• Slider4
  • Slider5
  • Slider 9
Έμβρυο
Μαρτίου 02, 2017

Περιγραφή και ορισμός

To σύμπλεγμα μηριαίου-περόνης-ωλένης [femur-fibula-ulna (FFU) complex] είναι ένα σπάνιο μη θανατηφόρο σύνδρομο σκελετικής δυσπλασίας/δυσόστωσης με άγνωστη αιτιολογία το οποίο χαρακτηρίζεται από βαριές, ασύμμετρες ανωμαλίες των άνω και κάτω άκρων.

Ταξινόμηση και χαρακτηριστικά

Ανάλογα με την εμπλοκή των προσβεβλημένων άκρων (I-IV) το σύμπλεγμα FFU ταξινομείται σε τέσσερις ομάδες. Στην ομάδα Ι και ΙΙ αντίστοιχα επηρεάζονται ένα έως δύο άκρα, στην ομάδα ΙΙΙ τα κάτω άκρα επηρεάζονται συχνότερα από ό, τι τα άνω και όλα τα άκρα (ομάδα IV) επηρεάζονται σε ποσοστό 10%. Οι δυσπλασίες του συμπλέγματος FFU συνήθως είναι ετερόπλευρες, παρατηρείται επικράτηση της δεξιάς πλευράς ενώ το δεξί χέρι είναι το πιο συχνά προσβεβλημένο άκρο. Ένα άλλο τυπικό χαρακτηριστικό του συμπλέγματος FFU είναι η συσχέτιση μιας σοβαρής δυσπλασίας στη μία πλευρά με μια μικρή ανωμαλία της αντίθετης πλευράς, όπως για παράδειγμα η απουσία ή υποπλασία δακτύλων. 1

Αιτιολογία και δημογραφικά στοιχεία

Η αιτιολογία του συμπλέγματος FFU παραμένει άγνωστη. Χρωμοσωμικές μελέτες απέτυχαν να δείξουν ανώμαλο καρυότυπο και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η λοίμωξη ή τερατογόνα αιτία εμπλέκονται καθοιονδήποτε τρόπο. Το σύνδρομο εμφανίζεται σποραδικά σε όλους τους πληθυσμούς χωρίς να υπάρχει γεωγραφική ή εθνοτική κατανομή Ωστόσο, παρουσιάζει μία σαφή υπεροχή των αρρένων έναντι των θηλέων εμβρύων σε αναλογία 2-3:1. 2 Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες βιβλιογραφικές αναφορές του συμπλέγματος FFU αφορούν άρρενες ασθενείς με τρία ή περισσότερα άκρα επηρεασμένα. 3 - 7

Κληρονομικότητα

To σύμπλεγμα FFU δεν φαίνεται να κληρονομείται. Στην βιβλιογραφία αναφέρεται μία περίπτωση συμπλέγματος FFU σε αδέλφια. 8 Λίγες περιπτώσεις που παρατηρήθηκαν σε μονοζυγωτικά δίδυμα ήταν ασυνεπείς.

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Οι ανατομικές δυσμορφίες που παρατηρούνται σε έμβρυα με FFU εύκολα μπορούν να διακριθούν, μέσω υπερηχογραφίας, λόγω της βαρύτητας αλλά και της μεγάλης έκτασης των ανωμαλιών που περιλαμβάνουν.

Ανιχνεύσιμες ανωμαλίες μέσω υπερηχογραφίας
  1. βαριές ανωμαλίες των άκρων
  2. υποπλασία ή απλασία του μηριαίου οστού και της περόνης
  3. ανωμαλίες του βραχίονα που κυμαίνονται από την πλήρη απουσία του βραχίονα έως την απουσία των δακτύλων της άκρας χείρας
  4. παρά–αξονική ημιμελία ωλένης-περόνης, με μικρότερη συμμετοχή του βραχιόνιου οστού

Διαφορική διάγνωση

Το φάσμα των παρατηρούμενων δυσπλασιών του μηριαίου οστού, της περόνης ή / και της ωλένης (σύμπλεγμα FFU) είναι εξαιρετικά μεταβλητό, οι ανωμαλίες τείνουν να σχετίζονται μεταξύ τους χωρίς ωστόσο καμία δυσπλασία να βρίσκεται κοινή σε όλους τους ασθενείς. 9 Επομένως, η ακριβής προγεννητική ταξινόμηση του συνδρόμου μπορεί να είναι δύσκολη. Όμως, η εντυπωσιακή ασυμμετρία και ο βαθμός εκδήλωσης διαφέρουν από τους περισσότερους άλλους τύπους δυσπλασιών των άκρων. Επιπλέον, οι παρατηρούμενες ανωμαλίες του συμπλέγματος FFU δεν σχετίζονται με σπλαχνικές δυσπλασίες, την ενδομήτρια καθυστέρηση της ανάπτυξης (IUGR) ή ανωμαλίες του κρανίου και του θώρακα.

Συσχετιζόμενα σύνδρομα και καταστάσεις με ασύμμετρες ανωμαλίες άκρων
  1. ακολουθία αμνιακής ταινίας
  2. σύνδρομο ουριαίας υποστροφής
  3. σύνδρομο Cornelia de Lange
  4. σύνδρομο Εκτρωδακτυλίας εξωδερμικής δυσπλασίας–σχιστίας
  5. αναιμία Fanconi
  6. σύνδρομο υποπλασίας μηριαίου–ασυνήθιστων προσωπείων
  7. σύνδρομο Holt–Oram
  8. σχέση MURCS [απλασία πόρων Müller, νεφρική απλασία, δυσπλασία των τραχηλοθωρακικών σωμιτών (Müllerian duct aplasia , renal aplasia, cervicothoracic somite dyplasia)]
  9. σύνδρομο Nager
  10. σύνδρομο Roberts
  11. σύνδρομο Russell-Silver
  12. σύνδρομο TAR (θρομβοκυτταροπενία–απουσία κερκίδας)
  13. σχέση VATER [ελλείμματα σπονδύλων, ατρησία πρωκτού, τραχειο-οισοφαγικό συρίγγιο, ατρησία οισοφάγου και δυσπλασίες κερκίδων και νερφών (Vertebral defects, analatresia, tracheoesophageal fistula, esophageal atresia and redial and renal dysplasias)].

Υπερηχογραφική διάγνωση

Η προγεννητική διάγνωση του συμπλέγματος FFU ετέθη για πρώτη φορά το 1988 στις 28 εβδομάδες κύησης, όταν ένα υπερηχογράφημα αποκάλυψε ασύμμετρες ανωμαλίες μελών. 10 Πιο πρόσφατα, η προγεννητική διάγνωση ετέθει στις 20 εβδομάδες δια της σοβαρής δυσπλασίας των κάτω άκρων. Περαιτέρω υπερηχογραφική αξιολόγηση ανίχνευσε ασύμμετρη βράχυνση μηριαίων οστών άμφω, υποπλαστικές κνήμες άμφω, απουσία περονών άμφω, ολιγοδακτυλία δεξιού χεριού με απουσία 4ου και 5ου δακτύλου. Η διάγνωση βασίστηκε σε τρία προσβεβλημένα μέλη. 11

Φυσική ιστορία και έκβαση

Παρότι οι φυσικές μειονεξίες μπορεί να είναι πολύ εκτεταμένες δεν υπάρχει καμία ένδειξη διανοητικής υστέρησης ή μειωμένου προσδόκιμου ζωής στους πάσχοντες ασθενείς.

Πρόγνωση

Η πρόγνωση εξαρτάται κυρίως από τη σοβαρότητα των δυσπλασιών των άκρων και από την πιθανότητα της χειρουργικής ορθοπεδικής αποκατάστασης.

  1. Lenz W, Zygulska M, Horst J. FFU complex: an analysis of 491 cases. Hum Genet. 1993 May; 91(4): 347-56. PubMed | SpringerLink | Google Scholar
  2. Czeizel AE, Vitéz M, Kodaj I, et al. Causal study of isolated ulnar-fibular deficiency in Hungary, 1975-1984. Am J Med Genet. 1993 Jun 1; 46(4): 427-33. PubMed | Wiley Online Library
  3. Capece G, Fasolino A, Della Monica M, et al. Prenatal diagnosis of femur- fibula- ulna complex by ultrasonography in a male fetus at 24 weeks of gestation. Prenat Diagn. 1994 Jun; 14(6): 502-5. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  4. Florio I, Wisser J, Huch R, et al. Prenatal ultrasound diagnosis of a femur-fibula-ulna complex during the first half of pregnancy. Fetal Diagn Ther. Sep-Oct 1999; 14(5): 310-2. PubMed | karger | Google Scholar
  5. Kalaycioglu A, Aynaci O. Proximal focal femoral deficiency, contralateral hip dysplasia in association with contralateral ulnar hypoplasia and clefthand: a case report and review of literatures of PFFD and/or FFU. Okajimas Folia Anat Jpn. 2001 Aug; 78(2-3): 83-9. Pubmed | J-Stage
  6. Guschmann M, Becker R, Urban R, et al. Femur-fibula-ulna (FFU) complex in the 33rd week of gestation: ultrasonography, radiology, pathology and differential diagnosis. Case report. Klin Padiatr. Sep-Oct 2001; 213(5): 301-5. PubMed | Thieme Connect | Google Scholar
  7. Furness J, Henman P, Sturgiss S. Femur-fibula-ulna complex. Arch Dis Child Fetal Neonatal Ed. 2013 Nov; 98(6): F479. PubMed | Full Text BMJ
  8. Zlotogora J, Rosenmann E, Menashe M, et al. The femur, fibula, ulna (FFU) complex in siblings. Clin Genet. 1983 Dec; 24(6): 449-52. PubMed | Wiley Online Library
  9. Ludwig K, Tenconi R, Salmaso R. A case of femur-fibular-ulna complex with peculiar metaphyseal changes. Fetal Pediatr Pathol. 2010; 29(4): 255-60. Pubmed | Taylor & Francis Online
  10. Hirose K, Koyanagi T, Hara K, et al. Antenatal ultrasound diagnosis of the femur-fibula-ulna syndrome. J Clin Ultrasound. Mar-Apr 1988; 16(3): 199-203. PubMed | Wiley Online Library
  11. Geipel A, Berg C, Germer U, et al. Prenatal diagnosis of femur-fibula-ulna complex by ultrasound examination at 20 weeks of gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 2003 Jul; 22(1): 79-81. PubMed | Wiley Online Library | PDF
Δεκεμβρίου 08, 2016

Δημογραφικά στοιχεία

Η ατελής συνένωση του σκώληκα της παρεγκεφαλίδας ποικίλει ανάλογα με την ηλικία κύησης. Σε μια μελέτη που αφορούσε 897 ευπλοειδικά έμβρυα μεταξύ 14 και 18 εβδομάδων, η τέταρτη κοιλία εμφανίστηκε να επικοινωνεί με τη μεγάλη παρεγκεφαλονωτιαία δεξαμενή (cistern magna) στο 56% των εμβρύων στις 14 εβδομάδες, μειούμενο σε 23% στις 15 εβδομάδες και 6% στις 17 εβδομάδες. 1 - 3 Το εύρημα αυτό στις 18 εβδομάδες θεωρείται παθολογικό.

Αιτιολογία

Ο σκώληκας της παρεγκεφαλίδας σχηματίζεται απο την συνένωση των παρεγκεφαλιδικών ημισφαιρίων "ραχιαία", περίπου κατά την 9η εβδομάδα κύησης. Η συνένωση αυτή συνεχίζεται "κοιλιακά", με την ολοκλήρωση της ανάπτυξης του σκώληκα περίπου κατά τη 15η ή 16η εβδομάδα της κύησης.

Υπερηχογραφικά ευρήματα

Τα ευρήματα αποτελούνται από μια επικοινωνία μεταξύ της τέταρτης κοιλίας και της μεγάλης παρεγκεφαλονωτιαίας δεξαμενής που αποδίδεται στο μη ανεπτυγμένο ακόμη κατώτερο εγκεφαλικό σκώληκα.

Διαφορική διάγνωση

Η διάγνωση μιας παραλλαγής Dandy-Walker δε μπορεί να τεθεί αξιόπιστα πριν τη 18η εβδομάδα κύησης, επειδή η φυσιολογική ανάπτυξη του σκώληκα μπορεί να καθυστερεί να ολοκληρωθεί μέχρι αυτό το χρονικό όριο. Η ατελής ανάπτυξη του σκώληκα της παρεγκεφαλίδας η οποία απαντάται φυσιολογικά στο νεαρό έμβρυο δε μπορεί να διακριθεί από μια αληθή παραλλαγή Dandy- Walker. Μολονότι είναι διαθέσιμες αναφορές διαγνώσεων του πρώτου τριμήνου, όλες προτείνουν επιβεβαιωτική παρακολούθηση σε μεταγενέστερο στάδιο της κύησης.

Φυσική ιστορία

Στην ίδια μελέτη που αφορούσε τα 897 ευπλοειδικά έμβρυα, όλα υποβλήθηκαν σε αμνιοπαρακέντηση δεύτερου τριμήνου, παρότι είχαν φυσιολογικά ευρήματα στο ηχόγραμα β΄ επιπέδου και στα οποία ο οπίσθιος εγκεφαλικός βόθρος απεικονίστηκε υπερηχογραφικά. Από τα 897 έμβρυα, 147 είχαν μία ορατή σύνδεση μεταξύ τέταρτης κοιλίας και μεγάλης παρεγκεφαλιδονωτιαίας δεξαμενής. Όσο μικρότερο ήταν το έμβρυο, τόσο πιθανότερο ήταν να βρεθεί επικοινωνία μεταξύ τέταρτης κοιλίας και μεγάλης δεξαμενής. Οι μεταγενέστεροι υπερηχογραφικοί έλεγχοι διενεργήθηκαν κατά την κρίση του παραπέμποντος μαιευτήρα και ήταν διαθέσιμοι στο 79% των εμβρύων. Όλοι πλην ενός είχαν σύγκλειση του σκώληκα της παρεγκεφαλίδας έως τη 18η εβδομάδα της κύησης. Ένα έμβρυο είχε παραμένουσα επικοινωνία που διαγνώστηκε ως παραλλαγή Dandy-Walker στους προγεννητικούς υπερηχογραφικούς ελέγχους που ακολούθησαν, αλλά και στη νεογνική υπολογιστική τομογραφία. 1 

Στρατηγική διαχείρισης

Επικοινωνία μεταξύ μεγάλης παρεγκεφαλονωτιαίας δεξαμενής και τέταρτης κοιλίας σε έμβρυο με ηλικία κύησης < 18 εβδομάδων αποτελεί πιθανώς μια φυσιολογική χρονική περίοδο στην εμβρυϊκή ανάπτυξη. Ατελής συνένωση του σκώληκα της παρεγκεφαλίδας μετά τη 18η εβδομάδα κύησης θα πρέπει να αποτελεί την απαρχή, το έναυσμα για μια πιο λεπτομερή ανατομική αξιολόγηση του οπισθίου εγκεφαλικού βόθρου, προκειμένου να αναγνωρισθεί ένα έμβρυο με αληθή παραλλαγή Dandy-Walker.

  1. Bromley B, Nadel AS, Pauker S, et al. Closure of he cerevellar vermis: evalution with second trimester ultrasound. Radiology. 1994 Dec; 193 (3): 761-3. PubMed | Full Text Radiology | Google Scholar
  2. Babcook CJ, Chong BW, Salamat MS, et al. Sonographic anatomy of the developing cerebellum: normal embryology can resemble pathology. AJR Am J Roentgenol 1996 Feb; 166 (2): 427-33. PubMed | Full Text AJR
  3. Contro E, Volpe P, De Musso F, et al. Open fourth ventricle prior to 20 weeks' gestation: a benign finding? Ultrasound Obstet Gynecol. 2014 Feb; 43 (2): 154-8. PubMed I Wiley Online Library | PDF
Δεκεμβρίου 08, 2016

Περιγραφή και ορισμός

Η επίμονη παραμονή της δεξιάς ομφαλικής φλέβας (persistence of the right umbilical vein - PRUV) συνιστά μια αγγειακή ανωμαλία κατά την οποία η δεξιά ομφαλική φλέβα παραμένει ως ο μόνος βατός αγωγός επιστροφής του καλά οξυγονωμένο αίματος από τον πλακούντα στο έμβρυο, ενώ φυσιολογικά αυτό τον ρόλο θα έπρεπε να τον διαδραματίζει η αριστερή ομφαλική φλέβα. Σε φυσιολογικές συνθήκες ο δεξιός κλάδος του αρχικού ζεύγους των ομφαλικών φλεβών (UVs), δηλαδή η δεξιά ομφαλική φλέβα σταδιακά αρχίζει να υφίσταται ατρησία περί την 4η εβδομάδα της εμβρυϊκής ζωής και να εξαφανίζεται εντελώς την 7η εβδομάδα. 1 Το τμήμα της αριστερής ομφαλικής φλέβας που βρίσκεται μεταξύ ήπατος και φλεβώδους κόλπου πλησίον της καρδιάς, δηλαδή η αριστερή ομφαλική φλέβα θα αναστομωθεί με τα ηπατικά κολπώδη την 6η εβδομάδα της κύησης ενώ το κεφαλικό της τμήμα θα υποστραφεί και θα αποκοπεί από το κοίλωμα της φλέβας χάνοντας την επικοινωνία με τον φλεβώδη κόλπο. Ταυτόχρονα, το ήπαρ θα ενσωματώσει το κεφαλικό τμήμα των λεκιθικών φλεβών για να σχηματιστεί τελικά το πυλαίο φλεβικό δίκτυο και τον φλεβώδη πόρο. 2

Επιδημιολογικά στοιχεία

Η ανίχνευση PRUV απαντάται με συχνότητα περίπου 1.7/1000 κυήσεις κατά το προγεννητικό υπερηχογράφημα στις διάφορες μελέτες. 3 , 4 Κάποιες αναδρομικές μελέτες ανέφεραν χαμηλότερα ποσοστά ανίχνευσης από 0.8/1000 έως 1/1000 κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης. 5 , 6

Μορφές PRUV και αιτιολογία

Σε ορισμένες περιπτώσεις η αναστόμωση μεταξύ λεκιθικών φλεβών και ομφαλικής φλέβας δεν επιτυγχάνεται οπότε οι δύο ομφαλικές φλέβες (UVs) οδηγούνται σε εκφυλισμό με αποτέλεσμα το καλά οξυγονωμένο αίμα του πλακούντα να δεσμεύεται και να μεταφέρεται, μέσω παράπλευρων αγγείων, προς την συστηματική κυκλοφορία, παρακάμπτοντας το ήπαρ διαμέσου της λαγόνιας φλέβας και της κάτω κοίλης φλέβας ή με άμεση επικοινωνία με το δεξιό κόλπο. 7 Τα παραπάνω ευρήματα περιγράφουν δύο κύριες διαδρομές της ροής αίματος προς την καρδιά. Η πρώτη και πιο συχνή, είναι η παραμονή της δεξιάς ομφαλικής φλέβας (PRUV) που χαρακτηρίζεται από αποτυχία της δεξιάς πλευράς να σχηματίσει αναστόμωση με την αντίστοιχη λεκιθική φλέβα και από εκφυλισμό της αριστερής ομφαλικής φλέβας. Η δεύτερη διαδρομή, λιγότερο συχνή, περιλαμβάνει την άμεση παροχέτευση της ομφαλικής φλέβας (UV) στο δεξιό κόλπο. Επομένως, οι αποδεδειγμένες περιπτώσεις (PRUV) υποδιαιρούνται συνήθως σε δύο ομάδες. Α) τον ενδοηπατικό τύπο ή Type 1 που είναι συχνότερος και εμφανίζεται στο 95% των περιπτώσεων. Στον Type 1 η PRUV ενώνει το πυλαίο σύστημα με τον φλεβώδη πόρο στο ύψος του φλεβώδους κόλπου Β) τον εξωηπατικό τύπο ή Type 2 που είναι λιγότερο συχνός και απαντάται στο 5,3% των περιπτώσεων. Στον Type 2 το εξωηπατικό τμήμα της PRUV (PRUV-E) παρακάμπτει τελείως το ήπαρ καθώς απουσιάζει ο φλεβώδης πόρος και συνδέεται απαθείας με τον δεξιό κόλπο ή την κάτω κοίλη φλέβα (IVC). 8 , 9 Επίσης, έχει περιγραφεί και μια τρίτη παραλλαγή κατά την οποία ο ομφάλιος λώρος εμφανίζεται με τέσσερα αγγεία ως αποτέλεσμα της βατότητας και των δύο ομφαλικών φλεβών. 10

Αν και έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες, ωστόσο ο ακριβής παθοφυσιολογικός μηχανισμός της PRUV παραμένει ασαφής. Μια άλλη πειραματική προσέγγιση, υποστηρίζει την έκθεση σε τερατογόνους παράγοντες όπως για παράδειγμα την ανεπάρκεια ρετινοϊκού ή φυλλικού οξέος οι οποίοι ενοχοποιήθηκαν ότι επιφέρουν αγγειακές αλλοιώσεις εξωηπατικού τύπου. 11

Υπερηχογραφικά ευρήματα

Στην ενδοηπατική μορφή της παραμονής της δεξιάς ομφαλικής φλέβας (PRUV-Ι), μετά την είσοδο της στο πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα, η ομφαλική φλέβα διέρχεται πλευρικά και δεξιά από την χοληδόχο κύστη, ενώ πριν συνδεθεί με την πυλαία φλέβα, καμπυλώνεται προς το στόμαχο αντί να έχει παράλληλη πορεία. Στην εξω-ηπατική μορφή (PRUV-E) η ομφαλική φλέβα διατηρεί κανάλι με την λαγόνια φλέβα, την κάτω κοίλη φλέβα, την άνω κοίλη φλέβα και το δεξιό κόλπο, ενώ απουσιάζει ο φλεβώδης πόρος (DV). Η διάγνωση επιβεβαιώνεται με την χρήση της έγχρωμης Doppler ροής, η οποία εμφανίζει φλεβική ροή μεταξύ έξω/και ενδο κοιλιακού τμήματος της ομφαλικής φλέβας. Η σάρωση πραγματοποιείται στο αξονικό επίπεδο του εμβρυϊκού ήπατος εκεί όπου μετράται η περιφέρεια κοιλιάς για την ενδοηπατική μορφή της (PRUV) και μέση οβελιαία σάρωση του σώματος του εμβρύου για την εξω-ηπατική μορφή. 12

Διαφορική διάγνωση

Η διαφορικής διάγνωση της PRUV περιλαμβάνει τον κιρσό της ομφαλικής φλέβας, 13 τον διπλασιασμό της χοληδόχου κύστης, 14 τη μη φυσιολογική πορεία της πυλαίας φλέβας και των κλάδων της 15 , 16 και τέλος τις ενδοηπατικές κύστες. 17 - 19

Συσχετιζόμενες ανωμαλίες

Σε μια προοπτική μελέτη το 1994, ο Hill και συνεργάτες του ανίχνευσαν 33/15.237 έμβρυα με PRUV, 6/33 έμβρυα ή ποσοστό 18,2% εμφάνιζαν επιπρόσθετες συγγενείς ανωμαλίες οι οποίες συμπεριλάμβαναν δυσπλαστικούς νεφρούς, καρδιακές ανωμαλίες, ημισπονδύλους, ουραία υποστροφή, στρεβλοποδία, λαγώχειλο, λυκόστομα, υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη, ανεγκεφαλία και σύνδρομο ασπληνίας. 20 Παρόμοια αποτελέσματα ανέφεραν το 2003, ο Mubiayi και συνεργάτες του στην δική τους μελέτη οι οποίοι ανίχνευσαν συγγενείς δυσμορφίες σε ποσοστό 10-25%. 21 Το 2011, ο Weichert και οι συνεργάτες του εντόπισαν επιπλέον συγγενείς δυσμορφίες σε 10/39 έμβρυα ή (25,6%). Δύο έμβρυα έξ αυτών, είχαν καρδιακές ανωμαλίες (μετάθεση μεγάλων αγγείων με στένωση πνευμονικής, τετραλογία Fallot), τρία έμβρυα είχαν νεφρικές ανωμαλίες (ετερόπλευρο νεφρική αγενεσία που συνυπήρχε με διαφραγματοκήλη, νεφρική αγενεσία άμφω με ανωμαλίες της κλοάκης και ετερόπλευρο πολυκυστικό νεφρό με τετραλογία Fallot). Ένα έμβρυο είχε διαφραγματοκήλη, υδροκεφαλία και στένωση πνευμονικής, ένα έμβρυο σχέση VACTREL (ατρησία οισοφάγου, ημισπόνδυλο, στένωση αορτής, μονήρη ομφαλική αρτηρία, πεταλοειδή νεφρό), ένα άλλο έμβρυο με μονήρη ομφαλική αρτηρία και δύο είχαν χρωμοσωμικές ανωμαλίες (τρισωμία 18, σύνδρομο Turner). 6

Σύνδεση με την ανευπλοειδία

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η παραμονή PRUV είναι μεμονωμένο εύρημα και ως εκ τούτου δεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο ανευπλοειδίας. Ωστόσο, ο κίνδυνος ανευπλοειδίας φαίνεται να αυξάνει στην περίπτωση που υπάρχουν επιπλέον συγγενείς ανωμαλίες ή δείκτες ανευπλοειδίας. 22

Στρατηγική διαχείρησης

Η PRUV-I αντιπροσωπεύει μία εκδοχή ενός ευρύτερου φάσματος εμβρυϊκών ανωμαλιών. Ως εκ τούτου επιβάλλεται ο προσεκτικός ανατομικός έλεγχος του εμβρύου για να εντοπιστούν πρόσθετες καρδιαγγειακές, ουρογεννητικές, γαστρεντερικές ανωμαλίες και ανωμαλίες του κεντρικού νευρικού συστήματος. 23 Εάν ο υπερηχογραφικός έλεγχος και η ανατομία της καρδιάς είναι καθησυχαστικές, δεν χρειάζεται περαιτέρω παρακολούθηση. 24 Η γενετική συμβουλευτική και ο εμβρυϊκός καρυότυπος πρέπει να προσφέρονται στις περιπτώσεις με πρόσθετες συγγενείς ανωμαλίες ή την παρουσία δεικτών ανευπλοειδίας. 25

Έκβαση

Μεμονωμένη παραμονή της PRUV θεωρείται ήσσονος σημασίας, ως φυσιολογική παραλλαγή, και ως εκ τούτου έχει καλή μεταγεννητική έκβαση. 26 Ο Kirsch και οι συνεργάτες του ανέφεραν εννέα περιπτώσεις μεμονωμένης PRUV-I με ευνοϊκή πρόγνωση και καλή έκβαση, στις οποίες δεν αναγνωρίσθηκε κανένα μεταγεννητικό επακόλουθο, εκτός ενός νεογνού στο οποίο παρατηρήθηκε υποσπαδίας. 27 O Type 2 (PRUV-E) σχετίζεται με χειρότερη πρόγνωση. 28 , 29 Η συγγενής απουσία του DV μπορεί να έχει ποικίλα επακόλουθα τα οποία θα μπορούσαν να συνάδουν είτε με ασυμπτωματική κλινική πορεία 30 είτε με υπερφόρτωση του όγκου της καρδιάς και σε σοβαρές περιπτώσεις να ανιχνευτεί καρδιομεγαλία, πολυϋδράμνιο και ασκίτης. 31 , 32

  1. Jeanty P. Persistent right umbilical vein: an ominous prenatal finding? 1990 Dec; 177 (3): 735-8. PubMed | Full Text Radiology | Google Scholar
  2. Yagel S, Kivilevitch Z, Cohen SM, et al. The fetal venous system, part I: normal embryology, anatomy, hemodynamics, ultrasound evaluation and Doppler investigation. Ultrasound Obstet Gynecol. 2010 Jun;35(6):741-50. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  3. Li J, Yuan Q, Ding H, et al. Ultrasonic detection of fetal persistent right umbilical vein and incidence and significance of concomitant anomalies. BMC Pregnancy Childbirth. 2020 Oct 9;20(1):610. PubMed | PMC | BMC | PDF | Google Scholar
  4. Yagel S, Kivilevitch Z, Cohen SM, et al. The fetal venous system, Part II: ultrasound evaluation of the fetus with congenital venous system malformation or developing circulatory compromise. Ultrasound Obstet Gynecol. 2010 Jul; 36 (1): 93-111. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  5. Martinez R, Gamez F, Bravo C, et al. Perinatal outcome after ultrasound prenatal diagnosis of persistent right umbilical vein. Eur J Obstet Gynecol Reprod Biol. 2013 May;168(1):36-9. PubMed | EJOG | Google Scholar
  6. Weichert J, Hartge D, Germer U, et al. Persistent right umbilical vein: a prenatal condition worth mentioning? Ultrasound Obstet Gynecol. 2011 May; 37 (5): 543-8. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  7. Adiego-Calvo I, Saviron-Cornudella R, Martinez-Payo C, et al. Are congenital malformations more frequent in fetuses with intrahepatic persistent right umbilical vein? A comparative study. Taiwanese J Obstet Gynecol. 2016 Dec;55(6):782-785. PubMed | ScienceDirect | PDF | Google Scholar
  8. Wolman I, Gull I, Fait G, et al. Persistent right umbilical vein: incidence and significance. Ultrasound Obstet Gynecol. 2002 Jun; 19 (6): 562-4. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  9. Achiron R, Hegesh J, Yagel S, et al. Abnormalities of the fetal central veins and umbilico–portal system: prenatal ultrasonographic diagnosis and proposed classification. Ultrasound Obstet Gynecol. 2000 Nov;16(6):539-48. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  10. Pérez-Cosio C, Sheiner E, Abramowicz JS. Four-vessel umbilical cord: not always a dire prognosis. J Ultrasound Med. 1957 Mar;5(2):187-90. PubMed | Wiley Online LibraryGoogle Scholar
  11. Monie IW, Nelson MM, Evans HM. Persistent right umbilical vein as a result of vitamin deficiency during gestation. Circ Res. 1957 Mar;5(2):187-90. PubMed | AHAPDF | Google Scholar
  12. Chaoui R, Kalache KD, Hartung J. Application of three-dimensional power Doppler ultrasound in prenatal diagnosis. Ultrasound Obstet Gynecol. 2001 Jan;17(1):22-9. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  13. Ami MB, Perlitz Y, Matilsky M. Prenatal sonographic diagnosis of persistent right umbilical vein with varix. J Clin Ultrasound. 1999 Jun;27(5):273-5. PubMed | Wiley Online LibraryGoogle Scholar
  14. Kinoshita LL, Callen PW, Filly RA, et al. Sonographic detection of gallbladder duplication: two cases discovered in utero. J Ultrasound Med. 2002 Dec;21(12):1417-21. PubMed | Wiley Online LibraryGoogle Scholar
  15. Nagy RD, Ruican D, Zorilă GL, et al. Feasibility of Fetal Portal Venous System Ultrasound Assessment at the FT Anomaly Scan. Diagnostics (Basel). 2022 Jan 31;12(2):361. PubMed | PMC | MDPI | PDF | Google Scholar
  16. Nagy RD, Cernea N, Dijmarescu AL, et al. Ductus Venosus Agenesis and Portal System Anomalies-Association and Outcome. Biology (Basel). 2022 Apr 1;11(4):548. PubMed | PMC | MDPI | PDF | Google Scholar
  17. Kahraman NC, Celik OY, Obut M, et al. Cysts of the fetal abdomen: Antenatal and postnatal comparison. J Med Ultrasound. 2022 May 19;30(3):203-210. PubMed | PMC | JMU | PDF | Google Scholar
  18. Sepulveda W, Sepulveda F, Gonzalez G, et al. Congenital hepatic cyst: Prenatal and postnatal imaging findings. Ultrasound. 2021 Aug;29(3):193-198. PubMed | PMC | BMUS | PDF | Google Scholar
  19. Recinos A, Zahouani T, Guillen J, et al. Congenital Hepatic Cyst. Clin Med Insights Pediatr. 2017 Apr 10:11:1179556517702853. PubMed | PMC | SAGE | PDF | Google Scholar
  20. Hill LM, Mills A, Peterson C, et al. Persistent right umbilical vein: sonographic detection and subsequent neonatal outcome. Obstet Gynecol. 1994 Dec; 84 (6): 923-5. PubMed | Google Scholar
  21. Mubiayi N, Le Goueff F, Decocq J, et al. Contribution of Doppler ultrasound to the antenatal diagnosis of persistent right umbilical vein: case report. J Gynecol Obstet Biol Reprod (Paris). 2003; 32 (3 Pt 1): 252-5. PubMed | Full Text EMConsulte | Google Scholar
  22. Dagdeviren G, Keles A, Celik OY, et al. Prenatal diagnosis of the persistent right umbilical vein, incidence and clinical significance. J Obstet Gynaecol. 2022 Apr;42(3):443-446. PubMed | Taylor & Francis | Google Scholar
  23. Lide B, Lindsley W, Foster MJ et al. Intrahepatic persistent right umbilical vein and associated outcomes: a systematic review of the literature. J Ultrasound Med. 2016 Jan;35(1):1-5. PubMed | Wiley Online LibraryGoogle Scholar
  24. Canavan TP, Hill LM. Neonatal outcomes in fetuses with a persistent intrahepatic right umbilical vein. J Ultrasound Med. 2016 Oct;35(10):2237-41. PubMed | Wiley Online LibraryGoogle Scholar
  25. Krzyżanowski A, Swatowski D, Gęca T, et al. Prenatal diagnosis of persistent right umbilical vein - Incidence and clinical impact. A prospective study. Aust N Z J Obstet Gynaecol. 2019 Feb;59(1):77-81. PubMed | PMC | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  26. Blazer S, Zimmer EZ, Bronshtein M. Persistent intrahepatic right umbilical vein in the fetus: a benign anatomic variant. Obstet Gynecol. 2000 Mar;95(3):433-6. PubMed | Elsevier | Google Scholar
  27. Kirsch CFE, Feldstein VA, Goldstein RB, et al. Persistent intrahepatic right umbilical vein: a prenatal sonographic series without significant anomalies. J Ultrasound Med. 1996 May; 15 (5): 371-4. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  28. Bradley E, Kean L, Twining P, et al. Persistent right umbilical vein in a fetus with Noonan's syndrome: a case report. Ultrasound Obstet Gynecol. 2001 Jan;17(1):76-8. PubMed | Wiley Online LibraryPDF | Google Scholar
  29. Baschat AA. Ductus venosus Doppler for fetal surveillance in high-risk pregnancies. Clin Obstet Gynecol. 2010 Dec;53(4):858-68. PubMed | Wolters Kluwer | Google Scholar
  30. Ramanan SV, Mohammed S, Dharan BS. Intracardiac relation of extrahepatic persistent right umbilical vein. Indian J Thorac Cardiovasc Surg. 2021 May;37(3):354-356. PubMed | PMC | SpringerLink | PDF | Google Scholar
  31. Hofstaetter C, Gudmundsson S. Venous Doppler in the evaluation of fetal hydrops. Obstet Gynecol Int. 2010:2010:430157. PubMed | PMC | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  32. Corbacioglu A, Aslan H, Dagdeviren H, et al. Prenatal diagnosis of abnormal course of umbilical vein and ductus venosus agenesis: report of three cases. J Clin Ultrasound. 2012 Nov-Dec;40(9):590-3. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
Δεκεμβρίου 08, 2016

Περιγραφή και ορισμός

Μικρές ανωμαλίες του προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της υποπλασίας του ρινικού οστού, αποτελούν κοινά ευρήματα της τρισωμίας 21 και πολλών άλλων γενετικών καταστάσεων. Επειδή το ρινικό οστό μπορεί να ανιχνευθεί σχετικά εύκολα, προτάθηκε η αξιολόγηση του ρόλου, του μήκους του οστού ως εργαλείο ελέγχου, στην εκτίμηση των κυήσεων υψηλού κινδύνου για χρωμοσωμικές ανωμαλίες, κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης. 1 , 2 , 7 , 9

Δημογραφικά στοιχεία

Το 1999, η Stempfle και οι συνεργάτες της πιστοποίησαν την παρουσία ρινικού οστού ήδη από την 15η εβδομάδα της κύησης στα ευπλοειδικά έμβρυα. Αντιθέτως, ποσοστό 23% των εμβρύων με σύνδρομο Down (DS), 14/60 περιπτώσεις δεν εμφάνιζε οστεοποιημένο ρινικό οστό σε όλη την διάρκεια της κύησης, ενώ τα έμβρυα με παρόντα ρινικό οστό έτειναν να έχουν μικρότερο μήκος από τα αντίστοιχα ευπλοειδικά. Σε άλλη εργασία, το ρινικό οστό (NB) ήταν είτε απών είτε υποπλαστικό στο 41% των ανευπλοειδικών εμβρύων (12/29 περιπτώσεις) και στο 44% των εμβρύων με DS (8/18 περιπτώσεις) . Απουσία NB παρατηρήθηκε στο 21% των ανευπλοειδικών εμβρύων (6/29 περιπτώσεις), στο 28% των εμβρύων με DS (5/18 περιπτώσεις) και στο 2% των ευπλοειδικών εμβρύων της ομάδας ελέγχου (14/583 περιπτώσεις). 2

Tα δεδομένα μιας προηγούμενης χρονικά μελέτης αποκαλύπτουν ότι τα έμβρυα με DS τείνουν να έχουν απόντα ή βραχύτερα ρινικά οστά σε ποσοστό 61% (19/31 περιπτώσεις) κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου. Ωστόσο, ανιχνεύσιμα ρινικά οστά παρατηρήθηκαν σε 10 έμβρυα με DS και σε 222 ευπλοειδικά έμβρυα. Ο μέσος όρος του NBL για τα έμβρυα με DS ήταν 3,5 ± 0,47 mm σε σύγκριση με 4,6 ± 0,89 mm για τα ευπλοειδικά έμβρυα (P <.001). Η στατιστική ανάλυση της παλινδρόμησης υποδεικνύει αύξηση του NBL κατά 0,13 mm για κάθε αύξηση 1 mm στο μήκος της BPD σε ευπλοειδικά έμβρυα. Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση του NBL σχετική με την ανάπτυξη της BPD σε έμβρυα με DS. 4  Οι Sonek και Nicolaides περιέγραψαν απουσία ΝΒ στο 67% των εμβρύων με DS στις 19-22 εβδομάδες της κύησης, 5 ενώ μια άλλη αναδρομική μελέτη διαπίστωσε απουσία ρινικού οστού στο 40%-45% των εμβρύων με DS κατά το δεύτερο και το πρώιμο τρίτο τρίμηνο της κύησης. 6

Υπερηχογραφικά ευρήματα

Το εμβρυϊκό NB αξιολογείται σε μέσο οβελιαίο επίπεδο, μεριμνώντας ώστε η γωνία πρόσπτωσης του ηχητικού κύματος να βρίσκεται κοντά στις 45º ή 135º. Το NB θεωρείται ως τριγωνική ηχογενής δομή σε αυτή την οπτική γωνία, στην οποία αναγνωρίζονται το οστό, το δέρμα και η κορυφή της μύτης.2 , 5 Εάν η γωνία είναι λιγότερο από 45º ή μεγαλύτερη από 135º, το ρινικό οστό μπορεί τεχνητά να φαίνεται ότι απουσιάζει. Αν πάλι η γωνία πλησιάζει τις 90º, τα άκρα του οστού μπορεί να γίνει δύσκολο να οριοθετηθούν λόγω της διασποράς των ήχων, και η μέτρηση μπορεί να είναι τεχνητά μεγαλύτερη.

Το 1995, ο Guis και οι συνεργάτες του, καθιέρωσαν νομογράμματα ανάπτυξης του ρινικού οστού στην Καυκάσια φυλή. Η μελέτη τους που αφορούσε 376 ευπλοειδικά έμβρυα μεταξύ 14-35 εβδομάδων της κύησης έδειξε αύξηση του μήκους του ρινικού οστού (ΝΒL) με την προχωρημένη ηλικία της κύησης. Διαπιστώθηκε επίσης ότι το ΝΒL αυξήθηκε από 4 mm στις 14 εβδομάδες σε 12 mm στις 35 εβδομάδες και ότι υπήρχε μια γραμμική σχέση μεταξύ μήκους ΝΒ, αμφιβρεγματικής διαμέτρου (BPD) και μήκους μηριαίου οστού (FL). 1 , 8

Συσχετιζόμενες ανωμαλίες / ανευπλοειδία

Αρκετές μελέτες επιβεβαίωσαν τη σχέση μεταξύ απλασίας/υποπλασίας του NB και του DS σε γυναίκες υψηλού κινδύνου. 1 - 5 , 7 Ωστόσο, η θετική προγνωστική αξία και η αναλογία πιθανότητας (LR) κρίθηκαν ανεπαρκείς, όταν το NB χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο ελέγχου του DS σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. 2 Ο Bromley και οι συνεργάτες του, το 2002, χρησιμοποίησαν ως κριτήριο ανίχνευσης της ανευπλοειδίας τον λόγο αμφιβρεγματική διάμετρος/μήκος ρινικού οστού (BPD/NBL) και κατάφεραν να αντισταθμίσουν την επίδραση της ηλικίας κύησης. Για να επιτύχουν 100% ευαισθησία στην ανίχνευση των προσβεβλημένων εμβρύων, απαιτήθηκε λόγος BPD/NBL ≥ 9, ωστόσο, αυτό το όριο είχε ως αποτέλεσμα ένα απαράδεκτα υψηλό ψευδώς θετικό ποσοστό 22% και αναλογία πιθανότητας (LR) 4,5. 9

Μεταγενέστερες μελέτες προσπάθησαν να εξισορροπήσουν το υψηλό ποσοστό ανίχνευσης του DS με ένα πιο αποδεκτό ποσοστό των ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Το 2004, ο Odibo και οι συνεργάτες του ανέφεραν ότι ένας λόγος BPD/NBL ≥ 11 μπορούσε να εντοπίσει το 50% των εμβρύων με DS εμφανίζοντας 7% ψευδώς θετικό ποσοστό. 2 Παρόμοια ευαισθησία περιέγραψε ο Vintzileos και συνεργάτες του στην δική τους μελέτη και 100% ειδικότητα στην ανίχνευση του DS. 10 Ο Odibo και οι συνεργάτες του επιδίωξαν επίσης να προσδιορίσουν εάν η χρήση ενός απόλυτου κατώτατου ορίου του NBL, όπως τα 4 mm, θα είχε καλύτερη διακριτική ικανότητα ως εξέταση για τον έλεγχο της ανευπλοειδίας στο δεύτερο τρίμηνο. Η χρήση όμως αυτού του ορίου δεν συσχετίστηκε με την βελτίωση της ευαισθησίας στην ανίχνευση του DS σε σύγκριση με τον λόγο BPD/NBL ≥ 11. 2

Πιο πρόσφατες μελέτες έδειξαν πως η χρήση πολλαπλάσιων τιμών του μέσου όρου (ΜοΜ) του NB θα μπορούσαν να βελτιώσουν την ειδικότητα της εξέτασης στην ανίχνευση του DS. Τα αποτελέσματα μιας προοπτικής μελέτης, ανέφεραν πως ένα NBL <0.75, (0.5 και 0,25 MoM), για την ηλικία κύησης καθόριζε καλύτερα την υποπλασία του NB, με ευαισθησία 49% και ειδικότητα 92%, σε σύγκριση με τον λόγο BPD/NBL ˃ από 11 που είχε ευαισθησία 61% και ειδικότητα 84%. Αν και, το ιδανικό όριο ή το απόλυτο κατώφλι στον καθορισμό της υποπλασίας του NB, είναι αβέβαιο, ωστόσο, η χρήση των ΜοΜ του NB θεωρείται ως η καλύτερη παράμετρος ανίχνευσης υπερηχογραφικά του DS, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο τρίμηνο. 11

Στρατηγικές διαχείρισης

Σε έναν πληθυσμό χαμηλού κινδύνου με μικρό επιπολασμό του DS, η αποτελεσματικότητα της χρήσης της υποπλασίας του ρινικού οστού ως δοκιμασία ελέγχου μπορεί να είναι ακόμη χαμηλότερη και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. 2 , 12

Το 2006, Odibo και οι συνεργάτες του αξιολόγησαν την υποπλασία του ρινικού οστού, ως μεμονωμένο υπερηχογραφικό δείκτη της εμβρυϊκής ανευπλοειδίας και απέδειξαν ότι η ενσωμάτωσή του μαζί με άλλους δείκτες βελτίωνε σημαντικά την ευαισθησία και την ειδικότητα ανίχνευσης του DS κατά το δεύτερο τρίμηνο. Η ευαισθησία και η ειδικότητα της υποπλασίας του NB ως μεμονωμένου δείκτη, κυμάνθηκε από 23%-64% και από 57%-99% αντίστοιχα, ανάλογα με τον ορισμό της υποπλασίας του ΝΒ που χρησιμοποιήθηκε. Όταν υποπλασία του NB συνδυάστηκε με άλλους δείκτες, (αυξημένη αυχενική πτυχή, κοντό μηριαίο/βραχιόνιο οστό, κύστεις χοριοειδούς πλέγματος, υπερηχογενές έντερο), η ευαισθησία και ειδικότητα αυξήθηκε από 59%-82%, και από 74%-87% αντίστοιχα. 13

Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια πρόσφατη μελέτη που συνέκρινε το NB με το πάχος της αυχενικής πτυχής (NF) και σύμφωνα με την οποία, η απουσία του NB ήταν ο πιο αποτελεσματικός δείκτης στην ανίχνευση του DS. Αυτή η μελέτη αξιολόγησε επίσης και μια ομάδα που δεν είχε μελετηθεί καλά, τον πληθυσμό εγκύων γυναικών χαμηλού κινδύνου για ανευπλοειδία. Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι το NB και η NF ήταν εξίσου αποτελεσματικοί δείκτες για το DS και στους δύο πληθυσμούς, υψηλού και χαμηλού κινδύνου. 14

Τέλος, το 2013, μια πρόσφατη μετα-ανάλυση παρουσίασε θετική αναλογία πιθανότητας (LR+) 23.27, στην απουσία ή την υποπλασία του NB. Αυτή η LR είναι υψηλή και ουσιαστικά κατηγοριοποιεί όλους τους ασθενείς με αυτό το εύρημα ως θετικούς, στον έλεγχο διαλογής, ανεξάρτητα από την ηλικία της μητέρας. 15

  1. Guis F, Ville Y, Vincent Y, et al. Ultrasound evaluation of the length of the fetal nasal bones throughout gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 1995 May; 5 (5): 304–307. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  2. Odibo AO, Sehdev HM, Dunn L, et al. The association between fetal nasal bone hypoplasia and aneuploidy. Obstet Gynecol. 2004 Dec; 104 (6): 1229-1233. PubMed | Full Text Link | Google Scholar
  3. Stempfle N, Huten Y, Fredouille C, et al. Skeletal abnormalities in fetuses with Down's syndrome: a radiographic post-mortem study. Pediatr Radiol. 1999 Sep; 29: 682–688. PubMed | SpringerLink | Google Scholar
  4. Keeling JW, Hansen BF, Kjaer I. Pattern of malformations in the axial skeleton in human trisomy 21 fetuses. Am J Med Genet. 1997 Feb; 68 (4): 466–471. PubMed | Google Scholar
  5. Sonek JD, Nicolaides KH. Prenatal ultrasonographic diagnosis of nasal bone abnormalities in three fetuses with Down syndrome. Am J Obstet Gynecol. 2002 Jan; 186 (1): 139-41. PubMed | Elsevier Science |  Google Scholar
  6. Lee W, Devore GR, Comstock CH, et al. Nasal bone evaluation in fetuses with Down syndrome during the second and third trimesters of pregnancy. J Ultrasound Med. 2003 Jan; 22 (1): 55–60. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  7. Cicero S, Sonek JD, McKenna DS, et al. Nasal bone hypoplasia in trisomy 21 at 15-22 weeks' gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 2003 Jan; 21 (1): 15-8. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  8. Cusick W, Provenzano J, Sullivan CA, et al. Fetal nasal bone length in euploid and aneuploid fetuses between 11 and 20 weeks' gestation: a prospective study. J Ultrasound Med. 2004 Oct; 23 (10): 1327-33. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  9. Bromley B, Lieberman E, Shipp TD, et al. Fetal nose bone length: a marker for Down syndrome in the second trimester. J Ultrasound Med. 2002 Dec; 21 (12): 1387–1394. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  10. Vintzileos A, Walters C, Yeo L. Absent nasal bone in the prenatal detection of trisomy 21 in a high-risk population. Obstet Gynecol. 2003 May; 101: 905–8. PubMed | Elsevier Science | Google Scholar
  11. Odibo AO, Sehdev HM, Stamilio DM, et al. Defining nasal bone hypoplasia in second-trimester Down syndrome screening: does the use of multiples of the median improve screening efficacy?. Am J Obstet Gynecol. 2007 Oct; 197 (4): 361.e1-4. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  12. Tran LT, Carr DB, Mitsumori LM, et al. Second-trimester biparietal diameter/nasal bone length ratio is an independent predictor of trisomy 21. J Ultrasound Med. 2005 Jun; 24 (6): 805-10. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  13. Odibo AO, Sehdev HM, Sproat L, et al. Evaluating the efficiency of using second-trimester nasal bone hypoplasia as a single or a combined marker for fetal aneuploidy. J Ultrasound Med. 2006 Apr; 25 (4): 437-441. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  14. Odibo AO, Sehdev HM, Gerkowicz S, et al. Comparing the efficiency of second-trimester nasal bone hypoplasia and increased nuchal fold in Down syndrome screening. Am J Obstet Gynecol. 2008 Sep; 199 (3): 281.e1-5. PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  15. Agathokleous M, Chaveeva P, Poon LCY, et al. Meta-analysis of second-trimester markers for trisomy 21. Ultrasound Obstet Gynecol. 2013 Mar; 41 (3): 247-261. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
Οκτωβρίου 29, 2016

Περιγραφή και ορισμός

Το αυχενικό κυστικό ύγρωμα (NCH) αντιπροσωπεύει μια μονόχωρη ή πολύχωρη υποδερματική μάζα πλήρης λεμφικού υγρού η οποία μπορεί να είναι γενικευμένη ή εντοπισμένη. Κατά τον Malone, το κυστικό ύγρωμα χαρακτηρίζεται από μια διευρυμένη υποηχογενή περιοχή στο πίσω μέρος του τραχήλου που επεκτείνεται κατά μήκος του άξονα του εμβρύου εντός της οποίας περιέχονται διαφραγμάτια σαφώς ορατά. 1

Επιδημιολογικά στοιχεία

Το NCH εμφανίζεται με συχνότητα 1/285 ή σε ποσοστό 0,35% σε εγκυμοσύνες στο πρώτο τρίμηνο. 1

Κλινικά χαρακτηριστικά

Το κυστικό ύγρωμα προκύπτει από την λεμφική δυσπλασία μιας συγκεκριμένης περιοχής, με απώλεια λέμφου από τα λεμφαγγεία. Αν η υποδόρια λεμφική δυσπλασία είναι εκτεταμένη, οι συλλογές υγρού ή/και το υποδόριο οίδημα καταλαμβάνουν ολόκληρο το σώμα του εμβρύου (γενικευμένη λεμφαγγειεκτασία). Ακόμα και στις περιπτώσεις γενικευμένης λεμφαγγειεκτασίας, οι μεγαλύτερες συλλογές υγρού χαρακτηριστικά εντοπίζονται στο πίσω μέρος του τραχήλου.

Υπερηχογραφική ευρήματα

Η διάγνωση του κυστικού υγρώματος μπορεί να τεθεί ήδη από της 9-ή 10η εβδομάδα της κύησης όταν ο αυχενικός χώρος μεγεθύνεται καθώς μεγάλες μάζες γεμίζουν με υγρό τον λαιμό του εμβρύου. 1 Οι μάζες αυτές ποικίλλουν σε μέγεθος, διαχωρίζονται από διαφράγματα ή είναι μονήρεις, εκτείνονται ουραία κατά μήκος του εμβρύου στο πίσω και άνω τμήμα ή στα πλάγια του αυχένα και συχνά αποτελούν μέρη χρωμοσωμικών συνδρόμων. 1 - 3

Διαφορική διάγνωση

Καταρχήν πολύ συζήτηση, εξακολουθεί και συνεχίζει να υπάρχει μέχρι σήμερα, για το εάν το κυστικό ύγρωμα αντιπροσωπεύει μία συνεχόμενη πάχυνση στον εμβρυϊκό αυχένα. Ωστόσο, ο όρος κυστικό ύγρωμα (CH) έχει επανεισαχθεί, για να περιγράψει προφανώς μια ξεχωριστή οντότητα από την ΝΤ. 4 Η αύξηση του πάχους της αυχενικής διαφάνειας θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει μικρές λεμφικές ανωμαλίες. Τα αυχενικά κυστικά υγρώματα είναι συσσωρευμένες μάζες υγρών, στην ραχιαία πλευρά του εμβρυϊκού αυχένα, οι οποίες ποικίλουν σε μέγεθος, μπορούν να διαχωρίζονται από διαφράγματα ή να είναι μονήρεις. Πάντως, και οι δύο αυτές οντότητες, θεωρούνται πεδία της ίδιας κατάστασης απο ορισμένους ερευνητές.

Συσχετιζόμενες ανωμαλίες/ανευπλοειδία

Χρωμοσωμικές ανωμαλίες ανιχνεύτηκαν στο 51% των περιπτώσεων κυστικού υγρώματος ή σε 67/132 έμβρυα. Η τρισωμία 21 ήταν η πιο συνηθισμένη χρωμοσωμική ανωμαλία της σειράς αυτής ανιχνεύθηκε στο 37,3% (25/67), το σύνδρομο Turner στο 28,3% (19/67), η τρισωμία 18 στο 19,4% (13/67), η τρισωμία 13 στο 9% (6/67), η τριπλοειδία στο 4,5% (3/67) και υπήρχε και μία έλλειψη στο χρωμόσωμα 9. Σοβαρές κατασκευαστικές ανωμαλίες ανιχνεύτηκαν στο 33,8% (22/65), αφορούσαν κυρίως καρδιακές ανωμαλίες στο 72,7% των περιπτώσεων (16/22) και σκελετικές ανωμαλίες στο 27,3% των περιπτώσεων (6/22). Ένα άλλο ποσοστό 33,8% (22/65) αφορούσε άλλες ανωμαλίες όπως ύδρωπα, γενετικά σύνδρομα, κ.λ.π. Συνολικά, τα 2/3 των εμβρύων της σειράς αυτής, ήτοι ποσοστό 67,4% επί όλων των περιπτώσεων κυστικού υγρώματος (89/132) διαγνώστηκαν με χρωμοσωμικές ή κατασκευαστικές ανωμαλίες. 1

Όταν το κυστικό ύγρωμα ήταν διαυγές και δεν περιείχε διαφραγμάτια συνήθως επρόκειτο για τρισωμία 21, ενώ όταν περιείχε διαφραγμάτια για σύνδρομο Turner. 5 , 6

Κληρονομικότητα

Στην περίπτωση που τα αυχενικά κυστικά υγρώματα αποτελούν μέρος κάποιου συνδρόμου τότε το πρότυπο κληρονομικότητας θα ακολουθεί αυτό του συνδρόμου.

Στρατηγικές διαχείρισης

Αν και ο χώρος της αυχενικής διαφάνειας μπορεί να μετρηθεί σχετικά εύκολα σε έμβρυα με αυχενικό κυστικό ύγρωμα (NCH) και να ενσωματωθεί η μέτρηση σε έναν αλγόριθμο κινδύνου του συνδρόμου Down μαζί με τους βιοχημικούς δείκτες ορού για να υπολογιστεί ο ατομικός κίνδυνος της ασθενούς, η δοκιμασία ελέγχου FASTER, επιβεβαίωσε πως το κυστικό ύγρωμα μπορεί να αποτελεί από μόνο του τον ισχυρότερο δείκτη ανίχνευσης της ανευπλοειδίας. Σύμφωνα με την δοκιμασία αυτή, το 50% περίπου όλων των εμβρύων με αυχενικό κυστικό ύγρωμα (NCH) θα έχει προσβληθεί από κάποια χρωμοσωμική ανωμαλία και μόνο το 16,7% θα καταλήξει σε ένα υγιές νεογέννητο μωράκι. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μέση μέτρηση της αυχενικής διαφάνειας ήταν 7 φορές σχεδόν μεγαλύτερη από τη μέση αυχενική διαφάνεια στο γενικό πληθυσμό, καθιστώντας την μέτρηση σχετικά εύκολη πρακτική, στους κλινικούς γιατρούς που θέλουν να την προσδιορίσουν. Όταν τίθεται η διάγνωση του κυστικού υγρώματος στο πρώτο τρίμηνο, η δοκιμασία ελέγχου FASTER προτείνει τρεις ξεχωριστές συμβουλευτικές συνεδρίες στους μελλοντικούς γονείς, βάσει ενός τυποποιημένου διαγνωστικού αλγόριθμου. Η αρχική παροχή συμβουλευτικής πρέπει να πραγματοποιείται αμέσως μετά τη υπερηχογραφική διάγνωση και να αναφέρεται ο συνολικός κίνδυνος ανευπλοειδίας του εμβρύου από 1 σε 2. Μετά την επιβεβαίωση ενός φυσιολογικού καρυότυπου στο έμβρυο με δειγματοληψία χοριακής λάχνης, θα πρέπει να παρέχεται μια δεύτερη περίοδος συμβουλευτικής στους γονείς, για να δοθεί ένας υπολειπόμενος κίνδυνος από 1 σε 2, για μείζονα δομική ανωμαλία ή αυτόματο εμβρυϊκό θάνατο. Αφού ολοκληρωθεί ο λεπτομερής ανατομικός υπερηχογραφικός έλεγχος και το στοχευμένο υπερηχοκαρδιογράφημα στις 16-20 εβδομάδες της κύησης, στη συνέχεια, οι ασθενείς με φυσιολογικά ευρήματα μπορούν να ενημερωθούν ότι έχουν πιθανότητα 95% για φυσιολογική παιδιατρική έκβαση. 1 Στα ευπλοειδικά έμβρυα με κυστικά υγρώματα τα οποία δεν διαχωρίζονται με διαφράγματα και τυγχάνουν καλής πορείας θα πρέπει να αναζητάτε η σύνδεσή τους με άλλα σύνδρομα, όπως το σύνδρομο Noonan, το σύνδρομο Pena-Shokeir ή το σύνδρομο πολλαπλών πτερυγίων (Multiple Pterygium Syndrome). 1

Εντελώς αντιφατικά ήταν τα αποτελέσματα μιας άλλης μελέτης η οποία προσπάθησε να εκτιμήσει της συχνότητα εμφάνισης διαφραγμάτων σε έμβρυα με αυξημένο πάχος αυχενικής διαφάνειας (ΝΤ) και να διερευνήσει την σχέση μεταξύ του μήκους και του πάχους της αυχενικής διαφάνειας (ΝΤ) και το κατά πόσο το μήκος ή τα διαφράγματα παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες, σχετικά με τον καρυότυπο του εμβρύου, επιπλέον εκείνης που παρέχεται μόνο από το πάχος της αυχενικής διαφάνειας (NT). Η μελέτη αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα διαφράγματα εντός της αυχενικής διαφάνειας μπορούν να παρατηρηθούν σε όλα τα έμβρυα και επομένως αυτό το χαρακτηριστικό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να γίνει διάκριση μεταξύ αυξημένου πάχους αυχενικής διαφάνειας (NT) και κυστικού υγρού. Το μήκος της διαφάνειας σχετίζεται με το πάχος του και δεν παρέχει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τον καρυότυπο του εμβρύου πέρα από εκείνο που παρέχεται μόνο από το πάχος της αυχενικής διαφάνειας (NT). 4

Φυσική ιστορία και έκβαση

Το 1989 ο Bronshtein και συνεργάτες μελέτησαν προοπτικά την έκβαση 8 περιπτώσεων αυχενικού κυστικού υγρώματος, που ανιχνεύθηκαν σε ηλικία κύησης 9-15 εβδομάδων, με διακολπικό υπερηχογράφημα. Το 37,5% των εμβρύων της σειράς αυτής επιβίωσε τελικά και ήταν φυσιολογικά κατά τη γέννηση 3/8, 62,5% (5/8) απεβίωσαν, 1/5 υποβλήθηκε σε θεραπευτική έκτρωση λόγω τρισωμίας 21 και ένα άλλο από τα πέντε είχε τρισωμία 18 που διαγνώστηκε με αμνιοκέντηση και κατέληξε ενδομήτρια. Η υπερηχογραφική αξιολόγηση του κυστικού υγρού έδειξε αυτόματη υποχώρηση στο 75% των περιπτώσεων στα έμβρυα με μη διαφραγματικά κυστικά υγρώματα, 3/4 έμβρυα είχαν καλή έκβαση και ήταν φυσιολογικά, ενώ στο τέταρτο αναπτύχθηκε μη-ανοσολογικός ύδρωπας με αποτέλεσμα πρόωρο τοκετό που οδήγησε σε νεογνικό θάνατο. Στις υπόλοιπες τέσσερεις περιπτώσεις που κατέληξαν στον θάνατο των εμβρύων, τα κυστικά υγρώματα περιείχαν διαφράγματα ήταν πολυεστιακά και συνδέονταν με ανευπλοειδία. 2

Το 2005, σε μία μελέτη που αφορούσε 134 περιπτώσεις εμβρύων με κυστικά υγρώματα (2 εκ των οποίων χάθηκαν από την παρακολούθηση), 67/132 είχαν χρωμοσωμικές ανωμαλίες (51%) και 65/132 ήταν φυσιολογικά χρωμοσωμικά. Το ένα τρίτο από αυτά εμφάνιζε μείζονες δομικές ανωμαλίες, κυρίως καρδιακές και σκελετικές ανωμαλίες. Επιλεκτικός τερματισμός της κύησης ζητήθηκε από 79 ασθενείς (60%), ενδομήτριος θάνατος σημειώθηκε σε 20 επιπλέον ασθενείς (15%), πέντε από τις οποίες αφορούσαν χρωμοσωμικά φυσιολογικά έμβρυα (25%). Υπήρχαν συνολικά 33 γεννήσεις ζώντων εμβρύων σε αυτή τη σειρά (25%), εκ των οποίων τα 10 με χρωμοσωμικές ή δομικές ανωμαλίες (33%) και σε μία από αυτές τις 10 περιπτώσεις, με ύδρωπα, σημειώθηκε νεογνικός θάνατος την 4η εβδομάδα της ζωής. Παιδιατρική έκβαση επιδιώχθηκε στις υπόλοιπες 23 περιπτώσεις που είχαν γεννηθεί, στις οποίες δεν είχε διαγνωσθεί προγεννητικά εμφανής χρωμοσωμική ή δομική ανωμαλία. Η Παιδιατρική έκβαση λήφθηκε σε 21/23 περιπτώσεις, μετά την ηλικία των 12 μηνών, με αποτέλεσμα στις υπόλοιπες 2 περιπτώσεις να περιορίζεται η αξιολόγηση στις 2-9 μήνες ζωής. Η μέση μακροπρόθεσμη παρακολούθηση επεκτάθηκε σε ηλικία 25 μηνών (εύρος 12-50 μήνες). Η μοναδική πρόσθετη ανωμαλία που διαγνώστηκε σε αυτήν την ομάδα των 23 φαινομενικά φυσιολογικών παιδιατρικών επιζώντων ήταν 1 περίπτωση σπαστικής διπληγίας με καθυστέρηση ανάπτυξης. Αυτό το βρέφος είχε φυσιολογικό κολπικό τοκετό, με φυσιολογικές βαθμολογίες Apgar και αέρια αίματος. Δεν υπήρξε σαφής τεκμηρίωση εγκεφαλικής παράλυσης ούτε είχε διαγνωσθεί κάποιο γενετικό σύνδρομο ή άλλη ανωμαλία. Φυσιολογική παιδιατρική έκβαση βρέθηκε στο 16,7% των περιπτώσεων (22/132). 1

Το ίδιο έτος ο Tanriverdi και συνεργάτες ανακοίνωσαν τα αποτελέσματα 32 εμβρύων με αυχενικό κυστικό ύγρωμα (NCH). Η μέση ηλικία κύησης κατά την διάγνωση ήταν 14,4 εβδομάδες (εύρος 10-21). Υπήρχαν 18 μη διαφραγματικά και 14 διαφραγματικά κυστικά υγρώματα. Το συνολικό ποσοστό ενός ανεπιθύμητου αποτελέσματος ήταν 68,8% (22/32), ενώ μόνο το 9,4% των εγκύων γεννούσε υγιή νεογνά, 3 μητέρες. Ως ανεπιθύμητες παράμετροι της έκβασης του εμβρύου θεωρήθηκαν οι περιπτώσεις με ενδομήτριο θάνατο, αυτόματες αποβολές και παθολογικό καρυότυπο. 7

Τα έμβρυα των οποίων το κυστικό ύγρωμα περιέχει διαφραγμάτια είναι περισσότερο πιθανό να αναπτύσσουν ύδρωπα και επομένως λιγότερο πιθανό να επιβιώσουν από εκείνα των οποίων το κυστικό ύγρωμα δεν περιέχει διαφραγμάτια. Ωστόσο, τα κυστικά υγρώματα μπορούν να βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου, 1 - 3 να οδηγήσουν στην γέννηση φυσιολογικών φαινοτυπικά εμβρύων 8 και να έχουν καλή Παιδιατρική έκβαση. 1

  1. Malone FD, Ball RH, Nyberg DA, et a FASTER Trial Research Consortium: First-trimester septated cystic hygroma: prevalence, natural history, and pediatric outcome. Obstet Gynecol. 2005 Aug; 106 (2): 288-294. PubMed
  2. Bronshtein M, Rottem S, Yoffe N, et a First-trimester and early second-trimester diagnosis of nuchal cystic hygroma by transvaginal sonography; diverse prognosis of the septated from the nonseptated lesion. Am J Obstet Gynecol. 1989 Jul; 161: 78–82. PubMed
  3. Bronshtein M, Bar-Hava I, Blumenfeld I, et al. The difference between septated and nonseptated nuchal cystic hygroma in the early second trimester. Obstet Gynecol. 1993 May; 81 (5 (Pt 1): 683-7. PubMed
  4. Molina FS, Avgidou K, Kagan KO, et al. Cystic hygromas, nuchal edema, and nuchal translucency at 11-14 weeks of gestation. Obstet Gynecol. 2006 Mar; 107 (3): 678-683. PubMed | Full Text Link
  5. Brumfield CG, Wenstrom KD, Davis RO, et al. Second-trimester cystic hygroma: prognosis of septated and nonseptated lesions. Obstet Gynecol. 1996 Dec; 88 (6): 979-82. PubMed
  6. Gedikbasi A, Oztarhan K, Aslan G, et al. Multidisciplinary approach in cystic hygroma: prenatal diagnosis, outcome, and postnatal follow up. Pediatr Int. 2009 Oct; 51 (5): 670-7. PubMed
  7. Tanriverdi HA, Ertan AK, Hendrik HJ, et al. Outcome of cystic hygroma in fetuses with normal karyotypes depends on associated findings. Eur J Obstet Gynecol Reprod Biol. 2005 Jan 10; 118 (1): 40-6. PubMed
  8. Podobnik M, Singer Z, Podobnik-Sarkanji S, et al. First trimester diagnosis of cystic hygromata using transvaginal ultrasound and cytogenetic evaluation. J Perinat Med. 1995; 23(4): 283-291. PubMed
Οκτωβρίου 29, 2016

Περιγραφή και ορισμός

Ως μετωπογναθική γωνία (FMFA), ορίζεται η γωνία μεταξύ της ανώτερης επιφάνειας της άνω γνάθου και του μετωπιαίου οστού, κατά το μέσο οβελιαίο επίπεδο του εμβρυϊκού προσώπου. Η μέτρηση της FMFA αποτελεί πρόσφατη υπερηχογραφική μέθοδο καθορισμού της σχετικής θέσης του εμπρόσθιου άκρου της γνάθου στο μέτωπο με στόχο την ανίχνευση της τρισωμίας 21. 1

Επιδημιολογικά στοιχεία

Σε μια μελέτη αποθηκευμένων τρισδιάστατων (3D) όγκων της κεφαλής του εμβρύου, η μετωπογναθική γωνία (FMFA) σε 100 έμβρυα με τρισωμία 21, στις 11-13,6 εβδομάδες κύησης, ήταν σημαντικά μεγαλύτερη από αυτή σε 300 φυσιολογικά χρωμοσωμικά έμβρυα. Στην ομάδα των φυσιολογικών εμβρύων παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της γωνίας FMFA συγκριτικά με το κεφαλουραίο μήκος (CRL) και η 95η εκατοστιαία θέση ήταν 85°. Στα έμβρυα με τρισωμίας 21 η γωνία FMFA ήταν ˃ από 85° στο 69% των περιπτώσεων, υποδηλώνοντας ότι αυτή η μέτρηση πιθανό να είναι ένας χρήσιμος δείκτης στην εξέταση πρώτου τριμήνου για την ανίχνευση τρισωμίας 21. 1

Υπερηχογραφική ευρήματα

To ακριβές επίπεδο του εμβρυϊκού προφίλ, στο οποίο πραγματοποιείται η μέτρηση, καθορίστηκε από την παρουσία του άκρου της μύτης πρόσθια, του ημιδιάφανου μέσου εγκεφάλου στο μέσον, της αυχενικής μεμβράνης οπίσθια και ενός ορθογώνιου σχήματος της σκληρής υπερώας. Η μετωπογναθική γωνία (FMFA) σχηματίζεται μεταξύ μιας ευθείας γραμμής που διέρχεται κατά μήκος της άνω επιφάνειας της σκληρής υπερώας και καταλήγει στο χείλος της γνάθου και μιας άλλης ευθείας γραμμής που ξεκινά από την άνω γωνία της πρόσθιας όψης της γνάθου και διασχίζει την εξωτερική επιφάνεια του μετωπιαίου οστού. Μετωπιαίο οστό θεωρήθηκε η ηχογενής γραμμή κάτω από το δέρμα της ανοικτής μετωπικής ραφής. 1

Σε αυτό, το μέσο οβελιαίο, το επίπεδο του εμβρυϊκού προσώπου, η άκρη της μύτης και το ορθογώνιο σχήμα της γνάθου είναι ορατά σε όλες τις περιπτώσεις εμβρύων με φυσιολογικό ή μη καρυότυπο. Η περιστροφή της κεφαλής μακριά από την κατακόρυφη θέση (0°), του άξονα της μετωποινιακής διαμέτρου (OFD), οδήγησε σε μη ορατότητα του άκρου της μύτης σε μέση γωνία 8° (εύρος 4-12°) και του ρινικού οστού σε 18° (εύρος, 11-24°). Όταν ο μέσος όρος περιστροφής είναι 7° (εύρος 4-10°), το ζυγωματικό τμήμα της γνάθου είναι ορατό ως ηχογενής δομή μεταξύ ρινικού οστού και πρόσθιου τμήματος της άνω γνάθου. Με περαιτέρω περιστροφή της κεφαλής δύναται η διεύρυνση του ζυγωματικού τμήματος της άνω γνάθου. 2

Συσχετιζόμενες ανωμαλίες / ανευπλοειδία

O Sonek και οι συνεργάτες, το 2007, πρότειναν τη χρήση της γωνίας του προσώπου, στον έλεγχο διαλογής πρώτου τριμήνου, ως εργαλείο ελέγχου της ανευπλοειδία βασιζόμενοι στην χαρακτηριστικό επίπεδο προφίλ του προσώπου που παρατηρείται σε παιδιά ή και ενήλικες με σύνδρομο Down. H μετωπογναθική γωνία (FMFA) ήταν σημαντικά μεγαλύτερη σε έμβρυα με τρισωμία 21 από ότι σε ευπλοειδικά έμβρυα (μέση τιμή 88,7°, εύρος 75,4°-104° έναντι μέσου όρου 78,1°, εύρος 66,6°-89,5°, P <0,001). Η μετωπογναθική γωνία (FMFA) ήταν ˃ από 85° στο 69% των εμβρύων τρισωμίας 21 και στο 5% των ευπλοειδικών εμβρύων. 1 Παρόμοια αποτελέσματα αναπαρήγαγαν οι Plasencia και συνεργάτες στην δική τους μελέτη. Ανίχνευσαν μετωπογναθική γωνία (FMFA) 90ᵒ (εύρος, 77°-102°) για τα έμβρυα με τρισωμία 21 και 78° (εύρος 68°-88°) για τα φυσιολογικά χρωμοσωμικά έμβρυα. Η γωνία προσώπου ήταν ˃ από 85° στο 64% των εμβρύων τρισωμίας 21 και στο 4% των ευπλοειδικών εμβρύων, αντίστοιχα. 2

Το 2007, ο Borenstein και οι συνεργάτες του ανακοίνωσαν τα ευρήματα της μελέτης τους καταδεικνύοντας ότι, στις 11 + 0 έως 13 + 6 εβδομάδες κύησης, η γωνία FMFA μειώνεται με το CRL από ένα μέσο όρο 85° για CRL 45mm έως 75ᵒ για CRL 84mm. Η γωνία FMFA παρέχει έναν αντικειμενικό υπολογισμό της θέσης του εμπρόσθιου άκρου της γνάθου στο μέτωπο. Η παρατηρούμενη μείωση της γωνίας του προσώπου με την πρόοδο της κύησης μπορεί να οφείλεται στην προς τα εμπρός ανάπτυξη της άνω γνάθου, σε σχέση με το μέτωπο, ή στην προς τα επάνω μετατόπιση ή και ανάπτυξη της σκληρής υπερώας. 3

Το 2014, ο Alphonese και συνεργάτες του αξιολόγησαν την μετωπογναθική γωνία (FMFA) σε 250 ευπλοειδικά έμβρυα και σε 22 έμβρυα με τρισωμία 21. Τα έμβρυα με τρισωμία 21 είχαν σημαντικά μεγαλύτερες μετρήσεις μετωπογναθικής γωνίας (FMFA) από τα ευπλοειδικά έμβρυα τόσο στις 2D όσο και στις 3D αξιολογήσεις. Το 95% των 3D και 100% των 2D μετρήσεων της μετωπογναθικής γωνίας (FMFA) για τα έμβρυα τρισωμίας 21 ήταν πάνω από τη μέση μέτρηση της μετωπογναθικής γωνίας (FMFA) των ευπλοειδικών εμβρύων. Δεν υπήρχε συσχέτιση της FMFA και του αυξανόμενου πάχους της αυχενικής διαφάνειας. 4

Στρατηγικές διαχείρισης

Το τεστ ανίχνευσης της τρισωμίας 21 στο πρώτο τρίμηνο παρέχεται από ένα συνδυασμό παραμέτρων μητρική ηλικία, πάχος NT, free β-hCG και PAPP-A στο μητρικό ορό. Χρησιμοποιώντας αυτή την προσέγγιση, το ποσοστό ανίχνευσης (SD) της τρισωμίας 21 είναι περίπου 90% για ένα ψευδώς θετικό ποσοστό (FPR) 5%. 5 Τα πρώτα πορίσματα της μελέτης των Sonek και συνεργατών έδειξαν ότι η μέτρηση της γωνίας FMFA ήταν πάνω από την 95η εκατοστιαία θέση στο 69% των εμβρύων με τρισωμία 21. 1 Σε μια άλλη μελέτη, ο Borenstein και οι συνεργάτες του θεμελίωσαν την άποψη ότι η μέτρηση της γωνίας FMFΑ μπορεί να αναπαραχθεί και πως, στα φυσιολογικά τουλάχιστον χρωμοσωμικά έμβρυα, δεν υπάρχει σημαντική σχέση στο μέγεθος της γωνίας και στο πάχος της NT εμβρύου, της free β-hCG και της PAPP-A. Εύλογα συμπέραναν πως η πιθανή ενσωμάτωση της FMFΑ στον έλεγχο πρώτου τριμήνου θα βελτίωνε την απόδοση του τεστ (υπερηχογραφικού και βιοχημικού ελέγχου). 3

Ωστόσο, η ακριβής εκτίμηση της γωνίας FMFΑ απαιτεί μεγάλη εμπειρία στη σάρωση και μπορεί να μην είναι δυνατή η απόκτηση του ακριβούς μέσου οβελιαίου επιπέδου του προσώπου του εμβρύου εντός περιόδου 15' σε ποσοστό έως και 20%. Συνεπώς, είναι απίθανο η γωνία FMFΑ να ενσωματωθεί στις συνήθεις εξετάσεις υπερηχογραφήματος πρώτου τριμήνου για την ανίχνευση τρισωμίας σε όλες τις περιπτώσεις. Μια εναλλακτική προσέγγιση θα ήταν να επιφυλαχθεί η μέτρηση της γωνίας FMFΑ, ως συμπληρωματική μέθοδος ρουτίνας, στην υποομάδα των κυήσεων με ενδιάμεσο κίνδυνο όπως αυτή προκύπτει από την συνδυασμένη τριπλή εξέταση NT, free β-hCG και PAPP-A που αποτελεί το 10-15% του συνολικού πληθυσμού ελέγχου. 5

Το 2008, o Borenstein και οι συνεργάτες του περιέγραψαν την απόδοση της ενσωμάτωσης της μετωπογναθικής γωνίας (FMFA) στην μέθοδο διαλογής πρώτου τριμήνου (NT, free β-hCG, PAPP-A). Η μετωπογναθική γωνία (FMFA) μετρήθηκε σε 782 ευπλοειδικά και σε 108 έμβρυα με τρισωμία 21. Στα ευπλοειδικά έμβρυα η μέση τιμή της μετωπογναθικής γωνίας (FMFA) μειώθηκε γραμμικά σχετικά με το κεφαλουραίο μήκος (CRL), από 83,5° για μήκος (CRL) 45mm σε 76,4° για το αντίστοιχο μήκος (CRL) 84mm. Κάθε μέτρηση της γωνίας FMFA εκφράστηκε ως μια διαφορά από το αναμενόμενο φυσιολογικό μέσο κεφαλουραίο μήκος (CRL), τιμή delta. Η μέση γωνία delta FMF ήταν 0,0 (SD, 4,264)° και οι αντίστοιχες τιμές στα έμβρυα τρισωμίας 21 ήταν 7,172 (SD, 4,092)°. Η ενσωμάτωση της μετωπογναθικής γωνίας (FMFA) στην μέθοδο διαλογής πρώτου τριμήνου αύξησε το ποσοστό ανίχνευσης (DR) από 90 σε 94% με ψευδώς θετικό ποσοστό (FPR) 5% και από 85 σε 92% με (FPR) 3% για τις ομάδες των ευπλοειδικών και των εμβρύων με τρισωμία 21, αντίστοιχα. 6

  1. Sonek J, Borenstein M, Dagklis T, et al. Frontomaxillary facial angle in fetuses in trisomy 21 at 11-13(6) weeks. Am J Obstet Gynecol. 2007 Mar; 196 (3): 271 PubMed
  2. Plasencia W, Dagklis T, Sotiriadis A, et al. Frontomaxillary facial angle at 11 + 0 to 13 + 6 weeks' gestation—reproducibility of measurements. Ultrasound Obstet Gynecol. 2007 Jan; 29: 18–21 PubMed | Wiley Online library | PDF
  3. Borenstein M, Persico N, Kaihura C, et al. Frontomaxillary facial angle in chromosomally normal fetuses at 11 + 0 to 13 + 6 weeks. Ultrasound Obstet Gynecol. 2007 Oct; 30 (5): 737-41 PubMed | Wiley Online Library | PDF
  4. Alphonese J, Cox J, Clarke JL, et al. Frontomaxillary facial angle measurement in trisomy 21 and euploid fetuses: two- and three-dimensional assessment during routine first trimester screening. Fetal Diagn Ther. 2014 36 (3): 183-189 PubMed
  5. Nicolaides KH, Spencer K, Avgidou K, et al. Multicenter study of first-trimester screening for trisomy 21 in 75821 pregnancies: results and estimation of the potential impact of individual risk-orientated two-stage first-trimester screening. Ultrasound Obstet Gynecol. 2005 Mar; 25: 221–226 PubMed | Wiley Online Library | PDF
  6. Borenstein M, Persico N, Kagan KO, et al. Frontomaxillary facial angle in screening for trisomy 21 at 11+0 to 13+6 weeks. Ultrasound Obstet Gynecol. 2008 Jun; 32 (1): 5-11 PubMed | Wiley Online Library | PDF  
Οκτωβρίου 29, 2016

Περιγραφή και ορισμός

Ως παλίνδρομη ροή της τριγλώχινας βαλβίδας (RFTV) ορίστηκε η ανάπτυξη ταχύτητας > 80 cm/sec, με χρονική διάρκεια τουλάχιστον το ήμισυ της συστολής των κοιλιών. 1 Η RFTV αποτελεί συχνό εύρημα σε έμβρυα με τρισωμία 21, 18 και 13 και σε συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες (CHDs). Ως εκ τούτου, η εξέταση της τριγλώχινας βαλβίδας (TV) προτάθηκε ως συμπληρωματική μέθοδος εξέτασης στον πληθυσμιακό έλεγχο πρώτου τριμήνου, για την ανίχνευση της τρισωμίας 21, ακόμη και εάν δεν υπάρχει καρδιακή νόσος. 2

Επιδημιολογικά στοιχεία

RFTV ανιχνεύθηκε στο 8.5% των φυσιολογικών χρωμοσωμικά εμβρύων (39/458) και στο 52,6% των ανευπλοειδικών εμβρύων (137/260), εκ των οποίων το 65,1% είχε τρισωμία 21 (82/126), το 53% τρισωμία 18 ή 13 (44/83) και το 21,6% άλλες χρωμοσωμικές ανωμαλίες (11/51). Στα φυσιολογικά χρωμοσωμικά έμβρυα με καρδιακές ανωμαλίες, RFTV διαπιστώθηκε στο 46,9% των εμβρύων (15/32) και μόνο στο 5.6% των εμβρύων χωρίς επιπλέον καρδιακές ανωμαλίες (24/426). Συνεπώς η θετική και η αρνητική αναλογία πιθανότητας, (LR+) και (LR-) για τις καρδιακές ανωμαλίες, υπολογίστηκε σε 8.4 και 0.56, αντίστοιχα.1

Τεχνική μέτρησης της ροής στην τριγλώχινα βαλβίδα

Η τριγλώχινα βαλβίδα (TV) μπορεί να εξεταστεί επιτυχώς είτε με διακοιλιακό είτε με διακολπικό υπερηχογράφημα στην πλειονότητα των περιπτώσεων εάν απαιτηθεί. Μία μελέτη ανέφερε επιτυχή εκτίμηση της TV στο 96.8% των περιπτώσεων ή σε 718/742 έμβρυα. 1 Η σάρωση πρέπει να εκτελείται στο κορυφαίο των επίπεδο των τεσσάρων κοιλοτήτων της καρδιάς (4C) έτσι ώστε η γωνία πρόσπτωσης της δέσμης υπερήχων να είναι < από 30° προς την κατεύθυνση της ροής αίματος και όσο το δυνατόν παράλληλη προς το μεσοκοιλιακό διάφραγμα. 1 Η εικόνα πρέπει να μεγεθύνεται τόσο ώστε ο εμβρυϊκός θώρακας να την καταλαμβάνει όλη. Η παρουσία ή η απουσία RFTV μπορεί να προσδιοριστεί με την χρήση Doppler παλμικού κύματος (Pulsed Wave Doppler-PWD) η οποία φέρει ηλεκτρονική πύλη. Οι μετρήσεις πραγματοποιούνται σε συνθήκες εμβρυϊκής άπνοιας. 3 Η πύλης του δείγματος πρέπει να τοποθετείται στο στόμιο της τριγλώχινας βαλβίδας (TV) και να συμπεριλαμβάνει τον δεξιό κόλπο και την δεξιά κοιλία. Το μέγεθος της ηλεκτρονικής πύλης σάρωσης για τις μετρήσεις στις 11-13+6 Wks πρέπει να οριστεί στα 2-3mm. Εάν η πύλη τοποθετηθεί εξ ολοκλήρου εντός της δεξιάς κοιλίας μπορεί να προσκτηθεί φυσιολογική κυματομορφή και να αποκρυφτεί μια πραγματική παλίνδρομη ροή που είναι παρούσα. 2 Η τριγλώχινα βαλβίδα θα μπορούσε να είναι ανεπαρκής σε ένα ή περισσότερα από τα τρία άκρα της, και επομένως ο όγκος του δείγματος θα πρέπει να τοποθετηθεί κατά μήκος της βαλβίδας τουλάχιστον τρεις φορές, σε μια προσπάθεια να εκτιμηθεί πλήρως η βαλβίδα.

Αν χρησιμοποιείται έγχρωμο υπερηχογράφημα Doppler η ταχύτητα σάρωσης πρέπει να οριστεί στα 20-30cm/sec επειδή εξασφαλίζονται μεγαλύτερες λεπτομέρειες στην φασματική ανάλυση.

Υπερηχογραφικά ευρήματα

Η διάγνωση τίθεται όταν η ταχύτητα του πίδακα της παλίνδρομης ροής είναι τουλάχιστον 80 cm/sec με χρονική διάρκεια > από το μισό της συστολής των κοιλιών. 1 Το έγχρωμο Doppler υπερηχογράφημα δείχνει ροή προς την αντίθετη κατεύθυνση και με διαφορετικό χρώμα σε σύγκριση με τη ροή της μιτροειδούς βαλβίδας, υποδηλώνοντας υψηλή ταχύτητα ροής προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αν και η λειτουργία χρωματικής απόδοσης ροής (CFM) είναι ο πιο αξιόπιστη μέθοδος στην ανίχνευση της παλίνδρομης ροής της τριγλώχινας σε νεογνά και έμβρυα μετά από τις 20 εβδομάδες, ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να ισχύει στις 11-13+6 εβδομάδες της κύησης. Κατά τον Faiola και συνεργάτες, αυτό το γεγονός αιτιολογείται από το μικρό μέγεθος του στομίου της τριγλώχινας (μέσος όρος 2mm) και από τον αυξημένο καρδιακό ρυθμό (μέσος όρος 165 bat/'). 1 Όμοια, ο Huggon και οι συνεργάτες του θεωρούν την CFM λιγότερο αποτελεσματική μέθοδο από το PWD και αιτιολογήθηκε από τις λιγοστές δυνατότητες των μηχανημάτων των υπερήχων. 2

Η σχέση με καρδιακές και μη καρδιακές ανωμαλίες

Το 2005, ο Faiola και οι συνεργάτες του περιέγραψαν την ύπαρξη σημαντικής συσχέτισης μεταξύ RFTV και καρδιακών ανωμαλιών. Το 46.9% των ευπλοειδικών και το 69% των ανευπλοειδικών εμβρύων, 15/32 και 81/117 αντίστοιχα, είχαν καρδιακές ατέλειες. Οι ατέλειες που ανιχνεύτηκαν, αφορούσαν κυρίως ανωμαλίες του κολποκοιλιακού διαφράγματος, στένωση αορτής, τετραλογία Fallot, ανωμαλίες μεσοκοιλιακού διαφράγματος, ανωμαλίες τριγλώχινας, στένωση/ατρησία πνευμονικής, διπλοέξοδος δεξιά κοιλία, υποπλαστική αριστερή καρδιά, μετάθεση μεγάλων αγγείων, παραμονή αρτηριακού κορμού, διακοπτόμενο αορτικό τόξο, δεξιό αορτικό τόξο. 1

Δεδομένου ότι ο επιπολασμός των χρωμοσωμικών και καρδιακών ανωμαλιών αυξάνει με το πάχος της αυχενικής διαφάνειας (NT), 4 – 6 ο παρατηρούμενος υψηλός επιπολασμός RFTV σε ανευπλοειδικά έμβρυα μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στην παρουσία των καρδιακών ανωμαλιών που ήταν παρούσες στο 50% των εμβρύων με τρισωμία 21. Όμως, αυξημένος επιπολασμός RFTV παρατηρήθηκε και σε ευπλοειδικά έμβρυα με προφανή φυσιολογική καρδιά 5.6%. 1 Οι πιθανοί μηχανισμοί που αποτελούν τη βάση της συσχέτισης μεταξύ αυξημένης αυχενικής διαφάνειας (NT) και RFTV συμπεριλαμβάνουν το αυξημένο καρδιακό προφόρτιο ή μεταφόρτιο. Προγενέστερες μελέτες ανέδειξαν την σχέση της RFTV με ένα ευρύ φάσμα παθολογικών καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από αυξημένο καρδιακό προφόρτιο, όπως ο μη άνοσος ύδρωπας, τα αρτηριοφλεβικά συρίγγια στο σύνδρομο μετάγγισης διδύμων ή αυξημένο καρδιακό μεταφόρτιο, όπως σοβαρή υπολειπόμενος ανάπτυξη λόγω στένωσης του αρτηριακού πόρου εξαιτίας της θεραπείας με ινδομεθακίνη. 7 - 9 Επιπρόσθετα, RFTV μπορεί να συμβεί σε ανωμαλία Ebstein. 10

Η ανίχνευση RFTV στο πρώτο τρίμηνο αυξάνει τον κίνδυνο συγγενών καρδιακών ανωμαλιών (CHDs). Ωστόσο, μεμονωμένο εύρημα RFTV στο πρώτο τρίμηνο δεν φαίνεται να αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα για CHDs. 11 Αν και η RFTV ενδέχεται να αποτελεί ένα πρώιμο σημάδι αυξημένου καρδιακού προφόρτιου ή μεταφόρτιου ή καρδιακής δυσλειτουργίας στις περισσότερες περιπτώσεις η ήπια ανεπάρκεια της TV είναι ένα παροδικό καλοήθες εύρημα με μικρή χρονική και χωρική έκταση στην αρχή της κύησης. 12 , 13

Σύνδεση με την ανευπλοειδία

Η σχέση μεταξύ παλίνδρομης ροής στην τριγλώχινα βαλβίδα και την ανευπλοειδία είναι γνωστή. Το 2003, ο Huggon και οι συνεργάτες του περιέγραψαν RFTV στο 83% των περιπτώσεων εμβρύων με ανευπλοειδία, 58/70 και στο 8.6% των ευπλοειδικών εμβρύων, 6/70. 2 Παρόμοια αποτελέσματα δημοσιοποίησε ο Falcon με τους συνεργάτες του, το 2006, οι οποίοι ανέφεραν σημαντική παλινδρόμηση της τριγλώχινας βαλβίδας στο 74% των εμβρύων με σύνδρομο Down και στο 6,9% των ευπλοειδικών εμβρύων. 14 Ωστόσο, μάλλον αντιφατικά ήταν τα αποτελέσματα της μελέτης του Kagan και των συνεργατών του, το 2009, οι οποίοι ναι μεν ανακοίνωσαν υψηλά ποσοστά RFTV σε έμβρυα με ανευπλοειδία, στο 56% των εμβρύων με τρισωμία 21 και στο 1/3 των εμβρύων με τρισωμία 18, 13 ή σύνδρομο Turner, αλλά η RFTV σε φυσιολογικά χρωμοσωμικά έμβρυα ήταν μόνο 0.9%. 15 Σύμφωνα με μια σχετικά πρόσφατη μελέτη με ικανό αριθμό δείγματος (n=40), όλα τα ανευπλοειδή έμβρυα με RFTV είχαν επιπλέον υπερηχογραφικούς δείκτες παρόντες. Ο συνδυασμός RFTV με άλλους δείκτες τρισωμίας είναι ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας της ανευπλοειδίας. Όμως η RFTV, ως μεμονωμένη παράμετρος, είναι ένα ανεπαρκές εργαλείο ελέγχου αναζήτησης κάποιας χρωμοσωμικής ανωμαλίας. 16

Στρατηγικές διαχείρισης

Η συμπερίληψη της εξέτασης της τριγλώχινας βαλβίδας σε όλες τις περιπτώσεις τακτικού ελέγχου πρώτου τριμήνου (ηλικία μητέρας + NT, free β-hCG, PAPP-A) αύξησε το ποσοστό ανίχνευσης της τρισωμίας 21 από 91% στο 96%, για τον ίδιο ψευδώς θετικό ποσοστό 3%, με ταυτόχρονη ανίχνευση όλων σχεδόν των περιπτώσεων τρισωμίας 18, 13 και του συνδρόμου Turner. 15 Τα παραπάνω ποσοστά επιβεβαίωσε και μια άλλη μελέτη που χρησιμοποίησε την ηλικία της μητέρας, τους βιοχημικούς (free β-hCG, PAPP-A) και υπερηχογραφικούς δείκτες (NT, NB, TR και ροή DV). 17

Όμως, η μελέτη της τριγλώχινας βαλβίδας είναι χρονοβόρα, απαιτεί εξειδικευμένους χειριστές, γι αυτό και θεωρήθηκε απίθανη η ενσωμάτωσή της στον συνήθη έλεγχο. Μια εναλλακτική προσέγγιση θα ήταν να επιφυλαχθεί η εξέταση αυτή για την υποομάδα των κυήσεων με ενδιάμεσο κίνδυνο ανευπλοειδίας 1/101-1/1000. Η υποομάδα αυτή στην μελέτη του καθηγητή Nicolaides και των συνεργατών αποτέλεσε το 1/6 του συνολικού πληθυσμού ελέγχου. Σε 75.821 μονήρεις κυήσεις ο κίνδυνος τρισωμίας ήταν ˂ από 1/1000 στο 82% των φυσιολογικών χρωμοσωμικά εμβρύων και στο 3% των εμβρύων με τρισωμία 21 (ομάδα χαμηλού κινδύνου), μεταξύ 1/101 και 1/1000 στο 16% των φυσιολογικών εμβρύων και στο 15% με τρισωμία 21 (ομάδα ενδιάμεσου κινδύνου) και ≥ από 1/100 στο 2% των φυσιολογικών εμβρύων και στο 82% με τρισωμία 21 (ομάδα υψηλού κινδύνου). Η ομάδα υψηλού κινδύνου ελέγχτηκε με δειγματοληψία χοριακών λαχνών (CVS), ενώ στην ομάδα χαμηλού κινδύνου δεν συνεχίστηκε ο έλεγχος. Οι ασθενείς που βρίσκονταν στην κατηγορία ενδιάμεσου κινδύνου, εκτιμήσεις μεταξύ 1/101-1/1000, είχαν περαιτέρω αξιολόγηση του αρχικού κινδύνου με υπερηχογράφημα για τον προσδιορισμό της παρουσίας/απουσίας ρινικού οστού, παρουσίας/απουσίας παλινδρόμησης τριγλώχινας και φυσιολογικής/παθολογικής κυματομορφής Doppler στον φλεβώδη πόρο. Δειγματοληψία χοριακών ιχνών (CVS) πραγματοποιούνταν εάν ο αναπροσαρμοσμένος κίνδυνος ήταν ≥ από 1/100. Η διαχείριση της ταξινόμησης ελέγχου σε δύο στάδια είχε 91.1% ποσοστό ανίχνευσης της τρισωμίας 21, για ψευδώς θετικό ποσοστό 2.6%. 18

Ένα πρόσθετο όφελος από την ενσωμάτωση της μελέτης της τριγλώχινας βαλβίδας στoν συστηματικό έλεγχο πρώτου τριμήνου θα ήταν η αυξημένη πιθανότητα διάγνωσης καρδιακών ανωμαλιών. Η διαπίστωση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι η παρουσία παλινδρόμησης της τριγλώχινας βαλβίδας αυξάνει τον κίνδυνο καρδιακών ανωμαλιών κατά 8.4 φορές περισσότερο και παραπέμπει σε ενδελεχή καρδιολογικό έλεγχο με στοχευμένο υπερηχοκαρδιογράφημα. 11 Επειδή ο επιπολασμός της παλινδρόμησης της τριγλώχινας βαλβίδας (RFTV) στα έμβρυα με τρισωμία 21 ελαττώνεται με το μήκος CRL, 80% για μήκος CRL 45-55mm, 76.7% για μήκος CRL 55-65mm, 60.4% για μήκος CRL 65-74mm και 45% για μήκος CRL 75-84mm, 1 μια καλή τακτική θα ήταν επανεκτίμηση της τριγλώχινας βαλβίδας 2-3 εβδομάδες αργότερα.

Έκβαση

Όταν παρατηρείται παλινδρόμηση τριγλώχινας βαλβίδας σε μια κατά τα άλλα φυσιολογική εμβρυϊκή καρδιά, τείνει να είναι παροδική, μη σημαντική και η οποία υποχωρεί εντός μίας περιόδου από μία έως επτά εβδομάδες μετά τη διάγνωση. 19 , 20

  1. Faiola S, Tsoi E, Huggon IC, et al. Likelihood ratio for trisomy 21 in fetuses with tricuspid regurgitation at the 11 to 13 + 6-week scan. Ultrasound Obstet Gynecol. 2005 Jul; 26: 22–27. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  2. Huggon IC, DeFigueiredo DB, Allan LD. Tricuspid regurgitation in the diagnosis of chromosomal anomalies in the fetus at 11–14 weeks of gestation. Heart. 2003 Sep; 89: 1071–1073. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ | PDFGoogle Scholar
  3. Falcon O, Faiola S, Huggon I, et al. Fetal tricuspid regurgitation at the 11 + 0 to 13 + 6-week scan: association with chromosomal defects and reproducibility of the method. Ultrasound Obstet Gynecol. 2006 Jun;27(6):609-12. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  4. Snijders RJ, Noble P, Sebire N, et al. UK multicentre project on assessment of risk of trisomy 21 by maternal age and fetal nuchal translucency thickness at 10–14 weeks of gestation. Lancet. 1998; 351: 343–346. PubMed | The Lancet | Google Scholar
  5. Hyett J, Perdu M, Sharland G, et al. Using fetal nuchal translucency to screen for major congenital cardiac defects at 10–14 weeks of gestation: population based cohort study. BMJ. 1999; 318: 81–85. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ | PDF | Google Scholar
  6. Atzei A, Gajewska K, Huggon IC, et al. Relation between nuchal translucency thickness and prevalence of major cardiac defects in fetuses with normal karyotype. Ultrasound Obstet Gynecol. 2005 Aug; 26 (2): 154-7. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  7. Respondek M, Kammermeir M, Ludomirsky A, et al. The prevalence and clinical significance of fetal tricuspid valve regurgitation with normal heart anatomy. Am J Obstet Gynecol. 1994 Nov; 171: 1265–1270. PubMed | Full Text AJOGGoogle Scholar
  8. Tulzer G, Gudmundsson S, Rotondo K, et al. Doppler in the evaluation and prognosis of fetuses with tricuspid regurgitation. J Matern Fetal Invest. 1991 Jan;1: 15–18 PubMed | Full Text AJOG | Google Scholar
  9. Rizzo G, Arduini D. Fetal cardiac function in intrauterine growth retardation. Am J Obstet Gynecol. 1991 Oct; 165: 876–882. PubMed Full Text AJOGGoogle Scholar
  10. Oberhoffer R, Cook A, Lang D, et al. Correlation between echo-cardiographic and morphological investigation of lesions of tricuspid valve diagnosed during fetal life. Br Heart J. 1992 Dec; 68: 580–585. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ | PDF | Google Scholar
  11. Scala C, Morlando M, Familiari A, et al. Fetal Tricuspid Regurgitation in the First Trimester as a Screening Marker for Congenital Heart Defects: Systematic Review and Meta-Analysis. Fetal Diagn Ther. 2017;42(1):1-8. PubMed | Karger | PDF | Google Scholar
  12. Gembruch U, Smrcek JM. The prevalence and clinical significance of tricuspid valve regurgitation in normally grown fetuses and those with intrauterine growth retardation. Ultrasound Obstet Gynecol. 1997 Jun;9(6):374-82. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  13. Messing B, Porat S, Imbar T, et al. Mild tricuspid regurgitation: a benign fetal finding at various stages of pregnancy. Ultrasound Obstet Gynecol. 2005 Nov;26(6):606-9. PubMed | Obstetrics & Gynaecology | PDF | Google Scholar
  14. Falcon O, Auer M, Gerovassili A, et al. Screening for trisomy 21 by fetal tricuspid regurgitation, nuchal translucency and maternal serum free β-hCG and PAPP-A at 11 + 0 to 13 + 6 weeks. Ultrasound Obstet Gynecol. 2006 Feb; 27 (2): 151-155. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  15. Kagan KO, Valencia C, Livanos P, et al. Tricuspid regurgitation in screening for trisomies 21, 18 and 13 and Turner syndrome at 11+0 to 13+6 weeks of gestation. Ultrasound Obstet Gynecol. 2009 Jan; 33 (1): 18-22. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  16. Wiechec M, Nocun A, Wiercinska E, et al. First trimester tricuspid regurgitation and fetal abnormalities. J Perinat Med. 2015 Sep;43(5):597-603. PubMed | De Gruyter | Google Scholar
  17. Ghaffari SR, Tahmasebpour AR, Jamal A, et al. First-trimester screening for chromosomal abnormalities by integrated application of nuchal translucency, nasal bone, tricuspid regurgitation and ductus venosus flow combined with maternal serum free β-hCG and PAPP-A: a 5-year prospective study. Ultrasound Obstet Gynecol. 2012 May; 39 (5): 528-34. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  18. Nicolaides KH, Spencer K, Avgidou K, et al. Multicenter study of first-trimester screening for trisomy 21 in 75.821 pregnancies: results and estimation of the potential impact of individual risk-orientated two-stage first-trimester screening. Ultrasound Obstet Gynecol. 2005 Mar; 25: 221–226. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  19. Gardner MJ, Altman DG. Statistics with confidence. London: British Medical Journal. 1989: 28–33.
  20. Smrcek JM, Gembruch U. Longitudinal observations in normally grown fetuses with tricuspid valve regurgitation: report of 22 cases. Prenat Diagn. 1999 Mar; 19: 197–204. PubMed | Prenatal Diagnosis | Google Scholar 
Σεπτεμβρίου 29, 2016

Περιγραφή και ορισμός

Η κλειδοκρανιακή δυσόστωση Cleido-cranial Dysostosis (CCD) αποτελεί μια σκελετική ανωμαλία, η οποία χαρακτηρίζεται κυρίως από απουσία ή υποπλασία της κλείδας, ανωμαλίες της οστέωσης του κρανίου με πολυάριθμες οδοντικές ανωμαλίες. 1 , 2 Πιο πρόσφατες και πιο λεπτομερείς κλινικές έρευνες έδειξαν ότι η CCD είναι μια γενικευμένη σκελετική δυσπλασία που επηρεάζει όχι μόνο τα κλείδα και το κρανίο αλλά και ολόκληρο τον σκελετό. Ως εκ τούτου, η CCD θεωρήθηκε ως δυσπλασία και όχι ως δυσόστωση. 3 Συχνά επίσης αναφέρεται ως σύνδρομο Scheuthauer-Marie-Sainton και είναι μια αυτοσωματική κυρίαρχη διαταραχή του μυοσκελετικού συστήματος. 4 , 5

Δημογραφικά στοιχεία

Η νόσος γενικά είναι σπάνια και εμφανίζεται με συχνότητα 1/1.000.000 γεννήσεις, σε όλα τα έθνη, και προσβάλει εξίσου τα δύο φύλλα. 6

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας

Οι ανωμαλίες που μπορούν να ανιχνευθούν μέσω υπερηχογραφίας κατατάσσονται σύμφωνα την συχνότητα με την οποία ανίχνευσης σε συνήθη και περιστασιακά ευρήματα.

Ανωμαλίες ανιχνεύσιμες μέσω υπερηχογραφίας
  1. Συνήθη ευρήματα
    1. υποπλασία κλείδας, αμφοτερόπλευρη απουσία κλείδας στο 10% των προσβεβλημένων νεογνών, επί παραμονής της μιας κλείδας συνήθως απουσιάζει η δεξιά
    2. υποπλασία μέσης γραμμής του προσώπου
    3. υποπλαστικά λαγόνια οστά με φυσιολογικά μακρά οστά
    4. καθυστερημένη επιμετάλλωση ηβικού οστού
    5. υπερτελορισμός
  2. Περιστασιακά ευρήματα
    1. λυκόστομα
    2. υποπλασία ρινικού οστού
    3. μικρογναθία
    4. συνδακτυλία 5ης φάλαγγας

Διαφορική διάγνωση

Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει όλες εκείνες τις καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από βαριά υποπλασία των μακρών οστών, συμπεριλαμβανομένης και της κλείδας, αλλά και από εκείνες που προκαλούν ανωμαλίες της οστέωσης του κρανίου και της λεκάνης. Άλλες καταστάσεις ή και σύνδρομα συσχετιζόμενα με υποπλασία της κλείδας και με σκελετική δυσπλασία, θεωρούνται όμως απίθανες εάν τα εμβρυϊκά μέλη έχουν φυσιολογικό μήκος και διαμόρφωση, είναι η αχονδρογένεση, η ατελής οστεογένεση, το Kenny-Caffey syndrome, το Silver-Russell syndrome, το Holt – Oram syndrome, το Roberts syndrome και το TAR syndrome.

Καταστάσεις και σύνδρομα με παρόμοια υπερηχογραφικά ευρήματα
  1. ακολουθία Klippel – Feil
  2. ακολουθία Poland με την ανωμαλία Sprengel
  3. αχονδρογένεση
  4. ατελής οστεογένεση
  5. Kenny-Caffey syndrome
  6. Silver-Russell syndrome
  7. Holt – Oram syndrome
  8. Roberts syndrome
  9. TAR syndrome

Αναλυτικά

Aκολουθία Klippel – Feil: χαρακτηρίζεται από ανώμαλους αυχενικούς σπονδύλους, ασυμμετρία προσώπου, χαμηλής πρόσφυσης αυτιά, βραχύ αυχένα και ενίοτε λυκόστομα, σκολίωση και ατέλειες πλευρών.

Aκολουθία Poland με την ανωμαλία Sprengel αφορά κυρίως δυσπλασία της ωμικής ζώνης με συνεπακόλουθο περιορισμό στην κίνηση του ώμου σε αντίθεση με την κλειδοκρανιακή δυσόστωση (ΚΚΔ) η οποία παρουσιάζει μεγάλη πλαστικότητα στην κίνηση του ώμου.

Aχονδρογένεση: αποτελεί μια θανατηφόρο σκελετική δυσπλασία που χαρακτηρίζεται από πολύ βαριά υποπλασία των οστών, που καταλήγει σε εξεσημασμένη μικρομελία, δυσανάλογα μεγάλο θόλο κρανίου και μειωμένη οστέωση σπονδυλικής στήλης και οστών.

Aτελής οστεογένεση: περιλαμβάνει μια ετερογενή ομάδα καταστάσεων που παρουσιάζουν διαταραχές του κολλαγόνου και χαρακτηρίζονται από σοβαρή απομετάλλωση του σκελετού. Τα υπερηχογραφικά ευρήματα συμπεριλαμβάνουν φτωχή οστεοποίηση (μετάλλωση) και ανωμαλίες των μακρών οστών, όπως βράχυνση, γωνίωση, κύρτωση και κατάγματα που είναι περισσότερο έντονα στα μηριαία οστά.

Kenny-Caffey syndrome: αποτελεί ένα σπάνιο σύνδρομο πρωτοπαθούς δυσπλασίας των οστών που παρατηρείται κυρίως στην Αραβική Χερσόνησο και χαρακτηρίζεται από επιβράδυνση της ανάπτυξης, αναλογικά βραχύ ανάστημα, φλοιώδη πάχυνση και μυελώδη στένωση των μακριών οστών, καθυστερημένο κλείσιμο των ραφών του εγκεφάλου, υποκαλιαιμία οφειλόμενη σε συγγενή υποπαραθυρεοειδισμό και δυσμορφισμό του προσώπου, συμπεριλαμβανομένου του προεξέχοντος μέτωπου, της μακροκεφαλίας, της μικροφθαλμίας και της μικρογναθίας. Τα υπερηχογραφικά ευρήματα συμπεριλαμβάνουν ασυμμετρία κάτω γνάθου.

Silver-Russell syndrome: χαρακτηρίζεται από ασύμμετρη υπολειπόμενη ανάπτυξη του σκελετού, συχνά εκδηλωνόμενη με κεφαλή φυσιολογικού μεγέθους και κοντό ανάστημα. Τα υπερηχογραφικά ευρήματα συμπεριλαμβάνουν ασυμμετρία μελών (Limb asymmetry), βραχέα μακρά οστά ασύμμετρα συγκριτικά με τις πλευρές, κλινοδακτυλία 5ου δακτύλου, συνδακτυλία 2ου-3ου δακτύλου, προεξέχων μέτωπο, μικρογναθία, IUGR που εκδηλώνεται στο 2ο τρίμηνο.

Holt – Oram syndrome: χαρακτηρίζεται από σκελετικές δυσπλασίες ιδίως των άνω άκρων όπως απουσία αντιχείρων, συνδακτυλία, φωκομελία, υποπλασία της κερκίδας, της ωλένης ανωμαλίες της κλείδας καθώς και καρδιακές ανωμαλίες (μεσοκολπικά, μεσοκοιλιακά ελλείμματα).

Roberts syndrome: στην τυπική του μορφή χαρακτηρίζεται από τετραφωκομέλια με απουσία των αντιβραχίων, στρεβλοποδία, μικροκεφαλία, υπερτελορισμό και χειλεοσχιστίες.

TAR syndrome: χαρακτηρίζεται από κερκιδική απλασία άμφω και θρομβοκυτταροπενία, συνοδό υποπλασία ή απουσία της ωλένης και σταθερά παρόντες τους αντίχειρες, ανωμαλίες των κάτω άκρων όπως εξαρθρώματα και απουσία των περονών σε ποσοστό 50%.

Υπερηχογραφική διάγνωση

Ορισμένες από τις πιο συχνές ανατομικές ανωμαλίες (διεύρυνση στεφανιαίων ραφών, απουσία οστεοποίησης κρανιακών και ηβικών οστών, απουσία/υποπλασία ρινικού οστού) που απαντώνται στα προσβεβλημένα έμβρυα μπορούν να ανιχνευτούν μέσο υπερηχογραφίας. 7 , 8 Το πιο συνηθισμένο εύρημα είναι η ανίχνευση ετερόπλευρων/αμφοτερόπλευρων υποπλαστικών και υπομεταλλωμένων κλειδών. 9 Ωστόσο, μερικές φορές, λόγω της σπανιότητας της νόσου ή και της μικρής βαρύτητας των ανωμαλιών που εμπλέκονται, οι ανωμαλίες, μπορούν να διέλθουν της προσοχής του εξεταστή χωρίς να τεθεί διάγνωση. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και στοχευμένος έλεγχος κυρίως στους γόνους πασχόντων ατόμων ή όταν κατά τον έλεγχο ρουτίνας ανιχνεύονται βραχέα μακρά οστά κάτω από την 5η εκατοστιαία θέση ανάπτυξης για την αντίστοιχη ηλικία κύησης. 10 , 11 Πάντως, ένα φυσιολογικό υπερηχογράφημα δεν εγγυάται ότι το νεογνό δεν θα έχει CCD, επειδή υπάρχουν πολλές και διαφορετικές φαινοτυπικές εκδηλώσεις της νόσου στα μέλη μιας οικογένειας πασχόντων.

Επιτυχής διάγνωση CCD τέθηκε από την 14η - 15η εβδομάδα της κύησης και βασίστηκε στην προσεκτική αξιολόγηση των κλειδών στα έμβρυα που διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της εν λόγω διαταραχής. 12 Κάποιες φορές η κλείδα δεν αναγνωρίστηκε στις 15 εβδομάδες της κύησης, ωστόσο η διάγνωση επιβεβαιώθηκε στις 20 εβδομάδες της κύησης. 13 Στην CCD μπορεί να παρατηρηθεί απουσία ρινικού οστού το οποίο δύναται να διαγνωστεί με 3D υπερηχογραφία. 14 , 15

Κληρονομικότητα

Η CCD έχει ένα αυτοσωματικό επικρατές πρότυπο κληρονομικότητας με ποικιλόμορφη γονοτυπική έκφραση, ενώ σε ποσοστό 40% εμφανίζεται σποραδικά χωρίς προφανή γενετική αιτία. Το 1997 ταυτοποιήθηκε το υπεύθυνο γονίδιο γι’ αυτή τη νόσο είναι το RUNX2, γνωστό επίσης και ως CBFA1 η μετάλλαξη του οποίου έχει χαρτογραφηθεί στο βραχύ σκέλος του χρωμοσώματος 6 (6p21). 16 - 21 Το γονίδιο RUNX2 είναι απαραίτητο για τη διαφοροποίηση των οστεοβλαστών και επομένως για τον σχηματισμό της μεμβράνης και της ενδοχόνδριας οστέωσης κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του σκελετικού. 22 , 23 Ωστόσο, περιγράφεται φαινότυπος CCD με αναδιατάξεις του χρωμοσώματος 8q22. 24 Εάν ένας γονέας νοσεί, τότε, υπάρχει πιθανότητα 50%, η νόσος να μεταδοθεί στους απογόνους. 25

Στρατηγική διαχείρισης

Προγεννητικά η διάγνωση της CCD μπορεί να τεθεί στοχευμένα σε έμβρυα, λόγω βεβαρημένου οικογενειακού ιστορικού με γνωστές γονιδιακές μεταλλάξεις σε αμφότερους τους γονείς, λαμβάνοντας εμβρυϊκό DNA με δειγματοληψία χοριακής λάχνης (CVS) μεταξύ του 11ης και 14ης εβδομάδα της κύησης ή με αμνιοκέντηση μετά την 16η εβδομάδα της κύησης. 26 Επί απουσίας/υποπλασίας του ρινικού οστού και φυσιολογικού καρυότυπου θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά το εμβρυϊκό σκελετικό σύστημα για ανωμαλίες CCD ανιχνεύσιμες μέσο υπερηχογραφίας. Μετά τη γέννηση η διάγνωση της CCD βασίζεται στα ακτινογραφικά ευρήματα (X-ray) και την φυσική εξέταση, ενώ η επιβεβαίωση με την αναζήτηση των πιθανών μεταλλάξεων στο γονίδιο RUNX2 με εξέταση DNA στο αίμα. 27

Φυσική ιστορία και έκβαση

Εξαιτίας της πλούσιας γονοτυπικής ποικιλομορφίας της CCD υπάρχει ένα ευρύ φάσμα κλινικών εκδηλώσεων, ακόμα και εντός της ίδιας οικογένειας, που μπορεί να κυμαίνονται από μεμονωμένες οδοντικές ανωμαλίες έως σοβαρές κρανιοπροσωπικές δυσμορφίες ή σκελετικές ανωμαλίες με λειτουργικές επιπτώσεις στο νεογνό. 28 Τα κυριότερα κλινικά σημεία και συμπτώματα συμπεριλαμβάνουν την υποπλασία ή απλασία της κλείδας με στενούς και επικλινείς ώμους που έχουν την τάση να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον πρόσθια μέχρι την πλήρη μέχρι την πλήρη επαφής τους, το στενό κωνικό σχήμα του θώρακα. 29 Ο στενός θώρακας μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστική δυσχέρεια κατά την πρώιμη βρεφική ηλικία. 30 Άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που μπορεί να ανευρεθούν είναι η μακροκεφαλία, η διόγκωση και προβολή του μετωπιαίου οστού με εξοστώσεις στην οροφή των οφθαλμικών κόγχων, ο υπερτελορισμός, η καθυστερημένη επιμετάλλωση των κρανιακών ραφών και των ηβικών οστών που οστεοποιούνται αργά κατά την τρίτη δεκαετία της ζωής, η υποπλασία της γνάθου και των ζυγωματικών, η κύφωση, η λόρδωση, η βραχυδακτυλία, τα επιμήκη δάχτυλα, οι κοντοί και ευρείς αντίχειρες. 31 Μπορεί να υπάρχει μειωμένη ακουστική οξύτητα ως αποτέλεσμα της στένωσης του έξω ακουστικού πόρου λόγω υπερπλασίας των μαστοειδών οστών Lhe και να χρειαστεί τεστ ακοής, μεταγεννητικά. 32 , 33 Συχνή είναι η εμφάνιση υπεράριθμων δοντιών ειδικά στην άνω γνάθο, χωρίς να αποκλείονται περιπτώσεις συγγενούς έλλειψής τους ή εγκλεισμού τους. Τα δόντια έχουν υποπλαστική αδαμαντίνη, ανωμαλίες στη μορφολογία της μύλης και κεκαμμένες ρίζες με αυξημένο μήκος. 34- 36

Το τελικό ύψος μειώνεται σημαντικά σε ασθενείς με CCD. Κάποιες έρευνες έδειξαν ότι το ύψος γέννησης είναι φυσιολογικό, αλλά μεταξύ των ηλικιών 4 και 8 πέφτει κάτω ή γύρω στο 2η εκατοστιαία θέση ανάπτυξης. Οι ασθενείς έχουν συνήθως ένα ελαφρώς δυσανάλογο κοντό ανάστημα με κοντά άκρα σε σύγκριση με τον κορμό, πιο εμφανές στα άνω από το κάτω άκρα και είναι πιο έντονο στα κορίτσια. 37 Συχνή είναι η εμφάνιση ραιβών ισχίων (coxa-vara), με χαρακτηριστική χωλότητα στη βάδιση λόγω ανεπάρκειας των απαγωγών μυών - Trendelenburg gait και περιορισμό στην απαγωγή των ισχίων.

Παρόλο που η CCD σχετίζεται με αρκετές σκελετικές ανωμαλίες, οι ασθενείς με CCD αναζητούν θεραπεία κυρίως για οδοντικά και στοματικά προβλήματα. 38 Ως εκ τούτου, οι οδοντίατροι έχουν ουσιαστικό ρόλο στον εντοπισμό της CCD και στη συνέχεια στο σχεδιασμό και την εφαρμογή ειδικής διεπιστημονικής θεραπευτικής προσέγγισης με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής σε αυτούς τους ασθενείς. 39 , 40

  1. Jarvis JL, Keats TE. Cleidocranial dysostosis. A review of 40 new cases. Am J Roentgenol Radium Ther Nucl Med. 1974 May; 121 (1): 5-16. PubMed | Full Text AJR
  2. Teyton L, Mora JJ, Loyau G, et al. Cleidocranial dysostosis. Contribution to its study apropos of 2 personal cases (an isolated and a familial form). Rev Med Interne. 1984 Mar; 5(1): 76-82. PubMed | Full Text Elsevier
  3. Rimoin DL. International nomenclature of constitutional diseases of bone. J Pediatr. 1978 Oct; 93(4): 614-6. PubMed | Full Text J Pediatrics | Google Scholar
  4. Ringe KI, Schirg E, Galanski M. Cleidocranial dysplasia (CCD) causing respiratory distress syndrome in a newborn infant. A case report. J Radiol Case Rep. 2010; 4(4): 9-12. PubMed | Full Text PMC | Full Text J Radiology
  5. Kuruvila VE, Bilahari N, Attokkaran G, et al. Scheuthauer-Marie-Sainton syndrome. Contemp Clin Dent. 2012 Jul; 3(3): 338-40. PubMed | Full Text PMC | Full Text Wolters Kluwer
  6. McNamara CM, O'Riordan BC, Blake M, et al. Cleidocranial dysplasia: radiological appearances on dental panoramic radiography. Dentomaxillofac Radiol. 1999 Mar; 28(2): 89-97. PubMed | Full Text BIR | Google Scholar
  7. Winer N, Le Caignec C, Quere MP, et al. Prenatal diagnosis of a cleidocranial dysplasia-like phenotype associated with a de novo balanced t(2q;6q)(q36;q16) translocation. Ultrasound Obstet Gynecol. 2003 Dec; 22(6): 648-51. PubMed | Wiley Online Library | PDF
  8. Soto E, Richani K, Gonçalves LF, et al. Three-dimensional ultrasound in the prenatal diagnosis of cleidocranial dysplasia associated with B-cell immunodeficiency. Ultrasound Obstet Gynecol. 2006 May; 27(5): 574-9. PubMed | Wiley Online Library | PDF
  9. Hamner LH III, Fabbri EL, Browne PC. Prenatal diagnosis of cleidocranial dysostosis. Obstet Gynecol. 1994 May; 83 (5 Pt 2): 856-7. PubMed 
  10. Bowerman RA. Anomalies of the fetal skeleton: sonographic findings. AJR Am J Roentgenol. 1995 Apr; 164 (4): 973-9. PubMed | Full Text AJR
  11. Paladini D, Lamberti A, Agangi A, et al. Cleidocranial dysostosis. Prenatal ultrasound diagnosis of a late onset form. Ultrasound Obstet Gynecol. 2000 Jul; 16(1): 100-1. PubMed | Wiley Online Library | PDF
  12. Stewart PA, Wallerstein R, Moran E, et al. Early prenatal ultrasound diagnosis of cleidocranial dysplasia. Ultrasound Obstet Gynecol. 2000 Feb; 15(2): 154-6. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  13. Hassan J, Sepulveda W, Teixeira J, et al. Prenatal sonographic diagnosis of cleidocranial dysostosis. Prenat Diagn. 1997 Aug; 17(8): 770-2. PubMed | Wiley Online Library
  14. Jensen BL, Kreiborg S. Craniofacial abnormalities in 52 school-age and adult patients with cleidocranial dysplasia. J Craniofac Genet Dev Biol. Apr-Jun 1993; 13(2): 98-108. PubMed
  15. Hermann NV, Hove HD, Jørgensen C, et al. Prenatal 3D ultrasound diagnostics in cleidocranial dysplasia. Fetal Diagn Ther. 2009; 25 (1): 36-9. PubMed | Full Text Karger
  16. Cooper SC, Flaitz CM, Johnston DA, et al. A natural history of cleidocranial dysplasia. Am J Med Genet. 2001 Nov 15; 104 (1): 1-6. PubMed | Wiley Online Library
  17. Otto F, Kanegane H, Mundlos S. Mutations in the RUNX2 gene in patients with cleidocranial dysplasia. Hum Mutat. 2002 Mar; 19(3): 209-16. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  18. Suda N, Hattori M, Kosaki K, et al. Correlation between genotype and supernumerary tooth formation in cleidocranial dysplasia. Orthod Craniofac Res. 2010 Nov; 13(4): 197-202. PubMed | Wiley Online Library
  19. Bufalino A, Paranaíba LM, Gouvêa AF, et al. Cleidocranial dysplasia: oral features and genetic analysis of 11 patients. Oral Dis. 2012 Mar; 18 (2): 184-90. PubMed | Wiley Online Library
  20. Jaruga A, Hordyjewska E, Kandzierski G, et al. Cleidocranial dysplasia and RUNX2-clinical phenotype-genotype correlation. Clin Genet. 2016 Nov; 90(5): 393-402. PubMed | Wiley Online Library
  21. Kreiborg S, Jensen BL. Tooth formation and eruption - lessons learnt from cleidocranial dysplasia. Eur J Oral Sci. 2018 Oct; 126 Suppl 1: 72-80. PubMed | Wiley Online Library | PDF
  22. Komori T, Yagi H, Nomura S, et al. Targeted disruption of Cbfa1 results in a complete lack of bone formation owing to maturational arrest of osteoblasts. Cell. 1997 May 30; 89(5): 755-64. PubMed | Full Text Cell | Google Scholar
  23. Mundlos S. Cleidocranial dysplasia: clinical and molecular genetics. J Med Genet. 1999 Mar; 36(3): 177-82. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ | PDF
  24. Brueton LA, Reeve A, , P Husband RE, et al. Apparent cleidocranial dysplasia associated with abnormalities of 8q22 in three individuals. Am J Med Genet. 1992 Jun 1; 43(3): 612-8. PubMed | Wiley Online Library
  25. Machol K, Mendoza-Londono R, Lee B, et al. Cleidocranial Dysplasia Spectrum Disorder. GeneReviews. [updated 2017 Nov 16]. PubMed | GeneReviws
  26. Jiao Z, Chen Y, Zhao Z, et al. Prenatal diagnosis for two families affected with cleidocranial dysplasia due to novel RUNX2 variants. Zhonghua Yi Xue Yi Chuan Xue Za Zhi. 2019 Dec 10; 36 (12): 1179-1182. PubMed | Doi 
  27. Chen T, Hou J, Hu LL, et al. A novel small deletion mutation in RUNX2 gene in one Chinese family with cleidocranial dysplasia. Int J Clin Exp Pathol. 2014 Apr 15; 7(5): 2490-5. PubMed | Full Text PMC
  28. Pan CY, Tseng YC, Lan TH, et al. Craniofacial features of cleidocranial dysplasia. J Dent Sci. 2017 Dec; 12(4): 313-318. PubMed | Full Text PMC | Elsevier
  29. Beals RK, Sauser DD. Nontraumatic disorders of the clavicle. J Am Acad Orthop Surg. 2006 Apr; 14(4): 205-14. PubMed | Full Text AAOS | Google Scholar
  30. Chitayat D, Hodgkinson KA, Azouz EM. Intrafamilial variability in cleidocranial dysplasia: a three generation family. Am J Med Genet. 1992 Feb 1; 42(3): 298-303. PubMed | Wiley Online Library
  31. Kaplan SB, Kemp SS. KS Radiographic manifestations of congenital anomalies of the skull. Radiol Clin North Am.1991 Mar; 29(2): 195-218. PubMed
  32. Ross DA. Cleidocranial dysostosis--a case report and review of the literature. J R Army Med Corps. 1998 Feb; 144 (1): 37-9. PubMed | Full Text BMJ | PDF
  33. Matthews-Brzozowska T, Hojan-Jezierska D, Loba W, et al. Cleidocranial Dysplasia-dental Disorder Treatment and Audiology Diagnosis. Open Med (Wars) . 2018 Mar 1; 13: 1-8. PubMed | Full Text PMC | Full Text De Gruyter
  34. Richardson A, Deussen FF. Facial and dental anomalies in cleidocranial dysplasia: a study of 17 cases. Int J Pediatr Dent. 1994 Dec; 4(4): 225-31. PubMed | Wiley Online Library
  35. Zou SJ, D'Souza RN, Ahlberg T, et al. Tooth eruption and cementum formation in the Runx2/Cbfa1 heterozygous mouse. Arch Oral Biol. 2003 Sep; 48(9): 673-7. PubMed | Full Text Elsevier
  36. Yoda S, Suda N, Kitahara Y, et al. Delayed tooth eruption and suppressed osteoclast number in the eruption pathway of heterozygous Runx2/Cbfa1 knockout mice. Arch Oral Biol. 2004 Jun; 49 (6): 435-42. PubMed | Full Text Elsevier
  37. Jensen BL. Somatic development in cleidocranial dysplasia. Am J Med Genet. 1990 Jan; 35(1): 69-74. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  38. Kolokitha OE, Ioannidou I. A 13-year-old Caucasian boy with cleidocranial dysplasia: a case report. BMC Res Notes. 2013 Jan 5; 6: 6. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMC
  39. Weintraub GS, Yalisove IL. P7rosthodontic therapy for cleidocranial dysostosis: report of case. J Am Dent Assoc. 1978 Feb; 96(2): 301-5. PubMed | Full Text JADA
  40. Angle AD, Rebellato J. Dental team management for a patient with cleidocranial dysostosis. Am J Orthod Dentofacial Orthop. 2005 Jul; 128 (1): 110-7. PubMed | Full Text AJO-DO
Αυγούστου 22, 2016

Περιγραφή και ορισμός

Οι κύστες ωοθυλακίου αποτελούν συχνό εύρημα στις ωοθήκες θήλεων νεογνών και εμφανίζουν διάμετρο 1-7mm. Οι κύστες της εμβρυϊκής ωοθήκης είναι καλοήθεις, παρόμοιες από κάθε άποψη, με την θυλακιώδη κύστη που ανευρίσκεται σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας. Τυπικά, η εμβρυϊκή κύστη είναι συνήθως ετερόπλευρη, ανάγγειος με λεία λεπτά τοιχώματα καθώς υποδύεται "κυστική" μάζα στην κοιλιά θήλεος εμβρύου. Οι θυλακιώδεις κύστες είναι μεγαλύτερες και πιο σπάνιες ενδομήτρια. Κατά καιρούς έχουν περιγραφή ωχρινικές κύστες απότοκες των κυττάρων της θήκης των ωοθηκών. 1

Αιτιοπαθογένεια

Η αιτιοπαθογένεια της οντότητας αυτής παραμένει άγνωστη. 2 Ωστόσο, η χοριακή γοναδοτροπίνη που εκκρίνεται από τον εμβρυϊκό πλακούντα αλλά και οι οιστρογόνες ορμόνες της εγκύου μπορεί να διεγείρουν τις εμβρυϊκές ωοθήκες δημιουργώντας κύστες. Έχουν επίσης προταθεί, ως αίτια, η προωρότητα και ο εμβρυϊκός υποθυρεοειδισμός. 3

Δημογραφικά στοιχεία

Ο DeSa περιέγραψε την παρουσία κύστεων σε ποσοστό 34% σε γυναίκες με ιστορικό θνησιγενών εμβρύων ή νεογνών τα οποία απωλέσθησαν εντός διαστήματος 28 ημερών από τον τοκετό. 4

Υπερηχογραφική διάγνωση

Η υπερηχογραφική διάγνωση πραγματοποιείται μεταξύ 27ης και 39ης εβδομάδας της κύησης, 5 όταν η μέση διάμετρος της κύστης είναι 34 +/- 17 mm. Εύρος τιμών 10-61 mm. 6 , 7

Η διάγνωση συνήθως τίθεται όταν ανακαλύπτεται ετερόπλευρος κυστική δομή στην κοιλιά θήλεος εμβρύου, το οποίο εμφανίζει φυσιολογικό ουροποιητικό και γαστρεντερικό σύστημα, και, φυσιολογικό πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα. 8

H κύστη ωοθήκης ανιχνεύεται πάντα στην περιοχή της εμβρυϊκής κοιλιάς και όχι στην πύελο στην οποία εντοπίζεται συχνότερα σε γυναίκες και παιδιά. Μερικές φορές οι κύστες αυτές μπορεί να ανιχνευθούν ψηλά στο άνω τμήμα της κοιλιάς με αποτέλεσμα να παραπλανήσουν τον εξεταστή και να τον οδηγήσουν σε εσφαλμένη διάγνωση.

Το 2000, ο Lee και οι συνεργάτες του περιέγραψαν το σημείο "θυγατέρα της κύστης" το οποίο ορίστηκε ως απεικόνιση μικρών κύστεων κατά μήκος του τοιχώματος (έξω ή έσω) της κύστης. Το σημείο "θυγατέρα της κύστης" αποτελεί χαρακτηριστικό εύρημα και είναι ενδεικτικό των απλών κύστεων των ωοθηκών. 9

Η ενδοκυστική αιμορραγία αποτελεί την συχνότερη επιπλοκή των κύστεων αυτών και εμφανίζεται δευτερογενώς μετά την συστροφή. Όταν συμβεί αιμορραγία, η μορφολογία της κύστης αλλάζει δραματικά καθώς η εμφάνισή της επηρεάζεται από το χρονική στιγμή μεταξύ της αιμορραγίας και της έναρξης της εξέτασης καθώς μεταβάλλονται οι θρόμβοι αίματος. Αυτές οι αλλαγές ποικίλουν και μπορεί να εμφανίζονται ως ένα διάσπαρτο υπερηχογενές υλικό. Άλλοτε πάλι μπορεί να υποδύονται διάσπαρτες ηχογενείς (λευκές) περιοχές, ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα υγρού καθώς υπαναχωρεί ο θρόμβος ή είναι πλήρως υπερηχογενείς δίνοντας την εντύπωση στέρεας μάζας. Σε 20/44 ασθενείς (45%), η κυστική εμφάνιση άλλαξε κατά τη διάρκεια του τοκετού από καθαρά κυστική σε μικτή μορφή ανεξάρτητα από το μέγεθος της κύστης. 10

Διαφορική διάγνωση

Οι περισσότερο συχνά εμφανιζόμενες κύστεις στην εμβρυϊκή κοιλιά είναι τρεις: η κύστη μηκωνίου, η κύστη χοληδόχου πόρου και η εντερική κύστη διπλασιασμού. Κάποιες άλλες κύστεις είναι πιο σπάνιες και συμπεριλαμβάνουν: την κύστη του μεσεντερίου, τα εκκολπώματα, την κύστη του Meckel, και την κύστη του ουραχού. Θα πρέπει επίσης η διαφορική διάγνωση να αποκλείσει και μια σειρά από άλλες "κοιλιακές κύστεις". Όταν ανιχνεύεται μια "κυστική μάζα" στην κοιλιά ενός θήλεος εμβρύου ο εξεταστής μπορεί να σφάλει εάν θεωρεί δεδομένη την διάγνωση μιας μη νεοπλασματικής κύστης.

Οι κύστες της ωοθήκης μπορεί να βρεθούν σε οποιαδήποτε θέση εντός του κύτους της εμβρυϊκής κοιλιάς. Περιστασιακά, ο υδρονεφρωτικός έκτοπος πυελικός νεφρός μπορεί να εκληφθεί λανθασμένα ως κοιλιακή "κυστική μάζα". Ωστόσο, πολλές από τις άλλες κύστες που τίθενται στην διαφορική διάγνωση βρίσκονται σε συγκεκριμένες θέσεις. Η κύστη του χοληδόχου πόρου και του Meckel βρίσκονται στο δεξιό τμήμα της κοιλιάς, με την κύστη του χοληδόχου πόρου να βρίσκεται στην κατώτερη επιφάνεια του δεξιού λοβού του ήπατος. Η κύστη του μεσεντερίου εντοπίζεται στην μέση γραμμή, ενώ η κύστη ουραχού εφάπτεται με το ανώτερο τοίχωμα της ουροδόχου κύστης. Προσεκτικός έλεγχος σε μια κύστη του μεσεντερίου θα αποκαλύψει σχεδόν πάντα αγκύλη εντέρου η οποία σχηματίζει πτύχωση: θα αποκαλύψει την κύστη ή θα εμφανίζεται στην πορεία απευθείας μέσω της κύστης. Δεν έχει περιγραφεί μέχρι στιγμής άλλη κύστη με αυτό το χαρακτηριστικό. Οι κύστες μηκωνίου (περιτονίτιδα από μηκώνιο) είναι το ίδιο συχνές όπως και οι κύστεις των ωοθηκών και μπορεί να ανευρεθούν οπουδήποτε στην κοιλιακή χώρα. Αυτές κατά κανόνα ασβεστοποιούν το τοίχωμά τους, οπότε και διαφοροποιούνται εύκολα από τις κύστεις των ωοθηκών. Οι εντερικές κύστεις διπλασιασμού έχουν μικρό σχετικά πλάτος, το τοίχωμά τους συχνά είναι ορατό και οφείλεται στις εσωτερικές εντερικές εκκρίσεις οι οποίες εύκολα αναγνωρίζονται από τις κύστεις των ωοθηκών. Άλλες φορές η χαρακτηριστική υπερηχογένεια του εντερικού τοιχώματος θέτει τις απαραίτητες προϋποθέσεις της ορθής διάγνωσης.

 Ο παρακάτω πίνακας συγκεντρώνει τις "κοιλιακές κύστεις" που πρέπει να τεθούν υπόψιν στην διαφορική διάγνωση.

  1. ηπατική κύστη
  2. κύστη χοληδόχου πόρου
  3. πρόσθια μηνιγγοκήλη
  4. κύστη μεσεντερίου
  5. κύστη επίπλουν
  6. εντερική απόφραξη
  7. εντερικές κύστεις διπλασιασμού
  8. κύστη μηκωνίου (περιτονίτιδα από μηκώνιο)
  9. κύστη ουραχού
  10. διαμαρτία της αμάρας
  11. κύστη νεφρού
  12. πολυκυστικός δυσπλαστικός νεφρός
  13. υδρονέφρωση (απόφραξη ή παλινδρόμηση ουρητηροπυελικής συμβολής)
  14. υδροουρητήρας
  15. περινεφρικό ουρίνωμα
  16. μεγακύστη
  17. διπλό σύστημα συλλογής ούρων με απόφραξη
  18. κιρσός ομφαλικής φλέβας
  19. λεμφαγγείωμα
  20. υδρομητρόκολπος
  21. ιεροκοκκυγικό τεράτωμα

Φυσική ιστορία και έκβαση

Η πορεία στην πλειονότητα των κύστεων είναι καλή αφού έχουν καλοήθη προέλευση. Ωστόσο, μερικές φορές, μπορεί να εμφανιστούν επιπλοκές όπως αιμορραγία-συστροφή και ρήξη, οι οποίες απαιτούν χειρουργική επέμβαση μετά τον τοκετό. Πάντως, τo μέγεθος και η σύσταση των κύστεων αποτελούν τους δύο κύριους καθοριστικούς παράγοντες της περιγεννητικής έκβασης. 11 , 12

Το μέγεθος της κύστης παρέμεινε αμετάβλητο κατά το διάστημα της αρχικής διάγνωσης έως τον τοκετό στο 71% των περιπτώσεων. 13 Αυτόματη υποστροφή σημειώθηκε στο 63% των απλών κύστεων και ήταν σημαντικά υψηλότερη από αυτή των σύνθετων (40%) η οποία σημειώθηκε ενδομητρίως ή εντός 2 μηνών από τη γέννηση. 14 Στην μελέτη του Meizner και των συνεργατών του, όλες οι απλές κύστες υποχώρησαν σε διάστημα 15 ημερών έως 6 μήνες μετά τον τοκετό. 8 Ο ρυθμός υποτροπής ήταν 37,9%, στις περιπτώσεις εκείνες που υποβλήθηκαν σε αναρρόφηση και αποσυμφόρηση προγεννητικά. 15

Ενδοκυστική αιμορραγία παρατηρήθηκε στο 62,5% των κύστεων οι οποίες είχαν μέγεθος ≥ από 4 cm, 16  ως δευτερογενής αιτία λόγω συστροφής της ωοθήκης. 17 Η πιθανότητα συστροφής στην νεογνική περίοδο αυξάνεται σε ποσοστό που κυμαίνεται από 37,5% έως 78% ιδίως εάν η διάμετρος της κύστης είναι ≥ από 4 cm 6 , 18 - 22 ή εμφανίζει μεγάλη κινητικότητα, επειδή συνδέεται με μίσχο από την ωοθήκη.

Η ρήξη των κύστεων της ωοθήκης αποτελεί μια σπάνια επιπλοκή και πρέπει να υπονοείται σε κάθε περίπτωση ανεξήγητου ασκίτη επί θήλεος εμβρύου. 23

Γαστρεντερική και ουρητηρική απόφραξη έχουν περιγραφή. 24 , 25 Υδράμνιο συνυπήρχε σε ποσοστό 18% σε κύστες με διάμετρο > 6 cm. 13 Παρόλα αυτά η μερική απόφραξη του εντέρου πιθανά να εξηγείται από την πίεση που ασκεί η κύστη στο λεπτό έντερο η οποία δυνητικά θα μπορούσε να μειώσει περαιτέρω κατάποση και απορρόφηση αμνιακού υγρού από του γαστρεντερικό εμβρυϊκό σύστημα. 26

Στρατηγική διαχείρισης

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν κατευθυντήριες οδηγίες διαχείρισης για την παρακολούθηση και την θεραπεία των κύστεων της ωοθήκης. 27 Μια τακτική θα ήταν οι απλές ωοθηκικές κύστες να παρακολουθούνται εβδομαδιαίως με υπερηχογράφημα έως τoν τοκετό. 28

Όταν ανακαλύπτεται ενδοκυστική αιμορραγία, η ωοθήκη έχει συστραφή και πιθανότατα έχει υποστεί βλάβη. Η υπερηχογραφική παρακολούθηση μιας κύστης που έχει υποστεί αιμορραγία εκ των πραγμάτων γίνεται μεταγενέστερα, οπότε, η ευκαιρία "λειτουργικής διάσωσης" με επείγουσα μαιευτική παρέμβαση πρέπει να αποφεύγεται.

Συνήθως οι απλές κύστες των ωοθηκών έχουν καλοήθη πορεία, ενώ οι περισσότερες απαιτούν χειρουργική εκτομή μετά τον τοκετό. Εξαίρεση σε αυτόν τον "κανόνα" αποτελεί η κύστη του χοληδόχου πόρου η οποία μπορεί να σχετίζεται με ατρησία χοληφόρων.

Οι κύστες των ωοθηκών πρέπει να ελέγχονται μετά τον τοκετό, για μακρό χρονικό διάστημα, και το ενδεχόμενο της χειρουργικής τους αφαίρεσης να εξετάζεται μόνο για εκείνες τις σπάνιες κύστες που δεν μειώνονται σε μέγεθος ή έχουν αιμορραγήσει, φροντίζοντας να διασφαλιστεί η μελλοντική γονιμότητα της ωοθήκης. Αν η συστροφή συμβεί πριν τον τοκετό, η σύστοιχη ωοθήκη μπορεί να ατροφήσει, ενώ η ετερόπλευρη, και, κατά τα άλλα ανεπηρέαστη ωοθήκη, διατηρεί τη λειτουργική της ακεραιότητα.

Πρόγνωση

Στο παρελθόν, μεγάλες ορώδεις κύστεις αφαιρούνταν προληπτικά κατά την νεογνική περίοδο, λόγω ανησυχίας για συστροφή, νέκρωση και συνοδό περιτονίτιδα. Σήμερα οι κύστεις ωοθηκών παρακολουθούνται υπερηχογραφικά κατά την νεογνική περίοδο. 29 Στην περίπτωση κατά την οποία παλινδρομήσει η κύστη, λόγω μειωμένης ορμονικής διέγερσης σε ασυμπτωματικό ασθενή, η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται για αρκετό ακόμα διάστημα. 23

Αν το μέγεθος μιας κύστης μεγεθύνεται ή παραμένει αμετάβλητο, ο Bagolan και οι συνεργάτες του συνιστούν χειρουργική εξαίρεση κατά την νεογνική περίοδο. Στην μελέτη τους ποσοστό μεγαλύτερο από το 60% χρειάστηκε χειρουργική ωοθηκεκτομή. 5 Αν η νεογνική ωοθήκη καταλαμβάνεται πλήρως από την "κυστική μάζα", τότε προτιμάται ωοθηκεκτομή παρά κυστεκτομή. Σε μια μικτής σύστασης ωοθηκική μάζα, στην οποία δεν έχει τεθεί με βεβαιότητα οριστική διάγνωση, η αφαίρεση αποτελεί την θεραπεία εκλογής κατά την νεογνική περίοδο. 5

Σε μια ανασκοπική μελέτη που συμπεριελάμβανε 6 κύστες μικτής σύστασης: 4 από αυτές συστράφηκαν όπως διαπιστώθηκε κατά την χειρουργική επέμβαση, μία αιμορράγησε, ενώ η τελευταία παρέμεινε αμετάβλητη ως είχε με εσωτερικά συντρίμματα. 20 Σε μεταγενέστερη αναδρομική μελέτη που συμπεριελάμβανε έξι συστραφείσες κύστες ωοθηκών, η διάγνωση ετέθει υπερηχογραφικά ενώ σε μία με μαγνητική τομογραφία (MRI). Όλες οι κύστες αφαιρέθηκαν λαπαροσκοπικά. Η ηλικία κατά την χειρουργική επέμβαση ήταν από 9 ημέρες έως 7,5 μήνες. 30 - 32

Κυσταδενώματα και τερατώματα αποτελούν πιο σπάνια νεοπλάσματα τα οποία αφαιρούνται κατά την νεογνική περίοδο. 26 Το δυσγερμίνωμα και άλλοι κακοήθεις ωοθηκικοί όγκοι είναι σπάνιοι. 33

  1. Nguyen KT, Reid RL, Sauerbrei E. Antenatal sonographic detection of a fetal theca lutein cyst: A clue to maternal diabetes mellitus. J Ultrasound Med. 1986 Nov; 5 (11): 665-7. PubMed | Winley Online Library | PDF
  2. Frémond B, Guibert L, Jouan H, et al. Prenatal diagnosis of ovarian cysts. Chir Pediatr. 1986; 27 (3): 128-33. PubMed
  3. Jafri SZ, Bree RL, Silver TM, et al. Fetal ovarian cysts: sonographic detection and association with hypothyroidism. Radiology. 1984 Mar; 150 (3): 809-12. PubMed | Full Text Radiology
  4. deSa DJ. Follicular ovarian cysts in stillbirths and neonates. Arch Dis Child. 1975 Jan; 50 (1): 45-50. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMJ | PDF
  5. Bagolan P, Rivosecchi M, Giorlandino C, et al. Prenatal diagnosis and clinical outcome of ovarian cysts. J Pediatr Surg. 1992 Jul; 27 (7): 879-81. PubMed | Full Text Pediatric Surgery
  6. Perrotin F, Roy F, Potin J, Lardy H, et al. Ultrasonographic diagnosis and prenatal management of fetal ovarian cysts. J Gynecol Obstet Biol Reprod (Paris). 2000 Apr; 29 (2): 161-9. PubMed | Full Text EMConsulte
  7. Crombleholme TM, Craigo SD, Garmel S, et al. Fetal ovarian cyst decompression to prevent torsion. J Pediatr Surg. 1997 Oct; 32 (10): 1447-9. PubMed | Full Text Pediatric Surgery
  8. Meizner I, Levy A, Katz M, et al. Fetal ovarian cysts: Prenatal ultrasonographic detection and postnatal evaluation and treatment. Am J Obstet Gynecol. 1991 Mar; 164 (3): 874-8. PubMed | Full Text AJOG
  9. Lee HJ, Woo SK, Kim JS, et al. "Daughter cyst" sign: a sonographic finding of ovarian cyst in neonates, infants, and young children. AJR Am J Roentgenol. 2000 Apr; 174 (4): 1013-5. PubMed | Full Text AJR
  10. Muller-Leisse C, Bick U, Paulussen K, et al. Ovarian cysts in the fetus and neonate: changes in sonographic pattern in their follow-up and management. Pediatr Radiol. 1992 Oct; 22 (6): 395-400. PubMed I SpringerLink
  11. Bryant AE, Laufer MR. Fetal ovarian cysts: incidence, diagnosis and management. J Reprod Med. 2004 May; 49 (5): 329-37. PubMed
  12. Garel L, Filiatrault D, Brandt M, et al. Antenatal diagnosis of ovarian cysts: natural history and therapeutic implications. Pediatr Radiol. 1991; 21 (3): 182-4. PubMed | SpringerLink
  13. Sakala EP, Leon ZA, Rouse GA. Management of antenatally diagnosed fetal ovarian cysts. Obsted Gynecol Surv. 1991 Jul; 46 (7): 407-14. PubMed | Full Text Obstetrical & Gynecological Survey
  14. Shimada T, Miura K, Gotoh H, et al. Management of prenatal ovarian cysts. Early Hum Dev. 2008 Jun; 84 (6): 417-20. PubMed | Elsevier Science
  15. Bascietto F, Liberati M, Marrone L, et al. Outcome of fetal ovarian cysts diagnosed on prenatal ultrasound examination: systematic review and meta-analysis. Ultrasuond Obstet Gynecol. 2017 Jul; 50 (1): 20-31. PubMed | Winley Online Library | PDF
  16. Comparetto C, Giudici S, Coccia ME, et al. Fetal and neonatal ovarian cysts: what's their real meaning?. Clin Exp Obstet Gynecol. 2005; 32 (2): 123-5. PubMed
  17. Galinier P, Carfagna L, Juricic M, et al. Fetal ovarian cysts management and ovarian prognosis: a report of 82 cases. J Pediatr Surg. 2008 Nov; 43 (11): 2004-9. PubMed | Full Text Pediatric Surgery
  18. Nussbaum AR, Sanders RS,Hartman DS, et al. Neonatal ovarian cysts: Sonographic - pathologic correlation. Radiology 1988 Sep; 168 (3): 817-21. PubMed | Full Text Radiology
  19. Foley PT, Ford WD, McEwing R, et al. Is conservative management of prenatal and neonatal ovarian cysts justifiable?. Fetal Diagn Ther. 2005 Sep-Oct; 20 (5): 454-8. PubMed | Full Text Karger
  20. Brandt ML, Luks FL, Filiatrault D, et al. Surgical indications in antenatally diagnosed ovarian cysts. J Pediatr Surg. 1991 Mar; 26 (3): 276-81. PubMedFull Text Pediatric Surgery
  21. Gawrych E, Mazurkiewicz I, Kwas A, et al. Antenatal diagnosis and postnatal management of ovarian cysts. Ann Acad Med Stetin. 2006; 52 (2): 45-9. PubMed
  22. Avni EF, Godart S, Israel C, et al. Ovarian torsion cyst presenting as a wandering tumor in a newborn: antenatal diagnosis and post natal assessment. Pediatr Radiol. 1983; 13 (3): 169-71. PubMed | SpringerLink
  23. Gallagher TA, Lim-Dunham JE, Vade A, et al. Sonographic appearance of ruptured ovarian cyst in the neonatal period. J Clin Ultrasound. 2008 Jan; 36 (1): 53-5. PubMed | Winley Online Library | PDF
  24. McKeever PA, Andrews H. Fetal ovarian cysts: a report of five cases. J pediatr Surg. 1988 Apr; 23 (4): 354-35. PubMed | Full Text Pediatric Surgery
  25. Towne BH, Mahour GH, Woolley MM, et al. Ovarian cysts and tumors in infancy and childhood. J Pediatr Surg. 1975 Jun; 10 (3): 311-20. PubMed | Full Text Pediatric Surgery
  26. Tabsh ΚΜ. Antenatal Sonographic Appearance of a Fetal Ovarian Cyst. J Ultrasound Med. 1982 Oct; 1 (8): 329-31. PubMed | Winley Online Library | PDF
  27. Akın MA, Akın L, Özbek S, et al. Fetal-neonatal ovarian cysts--their monitoring and management: retrospective evaluation of 20 cases and review of the literature. J Clin Res Pediatr Endocrinol. 2010; 2 (1): 28-33. PubMed | Full Text PMC
  28. D'Addario V, Volpe G, Kurjak A, et al. Ultrasonic diagnosis and perinatal management of complicated and uncomplicated fetal ovarian cysts: a collaborative study. Perinat Med. 1990; 18 (5): 375-81. PubMed | Full Text De Gruyter
  29. Amodio J, Abramson S, Berdon W, et al. Postnatal resolution of large ovarian cysts detected in utero. Pediatric Radiology. 1987 Oct; 17 (6): 467-469. PubMed | SpringerLink
  30. Tseng D, Curran TJ, Silen ML. Minimally invasive management of the prenatally torsed ovarian cyst. J Pediatr Surg. 2002 Oct; 37 (10): 1467-9. PubMed | Full Text Pediatric Surgery
  31. Dobremez E, Moro A, Bondonny JM, et al. Laparoscopic treatment of ovarian cyst in the newborn. Surg Endosc. 2003 Feb; 17 (2): 328-32. PubMed | SpringerLink
  32. Prasad S, Chui CH. Laparoscopic-assisted transumbilical ovarian cystectomy in a neonate. JSLS, J Soc Laparoendosc Surgeons. 2007 Jan-Mar; 11 (1): 138-41. PubMed | Full Text PMC
  33. Lindeque BG, du Toit JP, Muller LMM, et al. Ultrasonographic criteria for the conservative management of antenatally diagnosed fetal ovarian cysts. J Reprod Med. 1988 Feb; 33 (2): 196-8. PubMed
Απριλίου 25, 2016

Περιγραφή και ορισμός

Οι ανωμαλίες της κερκίδας είναι το φάσμα των ανωμαλιών που χαρακτηρίζεται από οστικά ελλείμματα του κερκιδικού οστού όπως υποπλασία ή απλασία ενώ το εύρος των παρατηρούμενων ανωμαλιών κυμαίνεται από έλλειψη μερικών δακτύλων έως την πλήρη απώλεια του μισού αντιβράχιου, του καρπού και των δακτύλων. 1 , 2

Δημογραφικά στοιχεία

Η επίπτωση των ανωμαλιών της κερκίδας εμφανίζεται με συχνότητα 1/6.000-8.000 γεννήσεις ζώντων νεογνών και μπορεί να είναι μονόπλευρη ή αμφίπλευρη. 3 - 5

Αιτιοπαθογένεια

Ο ακριβής αιτιοπαθογενετικός μηχανισμός είναι άγνωστος. Περιγράφεται μια ασθενής συσχέτιση μεταξύ μητρικού καπνίσματος και δυσπλασιών που αφορούν μείωση των άκρων. 6

Κληρονομικότητα

Οι ανωμαλίες της κερκιδικής ακτίνας ως μέρος ενός συνδρόμου κληρονομούνται με αυτοσωματικό κυρίαρχο πρότυπο μετάδοσης. 7 -10

Σύνδρομα και καταστάσεις συσχετιζόμενα με ανωμαλίες της κερκίδας

Οι ανωμαλίες της κερκίδας στην πλειονότητα των περιπτώσεων συσχετίζονται με ανατομικές ανωμαλίες από άλλα συστήματα οργάνων, όπως το καρδιαγγειακό, το ουρογεννητικό, το γαστρεντερικό, το μυοσκελετικό και το αιμοποιητικό. 11 Επίσης, έχει περιγραφεί πλειάδα γενετικών συνδρόμων και άλλων καταστάσεων τα οποία σχετίζονται με βραχεία κερκιδική ακτίνα. 12 , 13 Κερκιδικά ελλείμματα ανευρίσκονται σε ανευπλοειδικά έμβρυα ή σε έμβρυα που έχουν εκτεθεί σε τερατογόνα φάρμακα. Τα κερκιδικά ελλείμματα σε ποσοστό 13% αποτελούν μεμονωμένη βλάβη. 14

Υπερηχογραφική διάγνωση

H διάγνωση επιτυγχάνεται με τον εντοπισμό ενός ασυνήθιστα μικρού οστού ή όταν η κερκίδα απουσιάζει από το αντιβράχιο. 15 Η προγεννητική διάγνωση της υποπλασίας της κερκίδας βασίζεται στα υπερηχογραφικά ευρήματα της σοβαρής μείωσης ή της απουσίας της κερκίδας, της απουσίας του αντίχειρα και της ανώμαλης θέσης του χεριού (απότομη ακτινική απόκλιση). 16 Η χρήση της 3D τεχνολογίας διευκολύνει τη διάγνωση, ακόμη και στην αρχή της κύησης, παρέχοντας καλύτερη θέαση της προσβεβλημένης επιφάνειας, πανοραμική άποψη και χωρικό προσανατολισμό. 17

Η υπερηχογραφική αξιολόγηση των οστών των εμβρυϊκών άκρων είναι μερικές φορές δύσκολη λόγω της θέσης του αντιβραχίου (πρηνής ή ύπτια) και του παθολογικού όγκου του αμνιακού υγρού (υδράμνιο, ολιγάμνιο). Εάν κατά την διάρκεια του υπερηχογραφήματος εντοπιστεί στο αντιβράχιο μονήρες οστό, ο προσδιορισμός της σχέσης του οστού με την σαρκώδη προεξοχή που σχηματίζεται από τους μυς στο ωλένιο χείλος της παλάμης θα βοηθήσει στην επιβεβαίωση ότι το οστό που ηχογραφείται, είναι η ωλένη.

Το ποσοστό υπερηχογραφικής ανίχνευσης των ανωμαλιών των άκρων παραμένει γενικά χαμηλό, 25%-45%. 18 - 20 Ένα τριτοβάθμιο κέντρο εμβρυομητρικής ιατρικής ανέφερε ποσοστό προγεννητικής διάγνωσης των παθήσεων της κερκιδικής ακτίνας στο 61% των περιπτώσεων (11/18). 21

Διαφορική διάγνωση

Η διαφορική διάγνωση εξαρτάται από τον τύπο των ανωμαλιών και από το εάν τα ευρήματα είναι μεμονωμένα ή σχετίζονται με άλλες δυσπλασίες.

Α. Γενετικά σύνδρομα με τα ακόλουθα ευρήματα

-σύνδρομο Cornelia de Lange (διαμαρτίες προσώπου - άκρων, JUGR, νοητική υστέρηση) 22 , 23

-σύνδρομο TAR (θρομβοκυτταροπενία - αμφίπλευρη απουσία κερκίδας). Η θρομβοκυτταροπενία συχνά είναι αυτοπεριοριζόμενη και βελτιώνεται με την πάροδο της ηλικίας. 24 - 26

-σύνδρομο Holt- Oram (υποπλασία κερκίδας, καρδιακά ελλείμματα) 27 - 29

-σύνδρομο Roberts (τετραφωκομέλεια, κρανιοπροσωπικές σχιστίες). 30 - 33

 

Β. Καταστάσεις και σχέσεις

-αναιμία Fanconi (υποπλασία κερκίδας, απουσία αντιχείρων, τάση για λευχαιμία) 34 , 35

-σχέση VATER ή VACTREL. Η σχέση VATER είναι το ακρωνύμιο των λέξεων Vertebral defects, anal atresia, tracheoesophageal fistula, esophageal atresia and radial and renal dysplasias που περιγράφει την μη τυχαία ταυτόχρονη εμφάνιση ανωμαλιών, οι οποίες συμπεριλαμβάνουν (ελλείμματα σπονδύλων, ατρησία πρωκτού, τραχειο-οισοφαγικό συρίγγιο, ατρησία οισοφάγου, δυσπλασίες κερκίδων, δυσπλασίες νεφρών). 36 - 39

 

Γ. Ανευπλοειδία

-τρισωμία 13 (σύνδρομο Patau) 40, 41

-τρισωμία 18 (σύνδρομο Endwards'). 42 , 43

 

Δ. Έκθεση σε τερατογόνα

Το βαλπροϊκό οξύ είναι το πιο συνηθισμένο τερατογόνο που σχετίζεται με δυσπλασία της κερκίδας. Το σύνδρομο του βαλπροϊκού οξέος περιλαμβάνει ανωμαλίες των άκρων, του προσώπου, νοητική υστέρηση, IUGR και δισχιδή ράχη. 44 - 46

 

Ε. Σύνδρομο αμνιακής ζώνης ή αμνιακής ταινίας

Οι ινώδεις αμνιακές ταινίες μπορούν να παγιδεύσουν και να διαταράξουν τα εμβρυϊκά μέρη. Το έμβρυο, στη συνέχεια καθίσταται προσκολλημένο, περιτυλιγμένο και δεμένο από ινώδεις μεσοβλαστικές ταινίες με αποτέλεσμα την δημιουργία συγγενών ανωμαλιών μεταβλητής εκφραστικότητας. Οι δυσμορφίες αυτές μπορεί να ποικίλουν από μια ανωμαλία ενός μοναδικού δακτύλου έως την θανατηφόρο κρανιόσχιση ή την θωρακοκοιλιακή εκσπλάγχνωση. 47 - 49 Τα φωκομελικά άκρα δεν παρουσιάζουν αληθινά οστικά ελλείμματα και γενικά εμφανίζονται ως ακρωτηριασμένα. 50

Στρατηγική διαχείρισης

Η ανίχνευση, προγεννητικά, ανώμαλης κερκιδικής ακτίνας απαιτεί περαιτέρω αξιολόγηση όλων των εμβρυϊκών άκρων και προσεκτική αξιολόγηση της υπόλοιπης εμβρυϊκής ανατομίας. 51 Η εμβρυϊκή ανάπτυξη και ο όγκος του αμνιακού υγρού επίσης είναι παράμετροι που πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά. Αμνιοκέντηση, βιοψία τροφοβλάστης (CVS) ή λήψη εμβρυϊκού αίματος ενδείκνυνται για την ανάλυση του καρυότυπου και για την αξιολόγηση της αναιμίας σε περιπτώσεις υποψίας αιματολογικής διαταραχής όπως το σύνδρομο TAR. 52

Εάν υπάρχουν πρόσθετες ανατομικές ανωμαλίες, αιμομιξία ή οικογενειακό ιστορικό γενετικού συνδρόμου ή συγκεκριμένης κατάστασης, μπορεί να είναι χρήσιμος ο στοχευμένος έλεγχος γονιδιακών πάνελ ή η αλληλούχιση όλων των εξωνίων του γονιδιώματος επειδή o κλασικός μοριακός καρυότυπος δεν ανιχνεύει γονιδιακές μεταλλάξεις. 53

Ο τερματισμός της εγκυμοσύνης είναι μια επιλογή που πρέπει να συζητείτε με όλους τους ασθενείς στους οποίους ανιχνεύεται ανωμαλία του εμβρύου. Γενικά, το ειδικό εύρημα της δυσπλασίας της κερκιδικής ακτίνας δεν επηρεάζει τη στρατηγική διαχείρισης του τοκετού, αν και θα ήταν προτιμότερο να πραγματοποιηθεί ο τοκετός σε ένα ειδικό κέντρο τριτοβάθμιας φροντίδας και περίθαλψης. Παιδίατροι, γενετιστές και ορθοπεδικοί χειρουργοί θα πρέπει να παρέχουν συμβουλευτική στους γονείς, ανάλογα με τα κλινικά ευρήματα. Μετά τον τοκετό, το βρέφος πρέπει να παραπεμφθεί σε ειδικό ορθοπεδικό για πιθανή επανορθωτική χειρουργική επέμβαση. Οι δυσπλασίες της κερκιδικής ακτίνας που σχετίζονται με άλλες συγγενείς ανωμαλίες ή σύνδρομα αντιμετωπίζονται με βάση τη σοβαρότητα των ευρημάτων. 54

Πρόγνωση

Τα έμβρυα που συνδέονται με επιπλέον συγγενείς ανωμαλίες διατρέχουν υψηλό κίνδυνο ανευπλοειδίας μπορεί να αποτελούν μέρος κάποιου γενετικού συνδρόμου και εμφανίζουν υψηλό ποσοστό περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Τα έμβρυα με μεμονωμένη ανωμαλία συνήθως έχουν καλή πρόγνωση. 5 , 55 Η παροχή συμβουλών από ορθοπεδικούς χειρουργούς είναι σημαντική για την οικογενειακή εκπαίδευση σχετικά με την πρόγνωση και τις επιλογές της θεραπείας. Η ακριβής ενημέρωση και συμβουλευτική βοηθά τους γονείς να κατανοήσουν την πάθηση του παιδιού τους, βοηθά τους κλινικούς ιατρούς να σχεδιάσουν τον αλγόριθμο της θεραπείας και βελτιστοποιεί την οικογενειακή ετοιμότητα. 56

Φυσική ιστορία και έκβαση

Οι παραμορφώσεις των άκρων έχουν μια δυσμενή επίδραση ψυχική και σωματική στα παιδιά και τους γονείς τους. Η ακτινολογική απεικόνιση αποτελεί τον θεμελιώδη λίθο της ορθής μεταγεννητικής διάγνωσης, της λήψης των κατάλληλων αποφάσεων για την σωστή διαχείριση και της παρακολούθησης των αλλαγών στο αναπτυσσόμενο χέρι. Στόχος της εκάστοτε θεραπείας είναι να βοηθήσει το παιδί να αναπτύξει στο βέλτιστο βαθμό τις δεξιότητές του αποκαθιστώντας στο μέγιστο δυνατό της χρηστικές λειτουργίες του χεριού ενώ παράλληλα δίδεται έμφαση σε ένα καλό αισθητικό αποτέλεσμα. 57

Το είδος της θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με τη βαρύτητα των παραμορφώσεων και την ηλικία του παιδιού. 58 , 59 Στις περιπτώσεις της ήπιας υποπλασίας του αντίχειρα, του καρπού ή σε καταστάσεις με περιφερική βράχυνση της κερκίδας > 2 mm σε σύγκριση με την ωλένη μπορεί να επιτευχθούν διορθώσεις με διατατικές ασκήσεις και νάρθηκες. Στην περίπτωση της βαριάς υποπλασίας ή της απλασίας του αντίχειρα η χειρουργική θεραπεία έχει ως στόχο την επίτευξη ενός σταθερού και λειτουργικού αντίχειρα (αντιχειροποίηση). 60 - 63 Η υποπλασία/απλασία της κερκίδας μπορεί να αντιμετωπιστεί χειρουργικά με επικέντρωση (τοποθέτηση) του χεριού επί της ωλένης. Σημαντική αντένδειξη για τη χειρουργική διόρθωση αποτελεί η βαριά σύγκαμψη κάμψης-έκτασης του αγκώνα, επειδή ένα νεογνό με ελαττωμένη κάμψη του αγκώνα βασίζεται στην παραμόρφωση της κερκιδικής απόκλισης για να φέρει το χέρι του στο στόμα. Καταλληλότερος χρόνος για το χειρουργείο θεωρείται η ηλικία μεταξύ 6 μηνών και 2 χρονών. 64 Όσο καθυστερεί η αντιμετώπιση τόσο πιο δύσκολη είναι η αποκατάσταση και οι παραμορφώσεις τείνουν να γίνουν μη αναστρέψιμες. Πριν τη χειρουργική θεραπεία επιβάλλεται η χρήση διαδοχικών ναρθήκων ή γύψινων επιδέσμων, με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή διάταση και διόρθωση των παραμορφώσεων των μαλακών μορίων για να επιτευχθεί ένα καλύτερο μετεγχειρητικό λειτουργικό αποτελέσματα.

  1. Bednar MS, James MA, Light TR. Congenital longitudinal deficiency. J Hand Surg Am. 2009 Nov; 34 (9): 1739-47. PubMed | Full Text JHS
  2. James MA, McCarroll Jr HR, Manske PR. The spectrum of radial longitudinal deficiency: a modified classification. J Hand Surg Am. 1999 Nov; 24 (6): 1145-55. PubMed | Full Text JHJ | Google Scholar
  3. Giele H, Giele C, Bower C, et al. The incidence and epidemiology of congenital upper limb anomalies: a total population study. J Hand Surg Am. July; 26 (4): 628-34. PubMed | Full Text JHS  | Google Scholar
  4. Ekblom AG, Laurell T, Arner M. Epidemiology of congenital upper limb anomalies in 562 children born in 1997 to 2007: a total population study from stockholm, sweden. J Hand Surg. 2010 Nov; 35 (11): 1742–1754. PubMed | Full Text JHS | Google Scholar
  5. Koskimies E, Lindfors N, Gissler M, et al. Congenital upper limb deficiencies and associated malformations in Finland: a population-based study. J Hand Surg Am. 2011 Jun; 36 (6): 1058-65. PubMed | Full Text JHS | Google Scholar
  6. Källén K. Maternal smoking during pregnancy and limb reduction malformations in Sweden. Am J Public Health. 1997 Jan; 87 (1): 29-32. PubMed | Full Text PMC | Full Text AJPH | PDF
  7. Schmitt E, Gillenwater JY, Kelly TE. An autosomal dominant syndrome of radial hypoplasia, triphalangeal thumbs, hypospadias, and maxillary diastema. Am J Med Genet. 1982 Sep; 13(1) :63-9. PubMed | Wiley Online Library
  8. Sofer S, Bar-Zin J, Abeliovich D. Radial ray aplasia and renal anomalies in father and son: A new syndrome. Am j Med Genet 1983 Jan; 14 (1): 151-7. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  9. MacDermot KD, Winter RM. Radial ray defect and Duane anomaly: report of a family with autosomal dominant transmission. Am J Med Genet. 1987 Jun; 27 (2): 313-9. PubMed | Wiley Online Library
  10. Hurst JA, Baraitser M, Wonke B. Autosomal dominant transmission of congenital erythroid hypoplastic anemia with radial abnormalities. Am J Med Genet. 1991 Sep 15; 40 (4): 482-4. PubMed | Wiley Online Library
  11. Bauer AS, Bednar MS, James MA. Disruption of the radial/ulnar axis: congenital longitudinal deficiencies. J Hand Surg Am. 2013 Nov; 38 (11): 2293-302. PubMed | Full Text JHS 
  12. Maschke SD, Seitz W, Lawton J. Radial longitudinal deficiency. J Am Acad Orthop Surg. 2007 Jan; 15 (1): 41-52. PubMed | Full Text AAOS | Google Scholar
  13. Cox H, Viljoen D, Versfeld G, et al. Radial ray defects and associated anomalies. Clin Genet. 1989 May; 35 (5): 322-30. PubMed | Wiley Online Library
  14. Pakkasjärvi N, Koskimies E, Ritvanen A, et al. Characteristics and associated anomalies in radial ray deficiencies in Finland—a population-based study. Am J Med Genet A. 2013 Feb; 161A (2): 261-7. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  15. Brons JT, van der Harten HJ, van Geijn HP, et al. Prenatal ultrasonographic diagnosis of radial-ray reduction malformations. Prenat Diagn. 1990 May; 10 (5): 279-88. PubMed | Wiley Online Library
  16. Ryu JK, Cho JY, Choi JS. Prenatal sonographic diagnosis of focal musculoskeletal anomalies. Korean J Radiol. 2003 Oct-Dec; 4(4): 243-51. PubMed | Full Text PMC | Full Text KJR
  17. Yang PY, Yeh GP, Hsieh CT. Prenatal diagnosis of radial ray defects by ultrasound: A report of 6 cases. Taiwan J Obstet Gynecol. 2018 Aug; 57 (4): 598-600. PubMed | ScienceDirect
  18. Stoll C, Wiesel A, Queisser-Luft A, et al. Evaluation of the prenatal diagnosis of limb reduction deficiencies. EUROSCAN Study Group. Prenat Diagn. 2000 Oct; 20 (10): 811-8. PubMed | Wiley Online Library | Google Scholar
  19. Kevern L, Warwick D, Wellesley D, et al. Prenatal ultrasound: detection and diagnosis of limb abnormalities. J Pediatr Orthop. 2003 Mar-Apr; 23 (2): 251-3. PubMed | Full Text Wolters Kluwer
  20. Holder-Espinasse M, Devisme L, Thomas D, et al. Pre- and postnatal diagnosis of limb anomalies: a series of 107 cases. Am J Med Genet A. 2004 Feb 1; 124A (4): 417-22. PubMed | Wiley Online Library
  21. Kennelly MM, Moran P. A clinical algorithm of prenatal diagnosis of Radial Ray Defects with two and three dimensional ultrasound. Prenat Diagn. 2007 Aug; 27 (8): 730-7. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  22. Kline AD, Krantz ID, Sommer A, et al. Cornelia de Lange syndrome: clinical review, diagnostic and scoring systems, and anticipatory guidance. Am J Med Genet A. 2007 Jun 15; 143A (12): 1287-96. PubMed | Wiley Online Library
  23. Uzun H, Senses DA, Uluba M, et al. A newborn with Cornelia de Lange syndrome: a case report. Cases J. 2008 Nov 19; 1 (1): 329. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMC
  24. de Ybarrondo L, Barratt MS. Thrombocytopenia absent radius syndrome. Pediatr Rev. 2011 Sep; 32 (9): 399-400. PubMed | Full Text Pediatrics
  25. Toriello HV. Thrombocytopenia-absent radius syndrome. Semin Thromb Hemost. 2011 Sep; 37 (6): 707-12. PubMed | Full Text Thieme Connect
  26. Al-Qattan MM. The Pathogenesis of Radial Ray Deficiency in Thrombocytopenia-Absent Radius (TAR) Syndrome. J Coll Physicians Surg Pak. 2016 Nov; 26 (11): 912-916. PubMed
  27. Pfeiffer RA, Böwing B, Deeg KH. Variants of radial hemimelia with and without vitium cordis (Holt-Oram syndrome) in 2 families. Monatsschr Kinderheilkd. 1989 May; 137 (5): 275-9. PubMed
  28. McDermott DA, Fong JC, Basson CT, et al. Holt-Oram Syndrome.2004 Jul 20 [updated 2019 May 23]. PubMed | Full Text NCBI Bookshelf
  29. Kumar R, Mahapatra SS, Datta M, et al. Holt-oram syndrome in adult presenting with heart failure: a rare presentation. Case Rep Cardiol. 2014; 2014: 130617. PubMed | Full Text PMC | Full Text Hindawi
  30. Tomkins D, Hunter A, Roberts M. Cytogenetic findings in Roberts-SC phocomelia syndrome(s). Am J Med Genet. 1979; 4 (1): 17-26. PubMed | Wiley Online Library
  31. Robins DB, Ladda RL, Thieme GA, et al. Prenatal detection of Roberts-SC phocomelia syndrome: report of 2 sibs with characteristic manifestations. Am J Med Genet. 1989 Mar; 32 (3): 390-4. PubMed | Wiley Online Library
  32. Van Den Berg DJ, Francke U. Roberts syndrome: a review of 100 cases and a new rating system for severity. Am J Med Genet. 1993 Nov 15; 47 (7): 1104-23. PubMed | Wiley Online Library
  33. Temtamy SA, Ismail S, Helmy NA. Roberts syndrome: study of 4 new Rgyptian cases with comparison of clinical and cytogenetic findings. Genet Couns. 2006; 17 (1): 1-13. PubMed
  34. Garcia-Higuera I, Kuang Y, D'Andrea AD. The molecular and cellular biology of Fanconi anemia. Curr Opin Hematol. 1999 Mar; 6 (2): 83-8. PubMed | Full Text Wolters Kluwer | Google Scholar
  35. Digweed M. Molecular basis of Fanconi's anemia. Klin Padiatr. 1999 Jul-Aug; 211 (4): 192-7. PubMed | Full Text Thieme Connect
  36. Solomon BD. VACTERL/VATER Association. Orphanet J Rare Dis. 2011 Aug 16; 6: 56. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMC
  37. Carli D, Garagnani L, Lando M, et al. VACTERL (vertebral defects, anal atresia, tracheoesophageal fistula with esophageal atresia, cardiac defects, renal and limb anomalies) association: disease spectrum in 25 patients ascertained for their upper limb involvement. J Pediatr. 2014 Mar; 164 (3): 458-62. PubMed | Full Text in the Journal of Pediatrics
  38. van den Hondel D, Wijers CW, van Bever Y, et al. Patients with anorectal malformation and upper limb anomalies: genetic evaluation is warranted. Eur J Pediatr. 2016 Apr; 175 (4): 489-97. PubMed | Full Text PMC | SpringerLink
  39. Stoll C, Alembik Y, Dott B, et al. Associated malformations in patients with limb reduction deficiencies. Eur J Med Genet. 2010 Sep-Oct; 53(5): 286-90. PubMed | Elsevier Science
  40. Hsu HF, Hou JW. Variable expressivity in Patau syndrome is not all related to trisomy 13 mosaicism. Am J Med Genet A. 2007 Aug 1; 143A (15): 1739-48. PubMed | Wiley Online Library
  41. Williams GM, Brady R. Patau Syndrome. Publishing; 2020 Jan. PubMed | Full Text at NCBI Bookshelf
  42. Cereda A, Carey JC. The trisomy 18 syndrome. Orphanet J Rare Dis. 2012 Oct 23; 7: 81. PubMed | Full Text PMC | Full Text BMC
  43. Batees H, Altirkawi KA. Trisomy 18 syndrome: Towards a balanced approach. Sudan J Paediatr. 2014; 14 (2): 76-84. PubMed | Full Text PMC
  44. Lammer EJ, Sever LE, Oakley Jr GP. Teratogen update: valproic acid. Teratology. 1987 Jun; 35 (3): 465-73. PubMed | Wiley Online Library
  45. Seidahmed MZ, Miqdad AM, Al-Dohami HS, et al. A case of fetal valproate syndrome with new features expanding the phenotype. Saudi Med J. 2009 Feb; 30 (2): 288-91. PubMed
  46. Ornoy A. Valproic acid in pregnancy: how much are we endangering the embryo and fetus? Reprod Toxicol. 2009 Jul; 28 (1): 1-10. PubMed | Full Text Elsevier Science
  47. Higgenbottom MC, Jones KL, Hall BD. et al. The amniotic band disruption complex: timing of amniotic rupture and variable spectra of consequent defects. J Pediatr. 1979 Oct; 95 (4): 544-9. PubMed | Full Text Journal Pediatrics
  48. Walter JH, Goss LR, Lazzara AT. Amniotic band syndrome. J Foot Ankle Surg. 1998 Jul-Aug; 37 (4): 325-33. PubMed | Full Text Foot & Ankle Surgery
  49. Kalousek DK, Bamforth S. Amnion rupture sequence in previable fetuses. Am J Med Genet. 1988 Sep; 31 (1): 63-73. PubMed | Wiley Online Library
  50. Goldfarb CA, Manske PR, Busa R, et al. Upper-extremity phocomelia reexamined: a longitudinal dysplasia. J Bone Joint Surg Am. 2005 Dec; 87 (12): 2639-48. PubMed | Full Text JBJS
  51. Ermito S, Dinatale A, Carrara S, et al. Prenatal diagnosis of limb abnormalities: role of fetal ultrasonography. J Prenat Med. 2009 Apr; 3 (2): 18-22. PubMed | Full Text PMC
  52. Tongsong T, Sirichotiyakul S, Chanprapaph P. Prenatal diagnosis of thrombocytopenia-absent-radius (TAR) syndrome. Ultrasound Obstet Gynecol. 2000 Mar; 15 (3): 256-8. PubMed | Wiley Online Library | PDF
  53. The International Society for Prenatal Diagnosis, The Society for Maternal and Fetal Medicine, The Perinatal Quality Foundation. Joint Position Statement from the International Society for Prenatal Diagnosis (ISPD), the Society for Maternal Fetal Medicine (SMFM), and the Perinatal Quality Foundation (PQF) on the use of genome‐wide sequencing for fetal diagnosis. Prenat Diagn. 2018 Jan; 38 (1):6-9. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  54. Society for Maternal-Fetal Medicine (SMFM); Gandhi M, Rac MW, McKinney J. Radial Ray Malformation. Am J Obstet Gynecol. 2019 Dec; 221 (6): B16-B18. PubMed | Full Text AJOG
  55. Pajkrt E, Cicero S, Griffin DR, et al. Fetal forearm anomalies: prenatal diagnosis, associations and management strategy. Prenat Diagn. 2012 Nov; 32 (11): 1084-93. PubMed | Wiley Online Library | PDF | Google Scholar
  56. Oetgen ME, Kelly SM, Sellier LS, et al. Prenatal diagnosis of musculoskeletal conditions. J Am Acad Orthop Surg. 2015 Apr; 23 (4): 213-21. PubMed | Full Text Wolters Kluwer | Google Scholar
  57. Gerety EL, Grant I, Hopper MA. Radiological imaging of congenital hand anomalies--a 6-year single-centre experience and what the hand surgeons want to know. Skeletal Radiol. 2015 Apr; 44 (4): 549-56. PubMed | SpringerLink
  58. Papadogeorgou EV, Soucacos PN. Treatment alternatives of congenital hand differences with thumb hypoplasia involvement. Microsurgery. 2008; 28 (2): 121-30. PubMed | Wiley Online Library
  59. Riley SA, Burgess RC. Thumb hypoplasia. J Hand Surg Am. 2009 Oct; 34 (8): 1564-73. PubMed | Full Text JHS
  60. Lister G. Reconstruction of the hypoplastic thumb. Clin Orthop Relat Res. 1985 May; (195): 52-65. PubMed
  61. Light TR, Gaffey JL. Reconstruction of the hypoplastic thumb. J Hand Surg Am. 2010 Mar; 35 (3): 474-9. PubMed | Full Text JHS
  62. Manske PR. Index pollicization for thumb deficiency. Tech Hand Up Extrem Surg. 2010 Mar; 14 (1): 22-32. PubMed | Full Text Wolters Kluwer | Google Scholar
  63. Soldado F, Zlotolow DA, H Kozin S. Thumb hypoplasia. J Hand Surg Am. 2013 Jul; 38 (7): 1435-44. PubMed | Full Text JHS
  64. Gramcko DB. Progress in the treatment of congenital malformations of the hand. World J Surg. 1990 Nov-Dec; 14 (6): 715-24. PubMed | SpringerLink 

Ποιοι είμαστε

Η ιστοσελίδα emvriomitriki.gr σχεδιάστηκε αρχικά για να καλύψει τις απορίες και τις ανάγκες των εγκύων γυναικών. Όμως, λόγω του υψηλού επιστημονικού υλικού που περιέχει (άρθρα, βίντεο, φωτογραφίες, βιβλιογραφία) καθίσταται χρήσιμο επαγγελματικό εργαλείο σε φοιτητές, μαιευτήρες και άλλους επαγγελματίες υγείας που επιθυμούν να ανανεώσουν τις γνώσεις τους. Το έργο επιμελήθηκε ο ιατρός Αναστάσιος Κοκοβίδης.

Στοιχεία επικοινωνίας

Διαδρομή

Λεωφόρος Κηφισίας 26
Αθήνα, 115 26


info@emvriomitriki.gr
210 7771300










Κλείστε το ραντεβού σας Online!




Πριν ξεκινήσετε, Cookies
Πρόκειται για μικρά αρχεία/εργαλεία που μας βοηθάνε να οργανώσουμε καλύτερα την περιήγηση στην σελίδα μας καθώς και την ανάλυση της επισκεψιμότητας της σελίδας μας.