1): 49-56. PubMed | Google Scholar
  73. Simonazzi G, Curti A, Farina A, et al. Amniocentesis and chorionic villus sampling in twin gestations: which is the best sampling technique? Am J Obstet Gynecol. 2010 Apr;202(4):365.e1-5. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  74. Audibert F, Gagnon A; Genetics Committee of the Society of Obstetricians and Gynaecologists of Canada, Prenatal Diagnosis Committee of the Canadian College of Medical Geneticists. Prenatal screening for and diagnosis of aneuploidy in twin pregnancies. J Obstet Gynaecol Can. 2011; 33: 754–767. PubMed | Elsevier Science | Google Scholar
  75. Butwick AJ, Carvalho B. Anticoagulant and antithrombotic drugs in pregnancy: what are the anesthetic implications for labor and cesarean delivery? J Perinatol. 2011 Feb;31(2):73-84. PubMed | Journal of Perinatology | Google Scholar
  76. Patel IJ, Davidson JC, Nikolic B, Standards of Practice Committee, with Cardiovascular and Interventional Radiological Society of Europe (CIRSE) Endorsement. Consensus guidelines for periprocedural management of coagulation status and hemostasis risk in percutaneous image-guided interventions. J Vasc Interv Radiol. 2012 Jun;23(6):727-36. PubMed | Full Text JVIR | Google Scholar
  77. Henrion R, Papa F, Rouvillois JL, et al. Early amniocentesis, 1061 punctures and 1000 pregnancies. J Gynecol Obstet Biol Reprod. (Paris). 1979;8(7):603-11. PubMed | Google Scholar 
  78. Brandenburg H, Jahoda MG, Pijpers L, et al. Rhesus sensitization after midtrimester genetic amniocentesis. Am J Med Genet. 1989 Feb;32(2):225-6. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  79. Henry G, Wexler P, Robinson A. Rh-immune globulin after amniocentesis for genetic diagnosis. Obstet Gynecol. 1976 Nov;48(5):557-9. PubMed | Google Scholar
  80. Murray JC, Karp LE, Williamson RA, et al. Rh isoimmunization related to amniocentesis. Am J Med Genet. 1983 Dec;16(4):527-34. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  81. Hill LM, Platt LD, Kellogg B. Rh sensitization after genetic amniocentesis. Obstet Gynecol. 1980 Oct;56(4):459-61. PubMed | Google Scholar
  82. Gramellini D, Fieni S, Casilla G, et al. Mid-trimester amniocentesis and antibiotic prophylaxis. Prenat Diagn. 2007 Oct;27(10):956-9. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar

Τοξόπλασμα

Μαρτίου 03, 2015 |

Περιγραφή και ορισμός

Η συγγενής τοξοπλάσμωση περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1923 στην Τσεχοσλοβακία από τον οφθαλμίατρο Janku. Προκαλείται από το Toxoplasma gondii, ένα μονοκυττάριο πρωτοζωϊκό παράσιτο, με ευρύτατη κατανομή σε ανθρώπους και σε πολλά είδη ζώων και πτηνών. Το Toxoplasma gondii απομονώθηκε για πρώτη φορά σε τρωκτικά της Β. Αφρικής και σήμερα είναι ευρέως διαδεδομένο σε όλο τον κόσμο. Μολύνει βοοειδή, σκύλους, περιστέρια και ιδίως τα αιλουροειδή. Η γάτα αποτελεί την κύρια εστία μόλυνσης στον άνθρωπο, ενώ η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι αδύνατη. Το Toxoplasma gondii διασχίζει τον πλακούντα, μολύνει το έμβρυο, και έχει σοβαρά επακόλουθα κατά τη νεογνική ή εφηβική ηλικία.

Η λοίμωξη στην έγκυο συνήθως είναι ασυμπτωματική και περνάει απαρατήρητη. 1 Εν τούτοις, μερικές φορές είναι δυνατόν να παρουσιαστεί σύνδρομο που ομοιάζει με εκείνο της λοιμώδους μονοπυρήνωσης, δηλαδή πυρετός με ρίγη, κακουχία, κεφαλαλγία, μυαλγία και διόγκωση λεμφαδένων. Σε ένα μικρότερο ποσοστό 10-20%, η μητρική λοίμωξη θα εμφανίσει κακουχία και διόγκωση οπίσθιων τραχηλικών λεμφαδένων. 2

Επιδημιολογικά στοιχεία

Στην Γαλλία η συχνότητα των οροθετικών γυναικών κατά την διάρκεια της κύησης εκτιμήθηκε σε 2,1/1000 εγκύους 3 στην Αγγλία 2-3/1000 γυναίκες μολύνθηκαν κατά την διάρκεια της κύησης. 4 Στις ΗΠΑ, η συχνότητα των οροθετικών γυναικών στην αναπαραγωγική ηλικία ανέρχεται στο 15 %, 5 ενώ στην Ελλάδα η συχνότητα της λανθάνουσας λοίμωξης αγγίζει το 53% 6

Screening τοξοπλάσμωσης στην κύηση

Επειδή η τοξοπλάσμωση είναι ασυμπτωματική στην κύηση, επιβάλλεται η διενέργεια των ειδικών ορολογικών δοκιμασιών σε όλες τις εγκύους. Η σημαντικότερη μέθοδος πληθυσμιακού ελέγχου (Screening) είναι η ανίχνευση αντισωμάτων έναντι του τοξοπλάσματος στο αίμα εγκύων γυναικών. Για τον σκοπό αυτό υπάρχει μια ποικιλία δοκιμασιών: Sabin-Feldman, dye test, Elisa, Western Blot, δοκιμασία δέσμευσης συμπληρώματος, δοκιμασία έμμεσης αιμοσυγκόλλησης, δοκιμασία IgM ανοσοφθορισμού (IgM-IFA. Οι συνηθέστερα χρησιμοποιούμενες μέθοδοι είναι η δοκιμασία χρωστικής Sabin-Feldman και η δοκιμασία IgM-IFA. Τα ειδικά IgM αντισώματα ανιχνεύονται με την μέθοδο ανοσοφθορισμού στο τέλος της δεύτερης εβδομάδας από την στιγμή της μόλυνσης και παρουσιάζουν τα υψηλότερα επίπεδά τους ένα μήνα αργότερα. Τα αντισώματα αυτά μπορεί να ανιχνεύονται σε χαμηλές τιμές μέχρι και 1 έτος μετά τη λοίμωξη. Η ανεύρεση υψηλού τίτλου αντισωμάτων IgM συνεπάγεται την παρουσία οξείας τοξοπλάσμωσης, η επανάληψη της δοκιμασίας μετά από 2-4 εβδομάδες και η ανεύρεση υψηλού τίτλου IgM αντισωμάτων θα εδραιώσει την διάγνωση. Η παρουσία ορομετατροπής από αρνητικής σε θετική της δοκιμασίας ή ο τετραπλασιασμός του τίτλου των IgG αντισωμάτων καθώς και η θετικοποίηση των IgA αντισωμάτων υποδηλώνει πρόσφατη μόλυνση. 7

Αν η δοκιμασία Sabin-Feldman είναι θετική και η 2η (δοκιμασία) αρνητική, υπάρχει ένδειξη παρελθούσης λοίμωξης. Αν και οι δύο δοκιμασίες είναι θετικές στο πρώτο τρίμηνο, πρέπει να επαναληφθεί η δοκιμασία σε 3 εβδομάδες. Αν αυξηθεί ο τίτλος αντισωμάτων στην δοκιμασία Sabin-Feldman τότε πιθανολογείται λοίμωξη μέσα στο τελευταίο δίμηνο, οπότε το έμβρυο τίθεται σε κίνδυνο αυτόματης αποβολής. Αν μετά την επανάληψη της δοκιμασίας Sabin-Feldman δεν αυξηθεί ο τίτλος των αντισωμάτων, μπορεί κανείς να υποθέσει ασφαλώς ότι δεν υπάρχει οξεία λοίμωξη.

Εμβρυοπάθεια

Η επίπτωση και η βαρύτητα της νόσου εξαρτάται από την εβδομάδα κύησης κατά την οποία έλαβε χώρα η πρωτολοίμωξη της εγκύου και αυξάνεται γραμμικά με την ηλικία κύησης. Εάν η έγκυος μολυνθεί από τις πρώτες εβδομάδες, η μετάδοση της λοίμωξης στο έμβρυο γίνεται σπανιότερα. Εάν, όμως, προσβληθεί το έμβρυο ο κίνδυνος αποβολής είναι μεγάλος. Σ' εκείνες τις περιπτώσεις που συνεχίζεται η εγκυμοσύνη, δημιουργούνται σοβαρές εκδηλώσεις συγγενούς εμβρυοπάθειας στο νεογνό. Αντίθετα, εάν η έγκυος μολυνθεί τις τελευταίες εβδομάδες, τότε η λοίμωξη του νεογνού είναι υποκλινική και επιβάλλεται ο λεπτομερής έλεγχος και η συνεχής παρακολούθησή του. Ο κίνδυνος συγγενούς τοξοπλάσμωσης στο 1ο τρίμηνο είναι περίπου 10%, στο 2ο τρίμηνο της κύησης 30% και στο 3ο, 60%. 8

Το συγγενές σύνδρομο της τοξοπλάσμωσης συμπεριλαμβάνει ένα συνδυασμό από ένα ευρύ φάσμα κλινικών εκδηλώσεων που παραμένουν επί μακρόν, όπως: νοητική υστέρηση, σπασμούς, ίκτερο, εξάνθημα, υδροκεφαλία/μικροκεφαλία, πυρετός/υποθερμία, ηπατοσπληνομεγαλία, έμετοι/διάρροιες, μικροφθαλμία, ατροφία οπτικού νεύρου, χοριοαμφιβληστροειδίτιδα, στραβισμό, καταρράκτη και πνευμονίτιδα. 9 - 11 Η χοριοαμφιβληστροειδίτιδα είναι το σύνηθες εύρημα που μπορεί να παρουσιαστεί μετά από την πάροδο εβδομάδων ή μηνών.

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες στο υπερηχογράφημα

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά που να υποδηλώνουν συγγενή τοξοπλάσμωση. Τα πιθανά ευρήματα συγγενούς τοξοπλάσμωσης συμπεριλαμβάνουν αμφοτερόπλευρο κοιλιομεγαλία, εστιακές ενδοεγκεφαλικές αποτιτανώσεις, μικροφθαλμία, ύδρωπα, υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR) και σπανίως περικαρδιακές και υπεζωκοτικές συλλογές. 12 - 15

Υπερηχογραφική διάγνωση

Υπερηχογραφικά ευρήματα ενδεικτικά της λοίμωξης μπορούν να ανιχνευθούν συνήθως μετά τις 20 εβδομάδες της κύησης και συμπεριλαμβάνουν τα ακόλουθα: κοιλιομεγαλία, μικροκεφαλία, ενδοκρανιακές και ηπατικές εστιακές αποτιτανώσεις, ασκίτης, ηπατοσπληνομεγαλία, παχύς πλακούντας. Ωστόσο, η απουσία αυτών των ευρημάτων δεν αποκλείει μια τέτοια λοίμωξη.

Το υπερηχογράφημα αποτελεί σημαντικό βοήθημα στον έλεγχο της κατάστασης του εμβρύου. Σε μία μελέτη που αφορούσε 190 προσβεβλημένες έγκυες γυναίκες με τοξοπλάσμωση, εμβρυϊκή λοίμωξη επιβεβαιώθηκε σε 187 ασθενείς. Η λοίμωξη διαγνώσθηκε σε 20 έμβρυα ή στο 10,5% του συνολικού ποσοστού της μελέτης. Το υπόλοιπο 89,5% παρέμενε ελεύθερο μόλυνσης. Η διάγνωση ετέθη με αμνιοπαρακέντηση, λήψη εμβρυικού αίματος και υπερηχογράφημα. Εντούτοις, υπερηχογραφικά ευρήματα ενδεικτικά εμβρυϊκής λοίμωξης αναγνωρίστηκαν μόνο σε 4/20 μολυσμένα έμβρυα εκ των οποίων, ένα με υδροκεφαλία και τρία με ηπατομεγαλία. 16

Στρατηγικές διαχείρισης

Ο έλεγχος της συγγενούς τοξοπλάσμωσης απαιτεί την ταυτοποίηση των μη ανοσοποιημένων γυναικών στην αρχή της κύησης δια της μέτρησης του τίτλου των IgG και IgM αντισωμάτων. 17 Η ασυμπτωματική έγκυος με χρόνιο υψηλό τίτλο αντισωμάτων απλώς παρακολουθείται με υπερηχογράφημα μηνιαίως, αφού ο κίνδυνος εμβρυϊκής λοίμωξης είναι σπάνιος. Ωστόσο, βιβλιογραφικές αναφορές περιγράφουν συγγενή τοξοπλάσμωση από μητρικό τοξόπλασμα που προϋπήρχε της κύησης. 18 , 19 Αν στο πρώτο τρίμηνο της κύησης οι ορολογικές εξετάσεις της μητέρας υπαινίσσονται πρόσφατη λοίμωξη, ανίχνευση IgM αντισωμάτων ή αύξηση του τίτλου των IgG αντισωμάτων σε ένα δεύτερο δείγμα ορού, μπορεί να τεθεί το δίλημμα, θεραπεία ή διακοπή κύησης. Ωστόσο, μια απόφαση διακοπής της κύησης είναι αυθαίρετη καθώς δεν έχει τεκμηριωθεί η συγγενής λοίμωξη. 20 Η απόφαση για συνέχιση της κύησης θα πρέπει να λάβει υπόψιν της το γεγονός ότι ο σχετικός κίνδυνος συγγενούς λοίμωξης το διάστημα αυτό παραμένει χαμηλός παρότι τα "νευρολογικά επακόλουθα" είναι σοβαρά. Επιπλέον με την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση η οποία σημειωτέων θα πρέπει να αρχίζει αμέσως ο κίνδυνος εμβρυοπάθειας μπορεί να υποδιπλασιαστεί και η λοίμωξη να περιοριστεί στον πλακούντα, πριν τα παράσιτα φθάσουν στο έμβρυο. 21, 22 Τα ειδικά αντισώματα "IgG avidity" μπορούν να καθορίσουν την ένταση της αλληλεπίδρασης μεταξύ αντιγόνου-αντισώματος και κατ αυτόν τον τρόπο να χρησιμοποιηθούν στην ανίχνευση της οξείας ή της χρόνιας λοίμωξης της μητέρας. 23 , 24 Εάν κατά τον έλεγχο διαπιστωθεί η ύπαρξη IgG avidity ή παρασίτων η πρόγνωση μπορεί να είναι σοβαρή εφόσον στο υπερηχογράφημα ανιχνευτούν ευρήματα που συνάδουν με εμβρυϊκή λοίμωξη.

Η προγεννητική διάγνωση της συγγενούς τοξοπλάσμωσης βασίζεται στην PCR εξέταση του αμνιακού υγρού περί την 19η εβδομάδα της κύησης 25 , 26 και στην υπερηχογραφική εκτίμηση. 27 , 28 Η υπερηχογραφική αξιολόγηση του προσβεβλημένου εμβρύου είναι σημαντική καθώς βελτιώνει την αξιοπιστία της προγεννητικής διάγνωσης και έχει στόχο την εντόπιση εμβρύων με σοβαρή εγκεφαλική βλάβη. Ωστόσο, μειωμένη θεωρείται η αξιοπιστία της υπερηχογραφίας σε νεκρωτικές βλάβες του εγκεφαλικού παρεγχύματος ελλείψει ευρημάτων. 15 Ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν αποκλείει υποκλινική συγγενή τοξοπλάσμωση ή μεταγεννητική χοριοαμφιβληστροειδίτιδα. Ωστόσο, η παρουσία εστιακών ενδοκρανιακών ασβεστώσεων δεν συνάδει απαραίτητα με κακή εμβρυϊκή έκβαση, πλην όμως συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο οφθαλμικής βλάβης σε ποσοστό 5-9%, 10 , 11 ο οποίος δεν είναι προσιτός στην προγεννητική διάγνωση. 29 , 30

Η παρακολούθηση με υπερηχογράφημα πρέπει να διεξάγεται μηνιαίως, καθώς οι ανωμαλίες μπορεί να εμφανιστούν αρκετές εβδομάδες ή μήνες μετά τη μόλυνση. Σε περίπτωση θετικής αμνιοπαρακέντησης, η παρακολούθηση μπορεί να ενταθεί κάθε 2 εβδομάδες. Η μαγνητική τομογραφία (MRI) του εμβρυϊκού εγκεφάλου δεν συνιστάται ως συστηματικό μέσο παρακολούθησης. Ωστόσο, μπορεί ζητηθεί σε περιπτώσεις στις οποίες η ερμηνεία της απεικόνισης των υπερήχων είναι δύσκολη. 31 Εάν η προγεννητική διάγνωση συνάδει με συγγενή λοίμωξη (θετικός ορολογικός έλεγχος και έλεγχος αμνιακού υγρού) τότε η διακοπή κύησης θα πρέπει να παρέχεται στους γονείς. 28 Στις γυναίκες εκείνες που επιθυμούν να συνεχίσουν την εγκυμοσύνη τους η χημειοπροφύλαξη μειώνει τη σοβαρότητα των εκδηλώσεων της νόσου. 32 Τοκετός διενεργείται κανονικά στο τέλος της εγκυμοσύνης. Δεν υπάρχει ουδεμία τεκμηρίωση που να επιβεβαιώνει ότι η άμεση διενέργεια τοκετού με πρόκληση ή καισαρική τομή παρέχει σημαντικά οφέλη αφού αποτρέπει από έναν πιθανό κίνδυνο διαπλακουντιακής μετάδοσης της νόσου. 33

Φυσική ιστορία και έκβαση

Η επίπτωση της συγγενούς τοξοπλάσμωσης στην Ευρώπη είναι υψηλή και υπολογίζεται σε 4,8-6/1000 γεννήσεις. 34 Πέντε τοις εκατό από αυτά τα νεογνά θα πεθάνουν ή θα υποστούν σοβαρές βλάβες. Συχνά, όμως, δεν παρατηρούνται εμφανή συμπτώματα κατά τη γέννηση και οι επιπλοκές αναπτύσσονται αργότερα κατά τη ζωή. 35 Γενικά, οι περισσότερες συγγενείς λοιμώξεις διάγουν ασυμπτωματικό βίο στη νεογνική περίοδο ενώ στο 70% των περιπτώσεων αυτών οι υποτροπές της χοριοαμφιβληστροειδίτιδας προκαλούν ουλές στα μάτια έπειτα από μακροχρόνια παρακολούθηση. 36

Ίσως το πιο αμφιλεγόμενο ζήτημα είναι αν η χημειοπροφύλαξη κατά τη διάρκεια της κύησης μειώνει την εμβρυοπάθεια και τη νοσηρότητα. 37 - 41 Οι αρχικές μελέτες πρότειναν ότι η χρήση σπιραμυκίνης (spiramycin) ή ο συνδυασμός πυριμεθαμίνης + σουλφαδιαζίνης (pyrimethamine + sulfadiazine) μείωσε τόσο την ενδομήτρια λοίμωξη όσο και την εμβρυϊκή νοσηρότητα και αυτή η προσέγγιση κατέστη πρακτική ρουτίνας. 42 Η συνιστώμενη δόση σε διαγνωσμένη εμβρυϊκή νόσο είναι πυριμεθαμίνη 50mg/24h+σουλφαδιαζίνη 3gr/24h για 3 εβδομάδες. Η εναλλαγή των φαρμάκων εξακολουθεί μέχρι τον τοκετό. Επειδή η πυριμεθαμίνη και η σουλφαδιαζίνη ανταγωνίζονται την δράση του φυλλικού οξέως, συνίσταται η ταυτόχρονη χορήγηση 5 mg φυλλικού οξέως δύο φορές την εβδομάδα. Συνεπώς, από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι με την εφαρμογή της κατάλληλης θεραπείας η κλασική εικόνα της συγγενούς τοξοπλάσμωσης θα γίνεται όλο και σπανιότερη. Αρκετές μελέτες επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα της προγεννητικής θεραπείας, ωστόσο πρότειναν περαιτέρω έρευνα στην χρήση χημειοπροφύλαξης έναντι της πρόληψης της συγγενούς τοξοπλάσμωσης. 43 , 44

Η μεταγεννητική παρακολούθηση των νεογνών με συγγενή τοξοπλάσμωση σε μία μελέτη συμπεριλάμβανε υπερηχογραφία εγκεφάλου, οφθαλμολογική εξέταση αμφιβληστροειδούς και ανίχνευση του τίτλου αντισωμάτων IgM, IgΑ και IgG έναντι του τοξοπλάσματος μεταξύ 3ης και 10ης ημέρας της ζωής, κάθε 2-3 μήνες επί τουλάχιστον 1 χρόνο. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις της μελέτης αυτής δεν συμπεριλάμβαναν τις οφθαλμικές αλλοιώσεις οι οποίες πιθανότατα εμφανίζονται μετά την ηλικία των 3 ετών. 20

Η θεραπεία των βρεφών χωρίς σημαντική νευρολογική ασθένεια κατά τη γέννηση με πυριμεθαμίνη και σουλφαδιαζίνη (P+S) για 1 χρόνο είχε ως αποτέλεσμα φυσιολογικές γνωστικές, νευρολογικές και ακουστικές εκβάσεις για όλους τους ασθενείς. Η θεραπεία των βρεφών που είχαν μέτρια ή σοβαρή νευρολογική νόσο κατά τη γέννησή τους είχε ως αποτέλεσμα φυσιολογικές νευρολογικές ή / και γνωστικές εκβάσεις σε > 72% των ασθενών εκ των οποίων κανένα δεν είχε απώλεια ακοής. Το 91% των παιδιών χωρίς σημαντική νευρολογική ασθένεια και το 64% των ατόμων με μέτρια ή σοβαρή νευρολογική νόσο κατά τη γέννηση δεν εμφάνισαν νέες βλάβες στα μάτια. 45

  1. Boyer KM, Holfels E, Roizen N, et al. Risk factors for Toxoplasma gondii infection in mothers of infants with congenital toxoplasmosis: Implications for prenatal management and screening. Am J Obstet Gynecol. 2005 Feb; 192 (2): 564-71. PubMed | Full Text AJOG
  2. Larsen JW. Congenital toxoplasmosis. Teratology. 1977 Apr;15(2):213-7. PubMed | Wiley Online Library
  3. Nogareda F, Le Strat Y, Villena I, et al. Incidence and prevalence of Toxoplasma gondii infection in women in France, 1980-2020: model-based estimation. Epidemiol Infect. 2014 Nov; 142: 1661–1670. PubMed | Cambridge Core
  4. McCarthy M. Of cats and women. Med. J. 1983 Aug; 287: 445-446. PubMed | Full Text PMC | The BMJ
  5. Jones JL, Kruszon-Moran D, Wilson M, et al. Toxoplasma gondii infection in the United States: seroprevalence and risk factors. Am J Epidemiol. 2001 Aug 15; 154 (4): 357-65. PubMed | Oxford Academic | PDF
  6. Κατσάνης Γ, Γολεμάτη Π, Πατραμάνη Ι. Συχνότητα και τίτλος αντισωμάτων κατά του τοξοπλάσματος σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας. Ιατρ. Επιθ. Ενόπλ. Δυν. 1985; 19: 279-281. Iatrotek
  7. Stepick-Biek P, Thulliez P, Araujo FG, et al. IgA antibodies for diagnosis of acute congenital and acquired toxoplasmosis. J Infect Dis. 1990 Jul; 162(1): 270-3. PubMed | Oxford Academic
  8. Dunn D, Wallon M, Peyron F, et al. Mother-to-child transmission of toxoplasmosis: risk estimates for clinical counselling. Lancet. 1999 May 29; 353 (9167): 1829-33. PubMed | The Lancet
  9. Wilson CB, Remington JS, Stagno S, et al. Development of adverse sequelae in children born with subclinical congenital Toxoplasma infection. Pediatrics. 1980 Nov; 66(5): 767-74. PubMed | Pediatrics
  10. Kodjikian L, Wallon M, Fleury J, et al. Ocular manifestations in congenital toxoplasmosis. Graefes Arch Clin Exp Ophthalmol. 2006 Jan; 244 (1): 14-21. PubMed | SpringerLink
  11. Kieffer F, Wallon M, Garcia P, et al. Risk factors for retinochoroiditis during the first 2 years of life in infants with treated congenital toxoplasmosis. Pediatr Infect Dis J. 2008 Jan; 27(1): 27-32. PubMed | Wolters Kluwer | Google Scholar
  12. Desai MB, Kurtz AB, Martin ME, Wapner RJ. Characteristic findings of toxoplasmosis in utero: a case report. J Ultrasound Med. 1994 Jan; 13(1): 60-2. PubMed I Wiley Online Library | PDF
  13. Foulon W, Naessens A, Mahler T, et al. Prenatal diagnosis of congenital toxoplasmosis. Obstet Gynecol. 1990 Nov; 76 (5 Pt 1): 769-72. PubMed | Wolters Kluwer | Google Scholar
  14. Friedman S, Ford-Jones LE, Toi A, Ryan G, et al. Congenital toxoplasmosis: prenatal diagnosis, treatment and postnatal outcome. Prenat Diagn. 1999 Apr; 19(4): 330-3. PubMed | Wiley Online Library
  15. Hohlfeld P, MacAleese J, Capella-Pavlovski M, et al. Fetal toxoplasmosis: ultrasonographic signs. Ultrasound Obstet Gynecol. 1991 Jul 1; 1(4): 241-4. PubMedPDF | Google Scholar
  16. Pratlong F, Boulot P, Issert E, et al. Fetal diagnosis of toxoplasmosis in 190 women infected during pregnancy. Pren Diagn 1994 Mar; 14(3): 191-8. PubMed | Wiley Online Library
  17. Thulliez P, Daffos F, Forestier F. Diagnosis of Toxoplasma infection in the pregnant woman and the unborn child: current problems. Scand J Infect Dis Suppl. 1992; 84: 18-22. PubMed
  18. Desmonts G, Couvreur J, Thulliez P. Toxoplasmose congenitale: cinq cas de transmission a l'enfant d'une infection maternelle anterieure a la grossesse. Presse Med. 1990 Sep 29; 19(31): 1445-9. PubMed
  19. Garcia A. G. Congenital toxoplasmosis in two successive sibs. Arch Dis Child. 1968 Dec; 43 (232): 705–710. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ | PDF
  20. Wallon M, Peyron F, Cornu C, et al. Congenital toxoplasma infection: monthly prenatal screening decreases transmission rate and improves clinical outcome at age 3 years. Clin Infect Dis. 2013 May; 56(9): 1223-31. PubMed | Oxford Academic | PDF
  21. Hohlfed P, Daffos F, Thullier P, et al. Fetal toxoplasmosis: outcome of pregnancy and infant follow-up after in-utero treatment. J. Pediatr. 1989 Nov; 115 (5 Pt 1): 765-9. PubMed | Pediatrics
  22. Olariu TR, Press C2, Talucod J, et al. Congenital toxoplasmosis in the United States: clinical and serologic findings in infants born to mothers treated during pregnancy. Parasite. 2019 Mar; 26: PubMed | Full Text PMC | Parasite
  23. Villard O, Cimon B, L’Ollivier C, et al. Serological diagnosis of Toxoplasma gondii infection: recommendations from the French National Reference Center for Toxoplasmosis. Diagn Microbiol Infect Dis. 2016 Jan; 84(1): 22–33. PubMed | Elsevier
  24. Pour Abolghasem S, Bonyadi MR, Babaloo Z, et al. IgG avidity test for the diagnosis of acute Toxoplasma gondii infection in early pregnancy. Iran J Immunol. 2011 Dec; 8(4): 251-5. PubMed | Full Text IJI
  25. Hohlfeld P, Daffos F, Costa JM, et al. Prenatal diagnosis of congenital toxoplasmosis with a polymerase-chain-reaction test on amniotic fluid. N Engl J Med. 1994 Sep 15; 331 (11): 695-9. PubMed | Full Text NEMJ
  26. Foulon W, Pinon JM, Stray-Pedersen B, et al. Prenatal diagnosis of congenital toxoplasmosis: a multicenter evaluation of different diagnostic parameters. Am J Obstet Gynecol. 1999 Oct; 181 (4): 843-7. PubMed | Full Text AJOG
  27. Weiner CP, Grose CF, Naides SJ, et al. Diagnosis of fetal infection in the patient with an ultrasonographically detected abnormality but a negative clinical history. Am J Obstet Gynecol. 1993 Jan; 168 (1 Pt 1): 6-11. PubMed | Full Text AJOG 
  28. Gay-Andrieu F, Marty P, Pialat J, et al. Fetal toxoplasmosis and negative amniocentesis: necessity of an ultrasound follow-up. Prenat Diagn. 2003 Jul; 23(7): 558-60. PubMed | Wiley Online Library
  29. Berrebi A, Kobuch WE, Bessieres MH, et al. Termination of pregnancy for maternal toxoplasmosis. Lancet. 1994 Jul 2; 344 (8914): 36-9. PubMed | The Lancet
  30. Dhombres F; Friszer S, Maurice P, et al. Prognosis of Fetal Parenchymal Cerebral Lesions without Ventriculomegaly in Congenital Toxoplasmosis Infection. Fetal Diagn Ther. 2017; 41(1): 8–14. PubMed | Karger
  31. Peyron F, L’ollivier C, Mandelbrot L, et al. Maternal and Congenital Toxoplasmosis: Diagnosis and Treatment Recommendations of a French Multidisciplinary Working Group. Pathogens. 2019; Feb 18; 8(1): 24. PubMed | Full Text PMC | Full Text MDPI
  32. Daffos F, Forestier F, Capella-Pavlovsky M, et al. Prenatal management of 746 pregnancies at risk for congenital toxoplasmosis. N Engl J Med. 1988 Feb 4; 318 (5): 271-5. PubMed | Full Text NEMJ
  33. Wallon M, Kieffer F, Huissoud C, et al. Cesarean delivery or induction of labor does not prevent vertical transmission of toxoplasmosis in late pregnancy. Int J Gynecol Obstet. 2015 May; 129 (2): 176–177. PubMed | Wiley Online Library
  34. Hotop A, Hlobil H, Gross U. Efficacy of rapid treatment initiation following primary Toxoplasma gondii infection during pregnancy. Clin Infect Dis. 2012 Jul; 54 (11): 1545–1552. PubMed | Oxford Academic | PDF
  35. Rorman E, Zamir CS, Rilkis I, et al. Congenital toxoplasmosis--prenatal aspects of Toxoplasma gondii infection. Reprod Toxicol. 2006 May; 21(4): 458-72. PubMed | Elsevier
  36. Koppe JG, Kloosterman GJ. Congenital toxoplasmosis: long-term follow-up. Padiatr Padol. 1982; 17(2): 171-9. PubMed
  37. Wallon M, Liou C, Garner P, et al. Congenital toxoplasmosis: systematic review of evidence of efficacy of treatment in pregnancy. BMJ. BMJ. 1999 Jun 5; 318 (7197): 1511-4. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ
  38. Gilbert RE, Gras L, Wallon M, et al. Effect of prenatal treatment on mother to child transmission of Toxoplasma gondii: retrospective cohort study of 554 mother-child pairs in Lyon, France. Int J Epidemiol. 2001 Dec; 30: 1303–1308. PubMed | Oxford Academic | PDF
  39. Gras L, Gilbert RE, Ades AE, et al. Effect of prenatal treatment on the risk of intracranial and ocular lesions in children with congenital toxoplasmosis. Int J Epidemiol. 2001 Dec; 30(6): 1309-13. PubMed | Oxford Academic | PDF
  40. Gilbert R, Gras L, European Multicentre Study on Congenital Toxoplasmosis. Effect of timing and type of treatment on the risk of mother to child transmission of Toxoplasma gondii. BJOG. 2003 Feb; 110 (2): 112-20. PubMed | Elsevier | Wiley Online Library | PDF
  41. SYROCOT (Systematic Review on Congenital Toxoplasmosis) Study Group, Thiébaut R, Leproust S, Chêne G. Effectiveness of prenatal treatment for congenital toxoplasmosis: a meta-analysis of individual patients' data. Lancet. 2007 Jan; 369: 115–122. PubMed | The Lancet
  42. Foulon W, Villena I, Stray-Pedersen B, et al. Treatment of toxoplasmosis during pregnancy: a multicenter study of impact on fetal transmission and children's sequelae at age 1 year. Am J Obstet Gynecol. 1999 Feb;180: 410–415. PubMed | Full Text AJOG
  43. Mandelbrot L, Kieffer F, Sitta R, et al. Prenatal therapy with pyrimethamine + sulfadiazine vs spiramycin to reduce placental transmission of toxoplasmosis: a multicenter, randomized trial. J. Obstet. Gynecol. 2018 Oct; 219 (4): 386.e1–386.e9. PubMed | Full Text AJOG
  44. Cortina-Borja M, Tan HK, Wallon M, et al. Prenatal treatment for serious neurological sequelae of congenital toxoplasmosis: an observational prospective cohort study. PLoS Med. 2010 Oct 12; 7(10). PubMed | Full Text PMC | Plos Medicine
  45. McLeod R, Boyer K, Karrison T, et al. Outcome of treatment for congenital toxoplasmosis, 1981-2004: the National Collaborative Chicago-Based, Congenital Toxoplasmosis Study. Clin Infect Dis. 2006 May 15; 42(10): 1383-94. PubMed | Oxford Academic | PDF

Ερυθρά

Μαρτίου 03, 2015 |

Περιγραφή και ορισμός

Η πρώτη περιγραφή της συγγενούς ερυθράς έγινε από τον Αυστραλό οφθαλμίατρο Normal Gregg το 1941, ο οποίος περιέγραψε την εμφάνιση καταρράκτη σε νεογνά μητέρων που είχαν εκτεθεί στην τερατογόνο δράση του ιού της ερυθράς (RV) κατά την διάρκεια της κύησης. 1

Το σύνδρομο συγγενούς ερυθράς (CRS) προκύπτει από την πρωτογενή μόλυνση της μητέρας με τον ιό της ερυθράς (RV) ο οποίος προκαλεί ανωμαλίες ανιχνεύσιμες στο έμβρυο-νεογνό, κώφωση, νοητική υστέρηση, καταρράκτη, καρδιακές ανωμαλίες και συχνά μπορεί να οδηγήσει σε πολυσυστηματική νόσο ποικίλης σοβαρότητας και συχνότητας. 2 - 4

Επιδημιολογικά στοιχεία

Η συχνότητα της ερυθράς έχει μειωθεί προοδευτικά σε πολλές χώρες και η επίπτωσή της στις βιομηχανικές χώρες εκτιμάται σε ποσοστό 1,30/100 000 άτομα στο γενικό πληθυσμό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η ερυθρά έχει εξαλειφθεί έπειτα από τα μαζικά προγράμματα εμβολιασμού, αν και περιστασιακά έχουν αναφερθεί εισαγόμενα περιστατικά. Οι περισσότερες σποραδικές περιπτώσεις συμβαίνουν στον μεταναστευτικό πληθυσμό και προέρχονται από χώρες όπου ο εμβολιασμός της ερυθράς είναι ασυνήθιστος. 5

Το 2010, 105 000 (95% CI: 54 000-158 000) ζωντανά νεογνά γεννήθηκαν με CRS σε παγκόσμιο επίπεδο, ο υψηλότερος αριθμός περιπτώσεων σημειώθηκε στην ΝΑ Ασία (49 000, 95% CI: 11 000-97 000) και στην Αφρική (39 000, 95% ΚΙ: 18 000-80 000). 6 Στη Γαλλία, η επίπτωση CRS υπολογίστηκε σε 1,01/100 000 ζώντα νεογνά το 2011. 7

Αιτιοπαθογένεια

Η τερατογόνος διαδικασία της ερυθράς πιθανότατα ξεκινά όταν εμφανίζεται μόλυνση του πλακούντα κατά τη διάρκεια της μητρικής ιαιμίας, οδηγώντας στη διάδοση του ιού σε όλο το έμβρυο. Αναπτύσσεται χρόνια λοίμωξη, η οποία είναι γενικά μη κυτταρολυτική. Παραδόξως, μολονότι ο ιός εξαπλώνεται ευρέως στο αναπτυσσόμενο έμβρυο καθώς μπορεί να ανακτηθεί σχεδόν από οποιοδήποτε όργανο, μικρός μόνο αριθμός εμβρυϊκών κυττάρων ή διάσπαρτες κυτταρικές εστίες εμφανίζουν σημεία μόλυνσης. Γενικά πιστεύεται ότι η παρεμπόδιση της σύνθεσης της ακτίνης, αναστέλλει την μιτωτική διαδικασία της κυτταρικής διαίρεσης και τελικά την ανάπτυξη πρόδρομων οργάνων. 8

Ενδεχομένως, το ανοσοποιητικό σύστημα να διαδραματίζει κάποιο ρόλο καθώς η ιντερφερόνη και οι κυτοκίνες που παράγονται από την φλεγμονή πιθανά διαταράσσουν την ομαλή ανάπτυξη και διαφοροποίηση κυτταρικών ομάδων και έτσι με τον τρόπο αυτό να συμβάλουν στην ανάπτυξη συγγενών ανωμαλιών. 9

Εμβρυοπάθεια

Η πρωτομόλυνση της εγκύου μητέρας καταλήγει σε ενδομήτρια λοίμωξη και οι επιπτώσεις στο αναπτυσσόμενο έμβρυο ποικίλουν. 'Όσο πιο πρώιμη είναι η μόλυνση της ερυθράς τόσο σοβαρότερες είναι οι συγγενείς ανωμαλίες του εμβρύου (CMs) οι οποίες μάλιστα αφορούν και περισσότερα όργανα. Συνήθως, ο RV είναι τερατογόνος μέχρι την 21η εβδομάδα της κύησης. Οι πιθανότητες εμβρυοπάθειας είναι 85% εάν η μητέρα νοσήσει κατά την διάρκεια των πρώτων 8 εβδομάδων και οι κλινικές εκδηλώσεις της συγγενούς μετάδοσης θα γίνουν αντιληπτές μέσα στα πρώτα τέσσερα χρόνια της ζωής. Εάν η λοίμωξη συμβεί μεταξύ 9ης-12ης εβδομάδας οι πιθανότητες εμβρυοπάθειας είναι 52%, ενώ αν συμβεί κατά το υπόλοιπο διάστημα μέχρι την 20η εβδομάδα της κύησης, μειώνονται στο 16%. 10 , 11 Στον τελευταίο μήνα της κύησης το ποσοστό μόλυνσης αυξάνεται και πάλι σε υψηλό ποσοστό. 12, 13

Τα έμβρυα που εκτίθενται στον RV μεταξύ 25ης-60ης ημέρας, έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν το πλήρες σύνδρομο της συγγενούς ερυθράς, δηλαδή καταρράκτη, κώφωση, καρδιοπάθεια και αμφιβληστροειδοπάθεια. 14 Ο κίνδυνος εμβρυοπάθειας όταν το εξάνθημα της μητέρας εμφανίζεται τις πρώτες 12 ημέρες μετά την τελευταία έμμηνο ρύση (LMP), είναι ασήμαντος 15 ενώ τα νεογνά που προσβάλλονται μετά την 36η εβδομάδα της κύησης γεννιούνται όλα με γενικευμένη λοίμωξη, χωρίς όμως άλλες συγγενείς ανωμαλίες. 11 Καμία περίπτωση συγγενούς ερυθράς δεν διαπιστώθηκε σε παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν ασυμπτωματική ερυθρά. 2

Σε περίπτωση επαναμόλυνσης, παρότι τα συμπτώματα της μητρικής λοίμωξης είναι ήπια, ο κίνδυνος συγγενούς μετάδοσης είναι μικρός και μάλιστα μικρότερος από τον κίνδυνο εμβρυοπάθειας της πρωτοπαθούς μητρικής λοίμωξης. 16

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες στο υπερηχογράφημα

Πολλά από τα έμβρυα με συγγενή λοίμωξη έχουν φυσιολογική ανάπτυξη. Ωστόσο, τα επαναλαμβανόμενα υπερηχογραφήματα μπορεί να αποκαλύψουν μεταβαλλόμενα ευρήματα τα οποία βρίσκονται σε διαδικασία εξέλιξης, ενώ οι ανιχνεύσιμες ανωμαλίες ίσως είναι ενδεικτικές της εμβρυϊκής λοίμωξης. Γενικά, ο υπέρηχος ως εξέταση διαθέτει μεγάλη ειδικότητα 100% αλλά η ευαισθησία του είναι πολύ μικρή 11%. 17

Μικροκεφαλία, ηπατοσπληνομεγαλία και ενδομήτρια βραδύτητα ανάπτυξης (IUGR) παρατηρούνται λιγότερο συχνά. 18 Περισσότερο ανιχνεύτηκαν ύδρωπας, κοιλιομεγαλία, υδροκεφαλία, εστιακές ενδοκρανιακές αποτιτανώσεις ή ηπατική ασβεστοποίηση, ασκίτης, υπερηχογενές έντερο, μεγάλος πλακούντα και παθολογικός όγκος αμνιακού υγρού (αυξημένος, μειωμένος). 17

Όταν ανιχνεύονται ανωμαλίες συνιστάται διεξοδική αξιολόγηση του εμβρύου με το υπερηχογράφημα λόγω πιθανής εμπλοκής πολλών συστημάτων και οργάνων. 19 , 20 Ωστόσο, θα πρέπεινα γίνουν κατανοητά στους επαγγελματίες υγείας οι περιορισμοί και οι αδυναμίες της υπερηχογραφικής εξέτασης στην ανίχνευση της κώφωσης ή και των μικρών συγγενών ανωμαλιών.

Διάγνωση της συγγενούς ερυθράς

Προγεννητική διάγνωση της συγγενούς μόλυνσης συνιστάται στην ανίχνευση του RV-IgM στο εμβρυϊκό αίμα ή στην ανίχνευση του ιικού γονιδιώματος σε αμνιακό υγρό (AF), εμβρυϊκό αίμα ή στις βιοψίες της χοριακής λάχνης (VLB). 21 , 22 Η ανίχνευση του ιού της ερυθράς σε βιοψίες χοριακής λάχνης αντικατοπτρίζει την λοίμωξη της λάχνης και όχι την λοίμωξη του εμβρύου.

Η ειδικότητα προγεννητικής διάγνωσης είναι περίπου 100% και η ευαισθησία μεγαλύτερη από 90% όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) μεταξύ μόλυνσης και δειγματοληψίας ακολουθεί χρονική περίοδος τουλάχιστον 6 εβδομάδων. (ii) η συλλογή δειγμάτων διεξάγεται μετά την 21η εβδομάδα κύησης και (iii) τα δείγματα για RT-PCR αποθηκεύονται και μεταφέρονται κατεψυγμένα. Το αίμα εμβρύου για την ανίχνευση RV-IgM αποθηκεύεται και μεταφέρεται στους 4° C.21

Στρατηγικές διαχείρισης

Η αντιμετώπιση εξαρτάται κυρίως από την ηλικία κύησης κατά την οποία εμφανίστηκε η μητρική λοίμωξη.

Χρονική συσχέτιση εμβρυοπάθειας και μητρικής πρωτολοίμωξης

Οι CMs που οφείλονται στην τερατογόνο δράση του RV διακρίνονται σε εκείνες που οφείλονται σε διαταραχές της οργανογένεσης και σε εκείνες που είναι αποτέλεσμα καταστροφής ιστών και δημιουργίας ουλών. Στον πρώτο τύπο εντάσσονται πολλές από τις ανωμαλίες των οφθαλμών και της καρδιάς, ενώ η κώφωση, οι εγκεφαλικές ανωμαλίες, ο καταρράκτης, η μικροφθαλμία και η περιφερική στένωση της πνευμονικής αρτηρίας κατατάσσονται στον δεύτερο τύπο.

Τα νεογνά που μολύνονται κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης έχουν αναγκαστικά τις επιπτώσεις λόγω της διαταραχής στην οργανογένεση, αλλά τόσο αυτά, όσο και εκείνα που μολύνονται αργότερα, εμφανίζουν επίσης και τις διαταραχές δευτέρου τύπου, ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης λοίμωξης σε όλη τη διάρκεια της κύησης. Κυρίως ο καταρράκτης και οι καρδιακές ανωμαλίες δημιουργούνται μέχρι τις 12 εβδομάδες της κύησης, μόνο κώφωση στις 13-16 εβδομάδες, ενώ δεν εντοπίστηκαν CMs σε μολυσμένα με ερυθρά παιδιά μετά τις 16 εβδομάδες. 12

Νοητική υστέρηση δεν παρατηρήθηκε σε παιδιά με ιστορικό μητρικής ερυθράς κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Είναι πιθανό στο τρίτο τρίμηνο της κύησης, το ΚΝΣ του εμβρύου να προστατεύεται από τον ήδη αναπτυγμένο αιματοεγκεφαλικό φραγμό ή ακόμη, να μην ευνοείται η ανάπτυξη του ιού από τα ώριμα πλέον κύτταρα του ΚΝΣ.

Όσον αφορά τις απώτερες εκδηλώσεις της συγγενούς ερυθράς, δεν έχει ακόμη καθοριστεί με ακρίβεια η χρονολογική συσχέτιση με τη λοίμωξη της μητέρας. Η όψιμα εκδηλωμένη βαρηκοΐα φαίνεται πως ανάγει την εμβρυϊκή καταγωγή της στην ίδια ηλικία κύησης με τη βαρηκοΐα που εκδηλώνεται στην πρώτη νεογνική (βρεφική) ηλικία, ενώ η προοδευτική πανεγκεφαλίτιδα δεν συνδέεται με λοίμωξη σε συγκεκριμένη ηλικία κύησης, διότι μπορεί να εκδηλωθεί δέκα ή και πλέον έτη μετά τη γέννηση. Τέλος, ο σακχαρώδης διαβήτης μπορεί να εκδηλωθεί μετά από πολλά χρόνια, σε άτομα που είχαν μολυνθεί από τον ιό της ερυθράς μέχρι τον 6ο μήνα της κύησης.

Λοίμωξη πριν από τις 18 εβδομάδες

Το έμβρυο διατρέχει υψηλό κίνδυνο μόλυνσης με σοβαρά επακόλουθα. Η διακοπή της εγκυμοσύνης θα μπορούσε να συζητηθεί και να γίνει αποδεκτή, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τόπους νομοθεσίες, ιδιαίτερα αν η λοίμωξη εμφανίστηκε πριν από τις 12 εβδομάδες της κύησης. Απαιτείται λεπτομερής εξέταση με υπερηχογράφημα και αξιολόγηση του ιικού RNA-AF, ιδιαίτερα για λοιμώξεις που εμφανίζονται μεταξύ 12-18 εβδομάδων της κύησης. Εάν τελικά δεν τεθεί προγεννητική διάγνωση συγγενούς μόλυνσης, μεταγεννητικά τα νεογνά θα πρέπει να υποβληθούν σε ειδική παιδιατρική εξέταση και να πραγματοποιηθεί ανάλυση RV-IgM στα ούρα.

Λοίμωξη μετά από τις 18 εβδομάδες

Η κύηση μπορεί να συνεχιστεί με απλή παρακολούθηση με υπερήχους. Μεταγεννητικά απαιτείται ειδική παιδιατρική εξέταση του νεογνού και έλεγχος για RV-IgM στα εμβρυϊκά ούρα. 23

Κληρονομικότητα

Η κληρονομικότητα δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα. Ωστόσο, επαναμόλυνση στην έγκυο μητέρα η οποία έχει αντισώματα λόγω εμβολιασμού ή έχει νοσήσει κατά το παρελθόν είναι εφικτή. 24 , 25 Η επίπτωση από την επανεμφάνιση της μητρικής μόλυνσης, παρατηρείται αύξηση του τίτλου των IgM αντισωμάτων, είναι άγνωστη και ο κίνδυνος συγγενούς μετάδοσης ελάχιστος. Ως εκ τούτου, οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να είναι εφησυχασμένες. 26

Φυσική ιστορία και έκβαση

Η μόλυνση του εμβρύου από τον ιό της ερυθράς (RV) στο πρώτο τρίμηνο της κύησης, συσχετίστηκε με αυτόματες αποβολές, θνησιγενή έμβρυα και ενδομήτρια βραδύτητα ανάπτυξης (IUGR). Από το σύνολο των εμβρύων που μολύνονται, παθολογικά σημεία και συμπτώματα εμφανίζει περίπου το 30% στη νεογνική ηλικία.

Η οφθαλμική νόσος (καταρράκτης, γλαύκωμα, μικροφθαλμία) ήταν η συχνότερη εντοπιζόμενη διαταραχή (78%), ακολουθούμενη από κώφωση (66%), ψυχοκινητική καθυστέρηση (62%), καρδιαγγειακές ανωμαλίες (58%) και νοητική υστέρηση (42%). 27 Οι συνήθεις καρδιαγγειακές ανωμαλίες (CVMs) αφορούσαν ανοικτό βοτάλειο πόρο και περιφερική στένωση πνευμονικής αρτηρίας. 28

Η μικροκεφαλία μερικές φορές δεν είναι εμφανής κατά τη γέννηση, αλλά μπορεί να αναπτυχθεί προοδευτικά μετά τον 6ο μήνα της ζωής. Ο συγγενής καταρράκτης διαπιστώνεται στα μισά περίπου νεογνά με CRS και στο 75% των περιπτώσεων είναι αμφοτερόπλευρος. Πέρα από τις συγγενείς ανωμαλίες (CMs) στην πρώτη νεογνική περίοδο συχνά εμφανίζονται συμπτώματα οξείας γενικευμένης λοίμωξης όπως μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, ηπατοσπληνομεγαλία και θρομβοκυττοπενική πορφύρα. Μερικές νευρολογικές ανωμαλίες, όπως διαταραχές της ακοής (περιφερική και κεντρική), καθυστέρηση στην ομιλία, κινητική και νοητική υστέρηση, αυτισμός και υποξεία προοδευτική πανεγκεφαλίτιδα, συνήθως δεν ανιχνεύονται μέχρι το δεύτερο χρόνο της ζωής ή και αργότερα. 29 , 30

Τα παιδιά που γεννούνται ασυμπτωματικά, εκδηλώνουν στην παιδική ηλικία διάφορα μόνιμα προβλήματα με συχνότητα εμφάνισης περίπου 70% όπως, ψυχοκινητική καθυστέρηση, νευροαισθητηριακή κώφωση, καταρράκτη, ανοσολογικές διαταραχές, ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη, διαταραχές θυρεοειδούς 31 και ενίοτε διαταραχές της αυξητικής ορμόνης. Η εκδήλωση του διαβήτη μπορεί να καθυστερήσει μέχρι την ηλικία των 30 ετών, εμφανίζεται στο 20-40% των περιπτώσεων όπως διαπιστώθηκε σε σειρές παιδιών με CRS, που παρακολουθήθηκαν επί πολλά χρόνια. 32 - 34

Πρόγνωση

Η επαρκής πρωτοβάθμια πρόληψη της ερυθράς σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς ειδική ανοσολογική προστασία μέσω εμβολιασμού αποτελεί ένα στόχο σε παγκόσμιο επίπεδο. 35

Αντισώματα σε εμβολιασμένα άτομα ανιχνεύονται στο 95% μετά από την χορήγηση μίας μόνο δόσης ενώ έπειτα από την χορήγηση δύο δόσεων η οροθετικότητα προσεγγίζει το 100% των περιπτώσεων. Η ανοσία αυτή, εξακολουθεί να υφίσταται και μετά την πάροδο εικοσαετίας, παρότι οι ανιχνεύσιμοι τίτλοι ανοσοσφαιρίνης G (RV-IgG) είναι μειωμένοι. 36  Όμως, παρά τους μειωμένους τίτλους αντισωμάτων ο αριθμός των νέων περιπτώσεων της οξείας λοίμωξης της ερυθράς δεν έχει αυξηθεί σε αυτούς τους πληθυσμούς. Πιθανά, το γεγονός αυτό να υποδηλώνει ότι και τα χαμηλότερα επίπεδα των αντισωμάτων εξακολουθούν και παρέχουν κάποια προστασία. Με βάση την διαρκώς μεταβαλλόμενη επιδημιολογία παγκοσμίως, είναι καιρός να επανεκτιμηθούν τα επίπεδα αντισωμάτων πάνω από τα οποία ο κίνδυνος επαναμόλυνσης της εγκύου μητέρας είναι ανύπαρκτος. 37 , 38

Η εξάλειψη του CRS είναι δυνατή καθώς συνεχίζονται οι εκστρατείες εμβολιασμού και όλες οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την υγειονομική περίθαλψη παιδιών, εφήβων και γυναικών συνειδητοποίησαν τη σημασία του προβλήματος και συνεργάζονται. Όλες οι έγκυες γυναίκες θα πρέπει να εξετάζονται για το αντίσωμα της ερυθράς και η ευπαθής ομάδα να εμβολιάζεται μετά τον τοκετό. 39

  1. Gregg NM. Congenital cataract following German measles in the mother. 1941. Epidemiol Infect. 1991 Aug; 107(1):iii-xiv; discussion xiii-xiv. PMCID: PMC2272051
  2. South MA, Sever JL. Teratogen update: the congenital rubella syndrome. Teratology. 1985 Apr; 31(2): 297-307. CrossRef  
  3. Freij BJ, South MA, Sever JL. Maternal rubella and the congenital rubella syndrome. Clin Perinatol. 1988 Jun; 15(2):2 47-57. PMID: 3288422
  4. Dudgeon JA. Teratogenic effect of rubella virus. Proc R Soc Med. 1970 Dec; 63(12): 1254–1257. PMCID: PMC1812373
  5. Controlling rubella and preventing congenital rubella syndrome – global progress, 2009. Wkly Epidemiol Rec. 2010; 85:413–8. CrossRef
  6. Vynnycky E, Adams EJ, Cutts FT, et al. Using Seroprevalence and Immunisation Coverage Data to Estimate the Global Burden of Congenital Rubella Syndrome, 1996-2010: A Systematic Review. PLoS One. 2016 Mar 10; 11(3): e0149160. PMID: 26962867
  7. Réseau Rénarub, Institut National de Veille Sanitaire. Données épidémiologies, 2011. CrossRef   
  8. Lee JY, Bowden DS. Rubella virus replication and links to teratogenicity. Clin Microbiol Rev. 2000 Oct; 13(4): 571-87. PMID: 11023958
  9. Adamo MP, Zapata M, Frey TK. Analysis of gene expression in fetal and adult cells infected with rubella virus. Virology. 2008 Jan 5 ;370(1): 1-11. PMID: 17920097
  10. Sánchez Tenorio E, Velasco RT. Rubella and pregnancy. Perinatal results. Ginecol Obstet Mex. 1992 May; 60: 141-5. PMID: 1618406
  11. Peckham CS. Clinical and laboratory study of children exposed in utero to maternal rubella. Arch Dis Child. 1972 Aug; 47(254): 571-7. PMCID: PMC1648297
  12. Miller E, Cradock-Watson JE, Pollock TM. Consequences of confirmed maternal rubella at successive stages of pregnancy. Lancet. 1982 Oct 9; 2(8302): 781-4. PMID: 6126663
  13. Cradock-Watson JE, Ridehalgh MK, Anderson MJ, et al. Fetal infection resulting from maternal rubella after the first trimester of pregnancy. J Hyg (Lond). 1980 Dec; 85(3): 381-91. PMID: 7462590
  14. Ueda K, Nishida Y, Oshima K, et al. Congenital rubella syndrome: correlation of gestational age at time of maternal rubella with type of defect. J Pediatr. 1979 May; 94(5): 763-5. CrossRef 
  15. Enders G, Nickerl-Pacher U, Miller E, et al. Outcome of confirmed periconceptional maternal rubella. Lancet. 1988 Jun 25; 1(8600): 1445-7. PMID: 2898593
  16. Chen FP, Chu KK. Subclinical rubella reinfection in pregnancy: report of a case. J Formos Med Assoc. 1993 Mar; 92(3): 294-5. PMID: 8102288
  17. Migliucci A, Di Fraja D, Sarno L, et al. Prenatal diagnosis of congenital rubella infection and ultrasonography: a preliminary study. Minerva Ginecol. 2011 Dec; 63(6): 485-9. PMID: 22036752
  18. Callen P. Ultrasound in Obstetric and Gynaecology (4th edn). Philadelphia: Saunders Company, 2000.
  19. Degani S. Sonographic findings in fetal viral infections: a systematic review. Obstet Gynecol Surv. 2006 May; 61(5): 329-36. PMID: 16635273
  20. Vökt CA, Visca E, Tercanli S. Ultrasound findings in fetal infection. Ther Umsch. 2008 Nov; 65(11): 667-74. PMID: 18979430
  21. Macé M, Cointe D, Six C, et al. Diagnostic value of reverse transcription‐PCR of amniotic fluid for prenatal diagnosis of congenital rubella infection in pregnant women with confirmed primary rubella infection. J Clin Microbiol. 2004 Oct; 42(10): 4818-20. PMID: 15472350
  22. Cooray S, Warrener L, Jin L. Improved RT-PCR for diagnosis and epidemiological surveillance of rubella. J Clin Virol. 2006 Jan; 35(1): 73-80. PMID: 16019259
  23. Bouthry E, Picone O, Hamdi G, et al. Rubella and pregnancy: diagnosis, management and outcomes. Prenat Diagn. 2014 Dec; 34 (13): 1246-1253. PMID: 25066688
  24. Best JM, Banatvala JE, Morgan‐Capner P, et al. Fetal infection after maternal reinfection with rubella: criteria for defining reinfection. BMJ. 1989 Sep; 299: 773–5. PMID: 2508917
  25. Gilbert J and Kudesia G. Fetal infection after maternal reinfection with rubella. BMJ. 1989 Nov 11; 299(6709): 1217. PMCID: PMC1838098
  26. Morgan-Capner P, Hodgson J, Hambling MH, et al. Detection of rubella-specific IgM in subclinical rubella reinfection in pregnancy. Lancet. 1985 Feb 2; 1(8423): 244-6. PMID: 2857319
  27. Givens KT, Lee DA, Jones T, et al. Congenital rubella syndrome: ophthalmic manifestations and associated systemic disorders. Br J Ophthalmol. 1993 Jun; 77(6): 358-63. PMID: 8318483
  28. Oster ME, Riehle-Colarusso T, Correa A. An update on cardiovascular malformations in congenital rubella syndrome. Birth Defects Res A Clin Mol Teratol. 2010 Jan; 88(1): 1-8. PMID: 19697432
  29. Weil ML, Itabashi H, Cremer NE, et al. Chronic progressive panencephalitis due to rubella virus simulating subacute sclerosing panencephalitis. N Engl J Med. 1975 May 8; 292(19): 994-8. PMID: 47149
  30. Cremer NE, Oshiro LS, Weil ML, et al. Isolation of rubella virus from brain in chronic progressive panencephalitis. J Gen Virol. 1975 Nov; 29(2): 143-53. PMID: 802699
  31. Clarke WL, Shaver KA, Bright GM, et al. Autoimmunity in congenital rubella syndrome. J Pediat 1984 Mar; 104(3): 370-3. PMID: 6368774
  32. Menser MA, Forrest JM, Bransby RD. Rubella infection and diabetes mellitus. Lancet. 1978 Jan 14; 1(8055): 57-60. PMID: 74564
  33. Ginsberg-Fellner F, Witt ME, Fedun B, et al. Diabetes mellitus and autoimmunity in patients with the congenital rubella syndrome. Rev Infect Dis. 1985 Mar-Apr; 7 Suppl 1: S170-6. PMID: 3890104
  34. Takasu N, Ikema T, Komiya I, et al. Forty‐year observation of 280 Japanese patients with congenital rubella syndrome. Diabetes Care. 2005 Sep; 28(9): 2331-2332. CrossRef
  35. De Santis M, Cavaliere AF, Straface G, et al. Rubella infection in pregnancy. Reprod Toxicol. 2006 May; 21(4): 390-8. PMID: 16580940
  36. Davidkin I, Jokinen S, Broman M, et al. Persistence of measles, mumps, and rubella antibodies in an MMR-vaccinated cohort: a 20-year follow-up. J Infect Dis. 2008 Apr 1; 197(7): 950-6. PMID: 18419470
  37. Charlton CL, Lai FY, Dover DC. How to determine protective immunity in the post-vaccine era. Hum Vaccin Immunother. 2016 Apr 2; 12(4): 903-6. PMID: 26811063
  38. Aboudy Y, Barnea B, Yosef L, et al. Clinical rubella reinfection during pregnancy in a previously vaccinated woman. J Infect. 2000 Sep; 41(2): 187-9. PMID: 11023770
  39. Andrade JQ, Bunduki V, Curti SP, et al. Rubella in pregnancy: intrauterine transmission and perinatal outcome during a Brazilian epidemic. J Clin Virol. 2006 Mar; 35(3): 285-91. PMID: 16310405

Κυτταρομεγαλοϊός

Μαρτίου 03, 2015 |

Περιγραφή και ορισμός

Η μόλυνση της εγκύου από κυτταρομεγαλοϊό (CMV) αποτελεί μία συχνή κατάσταση στις ανεπτυγμένες χώρες και χαρακτηρίζεται από ύδρωπα, ασκίτη και κοιλιομεγαλία. Οι μεταγεννητικές συνέπειες της συγγενούς μόλυνσης ποικίλλουν, οι περισσότερες περιπτώσεις είναι ασυμπτωματικές ενώ άλλες συνδέονται με μία ή πολλαπλές εμβρυϊκές ανωμαλίες ποικίλης σοβαρότητας.

Ο ανθρώπινος κυτταρομεγαλοϊός (ΗCMV) είναι μέλος της οικογένειας των ερπητοϊών (Herpesviridae), η οποία συμπεριλαμβάνει τον ιό του απλού έρπη (HSV) 1 και 2, τον ιό Varicella Zoster, τον ιό Epstein-Barr, τον Roseolovirus (HHV-6 και HHV-7) και τον ιό του έρπητα που σχετίζεται με το σάρκωμα Kaposi ή ΗΗV-8. 1  Χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των ερπητοϊών είναι ότι μετά την αρχική λοίμωξη δεν εκριζώνονται, αλλά παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση και αργότερα να επαναδραστηριοποιούνται.

Επιδημιολογικά στοιχεία

Η συγγενής μόλυνση με CMV αποτελεί την πλέον συνήθη ενδομήτρια λοίμωξη η οποία εμφανίζει κίνδυνο επίπτωσης 0,15%-2,0% στα ζώντα έμβρυα. 2 - 4 Η συχνότητα της συγγενούς μόλυνσης είναι υψηλή επειδή οι μητέρες μπορούν να μεταδώσουν τον ιό είτε με πρωτογενή λοίμωξη είτε με επαναδραστηριοποίηση της παλιάς μόλυνσης. 5 , 6

Εμβρυοπάθεια

Η πρωτομόλυνση της εγκύου μητέρας καταλήγει σε ενδομήτρια λοίμωξη του εμβρύου στο 30%-40% των περιπτώσεων και η δυσμενής έκβαση είναι πιθανότερη όταν η μόλυνση εμφανίζεται κατά το πρώτο μισό της κύησης. 7 Ωστόσο, μικρός βαθμός εξασθένησης του ΚΝΣ μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε καθυστερημένη μόλυνση της κύησης. 8 Οι έγκυες γυναίκες με ανοσία-CMV πριν τη σύλληψη είναι μερικώς προστατευμένες, έχουν 0,5%-1% κίνδυνο συγγενούς λοίμωξης και 69% λιγότερη πιθανότητα συγγενούς μόλυνσης στους απογόνους τους από τις έγκυες χωρίς ανοσία-CMV. 9 , 10

Περισσότερο από 10%-15% των προσβεβλημένων νεογνών θα εμφανίσουν συμπτωματολογία συγγενούς λοίμωξης-CMV πετέχειες, ίκτερο, ηπατοσπληνομεγαλία, μικροκεφαλία, λήθαργο/υποτονία ή επιληπτικές κρίσεις, υπερχολερυθριναιμία, θρομβοπενία, απώλεια ακοής και το 5%-15% των μολυσμένων νεογνών χωρίς συμπτωματολογία συγγενούς λοίμωξης-CMV θα έχει μακροπρόθεσμα νευρολογικά προβλήματα όπως νοητική υστέρηση, κώφωση ή προβλήματα όρασης. 11 - 13

Η συχνότητα απώλειας ακοής δεν διέφερε μεταξύ των παιδιών που γεννήθηκαν από μητέρες με ή χωρίς ανοσία-CMV και ήταν 10% και 11%, αντίστοιχα. 14

Αιτιοπαθογένεια

Η συγγενής λοίμωξη-CMV του εμβρύου απαιτεί μόλυνση του πλακούντα, στη συνέχεια μετακίνηση του ιού μέσω της συνκυτιοτροφοβλάστης, της κυτταροτροφοβλάστης και των ενδοθηλιακών κυττάρων. Η μόλυνση αυτών των κυττάρων συνοδεύεται από φλεγμονή, διήθηση λευκοκυττάρων και επαγωγή κυτοκινών, οι οποίες συμβάλλουν στην βλάβη του πλακούντα και του εμβρύου. 15 , 16 Το μέγεθος της βλάβης του πλακούντα που συμβάλλει στην βλάβη του εμβρύου είναι αβέβαιο, αν και γίνεται ολοένα και πιο προφανές ότι ο ιός αντιγράφεται στους εμβρυϊκούς ιστούς, προκαλώντας φλεγμονή, νέκρωση και δυσλειτουργία οργάνων. Ο ιός προάγει τη λαχνίτιδα, την ενδομητρίτιδα και την ισχαιμία των ιστών, οι οποίες συνδέονται με ανεπιθύμητα εμβρυϊκά αποτελέσματα. 17 , 18

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες στο υπερηχογράφημα

Πολλά από τα έμβρυα με συγγενή λοίμωξη έχουν φυσιολογική ανάπτυξη. Ωστόσο, τα διαδοχικά υπερηχογραφήματα μπορεί να αποκαλύψουν ευρήματα σε διαδικασία εξέλιξης. Οι συχνότερες υπερηχογραφικές ανωμαλίες, αν και μη ειδικές, μπορεί να είναι ενδεικτικές της συμπτωματικής συγγενούς λοίμωξης. Τα υπερηχογραφικά ευρήματα συμπεριλαμβάνουν ανωμαλίες πολλαπλών οργάνων και συστημάτων, υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (IUGR), ασκίτη, ύδρωπα, κοιλιομεγαλία, εστιακές ενδοκρανιακές αποτιτανώσεις, υδροκεφαλία, μικροκεφαλία, καρδιακές ανωμαλίες, ηπατοσπληνομεγαλία, ηχογενές έντερο, μεγάλο πλακούντα, και μη φυσιολογικό όγκο αμνιακού υγρού (αυξημένο, μειωμένο). 19

Τα υπερηχογραφικά ευρήματα μιας μελέτης που αφορούσε 19 έμβρυα με συγγενή λοίμωξη CMV επιβεβαιώθηκαν αναδρομικά από τους συγγραφείς. Ο υπέρηχος ανίχνευσε ανωμαλίες σε 18 έμβρυα, ενδοκρανιακές ανωμαλίες, καρδιακές ανωμαλίες και παρεγχυματικές αποτιτανώσεις εμφανίστηκαν στο 42%, 37% και 32% των περιπτώσεων, αντίστοιχα. Μεγάλοι πλακούντες παρατηρήθηκαν στο 32% και ο όγκος του αμνιακού υγρού μειώθηκε στο 37% ενώ αυξήθηκε στο 37% των περιπτώσεων. Το εξήντα τρία τοις εκατό των εμβρύων είτε αποβλήθηκε είτε πέθανε κατά τη γέννηση, το 37% που επέζησε είχε μειωμένη ανάπτυξη. 20

Υπερηχογραφική διάγνωση

Μερικά από τα παθογνωμονικά υπερηχογραφικά ευρήματα καθιστούν δυνατή τη διάγνωση της συγγενούς εμβρυϊκής λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό (π.χ. κοιλιομεγαλία, εστιακές ενδοκρανιακές και ηπατικές αποτιτανώσεις. 19

Στρατηγικές διαχείρισης

Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι έγκυες γυναίκες εξετάζονται για λοίμωξη-CMV κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου κύησης. 21 Ο ορολογικός έλεγχος των αντισωμάτων IgG, IgM και IgG avidity αποτελεί την πλέον αξιόπιστη εξέταση στον εντοπισμό της πρωτοπαθούς λοίμωξης-CMV. Εάν τεκμηριωθεί μητρική ορομετατροπή ή τα υπερηχογραφικά ευρήματα συνάδουν με εμβρυϊκή λοίμωξη τότε θα πρέπει να πραγματοποιείται αμνιοκέντηση για να επιβεβαιωθεί η κατακόρυφη μετάδοση. Εάν δεν επιβεβαιωθεί εμβρυϊκή μόλυνση και δεν υπάρχουν συγγενείς ανωμαλίες (CMs) θα πρέπει να αποθαρρύνεται η διακοπή κύησης. 22

Τα υπερηχογραφικά ευρήματα συχνά υποδηλώνουν κακή πρόγνωση, ωστόσο η απουσία τους δεν εγγυάται ένα φυσιολογικό αποτέλεσμα. 23 Στην περίπτωση υπερηχογραφικών ευρημάτων που πιθανολογούν ενδομήτρια λοίμωξη CMV, η ταχεία διερεύνηση του αμνιακού υγρού για επιβεβαίωση της εμβρυϊκής λοίμωξης θα πρέπει να πραγματοποιείται ακόμη και αν ο μητρικός ορολογικός έλεγχος δεν υπαινίσσεται πρόσφατη λοίμωξη. 24

Μεταξύ των εγκύων ασθενών με πρωτολοίμωξη CMV, η ανάλυση του αμνιακού υγρού (FA) ανίχνευσε όλα τα μολυσμένα έμβρυα. Έτσι, η αμνιοπαρακέντηση αποτελεί ένα αξιόπιστο και σημαντικό εργαλείο στην παροχή συμβουλευτικής σε έγκυες γυναίκες με πρωτογενή λοίμωξη καθώς μπορεί να καθοδηγήσει τους γονείς στην συνέχιση ή μη της κύησης παρέχοντας υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης. 25 , 26

Η παρουσία του ιού στο αμνιακό υγρό μπορεί να προσδιοριστεί με καλλιέργεια, αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR) και ποσοτική PCR. 27 Το ιικό φορτίο ως ισοδύναμο γονιδιώματος >/=10 (3) προέβλεψε την μόλυνση μητέρας - παιδιού με 100% πιθανότητα. Ισοδύναμο γονιδιώματος >/=10 (5) προέβλεψε την ανάπτυξη συμπτωματικής συγγενούς μόλυνσης. 28 Η ποσοτική PCR είναι ένα αποτελεσματικό διαγνωστικό μέσο στην διάκριση μεταξύ ενδομήτριας λοίμωξης CMV και συγγενούς προσβολής στο έμβρυο και το νεογνό. 29

Το δείγμα του αμνιακού υγρού πρέπει να λαμβάνεται μετά την 21η-22η εβδομάδα της κύησης και έπειτα από χρονικό διάστημα 6 εβδομάδων από την αρχική διάγνωσης της μητρικής λοίμωξης. 30 - 33

Η PCR ανάλυση αμνιακού υγρού (AF) έχει ευαισθησία (SNS) 100%, ειδικότητα (SPE) 83,3%, θετική προγνωστική αξία (PPV) 40% και αρνητική τιμή πρόβλεψης (NPV) 100%. 34

Επί του παρόντος δεν υπάρχει κάποιο αποτελεσματικό ή ασφαλές εμβόλιο για τον έλεγχο της μητρικής λοίμωξης CMV. Συνεπώς, τα μέτρα υγιεινής (αποφυγή μόλυνσης από τα βιολογικά υγρά του φορέα του ιού, μετάγγιση αίματος) συνιστούν την κύρια μορφή πρόληψης της συγγενούς μόλυνσης, παρότι αρκετές κλινικές μελέτες απέδειξαν ότι η μερική ανοσία CMV μπορεί να μειώσει τη συχνότητα και τη σοβαρότητα της νόσου. 35 , 36

Σε δίδυμο κύηση

Η συμβουλευτική της εγκύου γυναίκας η οποία εμφανίζει στοιχεία πρωτοπαθούς ή υποτροπιάζουσας λοίμωξης CMV είναι πολύπλοκη και γίνεται πιο δύσκολη όταν η λοίμωξη αφορά δίδυμο κύηση. Οι δίδυμες κυήσεις αντιπροσωπεύουν ένα ενδιαφέρον μοντέλο επειδή δύο διαφορετικά έμβρυα εκτίθενται ταυτόχρονα στον ίδιο βλαπτικό παράγοντα της εγκύου μητέρας. Μέχρι σήμερα, έχουν δημοσιευτεί και περιγράφονται λίγες αναφορές περιπτώσεων μολυσμένων δίδυμων με CMV στη βιβλιογραφία. 37

Εάν ο μητρικός ορολογικός έλεγχος υπαινίσσεται πρωτοπαθή λοίμωξη ή αναζωπύρωση παλιάς μόλυνσης CMV θα πρέπει να αναζητείται προγεννητική διάγνωση με αμνιοκέντηση. Η χοριονικότητα δεν μπορεί να προβλέψει τον τύπο της ενδομήτριας μετάδοσης της λοίμωξης στην πολύδυμη κύηση. 38 Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση όπου και τα δύο δίδυμα είναι προσβεβλημένα, μπορεί το ένα να είναι εντελώς ασυμπτωματικό ενώ το άλλο να έχει γενικευμένη συγγενή λοίμωξη CMV.

Επιπλέον, έγινε κατανοητό ότι είναι δυνατή η ενδομήτρια μετάδοση του ιού από το ένα έμβρυο στο άλλο. Λόγω της πιθανότητας της οριζόντιας μετάδοσης της λοίμωξης, η προγεννητική διάγνωση με μία και μοναδική αμνιοκέντηση έχει περιορισμένη αξία. Εάν η αμνιοπαρακέντηση καταδείξει μόλυνση μόνο του ενός δίδυμου, θα πρέπει να πραγματοποιείται δεύτερη αμνιοπαρακέντηση κατά το τρίτο τρίμηνο προκειμένου να αποκλειστεί καθυστερημένη μετάδοση του ιού από το ένα έμβρυο στο άλλο. Η επιλογή μιας δεύτερης αμνιοκέντησης στο τρίτο τρίμηνο θα πρέπει να προσφέρεται στις γυναίκες εκείνες που επιθυμούν τερματισμό της κύησης σε περίπτωση συγγενούς μόλυνσης. 39

Κληρονομικότητα

Η κληρονομικότητα δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα. Όμως, επειδή η πρωτογενής λοίμωξη της εγκύου μητέρας δεν αφήνει μόνιμη ανοσία αλλά σχετική στις περισσότερες ασθενείς, θεωρητικά υπάρχει κάποιος μικρός κίνδυνος επαναμόλυνσης σε επόμενη εγκυμοσύνη και άρα πιθανότητα συγγενούς εμβρυϊκής μόλυνσης.

Φυσική ιστορία και έκβαση

Το εξήντα τρία τοις εκατό 19 εμβρύων με επιβεβαιωμένη συγγενή λοίμωξη CMV είτε κατέληξαν ενδομητρίως είτε απωλέσθησαν κατά τον τοκετό ενώ το 37% που επέζησαν είχε μειωμένη ανάπτυξη. 20 Σε άλλες μελέτες η συγγενής λοίμωξη-CMV πέραν των προαναφερομένων είναι αιτία ενδομήτριας υπολειπόμενης ανάπτυξης (IUGR), πρόωρου τοκετού και προεκλαμψίας. 40 - 43

Πρόγνωση

Τριάντα τέσσερεις ασθενείς με συγγενή μόλυνση CMV παρακολουθήθηκαν μεταγεννητικά σε ειδική κλινική με τακτικές ιατρικές, οφθαλμικές και ψυχομετρικές εξετάσεις καθώς και ακοόγραμμα. Η ηλικία των ασθενών κατά την τελευταία επίσκεψη κυμάνθηκε από 9 μήνες έως 14 έτη (μ ο, περίπου 4 έτη). Δέκα ασθενείς πέθαναν και 23 επιζήσαντες ασθενείς είχαν επαρκείς εξετάσεις παρακολούθησης. 'Όλοι οι ασθενείς, εκτός από δύο, είχαν ενδείξεις προσβολής κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) ή πρόβλημα ακοής. Μικροκεφαλία ανιχνεύθηκε σε 16 (70%), νοητική υστέρηση σε 14 (61%), απώλεια ακοής σε επτά (30%), νευρομυϊκές διαταραχές σε οκτώ (35%) και χοριορετινίτιδα ή ατροφία οπτικού νεύρου σε πέντε (22%). 44

  1. Crough T, Khanna R. Review Immunobiology of human cytomegalovirus: from bench to bedside. Clin Microbiol Rev. 2009 Jan; 22(1): 76-98. PMID: 19136435
  2. Alford CA, Stagno S, Pass RF, et al. Congenital and perinatal cytomegalovirus infection. Rev Infect Dis. 1990 Sep-Oct; 12 Suppl 7:S745-53. PMID: 2173104
  3. Gaytant MA, Rours GI, Steegers EA, et al. Congenital cytomegalovirus infection after recurrent infection: case reports and review of the literature. Eur J Pediatr. 2003 Apr; 162(4): 248-53. PMID: 12647198
  4. Peckham CS. Cytomegalovirus infection: congenital and neonatal disease. Scand J Infect Dis Suppl. 1991; 80: 82-7. PMID: 1666449
  5. Stagno S, Pass RF, Dworsky ME, et al. Congenital cytomegalovirus infection: The relative importance of primary and recurrent maternal infection. N Engl J Med. 1982 Apr 22; 306(16): 945-9. PMID: 6278309
  6. Stagno S, Reynolds DW, Huang ES, et al. Congenital cytomegalovirus infection. N Engl J Med. 1977 Jun 2; 296(22): 1254-8. PMID: 193004
  7. Stagno S, Pass RF, Cloud G, Britt WJ, et al. Primary cytomegalovirus infection in pregnancy. Incidence, transmission to fetus, and clinical outcome. JAMA. 1986 Oct 10; 256(14): 1904-8. PMID: 3020264
  8. Pass RF, Fowler KB, Boppana SB, et al. Congenital cytomegalovirus infection following first trimester maternal infection: symptoms at birth and outcome. J Clin Virol. 2006 Feb; 35(2): 216-20. PMID: 16368262
  9. Boppana SB, Fowler KB, Britt WJ, et al. Symptomatic congenital cytomegalovirus infection in infants born to mothers with preexisting immunity to cytomegalovirus. Pediatrics. 1999 Jul; 104(1 Pt 1): 55-60. PMID: 10390260
  10. Fowler KB, Stagno S, Pass RF. Maternal immunity and prevention of congenital cytomegalovirus infection. JAMA. 2003 Feb 26; 289(8): 1008-11. PMID: 12597753
  11. Boppana SB, Pass RF, Britt WJ, et al. Symptomatic congenital cytomegalovirus infection: neonatal morbidity and mortality. Pediatr Infect Dis J. 1992 Feb; 11(2): 93-9. PMID: 1311066
  12. Fowler KB, Stagno S, Pass RF, et al. The outcome of congenital cytomegalovirus infection in relation to maternal antibody status. N Engl J Med. 1992 Mar 5; 326(10): 663-7. PMID: 1310525
  13. Ornoy A. Fetal effects of primary and non-primary cytomegalovirus infection in pregnancy: are we close to prevention? Isr Med Assoc J. 2007 May; 9(5): 398-401. PMID: 17591385
  14. Ross SA, Fowler KB, Ashrith G, et al. Hearing loss in children with congenital cytomegalovirus infection born to mothers with preexisting immunity. J Pediatr. 2006 Mar; 148(3): 332-6. PMID: 16615962
  15. Pereira L, Maidji E. Cytomegalovirus infection in the human placenta: maternal immunity and developmentally regulated receptors on trophoblasts converge. Curr Top Microbiol Immunol. 2008; 325: 383-95. PMID: 18637517
  16. Scott GM, Chow SS, Craig ME, et al. Cytomegalovirus infection during pregnancy with maternofetal transmission induces a proinflammatory cytokine bias in placenta and amniotic fluid. J Infect Dis. 2012 Apr 15; 205(8): 1305-10. PMID: 22383678
  17. Maidji E, Nigro G, Tabata T, et al. Antibody treatment promotes compensation for human cytomegalovirus-induced pathogenesis and a hypoxia-like condition in placentas with congenital infection. Am J Pathol. 2010 Sep; 177(3): 1298-310. PMID: 20651234
  18. Iwasenko JM, Howard J, Arbuckle S, et al. Human cytomegalovirus infection is detected frequently in stillbirths and is associated with fetal thrombotic vasculopathy. J Infect Dis. 2011 Jun 1; 203(11): 1526-33. PMID: 21592980
  19. Degani S. Sonographic findings in fetal viral infections: a systematic review. Obstet Gynecol Surv. 2006 May; 61(5): 329-36. PMID: 16635273
  20. Drose JA, Dennis MA, Thickman D. Infection in utero: US findings in 19 cases. Radiology. 1991 Feb; 178(2): 369-74. PMID: 1846239
  21. Lazzarotto T, Gabrielli L, Lanari M, et al. Congenital cytomegalovirus infection: recent advances in the diagnosis of maternal infection. Hum Immunol. 2004 May; 65(5): 410-5. PMID: 15172439
  22. Coll O, Benoist G, Ville Y; WAPM Perinatal Infections Working Group. Guidelines on CMV congenital infection. J Perinat Med. 2009; 37(5): 433-45. PMID: 19673682
  23. Yinon Y, Farine D, Yudin MH. Screening, diagnosis, and management of cytomegalovirus infection in pregnancy. Obstet Gynecol Surv. 2010 Nov; 65(11):736-43. PMID: 21375790
  24. Zalel Y, Gilboa Y, Berkenshtat M, et al. Secondary cytomegalovirus infection can cause severe fetal sequelae despite maternal preconceptional immunity. Ultrasound Obstet Gynecol. 2008 Apr; 31(4): 417-20. PMID: 18383476
  25. Lipitz S, Yagel S, Shalev E, et al. Prenatal diagnosis of fetal primary cytomegalovirus infection. Obstet Gynecol. 1997 May; 89(5 Pt 1): 763-7. PMID: 9166317
  26. Donner C, Liesnard C, Content J, et al. Prenatal diagnosis of 52 pregnancies at risk for congenital cytomegalovirus infection. Obstet Gynecol. 1993 Oct; 82(4 Pt 1): 481-6. PMID: 8397357
  27. Lazzarotto T, Varani S, Guerra B, et al. Prenatal indicators of congenital cytomegalovirus infection. J Pediatr. 2000 Jul; 137(1): 90-5. PMID: 10891828
  28. Guerra B, Lazzarotto T, Quarta S, et al. Prenatal diagnosis of symptomatic congenital cytomegalovirus infection. Am J Obstet Gynecol. 2000 Aug; 183(2): 476-82. PMID: 10942490
  29. Maine GT, Lazzarotto T, Landini MP. New developments in the diagnosis of maternal and congenital CMV infection. Expert Rev Mol Diagn. 2001 May; 1(1): 19-29. PMID: 11901797
  30. Liesnard C, Donner C, Brancart F, et al. Prenatal diagnosis of congenital cytomegalovirus infection: prospective study of 237 pregnancies at risk. Obstet Gynecol. 2000 Jun; 95(6 Pt 1): 881-8. PMID: 10831985
  31. Lazzarotto T, Guerra B, Lanari M, et al. New advances in the diagnosis of congenital cytomegalovirus infection. J Clin Virol. 2008 Mar; 41(3): 192-7. PMID: 18054840
  32. Naing ZW, Scott GM, Shand A, et al. Congenital cytomegalovirus infection in pregnancy: a review of prevalence, clinical features, diagnosis and prevention. Aust N Z J Obstet Gynaecol. 2016 Feb; 56(1): 9-18. PMID: 26391432
  33. Ornoy A. The effects of Cytomegalic virus (CMV) infection during pregnancy on the developing human fetus. Harefuah. 2002 Jun; 141(6):565-8, 577. PMID: 12119775
  34. Lazzarotto T, Guerra B, Spezzacatena P, et al. Prenatal diagnosis of congenital cytomegalovirus infection. Clin Microbiol. 1998 Dec; 36(12): 3540-4. PMID: 9817869
  35. Lombardi G, Stronati M. Congenital cytomegalovirus infection. Minerva Pediatr. 2005 Oct; 57(5): 213-27. PMID: 16205606
  36. Pass RF, Burke RL. Development of cytomegalovirus vaccines: prospects for prevention of congenital CMV infection. Semin Pediatr Infect Dis. 2002 Jul; 13(3): 196-204. PMID: 12199616
  37. Lazzarotto T, Gabrielli L, Foschini MP, et al. Congenital cytomegalovirus infection in twin pregnancies: viral load in the amniotic fluid and pregnancy outcome. Pediatrics. 2003 Aug; 112(2): e153-7. PMID: 12897321
  38. Tomasik T, Zawilińska B, Pawlik D, et al. Congenital cytomegaly in one twin - a case report. Med Wieku Rozwoj. 2012 Jul-Sep; 16(3): 252-60. PMID: 23378403
  39. Yinon Y, Yagel S, Tepperberg‐Dikawa M, et al. Prenatal diagnosis and outcome of congenital cytomegalovirus infection in twin pregnancies. BJOG. 2006 Mar; 113(3): 295-300. PMID: 16487201
  40. Pereira L, Petitt M, Fong A, et al. Intrauterine growth restriction caused by underlying congenital cytomegalovirus infection. J Infect Dis. 2014 May 15; 209(10): 1573-84. PMID: 24403553
  41. Williams EJ, Embleton ND, Clark JE, et al. Viral infections: contributions to late fetal death, stillbirth, and infant death. J Pediatr. 2013 Aug; 163(2): 424-8. PMID: 23507026
  42. Pass RF, Stagno S, Myers GJ, et al. Outcome of symptomatic congenital cytomegalovirus infection: results of long-term longitudinal follow-up. Pediatrics. 1980 Nov; 66(5): 758-62. PMID: 6159568
  43. Xie F, Hu Y, Magee LA, et al. An association between cytomegalovirus infection and pre-eclampsia: A case-control study and data synthesis. Acta Obstet Gynecol Scand. 2010 Sep; 89: 1162–116. PMID: 20804342
  44. Lorenzoni F, Lunardi S, Liumbruno A, et al. Neonatal screening for congenital cytomegalovirus infection in preterm and small for gestational age infants. J Matern Fetal Neonatal Med. 2014 Oct; 27(15): 1589-93. PMID: 24328547

Ποιοι είμαστε

Η ιστοσελίδα emvriomitriki.gr σχεδιάστηκε αρχικά για να καλύψει τις απορίες και τις ανάγκες των εγκύων γυναικών. Όμως, λόγω του υψηλού επιστημονικού υλικού που περιέχει (άρθρα, βίντεο, φωτογραφίες, βιβλιογραφία) καθίσταται χρήσιμο επαγγελματικό εργαλείο σε φοιτητές, μαιευτήρες και άλλους επαγγελματίες υγείας που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους. Το έργο επιμελήθηκε ο ιατρός Αναστάσιος Κοκοβίδης.

Στοιχεία επικοινωνίας

Διαδρομή

Λεωφόρος Κηφισίας 26
Αθήνα, 115 26


info@emvriomitriki.gr
210 7771300










Κλείστε το ραντεβού σας Online!




Πριν ξεκινήσετε, Cookies
Πρόκειται για μικρά αρχεία/εργαλεία που μας βοηθάνε να οργανώσουμε καλύτερα την περιήγηση στην σελίδα μας καθώς και την ανάλυση της επισκεψιμότητας της σελίδας μας.