Περιγραφή και ορισμός
Ενδοαμνιακή αιμορραγία (intra amniotic hemorrhage = ΙΑΗ) είναι η παθολογική κατάσταση της παρουσίας αίματος στην αμνιακή κοιλότητα καθώς το αίμα που διαφεύγει από τους εμβρυϊκούς υμένες και τον πλακούντα βρίσκει διέξοδο στο αμνιακό υγρό, ενώ σπάνια συμβαίνει το αντίστροφο και παρατηρείται με το υπερηχογράφημα.
Αίτια και κλινικά χαρακτηριστικά
Η ΙΑΗ μπορεί να προκύψει είτε αυτόματα, 1 , 2 είτε σε συνδυασμό με αιμορραγία από τον πλακούντα 3 ή ιατρογενώς μετά από ενδομήτριες επεμβάσεις. 4 Η ΙΑΗ μπορεί είναι ασυμπτωματική και να αποτελεί τυχαίο εύρημα στο υπερηχογράφημα ρουτίνας. 5 Κάποιες φορές πόνοι στην μέση ή την κοιλιά, σταγονοειδής κολπική αιμόρροια που αυξάνει με την δραστηριότητα οδηγούν την έγκυο σε υπερηχογραφική εξέταση για την αναζήτηση της αιτίας και τότε ανιχνεύεται η παρουσία αίματος στην αμνιακή κοιλότητα. Στα ιατρογενή αίτια που οδηγούν σε ενδοαμνιακή αιμορραγία ανήκει η αμνιοπαρακέντηση ιδίως αν η βελόνα διαπεράσει τον πλακούντα, η ομφαλιδοπαρακέντηση, η εκλεκτική μείωση του εμβρύου, οι ενδομήτριες θεραπευτικές επεμβάσεις προπάντων σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτική αγωγή. Το αίμα απορροφάται μετά από χρονικό διάστημα 3-10 εβδομάδες χωρίς να υπάρχουν κλινικά επακόλουθα. 4
Υπερηχογραφική διάγνωση
Σε περίπτωση πρόσφατης ΙΑΗ το αμνιακό υγρό εμφανίζεται υπερηχογενές, έντονα γκριζόλευκο αρχικά και απαλό γκρίζο αργότερα ανάλογα με το στάδιο της αιμορραγίας, 6 καθιστώντας τα αγγεία του ομφάλιου λώρου πιο ανάγλυφα υπερηχογραφικά από ότι συνήθως. Κατά την διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης, παρατηρείται με τους υπερήχους σε πραγματικό χρόνο ενδοαμνιακή αιμορραγία μετά και την αφαίρεση της βελόνας, ιδίως κατά την διαπλακουντιακή προσπέλαση της αμνιακής κοιλότητας, με την μορφή πίδακα καθώς το υπερηχογενές αίμα χύνεται μέσα στο διαυγές αμνιακό υγρό. ΙΑΗ μπορεί να υπονοηθεί από την ανίχνευση ψευδομάζας στομάχου 7 , 8 ή από την υπερηχογένεια του λεπτού εντέρου στο δεύτερο τρίμηνο η οποία οφείλεται στην κατάποση αιματηρού αμνιακού υγρού από το έμβρυο. 9 , 10
Διαφορική διάγνωση
Η ΙΑΗ της μητέρας είναι μια σπάνια κατάσταση 11 η οποία δύσκολα μπορεί να διαφοροδιαγνωστεί από άλλες καταστάσεις επειδή η ενδοαμνιακή μάζα που προκύπτει-από την αιμορραγία-μπορεί να μιμηθεί κάποια εμβρυϊκή ή πλακουντιακή ανωμαλία. 2 , 12 - 14 Ανάλογα με το μέγεθος του θρόμβου και το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από την εξέταση μέχρι την έναρξη της αιμορραγίας το ενδοαμνιακό αιμάτωμα (μάζα) μπορεί να χαρακτηριστεί: παραπλακούντας, χοριοαγγείωμα, μάζα ομφαλίου λώρου, γαστρόσχιση, ιεροκοκκυγικό τεράτωμα. Μια πρόσφατη αιμορραγία στην οξεία φάση της είναι υπερηχογενής και έχει ηχογένεια μεγαλύτερη ή ίση από την εμφάνιση του πλακούντα. Μετά από την έλευση μίας εβδομάδας, το αιμάτωμα γίνεται υποηχογενές σε σχέση με τον πλακούντα και έπειτα από δύο εβδομάδες υπερηχο-διαφανές. 6 Η επανάληψη της υπερηχογραφίας με την πάροδο του χρόνου μπορεί να είναι χρήσιμη μέθοδος για την επίτευξη της ορθής διάγνωσης και της πραγματικής απεικόνισης της ΙΑΗ.
Η ΙΑΗ θα πρέπει να διαφοροδιαγνωστεί από την παρουσία "λάσπης" ή" ιλύος" στο αμνιακό υγρό (AF). Η "λάσπη" του AF είναι υπερηχογενής υπερηχογραφικά, βρίσκεται πλησίον του έσω τραχηλικού στομίου, και, μπορεί να αντιπροσωπεύει ομάδες φλεγμονωδών κυττάρων και βακτηρίων οι οποίες σχετίζονται με επικείμενο πρόωρο τοκετό, μικροβιακή εισβολή στην αμνιακή κοιλότητα (MIAC) και ιστολογική χοριοαμνιονίτιδα σε ασθενείς με ιστορικό αυτόματου πρόωρου τοκετού και άθικτες μεμβράνες. 15 - 18
Στρατηγική διαχείρισης
Η διερεύνηση της ΙΑΗ έχει ως πρωταρχικό στόχο την αποκάλυψη της προέλευσης της αιμορραγίας, ενώ η διαχείριση της πληροφορίας αυτής εξαρτάται από την ηλικία της κύησης. 19 Παρουσία αίματος στην εξωεμβρυϊκή κοιλότητα νωρίς στην εγκυμοσύνη συνιστά συντηρητική αντιμετώπιση και έλεγχο θρομβοφιλίας, ενώ επαναλαμβανόμενα υπερηχογραφήματα καθορίζουν την έκβαση της κύησης. Η παρουσία "λάσπης" του AF στο δεύτερο τρίμηνο που αποδίδεται σε ανεπάρκεια τραχήλου και επικείμενο πρόωρο τοκετό συνιστά την άμεση εισαγωγή σε νοσοκομειακό κέντρο για την αντιμετώπιση και διαχείριση της κατάστασης αυτής. ΙΑΗ στο τρίτο τρίμηνο που συνοδεύεται από συσπάσεις της μήτρας και εμβρυϊκή δυσφορία μπορεί να απαιτεί επείγουσα καισαρική τομή. 20 Στις 14-16 εβδομάδες της κύησης μπορεί να παρατηρηθεί ενδοαμνιακό ηχογενές υλικό με το διακολπικό υπερηχογράφημα. 21 Το αμνιακό υγρό κατά το δεύτερο τρίμηνο περιέχει αποφολιδωμένα επιθηλιακά κύτταρα που προέρχονται από το εμβρυϊκό δέρμα, τα γεννητικά όργανα και τον ομφάλιο λώρο. 22 Αυτά τα κύτταρα απεικονίζονται υπερηχογραφικά στο αμνιακό υγρό ως στροβιλίζοντα ή αιωρούμενα ηχογενή σωματίδια μέχρι το τρίτο τρίμηνο. Αργότερα, το έντονα ηχογενές αμνιακό υγρό έχει συνδεθεί με την παρουσία ιζήματος διαλυμένων θρόμβων, μηκωνίου και σμήγματος. 23 - 26 Ωστόσο, η κλινική σημασία της υπερηχογένειας του αμνιακού στο τρίτο τρίμηνο αμφισβητείται καθώς δεν αποτελεί σημείο εμβρυϊκής δυσφορίας. 27
Περιγραφή και ορισμός
Τα ινομυώματα είναι καλοήθεις μάζες του τοιχώματος της μήτρας, δηλαδή του μυομητρίου, εσωτερικά αποτελούνται από λείες μυϊκές ίνες ενώ εξωτερικά η περιφέρειά τους φέρει ψευδοκάψα (συνδετικό ιστό). Εντοπίζονται στην εγκυμοσύνη σε ποσοστό πάνω από 5%, συχνά δεν προκαλούν κανένα σύμπτωμα και μπορεί να συνυπάρχουν χωρίς να δημιουργούν προβλήματα.
Επιδράσεις της εγκυμοσύνης στο ινομύωματα
Τα ινομυώματα κάτω από την επίδραση των ορμονών συνήθως στο 2ο ή 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης μεγαλώνουν σε μέγεθος και μπορεί να υποστούν μείωση στην αιμάτωση τους με επακόλουθες εκφυλιστικές αλλοιώσεις (ερυθρά ή κυστική εκφύλιση). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι συχνά προκαλούν πόνο και ευαισθησία τοπικά αλλά μπορεί να είναι και το έναυσμα για πρόωρο τοκετό ή και ελλιπή αιμάτωση του εμβρύου. Σε σπάνιες περιπτώσεις τα ινομυώματα προκαλούν αιμορραγίες μέσα στον αμνιακό σάκο ή το κύτος της κοιλιάς. Μετά τον τοκετό συνήθως επανέρχονται στο αρχικό τους μέγεθος αν προϋπήρχαν ή και εξαφανίζονται αυτά που έχουν μικρό μέγεθος.
Επίδραση του ινομυώματος στην εγκυμοσύνη: τα ινομυώματα συχνά εμποδίζουν την εγκατάσταση του γονιμοποιημένου ωαρίου μέσα στην κοιλότητα της μήτρας με αποτέλεσμα αυτό καμιά φορά να εμφυτεύεται έξω από το περιβάλλον της, "εξωμήτριος εγκυμοσύνη" και ο πλακούντας να εμφυτεύεται χαμηλά σε σχέση με τον τράχηλο με αποτέλεσμα να υπάρχουν αιμορραγίες κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης με ή χωρίς πόνο. Στην διάρκεια της εγκυμοσύνης τα ινομυώματα μπορεί να προκαλέσουν αυτόματη έκτρωση, πρώιμο ή πρόωρο τοκετό. Συνήθως όσο προχωρά η εγκυμοσύνη τα ινομυώματα προβάλλουν προς τα έξω (πύελο) με αποτέλεσμα να είναι εφικτός ο Κολπικός τοκετός. Όταν όμως ένα μεγάλο ινομύωμα βρίσκεται χαμηλά στον ισθμό του τραχήλου μπορεί να είναι αμετακίνητο και να δημιουργεί απόφραξη του κατώτερου τμήματος της μήτρας με αποτέλεσμα η Καισαρική τομή να είναι αναπόφευκτη.
Επίδραση του ινομυώματος στον τοκετό
Επίδραση του ινομυώματος στον τοκετό: τα ινομυώματα που βρίσκονται προς το σώμα της μήτρας μπορεί να μειώσουν την συσταλτικότητα του μυομητρίου με αποτέλεσμα να παρατείνεται η διάρκεια του τοκετού (δυστοκία), ενώ αν αυτά βρίσκονται χαμηλά προς τον τράχηλο να προκαλέσουν αυξημένη αιμορραγία κατά την υστεροτοκία και την λοχία ή και κατακράτηση τμήματος πλακούντα με συνοδευτικούς έντονους πόνους.
Στρατηγική διαχείρισης
Η χειρουργική αντιμετώπιση των ινομυωμάτων της μήτρας πρέπει να αποφεύγεται κατά την κύηση, εκτός και κάποιο μισχωτό ινομύωμα έχει συστραφεί και πρέπει να αφαιρεθεί. Παρόμοια την ώρα της Καισαρικής η αφαίρεση του ινομυώματος πρέπει να αποφεύγεται επειδή υπάρχει μεγάλος κίνδυνος ανεξέλεγκτης αιμορραγίας εκτός εάν πρόκειται να διευκολύνει την ασφαλή έξοδο του εμβρύου. Έγκυες που προηγούμενα είχαν υποβληθεί σε αφαίρεση ινομυωμάτων διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο για ρήξη της μήτρας εάν ο τοκετός γίνει με Καισαρική τομή και πριν αυτός ξεκινήσει αυτόματα και γεννήσουν με Φυσιολογικό τοκετό.
Περιγραφή και κλινικά χαρακτηριστικά
Η εμφύτευση της βλαστοκύστης σε οποιαδήποτε άλλη θέση εκτός της ενδομητρικής κοιλότητας καταλήγει σε έκτοπη κύηση. Οι δυνητικές επιπλοκές μιας τέτοιας κατάστασης οδηγούν σε αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας, λόγω ενδοπεριτοναϊκής αιμορραγίας από την ρήξη σάλπιγγας και η συνοδός υπογονιμότητα που ακολουθεί, καθιστά επιτακτική την ανάγκη πρώιμης και ορθής διάγνωσης με το υπερηχογράφημα και τις εργαστηριακές εξετάσεις. 1 Τα κλινικά χαρακτηριστικά συμπεριλαμβάνουν αιμορραγία κατά το πρώτο τρίμηνο, πυελικό άλγος και εξαρτηματική μάζα. 2 Παρ' όλα αυτά, η κλινική αυτή τριάδα σπάνια συναντάται σε έκτοπες κυήσεις ενώ η αιμοραγγία οφείλεται στην απόπτωση του φθαρτού λόγω έλλειψης της φυσιολογικής ορμονικής υποστήριξης. Αν και τα κλινικά ευρήματα σε ασθενείς με έκτοπη εγκυμοσύνη παρουσιάζουν διαφορές, οι περισσότερες από τις έκτοπες κυήσεις είναι δυνατόν να διαγνωστούν με τον συνδυασμό του υπερηχογραφήματος και των ευαίσθητων δοκιμασιών της κύησης.
Επιδημιολογικά στοιχεία
Η έκτοπη εγκυμοσύνη αντιπροσωπεύει περίπου το 2% όλων των αναφερόμενων κυήσεων στις Η.Π.Α. 3 Ωστόσο, η πραγματική συχνότητα εμφάνισης της έκτοπης κύησης είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, επειδή πολλοί ασθενείς υποβάλλονται σε θεραπεία ως εξωτερικοί ασθενείς με αποτέλεσμα τα δεδομένα παρακολούθησης να μην καταχωρούνται. Παρά τις βελτιώσεις στη διάγνωση και τη διαχείριση της κατάστασης αυτής, η ρήξη της έκτοπης κύησης εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αιτία νοσηρότητας και θνησιμότητας στην κύηση. Το 2011-2013, η ρήξη της έκτοπης κύησης αντιπροσώπευε το 2,7% όλων των θανάτων και ήταν η κύρια αιτία θνησιμότητας η οποία συσχετιζόταν με αιμορραγία. 4 Ο επιπολασμός της έκτοπης κύησης μεταξύ των γυναικών που εμφανίζονται στα επείγοντα τμήματα των νοσοκομείων με κολπική αιμόρροια πρώτου τριμήνου ή κοιλιακό άλγος ή και τα δύο, αγγίζει το 18%. 5
Αιτιοπαθογένεια
Η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, ως επακόλουθο των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων, αποτελεί την κύρια αιτία ανάπτυξης της έκτοπης κύησης μαζί με την μικροχειρουργική των σαλπίγγων και το ιστορικό προηγούμενης έκτοπης κύησης. 6 Άλλοι παράγοντες κινδύνου αποτελούν: η σεξουαλική δραστηριότητα, η μικρή ηλικία, η μέθοδος αντισύλληψης, το ιστορικό γονοκοκκικής λοίμωξης, η λοίμωξη από χλαμύδια του τραχώματος, τα αερόβια και αναερόβια μικρόβια του κόλπου, τα μυκοπλάσματα. 7 - 9
Παθογένεια και θέση εμφύτευσης
Οι συχνότερες εντοπίσεις των έκτοπων κυήσεων είναι στην σάλπιγγα (98%), στην περιτοναική κοιλότητα (0,03%), στην ωοθήκη (0,5%) και στον τράχηλο (0,1%). Απο το σύνολο των σαλπιγγικών κυήσεων ποσοστό 93% αφορά την λύκηθο, το 2,5% το ενδιάμεσο τμήμα της σάλπιγγας ή το κέρας και το 4% τον ισθμό της. 10 Σε σπάνιες περιπτώσεις, 1/30.000 αυτόματες κυήσεις, η έκτοπη κύηση δύναται να συνυπάρχει με ενδομήτρια κύηση και τότε καλείται ετερότοπος κύηση. 11 Αυτός ο αριθμός είναι σήμερα 1/7.000 κυήσεις στον γενικό πληθυσμό, ενώ με την πρόκληση της ωοθυλακιορρηξίας και την εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) η επίπτωση ανέρχεται σε 1/100 - 1/500 κυήσεις. 12
Οι έκτοπες κυήσεις απαντούν σε συνδυασμό με φλεγμονώδεις παθήσεις, αλλά μπορεί να ανευρεθούν και σε ασθενείς που δεν έχουν ιστορικό σαλπιγγίτιδας.13 Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η θεραπεία της σαλπιγγίτιδας με αντιβιοτικά μπορεί να εξαφανίσει τον βακτηριακό παράγοντα της νόσου, αλλά μπορεί να παραμείνουν ουλές στις σάλπιγγες οι οποίες προάγουν ανώμαλο περισταλτισμό, με επακόλουθο την διακοπή της προώθησης του γονιμοποιημένου ωαρίου στην σάλπιγγα. 14 Επιπλέον ασθενείς με προηγούμενες επεμβάσεις στις σάλπιγγες έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να παρουσιάσουν έκτοπη κύηση σαν αποτέλεσμα της ουλοποίησης των χειρουργημένων ιστών. Μόλις γίνει η εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου στην μυϊκή επικάλυψη της σάλπιγγας, σχηματίζεται ένας σάκος κύησης που περιβάλλεται από ένα παχύ στρώμα χοριοφθαρτού σε σχήμα δαχτυλιδιού. Επειδή αυτή η μυϊκή επικάλυψη της σάλπιγγας είναι λεπτή και μπορεί να δεχτεί περιορισμένη διάταση, η ρήξη είναι συχνή.
Ορμονικοί προσδιορισμοί
Η παρουσία της β-hCG (β χοριακή) σηματοδοτεί την ύπαρξη εγκυμοσύνης, ενώ ένας απλός προσδιορισμός της β-hCG δεν μπορεί να διακρίνει μια ενδομήτρια από μια εξωμήτρια εγκυμοσύνη. Μια ενδομήτρια εγκυμοσύνη αναγνωρίζεται από την ύπαρξη του σάκου κύησης και πρέπει να είναι ορατή με το διακοιλιακό υπερηχογράφημα όταν τα επίπεδα της β-hCG είναι από 1800 mIU/mL και ≥ από 1000 mIU/mL με το διακολπικό υπερηχογράφημα. 15 - 17 Σε μια φυσιολογική εγκυμοσύνη τα επίπεδα της β-hCG πρέπει να διπλασιάζονται κάθε δύο ημέρες τις πρώτες 10 εβδομάδες της κύησης. 18 - 21 Στο 85% των βιώσιμων ενδομήτριων κυήσεων τα επίπεδα της β-hCG αυξάνονται σε ποσοστό ≥ από 66% κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 48 ωρών ενώ στην έκτοπη κύηση ≤ από 50%. 22 , 23
Στην έκτοπη εγκυμοσύνη τα επίπεδα της β-hCG μειώνονται για τουλάχιστον 48 ώρες ή φθάνουν σε ένα πλατό, στο 21%-στα πρώιμα στάδια μιας έκτοπης κύησης (3η-4η εβδομάδα)-ο χρόνος διπλασιασμού μπορεί να είναι ο ίδιος με αυτόν της φυσιολογικής ενδομήτριας κύησης και στο 29% με αυτό της αυτόματης αποβολής. 24 , 25
Τα φυσιολογικά επίπεδα της προγεστερόνης ορού στην βιώσιμη εγκυμοσύνη είναι > από 25 ng/mL. Το 99% των μη βιώσιμων κυήσεων-είτε εντός είτε εκτός μήτρας-έχουν επίπεδο προγεστερόνης < από 5 ng/mL. Η ευαισθησία και η ειδικότητα της προγεστερόνης στην ταυτοποίηση της μη φυσιολογικής ενδομήτριας και της έκτοπης κύησης ήταν 84% και 97%, 88% και 40%, αντίστοιχα. 26 , 27 Ο συνδυασμός χαμηλών επιπέδων προγεστερόνης και μη φυσιολογικής αύξησης της β-hCG είναι σχεδόν διαγνωστικός μιας μη βιώσιμης εγκυμοσύνης. Ωστόσο, η μέτρηση της προγεστερόνης χρειάζεται συχνά αρκετές ημέρες για την επεξεργασία για την έκδοση του αποτελέσματος και αυτό περιορίζει την αξία της ως διαγνωστικό εργαλείο. Συνεπώς, η κλινική διαχείριση της έκτοπης κύησης συχνά βασίζεται στη μέτρηση των επιπέδων β-hCG και στην κλινική εικόνα της ασθενούς.
Υπερηχογραφική διάγνωση
Σαλπιγγική κύηση
Είναι σημαντικό να συνειδητοποιηθεί ότι ποσοστό 20% της έκτοπης κύησης με διακοιλιακή υπερηχογραφία και ποσοστό 0-8% με διακολπική υπερηχογραφία αδυνατεί να εντοπίσει την έκτοπη κύηση. 28 Το ιδανικότερο σενάριο για την αναμφίβολη διάγνωση μιας εκτοπικής εγκυμοσύνης βασίζεται στην απεικόνιση ενός εξωμήτριου σάκου κύησης, εντός του οποίου παρατηρείται εμβρυικός πόλος με θετικούς καρδιακούς παλμούς. 29 Ωστόσο, στην βιβλιογραφία έχουν περιγραφεί λίγες βιώσιμες περιπτώσεις έκτοπης εξαρτηματικής κύησης. 30
Α. Εξαρτήματα
Το πλέον σύνηθες εύρημα μιας σαλπιγγικής εγκυμοσύνης είναι η παρουσία στρόγγυλης εξαρτηματικής μάζας και στο 68% των περιπτώσεων έχει διάμετρο 1-3cm, αποτελείται από ένα ομόκεντρο ηχογενές χείλος ιστού μήκους 2-4mm το οποίο περιβάλλει ένα υποηχογενές κέντρο. Η μάζα αυτή βρίσκεται εκτός της ωοθήκης καθώς απαντάται στο 89%–100% των ασθενών.31 Η έλλειψη ανεξάρτητης κίνησης μιας παρακείμενης μάζας και της σύστοιχης ωοθήκης συσχετίστηκε έντονα με την απουσία έκτοπης κύησης σε ασθενείς με επιπλοκές πρώτου τριμήνου. 32 Το δεύτερο πιο συχνό σημείο της σαλπιγγικής κύησης είναι ένας υπερηχογενής εξαρτηματικός δακτύλιος που περιβάλλει έναν εξωμήτριο σάκο κύησης. Επίσης, σχεδόν πάντα συνυπάρχει ένα εύρημα το οποίο έχει περιγραφεί ως "δακτύλιος της φωτιάς", και αναγνωρίζεται από την περιφερική υπεραγγείωση που εμφανίζει κατά το έγχρωμο υπερηχογράφημα ροής Doppler. 33 Ο όρος δακτύλιος της φωτιάς χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τη χαμηλή αντίσταση ροής και την υψηλή (μέγιστη) συστολική ταχύτητα [(μ.τ.): (RI) = 0,49±0,08 και (TVS) = 17±10cm/sec)] η οποία περιβάλλει τον ιστό της έκτοπης κύησης. Όμως, αυτή η περιφερική υπεραγγείωση αποτελεί ένα μη ειδικό εύρημα του "δακτυλίου της φωτιάς" το οποίο μπορεί επίσης να παρατηρηθεί γύρω από ένα ώριμο γρααφιανό ωοθυλάκιο ή μια κύστη ωχρού σωματίου σε όλες τις μορφές που αυτή μπορεί να υποδυθεί. 34 Εντούτοις, στο 88% των περιπτώσεων η ηχογένεια του δακτυλίου της σαλπιγγικής κύησης είναι ίση ή μεγαλύτερη από εκείνη των ωοθηκών και κατ επέκταση και με την ηχογένεια του τοιχώματος του ωχρού σωματίου που είναι ίση ή ακόμα μικρότερη από της ωοθήκης. 35 , 36
Η προσθήκη της έγχρωμης διακολπικής υπερηχογραφίας Doppler μπορεί να αναγνωρίσει εξαρτηματικές μάζες που σε κενή μήτρα με θετικό τίτλο αντισωμάτων β-HCG, στον ορό του αίματος, αντιπροσωπεύουν έκτοπη κύηση. 37 , 38 Η κυριότερη εφαρμογή του έγχρωμου Doppler υπερηχογραφήματος συμπεριλαμβάνει τη βελτιωμένη απεικόνιση έκτοπων κυήσεων, ειδικά αυτών που δεν είναι εμφανείς ως μορφολογική ανωμαλία στο συμβατικό διακολπικό υπερηχογράφημα. 39 Γενικά οι έκτοπες κυήσεις παρουσιάζουν έναν αγγειακό δακτύλιο με χαμηλό δείκτη αντίστασης (RI) ≤ 0,40 και ελάχιστη ενδομήτρια ροή. 40, 41 Η καμπύλη κύματος από τον τροφοβλαστικό δακτύλιο τυπικά παρουσιάζει υψηλή διαστολική ροή, σαν μια αντανάκλαση των διεσταλμένων αρτηριολίων, αλλά μπορεί να απουσιάζει ή και να παρουσιάζει αντίστροφη ροή σε νεκρωμένο τροφοβλαστικό ιστό.
Β. Μήτρα
Στον έλεγχο της μήτρας, το τυπικότερο εύρημα εκτοπικής εγκυμοσύνης είναι μια ήπια υπερηχογενής πάχυνση ενός γραμμοειδούς ενδομητρίου το οποίο καθίσταται όμοιο με αυτό της εκκριτικής φάσης ή με το ενδομήτριο μιας πρώιμα αναγνωρίσιμης φυσιολογικής κύησης 4-5 εβδομάδων. Σε πιο προχωρημένες έκτοπες κυήσεις, αίμα, εκκρίσεις ή και τα δύο, μπορεί να συγκεντρωθούν στην κοιλότητα της μήτρας και να της προσδώσουν εικόνα που μοιάζει με σάκο. Ο σάκος αυτός καλείται "ψευδοσάκος" και παρατηρείται στο 10% των ασθενών με έκτοπη κύηση. 42 Ο ψευδοσάκος στις έκτοπες κυήσεις είναι διαφορετικός από αυτόν της φυσιολογικής ενδομήτριας εγκυμοσύνης που φέρει διπλή στιβάδα φθαρτού εξωτερικά που προέρχονται από την κάψα του φθαρτού που περιβάλλει την αναπτυσσόμενη αμνιακή κοιλότητα και τον γνήσιο φθαρτό που αντιπροσωπεύει το πεπαχυσμένο και μετασχηματισμένο ενδομήτριο. Η απουσία του διπλά φθαρτοποιημένου ενδομητρίου οδηγεί στην διάκριση μεταξύ φυσιολογικού σάκου κύησης και του ψευδοσάκου της έκτοπης κύησης. 43 Επιπλέον, ένας ψευδοσάκος κύησης βρίσκεται κεντρικά τοποθετημένος, εντός της ενδομητρικής κοιλότητος, ενώ ο φυσιολογικός σάκος κύησης βρίσκεται σε έκκεντρη θέση. Ο βιώσιμος σάκος κύησης επίσης εμφανίζει αρτηριακή ροή, χαμηλής αντίστασης στο έγχρωμο υπερηχογράφημα ροής Doppler, ενώ ο ψευδοσάκος όχι.
Το ενδομήτριο προς το τέλος της παραγωγικής φάσης του φυσιολογικού καταμήνιου κύκλου έχει τριζωνική όψη. Αποτελείται από ένα ηχογενές βασικό στρώμα και ένα υποηχογενές εσωτερικό λειτουργικό στρώμα ακολουθούμενο από ένα λεπτό υπερηχογενές επίπεδο που αντιπροσωπεύει τη διεπαφή του με τον ενδομητρικό αυλό. Σε υποψία έκτοπης κύησης, με βάση τα εργαστηριακά ευρήματα, η απουσία ενός φυσιολογικού σάκου κύησης και η παρουσία ενός τριζωνικού ενδομητρίου καθιστούν πιθανή τη διάγνωση της έκτοπης κύησης. Το τριζωνικό ενδομήτριο είναι ειδικό στη διάγνωση της έκτοπης κύησης, αλλά σχετίζεται με χαμηλή ευαισθησία. 44 Ορισμένοι μελετητές προσπάθησαν να προσδιορίσουν αν το πάχος του ενδομητρίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην διαφοροδιάγνωση μεταξύ φυσιολογικής εγκυμοσύνης και έκτοπης κύησης και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι έκτοπες κυήσεις συσχετίζονται με ένα λεπτότερο ενδομήτριο από τις φυσιολογικές που φέρουν παχύτερο ενδομήτριο. 45 , 46 Ωστόσο, το ευρύ φάσμα του ενδομήτριου πάχους και η αλληλεπικάλυψη των τιμών είχε χαμηλή ευαισθησία στην πρόβλεψη έκτοπης κύησης με αποτέλεσμα να αποκλειστεί η χρήση του ως μοναδική παράμετρος στη διάγνωση της σαλπιγγικής κύησης. 47 - 49
Γ. Ευρήματα εκτός μήτρας
Τα ευρήματα εκτός μήτρας στην έκτοπη κύηση συμπεριλαμβάνουν ελεύθερο πυελικό υγρό, αιματοσάλπιγγα και αιμοπεριτόναιο. 50 - 53 Η παρουσία ελεύθερου πυελικού υγρού μεταξύ μήτρας και ορθού είναι ένα μη ειδικό εύρημα που δύναται να υπάρχει και στην ενδομήτρια και στην έκτοπο κύηση. 54, 55 Ο κίνδυνος έκτοπης κύησης αυξάνεται εάν το υγρό είναι ηχογενές ή ο όγκος είναι μεγάλος. 56 Η πυελική αιμορραγία είναι ένα πιο συγκεκριμένο εύρημα, με 86-93% θετική προγνωστική αξία όταν τα επίπεδα β-hCG είναι μη φυσιολογικά. 57 Η παρουσία ηχογενούς υγρού (χώρο του Morrison, δουγλάσειο, κ.λ.π) συνδέεται με αιμοπεριτόναιο στο 98% των περιπτώσεων (ευαισθησία 100%, ειδικότητα 95%, θετική προγνωστική αξία 98% και ακρίβεια 98%). 58
Διάμεση κύηση
Οι διάμεσες κυήσεις είναι ασυνήθιστες, αντιπροσωπεύοντας το 2-4% όλων των έκτοπων κυήσεων. 59 Στους παράγοντες κινδύνου συμπεριλαμβάνονται: το ιστορικό προηγούμενης επέμβασης στην σάλπιγγα (σαλπιγγοπλαστική, σαλπιγγεκτομή) και η εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF). 60 - 62 Οι διάμεσες κυήσεις συμβαίνουν όταν ο σάκος κύησης εμφυτεύεται στο μυομητρικό τμήμα του σάλπιγγας μήκους 1-2 cm και πλάτους 0,7 mm. Αυτό το τμήμα της σάλπιγγας έχει ελαφρώς ελικοειδή διαδρομή, εκτείνεται λοξά προς τα άνω και έξω από την κοιλότητα της μήτρας και επενδύεται από ένα συνεχώς αραιωμένο στρώμα μυομητρίου. 63 , 64 Λόγω της αυξημένης διατασιμότητας αυτού του τμήματος της σάλπιγγας, οι διάμεσες έκτοπες κυήσεις μπορεί να ανιχνευτούν καθυστερημένα μετά τη 16η εβδομάδα της κύησης. 65 Η ρήξη μιας διάμεσης κύησης μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφικά αποτελέσματα λόγω της απειλητικής για τη ζωή της ασθενούς αιμορραγίας, εξαιτίας της εγγύτητας της μητριαίας αρτηρίας με τη σάλπιγγα και της πλούσιας αγγείωσης της περιοχής. 66
Η διάγνωση της διάμεσης κύησης παραμένει η δυσκολότερη και αποτελεί διαγνωστική πρόκληση. Τα υπερηχογραφικά ευρήματα της διάμεσης κύησης συμπεριλαμβάνουν έναν έκκεντρα τοποθετημένο σάκο κύησης, περιβαλλόμενο από ασύμμετρο μυομητρικό μανδύα και ξεχωριστή κενή ενδομητρική κοιλότητα. 67 Τα ίδια υπερηχογραφικά κριτήρια υιοθέτησαν ο Timor-Tritsch και οι συνεργάτες του: α) κενή ενδομητρική κοιλότητα, β) έκκεντρος χοριακός σάκος > 1 cm ξεχωριστός από την ενδομητρική κοιλότητα και γ) λεπτό μυομητρικό στρώμα που περιβάλλει τον χοριακό σάκο. 68 Στη συνέχεια, αυτές οι παράμετροι βρέθηκαν να έχουν υψηλή μεν ειδικότητα (88-93%), αλλά χαμηλή δε ευαισθησία 40%. 69 Το σημείο της "διάμεσης γραμμής", αναφέρεται στην οπτικοποίηση μιας ηχογενούς γραμμής που εκτείνεται από τα άνω όρια του σύστοιχου κέρατος της μήτρας και τέμνει το μεσαίο τμήμα του ενδοτοιχωματικού σάκου κύησης ή της διάμεσης μάζας. Αυτή η ηχογενής γραμμή σε μικρές διάμεσες κυήσεις πιθανότατα αντιπροσωπεύει το διάμεσο τμήμα του σαλπιγγικού σωλήνα και σε μεγαλύτερες το ενδομητρικό κανάλι. Το σημείο της "διάμεσης γραμμής" εμφανίζει υψηλή ειδικότητα και ευαισθησία, 98% και 80% αντίστοιχα. 689
Οι έκκεντρα εμφυτευμένες ενδομήτριες κυήσεις παραδοσιακά ονομάζονται γωνιακές και ενίοτε εμφανίζουν διαγνωστικές και διαχειριστικές προκλήσεις δεδομένης της εγγενούς σχέσης τους με τις διάμεσες κυήσεις. 70 Υπερηχογραφικά η διαφορική διάγνωση μεταξύ διάμεσης και γωνιακής κύησης είναι λεπτή και δυσδιάκριτη. Ενίοτε, ο επίσης έκκεντρα τοποθετημένος σάκος της φυσιολογικής εγκυμοσύνης δύναται να παραμορφωθεί από την παρουσία ινομυωμάτων, σύσπασης ή διαπλαστικής ανωμαλίας (διαφραγματοφόρος ή δίκερος μήτρα) και να υποδυθεί την εικόνα διάμεσης κύησης. Ο όρος "εγκυμοσύνη στο κέρας" επινοήθηκε για να περιγράψει τα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά μιας φυσιολογικής ενδομήτριας κύησης (γωνιακής) από αυτά της διάμεσης έκτοπης κύησης. 71
Ωοθηκική κύηση
Οι ωοθηκικές κυήσεις συμβαίνουν όταν ένα ωάριο γονιμοποιείται και διατηρείται εντός των ωοθηκών. 72 Αντιπροσωπεύουν το 1-3% των έκτοπων κυήσεων και μερικές φορές εκδηλώνονται ως μέρος μιας ετεροτοπικής εγκυμοσύνης. 73 Οι ωοθηκικές κυήσεις συνδέονται στενά με τη χρήση ενδομήτριων συσκευών ενώ το κλινικό μοτίβο είναι παρόμοιο με αυτό της σαλπιγγικής κύησης. 74 - 77 Στο υπερηχογράφημα, η παρουσία σάκου κύησης ή σπάνια έμβρυο με θετική καρδιακή λειτουργία, οι παρουσία χοριακών λαχνών ή άτυπης κύστης με ηχογενή δακτύλιο εντός της ωοθήκης, μαζί με φυσιολογικούς σάλπιγγες, υποδηλώνει ωοθηκική κύηση. 78 , 79
Τραχηλική κύηση
Η τραχηλική κύηση (CP) λαμβάνει χώρα όταν η εμφύτευση της βλαστοκύστης πραγματοποιείται στον ενδοτράχηλο. H CP είναι σπάνια, ανιχνεύεται σε < από το 1% των εκτοπικών κυήσεων και σχετίζεται με την εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) και την εμβρυομεταφορά και τις επεμβατικές διαδικασίες στον τράχηλο (Asherman's Syndrome, τομή καισαρικής, διαστολή και απόξεση). 80 Στην βιβλιογραφία περιγράφονται ιατρογενείς τραχηλικές κυήσεις μετά από αποτυχία χειρουργικής έκτρωσης. 81 Η ετεροτοπική τραχηλική κύηση είναι ένα πολύ σπάνιο συμβάν το οποίο σχεδόν καθολικά προκύπτει από τη θεραπεία της υπογονιμότητας. 82 Στο υπερηχογράφημα, η μήτρα μπορεί να έχει σχήμα κλεψύδρας ή το σχήμα του αριθμού οκτώ, καθώς το έμβρυο αναπτύσσεται εντός του ενδοτραχήλου. 83 Επιπλέον, η ανεύρεση καρδιακής δραστηριότητας κάτωθεν του έσω τραχηλικού στομίου είναι ιδιαίτερα παθογνωμονική για την διάγνωση της τραχηλικής κύησης. 68 , 80 Μια υψηλή εμφύτευση της βλαστοκύστης στον ενδοτράχηλο δυνητικά μπορεί να καταστήσει ασαφές το έσω τραχηλικό στόμιο δυσχεραίνοντας την διάγνωση. Το έσω στόμιο αναγνωρίζεται σε εγκάρσια διατομή, επειδή στο αυτό επίπεδο εισέρχονται οι μητριαίες αρτηρίες στην μήτρα. Ωστόσο, όταν απεικονίζεται ενδοτραχηλικός σάκος κύησης, θα πρέπει να αποσαφηνίζεται εάν πρόκειται για τραχηλική έκτοπη κύηση ή για την διαδικασία της αυτόματης έκτρωσης που βρίσκεται σε κατάσταση εξέλιξης. 84, Κατά την διάρκεια της κολπικής σάρωσης ασκείται ήπια πίεση του ηχοβολέα επί του τραχήλου για να αποκλειστεί μια πιθανή έκτρωση εν εξελίξει, λόγω συγκράτησης του κυήματος από ένα ανθεκτικό έξω στόμιο, "ολισθαίνον σημείο". 85
Το κύριο πρόβλημα της συντηρητικής θεραπείας είναι η απειλητική για τη ζωή αιμορραγία μετά την εκκένωση του τραχηλικού αυλού. Η χρήση ταμποναρίσματος του ενδοτραχηλικού αυλού με μπαλόνι καθετήρα Foley οδήγησε αξιόπιστα σε αιμόσταση στο 92,3% των περιπτώσεων στις οποίες χρησιμοποιήθηκε αυτή η μέθοδος. 86 , 87 Η έγκαιρη διάγνωση της CP επέτρεψε τη θεραπεία με χημειοθεραπεία σε 32 περιπτώσεις με ποσοστό επιτυχίας 81,3%, μείωσε την νοσηρότητα ενώ διατήρησε την ικανότητα της γονιμότητας σε πάσχοντες ασθενείς. 88, 89 Η μεθοτρεξάτη (MTX) είναι η συνήθης θεραπεία της πρώιμης διάγνωσης της τραχηλικής κύησης. 90 - 96 Η τραχηλική έκτοπος κύηση μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς χωρίς χειρουργική επέμβαση με ενδοαμνιακή ή ενδοχοριακή έκχυση μεθοτρεξάτης (MTX) 50mg ή ενδοκαρδιακή ένεση στο έμβρυο 2mL KCl 15%, με ενδοκολπική υπερηχογραφική καθοδήγηση Αυτή η θεραπεία όχι μόνο καταστέλλει την έκτοπη εγκυμοσύνη αλλά και διατηρεί τη μήτρα για τις επόμενες εγκυμοσύνες. 97 - 100
Ουλώδης κύηση καισαρικής τομής
Υποστηρίζεται ότι οι ουλώδεις κυήσεις είναι σπάνιες και εκτιμάται ότι εμφανίζονται σε λιγότερο από το 1% όλων των εκτοπικών κυήσεων. Ωστόσο, νεότερα δεδομένα αναφέρουν μία ουλώδη εγκυμοσύνη για κάθε 1/1.800 έως 1/2.216 φυσιολογικές εγκυμοσύνες. Περισσότερο από το ήμισυ (52%) των αναφερόμενων περιπτώσεων είχαν στο ιστορικό τους μόνο μία προηγηθείσα καισαρική τομή. 101 Με την αύξηση της συχνότητας της καισαρικής τομής παγκοσμίως, όλο και περισσότερες περιπτώσεις ουλώδης κύησης διαγιγνώσκονται και αναφέρονται. 102 - 106 Η εμφύτευση λαμβάνει χώρα εντός της ουλής της καισαρικής τομής, χωριστά από την ενδομήτρια κοιλότητα. 107 Μέσα στην ουλή, η βλαστοκύστη περιβάλλεται από μυομήτριο και ινώδη ιστό. Ως αιτιολογικός μηχανισμός προτάθηκε η θεωρία της σύνδεσης της ενδομήτρια κοιλότητας με το μυομήτριο ιστό. Η απευθείας ενδο-μυομητρική σύνδεση διευκολύνει την εμφύτευση εντός της ουλής. 108
Οι ασθενείς με ουλώδη εγκυμοσύνη μπορεί να εμφανίσουν κολπική αιμορραγία από τις 5-6 εβδομάδες έως και τις 16 εβδομάδες της κύησης. Ο υπερηχογράφος και η έγχρωμη ροή Doppler παρέχουν υψηλή διαγνωστική ακρίβεια 85% με πολύ λίγα ψευδώς θετικά ποσοστά, ιδίως μεταξύ 7 και 9 εβδομάδων. 109 Η πλήρης εμφύτευση της βλαστοκύστης στο πρόσθιο κατώτερο τοίχωμα και προς προς το έσω στόμιο επί κενής ενδομητρικής κοιλότητος, η προσκόλληση του τροφοβλαστικού ιστού επί του μυομητρικού ελλείμματος στα όρια του περιγράμματος της μήτρας (σημείο προεξοχής) και οι μεγάλες πλακουντιακές λίμνες ενός συμφυτικού πλακούντα κατά το πρώτο τρίμηνο αποτελούν τα βασικά διαγνωστικά κριτήρια της ουλώδης κύησης και καθιστούν πιθανά κακή έκβαση. 110 , 111 Πάχος μυομητρίου < από 2mm σχετίζεται με συμφυτικό πλακούντα κατά την διάρκεια της προηγούμενης καισαρικής τομής. 112 Πρόσφατες αναφορές υποστηρίζουν ότι η ουλώδης κύηση και ο συμφυτικός πλακούντας (placenta accreta) μοιράζονται την ίδια παθογένεια. Και στις δύο περιπτώσεις, ο πλακούντας εμφυτεύεται και εισβάλλει στο μυομήτριο (placenta accreta) και στον ουλώδη ιστό (η ουλώδης εγκυμοσύνη). 113 , 114 Κατά συνέπεια, η υπερηχογραφική διάγνωση της ουλώδης εγκυμοσύνης ή του συμφυτικού πλακούντα κατά το πρώτο τρίμηνο σημαίνει την διείσδυση τροφοβλαστικού ιστού και πλακούντα στο μυομήτριο και την ουλή της υστεροτομίας, αντίστοιχα. 115
Η καθυστερημένη διάγνωση ή και θεραπεία μπορεί να οδηγήσουν σε ρήξη μήτρας, μαζική αιμορραγία, υστερεκτομή, σοβαρή μητρική νοσηρότητα και θνησιμότητα. 116 - 119 Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να προσφέρει τις επιλογές τερματισμού της κύησης για την αποφυγή της ρήξης και της αιμορραγίας, διατηρώντας τη μήτρα για μελλοντική γονιμότητα. Η στρατηγική διαχείρισης πρέπει να προσαρμόζεται ξεχωριστά για κάθε ασθενή. Τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο τερματισμός της κύησης αποτελεί τη θεραπεία εκλογής στο πρώτο τρίμηνο αμέσως μετά τη διάγνωση. Η ιατρική θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση MTX συστηματικά σε δοσολογία 1mg/kg σωματικού βάρους ή τοπικά. 120 , 121 Η χορήγηση τοπικής MTX συμπεριλαμβάνει την έκχυση μεθοτρεξάτης σε δοσολογία 25mg ενδοαμνιακά ή ενδοχοριακά. Η ένεση χορηγείται διακολπικά υπό συνεχή υπερηχογραφική καθοδήγηση με βελόνα 20G, αντιβιοτική προφύλαξη, εφάπαξ με ενδοφλέβια δόση 1,5g κεφουροξίμης και 500mg μετρονιδαζόλης. Η διαδικασία μπορεί διεξαχθεί σε εξωτερικούς ασθενείς υπό ήπια αναλγησία και αντιεμετική αγωγή, 50mg πεθιδίνης και 10mg μετοκλοπραμίδης ενδοφλεβίως. Σε περιπτώσεις με ανιχνεύσιμη εμβρυϊκή καρδιακή δραστηριότητα, χορηγούνται ενδοκαρδιακά 0,1-0,2 nmol (1-2mL) χλωριούχου καλίου (KCl). 117 Λίγα αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα είδαν το φως της δημοσιότητας σχετικά με τον κίνδυνο επανεμφάνισης της κατάστασης σε μελλοντική εγκυμοσύνη, τον ρόλο του διαστήματος μεταξύ της προηγούμενης καισαρικής τομής και της εμφάνισης της ουλώδης εγκυμοσύνης και την επίδραση της τεχνικής του κλεισίματος των μητρικών τοιχωμάτων κατά την καισαρική στην ουλώδη εγκυμοσύνη. 122 Κάποιοι μελετητές προτείνουν χειρουργική εκτομή της παλιάς ουλής και νέο νέα αποκατάσταση του χειρουργικού τραύματος. 123 , 124
Κοιλιακή κύηση
Η κοιλιακή κύηση μπορεί να είναι δευτερογενής λόγω αποβολής ή ρήξης των σαλπίγγων με εμφύτευση σε οποιαδήποτε περιτοναϊκή ή σπλαγχνική επιφάνεια ή σπανιότερα πρωτογενής λόγω άμεσης κοιλιακής εμφύτευσης, με φυσιολογικές τις σάλπιγγες και τις ωοθήκες, χωρίς την παρουσία μητροπεριτοναϊκού συριγγίου (κριτήρια Studdiford). 125 , 126
Η κοιλιακή κύηση αποτελεί μια σπάνια αιτία έκτοπης κύησης, είναι δε συχνότερη σε ασθενείς που υποβάλλονται σε τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (IVF) και μπορεί να αντιπροσωπεύει το 0,9-1,4% όλων των εκτοπικών κυήσεων. Λόγω της σημαντικής αιμορραγίας (αιμοπεριτόναιο), η μητρική θνησιμότητα είναι 7,7 φορές μεγαλύτερη από αυτήν των άλλων σημείων έκτοπης εγκυμοσύνης και 90 φορές μεγαλύτερος από τον κίνδυνο ενδομήτριας κύησης. Συνήθως απαιτείται λαπαροτομία, με τη μητρική θνησιμότητα να κυμαίνεται μεταξύ 0,5% και 18%, σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία και την περιγεννητική θνησιμότητα σε βιώσιμο έμβρυο 40–95% 127 , 128 Οι επιπλοκές της κοιλιακής κύησης συμπεριλαμβάνουν: α) αιμορραγία η οποία μπορεί να είναι μαζική ενισχύοντας τη διάχυτη ενδοαγγειακή πήξη, β) σπλαχνική βλάβη λόγω συριγγειοποίησης εξαιτίας των εμβρυϊκών οστών, της περιτονίτιδας από μηκώνιο και γ) θρομβοεμβολή φλεβικού δικτύου. 129
Ετερότοπος κύηση
Η συνύπαρξη ενδομήτριας και εξωμήτριας κύησης ονομάζεται ετερότοπος. Ο υπολογιζόμενος κίνδυνος ετεροτοπικής κύησης είναι 1/119 κυήσεις μετά από IVF-ET και εμβρυομεταφορά τεσσάρων εμβρύων. Ο κίνδυνος αυξάνεται σε 1/45 με τη εμβρυομεταφορά ≥ των 5 εμβρύων. Πολλά κέντρα περιορίζουν τον αριθμό των εμβρύων που μεταφέρονται σε τρία. 130 , 131 Ωστόσο, καθώς αυξάνεται η χρήση του τεχνολογίας στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή (ART), αναμένεται συνολική αύξηση της συχνότητας εμφάνισης της ετεροτοπικής διάμεσης κύησης. Έχουν τεκμηριωθεί πολλοί παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τις τεχνικές της εξωσωματικής γονιμοποίησης και την αιτία της υπογονιμότητας. Ο συνδυασμός διακολπικού υπερήχου (TVS) και της ανθρώπινης χοριακής γοναδοτροπίνης ορού (hCG) είναι το πιο αξιόπιστο διαγνωστικό εργαλείο, στην έγκαιρη διάγνωση της ετεροτοπικής κύησης που επιτρέπει τη συντηρητική της διαχείριση. 132
Η πλειονότητα των περιπτώσεων διαγιγνώσκεται με λεπτομερή υπερηχογραφήματα στα πλαίσια της έγκαιρης παρακολούθησης μετά την IVF και είναι ασυμπτωματική κατά τη διάγνωση. Ωστόσο, ένας σημαντικός αριθμός ασθενών παρουσιάζει ρήξη κέρατος. Παράγοντες κινδύνου αποτελούν η IVF και το ιστορικό σαλπιγγεκτομής. Οι επιλογές θεραπείας συνιστούν προσεκτική αναμονή, ιατρική περίθαλψη ή χειρουργική επέμβαση, ανάλογα με την κλινική εμφάνιση και την ιατρική εμπειρία. 133
Έχουν δημοσιευτεί αρκετές περιπτώσεις ετεροτοπικών διάμεσων κυήσεων οι οποίες αντιμετωπίστηκαν συντηρητικά με φαρμακευτικές ή χειρουργικές τεχνικές. Η εμβρυϊκή καρδιακή δραστηριότητα αντιμετωπίστηκε σε όλες τις περιπτώσεις. Έξι από τους εννέα ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη τοπική ένεση χλωριούχου καλίου (KCI) 0,05-2,0 mEq στην εμβρυϊκή καρδιά ή στον σάκο κύησης. Μια ετεροτοπική διάμεσος κύηση υποβλήθηκε σε θεραπεία με μία εφάπαξ, υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη, τοπική έγχυση διαλύματος που περιείχε 0,2 mEq KCI και 12,5 mg MTX (52). Το συνδυασμένο μέσο επίπεδο (± SD) β-hCG και η μέση διάρκεια (± SD) της αμηνόρροιας πριν από τη θεραπεία ήταν 35.375 ± 35.479 mIU / mL και 50 ± 9 ημέρες, αντίστοιχα. 134 - 138
Χρόνια έκτοπος κύηση
Δεν υπάρχει σαφής ορισμός της χρόνιας έκτοπης κύησης στα γυναικολογικά και υπερηχογραφικά χρονικά. Ωστόσο, αναγνωρίζεται ως ξεχωριστή οντότητα από την κατάσταση της οξείας έκτοπης κύησης. 139 Η διάγνωση αυτής της αινιγματικής κλινικής κατάστασης συχνά τίθεται με την λαπαροτομία. Σε μια αναδρομική μελέτη, η διάγνωση της χρόνιας έκτοπης κύησης ετέθει σχεδόν πάντα με TRV από την ύπαρξη μιας σύνθετης εξαρτηματικής μάζας σε κενή μήτρα και μόνο 18/55 περιπτώσεις, (32,7%), είχαν απλά υγρό στη πύελο/δουγλάσειο. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων (82,7%, n = 48), υπήρχε ένα ανομοιογενές μοτίβο στην ηχογένεια της εξαρτηματικής μάζας. Από τις 55 περιπτώσεις, οι 30 ελέγχτηκαν με έγχρωμο Doppler υπερηχογράφημα ροής, εκ των οποίων σε καμία δεν απεικονίστηκε ροή στο τοίχωμα ή το παρέγχυμα της εξαρτηματικής μάζας. Η β-hCG ήταν αρνητική (δηλ., 0 mIU/mL) μόνο σε 4 περιπτώσεις. Εν κατακλείδι, η χρόνια έκτοπη κύηση δεν αποτελεί μια σπάνια κλινική οντότητα και πρέπει να εξετάζεται στη διαφορική διάγνωση μεταξύ των ασθενών που παρουσιάζουν εξαρτηματική μάζα και εμφανή κλινική εικόνα έκτοπης κύησης. Το TRV είναι ευαίσθητο στη διάγνωση της χρόνιας έκτοπης εγκυμοσύνης, αλλά όχι ειδικό. Η συνδυασμένη χρήση του TRV και β-hCG αυξάνει τη διαγνωστική ακρίβεια. Ωστόσο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ότι μια αρνητική τιμή β-hCG δεν αποκλείει τη χρόνια έκτοπη κύηση. 140
Κατά άλλους, μία εκτοπική σαλπιγγική κύηση που υφίσταται επαναλαμβανόμενες και μικρές ρήξεις, αντί ενός επεισοδίου μαζικής αιμορραγίας, συχνά εξελίσσεται σε πυελική αιματοκήλη. Αυτή η μάζα περιέχει παλιό αίμα, θρόμβους, τροφοβλαστικό ιστό, περιβάλλεται από συμφύσεις και καταχρηστικά ονομάζεται "χρόνια έκτοπος κύηση" καθώς ο όρος χρόνια περιγράφει την εμφάνιση της πυελικής μάζας και δεν αφορά την μακρά διάρκεια της δημιουργημένης μάζας. 141
Στρατηγική διαχείρισης
Η υπερηχογραφία (διακολπική ή διακοιλιακή) σε συνδυασμό με τις διαδοχικές μετρήσεις της β-hCG στον ορό, επιτρέπουν την έγκαιρη ανίχνευση της έκτοπης κύησης μειώνοντας σημαντικά τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα αυτής της νόσου. 142 , 143 Η απουσία ενδομήτριου σάκου κύησης με επίπεδα β-hCG > από 6500mIU/mL έχει ευαισθησία 100%, ειδικότητα 96%, θετική προγνωστική αξία 86% και αρνητική προγνωστική αξία 100% στην διάγνωση της έκτοπης κύησης. 144 Ωστόσο, η απουσία ενδομήτριου σάκου δεν έχει διαγνωστική αξία όταν σχετίζεται με τιμές β-hCG κάτω από τη ζώνη διάκρισης, (δηλ., 1000 mIU/mL). Ένας ενδομήτριος σάκος και επίπεδα β-hCG πάνω από τη ζώνη διάκρισης υποδηλώνουν αξιόπιστα ενδομήτρια κύηση, τιμές β-hCG κάτω από τη ζώνη διάκρισης συσχετίζονται με μη φυσιολογική κύηση, αυτόματη αποβολή ή έκτοπη κύηση. 145
Μια έγκυος γυναίκα χωρίς οριστική διάγνωση ενδομήτριας ή εξωμήτριας κύησης θεωρείται ότι έχει "εγκυμοσύνη άγνωστης θέσης". 146 Η μέτρηση του ενδομήτριου πάχους και η αξιολόγηση του μοτίβου της ενδομήτριας κοιλότητας βοηθά στον εντοπισμό γυναικών με άγνωστη θέση εγκυμοσύνης 147 H εγκυμοσύνη άγνωστης θέσης δεν πρέπει να θεωρείται διάγνωση, αλλά να αντιμετωπίζεται ως μια παροδική κατάσταση και να καταβάλλονται προσπάθειες ώστε να τεθεί οριστική διάγνωση. 148 Μια γυναίκα με εγκυμοσύνη άγνωστης θέσης που είναι κλινικά σταθερή και επιθυμεί να συνεχίσει την εγκυμοσύνη της, εάν είναι ενδομήτρια, θα πρέπει να ζητηθεί επανάληψη της υπερηχογραφικής εξέτασης ή της μέτρησης της β-hCG ή και τα δύο, για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση και να ακολουθήσει η σωστή διαχείριση. 149 Παρακολούθηση με παρακλινικές εξετάσεις, συνιστάται για την επιβεβαίωση της διάγνωσης της έκτοπης κύησης σε έναν σταθερό κλινικά ασθενή, ειδικά στην πρώτη συνάντηση, για την αποφυγή εσφαλμένης διάγνωσης και περιττής έκθεσης στη MTX, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή κύησης ή τερατογένεση σε μια κατά τα άλλα βιώσιμη ενδομήτρια εγκυμοσύνη. 150 , 151 Αρχικά, αξιολογείται η βιωσιμότητα της κύησης. Σε μη βιώσιμη κύηση, η απόξεση της μήτρας με αναρρόφηση κενού μπορεί να βοηθήσει στη διάκριση μεταξύ αυτόματης έκτρωσης και έκτοπης κύησης προσδιορίζοντας την παρουσία ή την απουσία χοριακών λαχνών ενδομητρίως. Η επιλογή του κατάλληλου χρόνου για την ιατρική παρέμβαση θα πρέπει να γίνει από κοινού, ενσωματώνοντας τις αξίες και τις προτιμήσεις της ασθενούς σχετικά με τον κίνδυνο της μητέρας και τη δυνατότητα διακοπής μιας εξελισσόμενης εγκυμοσύνης. Μείωση του επιπέδου της β-hCG > από 15% μεταξύ 12 και 24 ωρών μετά την διαγνωστική εκκένωση της μήτρας υποδηλώνει την αφαίρεση τροφοβλαστικού ιστού, εύρημα που συνάδει με αυτόματη (ενδομήτρια) έκτρωση. 152 Μια ασθενής στην οποία μειώνονται τα επίπεδα hCG εξακολουθεί να κινδυνεύει με ρήξη και, επομένως, θα πρέπει να παρακολουθείται και να επαναλαμβάνονται οι μετρήσεις της hCG έως ότου τα επίπεδα της μηδενιστούν ή η ιστολογική εξέταση του παρασκευάσματος της μήτρας δείξει αυτόματη αποβολή. Πλατό ή αύξηση της hCG μετά την επεμβατική διαδικασία υποδηλώνει ελλιπή εκκένωση μήτρας ή αδιάγνωστη έκτοπος κύηση.
Μεταξύ των ειδικών υπάρχει αρκετή συζήτηση σχετικά με την ανάγκη εντοπισμού της θέσης κύησης πριν την κένωση της μήτρας και την χορήγηση MTX. Οι υποστηρίζοντες αυτή την άποψη επικαλούνται την αποφυγή περιττής έκθεσης της ασθενούς στην MTX, την τοξική δράση του φαρμάκου στο έμβρυο και την χρήση ακριβέστερων πληροφοριών και συμβουλών στον ασθενή σχετικά με την πρόγνωση μελλοντικών κυήσεων. 153 - 157 Τα επιχειρήματα εκείνων που δεν επιθυμούν οριστική διάγνωση συμπεριλαμβάνουν την ανησυχία ή τον αυξημένο κίνδυνο ρήξης των σαλπίγγων, λόγω καθυστέρησης της ιατρικής θεραπείας, μέχρι να τεθεί διάγνωση και το αυξημένο κόστος της υγειονομικής περίθαλψης που σχετίζεται με πρόσθετες εξετάσεις και διαδικασίες. 158 Ωστόσο, ο κίνδυνος ρήξης είναι χαμηλός μέχρι να τεθεί διάγνωση. Σε μια μελέτη που συμπεριελάμβανε τακτικές μετρήσεις hCG σε γυναίκες με εγκυμοσύνη άγνωστης θέσης, ο κίνδυνος ρήξης της έκτοπης κύησης από την έναρξη της παρακολούθησης μέχρι την επιβεβαίωση της διάγνωσης ήταν χαμηλός, 0,03% μεταξύ των γυναικών με αυξημένο κίνδυνο και 1,7% μεταξύ όλων των διαγνωσμένων έκτοπων κυήσεων. 148 Επιπλέον, η θεραπεία με MTX δεν παρέχει απαραίτητα σημαντική εξοικονόμηση κόστους ή μείωση του κινδύνου επιπλοκών. 159
Μεθοτρεξάτη
Η MTX είναι ένας ανταγωνιστής φολικού οξέως που αναστέλλει την αναγωγάση του διϋδροφυλλικού οξέος. Οι διϋδροφυλλικές ρίζες πρέπει να αναχθούν σε τετραϋδροφυλλικές ρίζες με το παραπάνω ένζυμο προτού μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν σαν μεταφορείς των μονοανθρακικών ομάδων για τη σύνθεση των πουρινικών νουκλεοτιδίων και των ριζών θυμιδίνης. Με αυτόν τον τρόπο η MTX παρεμβάλλεται στη σύνθεση του DNA, την επιδιόρθωση και αντιγραφή των νουκλεοτιδίων. Έντονα πολλαπλασιαζόμενοι ιστοί όπως τα κακοήθη κύτταρα, ο μυελός των οστών, τα εμβρυϊκά κύτταρα, ο στοματικός και εντερικός βλεννογόνος, και τα κύτταρα της ουροδόχου κύστης, είναι σε γενικές γραμμές πιο ευαίσθητα σε αυτή τη δράση της MTX. Η MTX εγκρίθηκε ως αντινεοπλασματικός παράγοντας το 1953, το 1956 ξεκίνησε η συστηματική χορήγηση MTX στη θεραπεία της τροφοβλαστικής νόσου και από το 1982 χρησιμοποιείται στη θεραπεία της έκτοπης εγκυμοσύνης. 160 Στην κυκλοφορία, το 50% της MTX συνδέεται με πρωτεΐνες και μετατρέπεται κυρίως στον ενεργό μεταβολίτη του πολυγλουταμικού οξέως, ο οποίος παραμένει ανιχνεύσιμος για μήνες επιτρέποντας την εβδομαδιαία χορήγηση ΜΤΧ. 161 Απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς. 162 Δεν προτείνονται εναλλακτικές στρατηγικές τακτικές φαρμακευτικής θεραπείας της έκτοπης κύησης πέρα από την ενδομυϊκή (IM) χορήγηση MTX. 163 Η από του στόματος χορηγούμενη θεραπεία με MTX έχει περιορισμένα οφέλη. 164
Επιλογή ασθενών
Η αντιμετώπιση με συστηματική χορήγηση MTX μπορεί να εφαρμοστεί σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη ή με υψηλή κλινική υποψία έκτοπης κύησης, στις οποίες η αιμοδυναμική κατάσταση είναι σταθερή, έχουν άρρηκτη εκτοπική μάζα και δεν υπάρχουν απόλυτες αντενδείξεις για τη χορήγηση MTX. 165 - 167 Όμως, αυτοί οι ασθενείς είναι επίσης υποψήφιοι και για χειρουργική αντιμετώπιση. 168 , 169 Η απόφαση για χειρουργική ή φαρμακευτική διαχείριση της έκτοπης εγκυμοσύνης θα πρέπει να καθοδηγείται από τα αρχικά κλινικά, εργαστηριακά και ακτινολογικά δεδομένα καθώς και από την επιλογή των ασθενών με βάση τη συζήτηση για τα οφέλη και τους κινδύνους κάθε προσέγγισης. Οι ασθενείς που επιλέγουν θεραπεία με MTX θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τη σημασία της παρακολούθησης και των ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου. 170
Αντενδείξεις
Πριν από τη χορήγηση MTX, είναι σημαντικό και λογικά να αποκλειστεί η παρουσία ενδομήτριας κύησης. Επιπλέον, η χορήγηση MTX θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με κλινικά σημαντική αύξηση της κρεατινίνης ορού, των ηπατικών ενζύμων ή της δυσλειτουργίας του μυελού των οστών που υπονοείται από την σημαντική αναιμία, την λευκοπενία ή την θρομβοπενία. Επειδή η MTX επηρεάζει τους ταχέως διαιρούμενους ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένου του μυελού των οστών, του γαστρεντερικού βλεννογόνου και του αναπνευστικού επιθηλίου, δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με δυσκρασίες αίματος (πολαπλούν μυέλωμα) ή ενεργή γαστρεντερική ή αναπνευστική νόσο. Ωστόσο, το άσθμα δεν αποκλείει την χρήση MTX. Η MTX είναι άμεσα τοξική για τα ηπατοκύτταρα και αποβάλλεται από το σώμα με την νεφρική απέκκριση. Ως εκ τούτου, η MTX συνήθως δεν χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική νόσο.
Α) Απόλυτες αντενδείξεις

-Ενδομήτρια εγκυμοσύνη
-Ύπαρξη ανοσοανεπάρκειας
-Μέτρια έως σοβαρή αναιμία, λευκοπενία ή θρομβοπενία
-Ευαισθησία στη MTX
-Ενεργή πνευμονική νόσος
-Ενεργό πεπτικό έλκος
-Κλινικά σημαντική ηπατική δυσλειτουργία
-Κλινικά σημαντική νεφρική δυσλειτουργία
-Θηλασμός
-Ρήξη έκτοπης εγκυμοσύνης
-Αιμοδυναμικά ασταθής ασθενής
-Αδυναμία συμμετοχής σε παρακολούθηση

Β) Σχετικές αντενδείξεις

-Εμβρυϊκή καρδιακή δραστηριότητα ανιχνεύσιμη με TRV
-Υψηλή αρχική συγκέντρωση hCG
-Εκτοπική εγκυμοσύνη σε μέγεθος > από 4cm, όπως απεικονίζεται στο TRV
-Άρνηση αποδοχής μετάγγισης αίματος

Οι σχετικές αντενδείξεις για τη χρήση MTX δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως απόλυτο όριο αποκοπής από την θεραπεία, αλλά ως ένας δυνητικός δείκτης μειωμένης αποτελεσματικότητας για συγκεκριμένες ενδείξεις. Τα αποτελέσματα μιας μελέτης υποστηρίζουν την σημαντικά αυξημένη αποτυχία της φαρμακευτικής αντιμετώπισης της έκτοπης κύησης με MTX μίας δόσης όταν η αρχική hCG ήταν > από 5.000 mIU/mL, 14,3% έναντι 3,7% για επίπεδα hCG < από 5.000 mIU/mL. 171 Να επισημανθεί, επίσης, ότι συχνά αποκλείονται ασθενείς από τη θεραπεία με MTX όταν τα επίπεδα hCG είναι > από 5.000 mIU/mL επειδή κατά την άποψη ορισμένων ειδικών αυτές οι συγκεντρώσεις της hCG αποτελούν σχετική αντένδειξη για ιατρική φαρμακευτική διαχείριση. Άλλοι προγνωστικοί παράγοντες που συνηγορούν για αποτυχημένη θεραπεία με MTX θεωρούνται η παρουσία προχωρημένης ή ταχέως αναπτυσσόμενης κύησης (απεικόνιση καρδιακής δραστηριότητας του εμβρύου) και μια ταχέως αυξανόμενη συγκέντρωσης hCG > από 50% σε 48 ώρες. 172 - 174
Σχήματα μεθοτρεξάτης
Έχουν δημοσιευτεί τρία δοσολογικά σχήματα που αφορούν την χορήγηση MTX στη θεραπεία της έκτοπης εγκυμοσύνης: 1) πρωτόκολλο μίας δόσης, 175 2) πρωτόκολλο δύο δόσεων 176 και 3) πρωτόκολλο σταθερής πολλαπλής δόσης. 177 Το σχήμα μιας δόσης είναι το απλούστερο από τα τρία σχήματα. Ωστόσο, ενδέχεται να απαιτείται πρόσθετη δόση ΜΤΧ για να εξασφαλιστεί η υποχώρηση της hCG μέχρι και στο 1/4 των ασθενών. 178 , 179 Το σχήμα δύο δόσεων προτάθηκε για πρώτη φορά το 2007 σε μια προσπάθεια να συνδυαστεί η αποτελεσματικότητα του πρωτοκόλλου πολλαπλών δόσεων με το ευνοϊκό προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών του σχήματος μιας δόσης. 178 Το σχήμα δύο δόσεων ακολουθεί το ίδιο πρόγραμμα παρακολούθησης hCG με το σχήμα μιας δόσης, αλλά μια δεύτερη δόση MTX χορηγείται την 4η ημέρα της θεραπείας. Το σχήμα MTX πολλαπλών δόσεων περιλαμβάνει έως και 8 ημέρες θεραπείας με εναλλακτική χορήγηση MTX και φολινικού οξέος που χορηγείται προληπτικά ως δόση ελαχιστοποίησης των ανεπιθύμητες ενεργειών της MTX.
Η συνολική επιτυχία από την συστηματική θεραπεία της MTX, η οποία ορίζεται ως η υποχώρηση της έκτοπης κύησης χωρίς την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης κυμαίνεται στις διάφορες μελέτες περίπου από 65-95%. 180 , 181 Η υποχώρηση (επίλυση) της έκτοπης κύησης μπορεί να εξαρτάται από το θεραπευτικό σχήμα της MTX που χρησιμοποιήθηκε και από το αρχικό επίπεδο συγκέντρωσης της hCG. Ωστόσο, δεν υπάρχει σαφής συναίνεση σχετικά με το αποδοτικότερο σχήμα MTX στη διαχείριση της έκτοπης κύησης. Η επιλογή του πρωτοκόλλου MTX πρέπει να καθοδηγείται από το αρχικό επίπεδο hCG και τη συζήτηση με τον ασθενή σχετικά με τα οφέλη και τους κινδύνους της κάθε προσέγγισης. Γενικά, το πρωτόκολλο μίας δόσης μπορεί να είναι το καταλληλότερο για ασθενείς με σχετικά χαμηλό αρχικό επίπεδο hCG ή τιμές hCG σε πλατό και το σχήμα δύο δόσεων μπορεί να θεωρηθεί ως εναλλακτική λύση για το σχήμα μίας δόσης, ιδίως σε γυναίκες με αρχική υψηλή τιμή hCG. 182
Πρωτόκολλα μεθοτρεξάτης
α) Δοσολογία μιας δόσης

-Χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης MTX σε δόση 50 mg/m2 ενδομυϊκά (IM) την 1η ημέρα
-Μέτρηση συγκέντρωσης hCG την 4η και την 7η ημέρα μετά την θεραπεία
-Εάν η μείωση είναι > από 15%, μετρούνται τα επίπεδα hCG εβδομαδιαίως μέχρι να γίνουν μικρότερα από 5 mlU/mL.
-Εάν η μείωση είναι < από 15%, επαναχορηγείται MTX σε δόση 50 mg/m2 ενδομυϊκά-ξεκινάει η 1η ημέρα-και επαναλαμβάνονται τα επίπεδα hCG την 11η ημέρα
-Εάν η hCG δεν μειωθεί μετά από δύο δόσεις, εξετάζεται η χειρουργική αντιμετώπιση
-Εάν η hCG είναι σε επίπεδα πλατό ή αυξηθεί κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης MTX για τη θεραπεία μίας επίμονης έκτοπης κύησης

Stovall TG, Ling FW 175
β) Δοσολογία δύο δόσεων

-Χορήγηση MTX σε δόση 50 mg/m2 ενδομυϊκά (IM) την 1η ημέρα
-Χορήγηση 2ης δόσης MTX σε δόση 50 mg/m2 ενδομυϊκά την 4η ημέρα
-Μέτρηση συγκέντρωσης hCG την 4η και την 7η ημέρα μετά την 2ηθεραπεία
-Εάν η μείωση είναι > από 15%, μετρούνται τα επίπεδα hCG εβδομαδιαίως μέχρι να γίνουν μικρότερα από 5 mlU/mL.
-Εάν η μείωση είναι < από 15%, επαναχορηγείται MTX σε δόση 50 mg/m2 ενδομυϊκά την 7η ημέρα και μετρούνται τα επίπεδα hCG την 11η ημέρα
-Εάν τα επίπεδα hCG μειωθούν κατά 15% μεταξύ της 7ης και 11ης ημέρας, τα επίπεδα hCG παρακολουθούνται εβδομαδιαίως μέχρι να γίνουν μικρότερα από 5 mlU/mL.
-Εάν η μείωση είναι < από 15% μεταξύ της 7ης και 11ης ημέρας, επαναχορηγείτε MTX 50 mg/m2 ενδομυϊκά την 11η ημέρα και ελέγχονται τα επίπεδα hCG την 14η ημέρα
-Εάν η hCG δεν μειωθεί μετά από τέσσερις δόσεις, εξετάζεται η χειρουργική αντιμετώπιση
-Εάν η hCG είναι σε επίπεδα πλατό ή αυξηθεί κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης MTX για τη θεραπεία μιας επίμονης έκτοπης κύησης

Barnhart K, Hummel AC, Sammel MD, et al 176
γ) Δοσολογία πολλών δόσεων

-Χορήγηση MTX 1 mg/kg ενδομυϊκά τις ημέρες 1η, 3η, 5η, 7η, εναλλάξ με φολινικό οξύ 0,1 mg/kg ενδομυϊκά τις ημέρες 2η, 4η, 6η, 8η
-Μετρούνται τα επίπεδα hCG κατά τις ημέρες της δόσης της MTX μέχρι να μειωθεί η hCG κατά 15% από την προηγούμενη μέτρησή της
-Εάν η μείωση είναι > από 15%, διακόπτεται η χορήγηση MTX και μετριούνται τα επίπεδα hCG εβδομαδιαίως μέχρι να γίνουν μικρότερα από 5 mlU/mL (μπορεί τελικά να χρειαστούν μία, δύο, τρεις ή τέσσερις δόσεις MTX)
-Εάν η hCG δεν μειωθεί μετά από τέσσερις δόσεις, εξετάζεται η χειρουργική αντιμετώπιση
-Εάν η hCG είναι σε επίπεδα πλατό ή αυξηθεί κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης MTX για τη θεραπεία μίας επίμονης έκτοπης κύησης

Rodi IA, Sauer MV, Gorrill MJ, et al 177
Αποτελεσματικότητα πρωτοκόλλων
H συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο πρωτόκολλο πολλαπλών δόσεων ήταν σημαντικά υψηλότερη από το πρωτόκολλο μιας δόσης ενώ τα ποσοστά επιτυχίας μεταξύ τους ήταν παρόμοια. 183 Το σχήμα δύο δόσεων αποτελεί μια αποτελεσματική και ασφαλής εναλλακτική λύση στο πρωτόκολλο μιας δόσης με συγκρίσιμο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. 184 Ωστόσο, το σχήμα δύο δόσεων συσχετίστηκε με μεγαλύτερη επιτυχία μεταξύ γυναικών με υψηλά αρχικά επίπεδα hCG > από 5.000 mIU/mL (80.0% έναντι 58.8% της μίας δόσης). 185 Επίσης, το σχήμα δύο δόσεων συσχετίστηκε με ακόμη υψηλότερα επίπεδα επιτυχίας (88.9% έναντι 57.9%) όταν τα αρχικά επίπεδα hCG ήταν μεταξύ 3.600-5.500 mIU/mL και οδήγησε σε μικρότερη παρακολούθηση. 186 Το 5% των γυναικών που αντιμετωπίζονται με MTX θα παρουσιάσει σαλπιγγική ρήξη.
Παρακολούθηση μετά την θεραπεία με MTX
Μετά τη χορήγηση της θεραπείας με MTX, τα επίπεδα hCG πρέπει να παρακολουθούνται με επαναλαμβανόμενους προσδιορισμούς στον ορό μέχρι να γίνουν μικρότερα από 5 mlU/mL. Απαιτείται στενή παρακολούθηση για να εξασφαλιστεί η εξαφάνιση της τροφοβλαστικής δραστηριότητας και να εξαλειφθεί η πιθανότητα επίμονης έκτοπης κύησης. Κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών μετά τη θεραπεία, τα επίπεδα hCG μπορεί να αυξηθούν σε επίπεδα υψηλότερα από τα επίπεδα προ θεραπείας, αλλά στη συνέχεια θα πρέπει να μειωθούν προοδευτικά για να φθάσουν σε επίπεδα μη ανιχνεύσιμα. Η αποτυχία μείωσης του επιπέδου hCG κατά τουλάχιστον 15% από την 4η - 7η ημέρα μετά τη χορήγηση MTX σχετίζεται με υψηλό κίνδυνο αποτυχίας της θεραπείας και απαιτεί πρόσθετη χορήγηση MTX (στην περίπτωση της αγωγής μίας δόσης ή δύο δόσεων) ή χειρουργική επέμβαση. 172 Η αποτυχία θεραπείας με MTX σε ασθενείς που δεν υπέστησαν κένωση της μήτρας με αναρροφητικό ξέστρο πριν από τη θεραπεία θα πρέπει να προκαλέσει ανησυχία για την παρουσία μη φυσιολογικής ενδομήτριας κύησης. Σε αυτούς τους ασθενείς, η κένωση της μήτρας θα πρέπει να πραγματοποιείται πριν από την επανάληψη της χορήγηση της MTX ή της χειρουργικής αντιμετώπισης, εκτός εάν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις έκτοπης σαλπιγγικής κύησης. Η συστηματική παρακολούθηση με υπερήχους για την επίλυση μιας έκτοπης εγκυμοσύνης δεν ενδείκνυται, επειδή τα ευρήματα δεν προβλέπουν το χρόνο υποχώρησης ή ρήξης της εξαρτηματικής μάζας, παρότι μετά την αρχική θεραπεία με ΜΤΧ ακολουθεί μια αύξηση του μεγέθους της έκτοπης μάζας. 187 - 189 Η υποχώρησης των επιπέδων hCG στον ορό μετά την φαρμακευτική διαχείριση συνήθως ολοκληρώνεται σε 2-4 εβδομάδες, αλλά μπορεί να διαρκέσει έως και 8 εβδομάδες. 177 Η υποχώρηση των επιπέδων hCG είναι σημαντικά ταχύτερη σε ασθενείς που έλαβαν επιτυχώς θεραπεία δύο δόσεων σε σύγκριση με το σχήμα μιας δόσης (25,7+13,6 έναντι 31,9+14,1 ημέρες. 185
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της MTX συνήθως εξαρτώνται από τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας. Η θεραπεία της MTX ενδέχεται να προκαλέσει γαστρεντερικά προβλήματα (π.χ. ναυτία, έμετο, στοματίτιδα), ιδίως με το πρωτόκολλο πολλών δόσεων. Αναμένεται spotting. Αρκετά συχνά, ασθενείς που λαμβάνουν MTX παρουσιάζουν κοιλιακό άλγος 2-3 ημέρες μετά τη χορήγηση, πιθανώς λόγω της κυτταροτοξικής επίδρασης του φαρμάκου στον τροφοβλαστικό ιστό. Σε άρρηκτη έκτοπη κύηση (ασθενής αιμοδυναμικά σταθερός χωρίς σημεία περιτοναϊσμού), ο κοιλιακός πόνος αντιμετωπίζεται ανάλογα παρακολουθώντας το επίπεδο αιμοσφαιρίνης της ασθενούς και την ποσότητα του περιτοναϊκού υγρού με TRV. Η αύξηση των ηπατικών ενζύμων είναι μια λιγότερο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια και συνήθως υποχωρεί μετά τη διακοπή της MTX. 190 Η αλωπεκία είναι επίσης μια σπάνια ανεπιθύμητη ενέργεια των χαμηλών δόσεων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της έκτοπης εγκυμοσύνης. Έχουν επίσης περιγραφεί μεμονωμένες περιπτώσεις ουδετεροπενίας και πυρετού, παροδικής φαρμακευτικά επαγόμενης πνευμονίτιδας και οι γυναίκες πρέπει να συμβουλεύονται να αναφέρουν τυχόν πυρετό ή αναπνευστικά συμπτώματα στους γιατρούς τους. 191 , 192
Συμβουλευτική ασθενών σχετικά με τις θεραπευτικές επιδράσεις της MTX
Οι ασθενείς που λαμβάνουν MTX θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο ρήξης της έκτοπης κύησης, την αποφυγή ορισμένων τροφίμων, συμπληρωμάτων ή φαρμάκων που μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της θεραπείας και τη σημασία της παρακολούθησης στην υποχώρηση της εγκυμοσύνης έως ότου επιβεβαιωθεί η επίλυση. Είναι σημαντικό να ενημερώνονται οι ασθενείς σχετικά με τα συμπτώματα της ρήξης σαλπίγγων και να τονιστεί η ανάγκη άμεσης ιατρικής φροντίδας εάν εμφανιστούν τέτοια συμπτώματα. Η έντονη σωματική δραστηριότητα και η σεξουαλική επαφή πρέπει να αποφεύγονται έως ότου επιβεβαιωθεί η επίλυση λόγω του θεωρητικού κινδύνου πρόκλησης ρήξης της έκτοπης κύησης. Επιπλέον, οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να περιορίσουν τις αμφίχειρες γυναικολογικές εξετάσεις και τα υπερηχογραφήματα όταν είναι δυνατόν. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν τα συμπληρώματα φολικού οξέος τις τροφές που περιέχουν φολικό οξύ και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα κατά τη διάρκεια της θεραπείας, επειδή αυτά τα προϊόντα μπορεί να μειώσουν την αποτελεσματικότητα της MTX. Συνιστάται η αποφυγή ναρκωτικών αναλγητικών φαρμάκων, οινοπνεύματος και τροφίμων που παράγουν αέρια, ώστε η κλινική εικόνα να μην καλύπτεται ή να συγχέεται με την επιδείνωση των συμπτωμάτων ρήξης. Η έκθεση στο φως του ήλιου θα πρέπει επίσης να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας για τον περιορισμό του κινδύνου δερματίτιδας από έκθεση στην MTX. 193
Πριν από τη θεραπεία με MTX, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με το ενδεχόμενο εμβρυϊκού θανάτου ή τερατογέννεσης όταν χορηγείται κατά τη διάρκεια της κύησης. Η επισήμανση του προϊόντος που έχει εγκριθεί από την Αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων συνιστά στις ασθενείς να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας κατά τουλάχιστον έναν κύκλο ωορρηξίας μετά τη θεραπεία MTX. Η MTX απομακρύνεται από τον ορό πριν από τις 4-12 εβδομάδες που είναι απαραίτητες για την επίλυση της έκτοπης κύησης και της ωορρηξίας στον επόμενο κύκλο. 194 , 195 Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες αναφορές στις οποίες η MTX ανιχνεύεται στα ηπατικά κύτταρα 116 ημέρες μετά την έκθεση. Περιορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η συχνότητα συγγενών ανωμαλιών και αποβολών δεν είναι αυξημένες σε ασθενείς που έχουν μείνει έγκυες λίγο μετά την έκθεση στη MTX. 196 Ωστόσο, ορισμένοι ειδικοί συνεχίζουν να προτείνουν στις ασθενείς να καθυστερήσουν την εγκυμοσύνη για τουλάχιστον 6 μήνες μετά την τελευταία δόση MTX. 196
Θεραπεία MTX και μελλοντική γονιμότητα
Η θεραπεία της MTX δεν έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη μελλοντική γονιμότητα ή στο απόθεμα ωοθυλακίων των ωοθηκών. Μια προοπτική μελέτη δεν σημείωσε καμία διαφορά στα επίπεδα των αντι-μηλεριανών ορμονών ή στα αναπαραγωγικά αποτελέσματα μετά τη χορήγηση MTX. 197 Επιπλέον, μια συστηματική ανασκόπηση ασθενών οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία υπογονιμότητας δεν βρήκε σημαντικές διαφορές στα βασικά επίπεδα FSH, την διάρκεια της διέγερσης των ωοθυλακίων, στον μέσο αριθμό ωοκυττάρων, τη συνολική δόση γοναδοτροπίνης που χρησιμοποιήθηκε στη διέγερση και το επίπεδο οιστραδιόλης κατά την ημέρα ωορρηξίας, πριν και μετά τη χορήγηση MTX. 198
Υποψήφιοι για χειρουργική αντιμετώπιση
Η απόφαση για χειρουργική ή φαρμακευτική διαχείριση της έκτοπης κύησης θα πρέπει να καθοδηγείται από τα αρχικά κλινικά, εργαστηριακά και ακτινολογικά δεδομένα καθώς και η επιλογή των ασθενών να γίνεται με βάση τη συζήτηση για τα οφέλη και τους κινδύνους της κάθε προσέγγισης. Χειρουργική αντιμετώπιση της έκτοπης κύησης απαιτείται όταν ένας ασθενής εμφανίζει οποιοδήποτε από τα παρακάτω: αιμοδυναμική αστάθεια, συμπτώματα συνεχιζόμενης ρήξης της έκτοπης μάζας, όπως πυελικός πόνος ή σημάδια ενδοπεριτοναϊκής αιμορραγίας.
Η χειρουργική αντιμετώπιση είναι απαραίτητη όταν ο ασθενής πληροί οποιαδήποτε από τις απόλυτες αντενδείξεις της φαρμακευτικής διαχείρισης και πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη οποιαδήποτε από τις σχετικές αντενδείξεις. Η χειρουργική διαχείριση πρέπει να χρησιμοποιείται σε έναν ασθενή που αρχικά επιλέγει φαρμακευτική διαχείριση η οποία κινδυνεύει να αποτύχει. Η χειρουργική θεραπεία μπορεί επίσης να εξεταστεί σε έναν αιμοδυναμικά σταθερό ασθενή με άρρηκτη έκτοπη κύηση, εφόσον συνδυαστεί με ταυτόχρονη χειρουργική επέμβαση απολίνωσης ή αφαίρεσης σαλπίγγων για να υποβληθεί ο ασθενής σε μεταγενέστερη IVF.
Η χειρουργική αντιμετώπιση γενικά πραγματοποιείται με λαπαροσκοπική σαλπιγγεκτομή (αφαίρεση μέρους ή όλου του προσβεβλημένου σάλπιγγας) ή λαπαροσκοπική σαλπιγγοστομία (αφαίρεση της έκτοπης εγκυμοσύνης ενώ αφήνεται επί τόπου ο προσβεβλημένος σάλπιγγας). Η λαπαροτομία τυπικά προορίζεται για αιμοδυναμικά ασταθείς ασθενείς, σε ασθενείς με μεγάλη ποσότητα ενδοπεριτοναϊκής αιμορραγίας και σε ασθενείς στους οποίους η οπτικοποίηση είναι αδύνατος κατά τη λαπαροσκόπηση. 193
Φαρμακευτική έναντι χειρουργικής αντιμετώπισης
Η φαρμακευτική διαχείριση της έκτοπης κύησης δυνητικά αποφεύγει τους εγγενείς κινδύνους της χειρουργικής επέμβασης και της αναισθησίας. Μεταξύ των μελετών, ο μέσος όρος του ποσοστού επίλυσης της έκτοπης κύησης με MTX ήταν 87% (εύρος 75-90%). Τα αντίστοιχα ποσοστά λαπαροσκοπικά ήταν 91% (εύρος 72-100%). Τα ποσοστά επιπλοκών για τη MTX κυμαίνονταν από 0-22%, με μέσο όρο 10% για τις μικρές επιπλοκές και από 0-11% για τις σοβαρές επιπλοκές, μέσος όρος 7%. Τα ποσοστά επιπλοκών στη λαπαροσκόπηση κυμαίνονταν από 0-8% για ενδοεγχειρητικές επιπλοκές, με μέσο όρο 2% και από 0-15% για μετεγχειρητικές επιπλοκές, μέσος όρος 9%. 199 Συγκρίνοντας τη συστηματική χορήγηση MTX με τη λαπαροσκοπική χειρουργική των σαλπίγγων, οι τυχαιοποιημένες δοκιμές δεν έδειξαν καμία διαφορά στη συνολική διατήρηση των σαλπίγγων, στην διαβατότητα των σαλπίγγων, στην επανάληψη της έκτοπη κύηση ή στις μελλοντικές κυήσεις. 200
Η φαρμακευτική διαχείριση της έκτοπης εγκυμοσύνης είναι οικονομικά αποδοτικότερη όταν δεν απαιτείται λαπαροσκόπηση και μπορούν να μειωθούν περισσότερο όταν η hCG πριν την θεραπεία είναι < από 1.500 mIU/mL. 201 - 203 Η χειρουργική αντιμετώπιση της έκτοπης εγκυμοσύνης είναι πιο αποδοτική από πλευράς κόστους εάν ο χρόνος έως την επίλυση αναμένεται να παραταθεί ή υπάρχει σχετικά υψηλή πιθανότητα αποτυχίας φαρμακευτικής διαχείρισης, όπως σε περιπτώσεις με υψηλές ή αυξανόμενες τιμές hCG ή όταν ανιχνεύεται εμβρυϊκή καρδιακή δραστηριότητα. 204
Σαλπιγγοστομία έναντι σαλπιγγεκτομής
Η απόφαση για την εκτέλεση σαλπιγγοστομίας ή σαλπιγγεκτομής πρέπει να καθοδηγείται από την κλινική κατάσταση της ασθενούς, την επιθυμία για μελλοντική γονιμότητα και την έκταση της βλάβης των σαλπίγγων. Τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες οι οποίες σύγκριναν τη σαλπιγγοστομία και τη σαλπιγγεκτομή στη διαχείριση της έκτοπης εγκυμοσύνης δεν βρήκαν στατιστικά σημαντική διαφορά στα μακροπρόθεσμα ποσοστά επακόλουθης ενδομήτριας κύησης ή στις επαναλαμβανόμενης έκτοπες κυήσεις, με υγιή την αντίπλευρο σάλπιγγα. 205 , 206 Mια υποομάδα της μελέτης της κοάρτης αποκάλυψε ότι η σαλπιγγοστομία σχετίζεται με υψηλότερο ποσοστό επακόλουθης ενδομήτριας εγκυμοσύνης, αλλά και με μεγαλύτερο κίνδυνο επανάληψης της εκτοπικής εγκυμοσύνης σε σύγκριση με τη σαλπιγγεκτομή, (10% έναντι 4%, RR=2,27 95% CI= 1,12–4,58). 207
Γενικά, η σαλπιγγεκτομή είναι η προτιμώμενη προσέγγιση όταν παρατηρείται σοβαρή βλάβη των σαλπίγγων και σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει σημαντική αιμορραγία από την προτεινόμενη χειρουργική θέση. Η σαλπιγγεκτομή μπορεί να εξεταστεί σε περιπτώσεις επιθυμητής μελλοντικής γονιμότητας όταν η ασθενής έχει υγιή την αντίπλευρη σάλπιγγα. Ωστόσο, η σαλπιγγοστομία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που επιθυμούν μελλοντική γονιμότητα αλλά έχουν βλάβη στην αντίπλευρη σάλπιγγα και ενδεχόμενη αφαίρεση θα απαιτούσε IVF για μελλοντική τεκνοποίηση. Όταν πραγματοποιείται σαλπιγγοστομία, είναι σημαντικό να παρακολουθείται ο ασθενής με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις hCG για να διασφαλιστεί η επίλυση του έκτοπου τροφοβλαστικού ιστού. Εάν υπάρχει ανησυχία για ατελή εκτομή κατά την σαλπιγγοστομία, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης μίας μόνο προφυλακτικής δόσης MTX. 166
Θεραπεία αναμονής έναντι MTX-μιας δόσης
Οι υποψήφιοι ασθενείς πού τίθενται σε διαχείριση αναμονής πρέπει να είναι ασυμπτωματικοί, να έχουν αντικειμενικά στοιχεία επίλυσης της έκτοπης κύησης (π.χ, επίπεδα hCG που βρίσκονται σε πλατό ή μείωση) και να είναι πρόθυμοι να αποδεχτούν τους πιθανούς κινδύνους, όπως ρήξη σαλπίγγων, αιμορραγία και χειρουργική επέμβαση έκτακτης ανάγκης. Εάν τα αρχικά επίπεδα hCG είναι < από 200 mIU/mL, το 88% των ασθενών "σε αναμονή" θα παρουσιάσει αυτόματη επίλυση. Όμως, τα ποσοστά αυτόματης επίλυσης είναι χαμηλότερα, 25%, όταν τα επίπεδα της hCG είναι > από 2000 mIU/mL. 208 Σε μια μικρή, τυχαιοποιημένη, μελέτη με επίπεδα hCG < από 2.000 mIU/mL η διαχείριση ασθενών αναμονής δεν ήταν αποτελεσματικότερη από τη θεραπεία με MTX-μιας δόσης (59% έναντι 76%, αντίστοιχα). Οι λόγοι για την εγκατάλειψη της θεραπείας αναμονής συμπεριελάμβαναν ανεπηρέαστο ή σημαντικά αυξημένο πόνο, ανεπαρκή μείωση των επιπέδων hCG ή ρήξη σαλπίγγων με αιμοπεριτόναιο. 209
Περιγραφή και ορισμός
Ανεπάρκεια τραχήλου καλείται η αδυναμία υποστήριξης μιας τελειόμηνης εγκυμοσύνης εξαιτίας μιας λειτουργικής ή δομικής ανωμαλίας στον τράχηλο. Κλινικά, χαρακτηρίζεται από οξεία, ανώδυνη διαστολή του τραχήλου της μήτρας που κορυφώνεται με την προβολή ή και την πρόωρη ρήξη των εμβρυϊκών υμένων, συνήθως στο δεύτερο τρίμηνο, με συνέπεια την απώλεια της κύησης ή τον πρόωρο τοκετό. 1
Επιδημιολογικά στοιχεία
Η επίπτωση της ανεπάρκειας τραχήλου υπολογίζεται σε λιγότερο από 1% του μαιευτικού πληθυσμού. Στη Δανία, από το 1980-1990, η ανεπάρκεια τραχήλου διαγνώστηκε σε 4,6/1000 γυναίκες, 2 και εκτιμάται ότι εμφανίζεται στο 8% των γυναικών με ιστορικό καθ' έξιν αποβολών στο δεύτερο τρίμηνο. 3
Αιτιοπαθογένεια
Τρεις κυρίως μηχανισμοί θεωρούνται υπεύθυνοι για την ασυμπτωματική ανάπτυξη λειτουργικής ή δομικής ανωμαλίας στον τράχηλο με αποτέλεσμα την απώλεια του μήκους ή του σχήματός του. Ασθενείς με ιστορικό, μίας ή περισσότερων διαδικασιών, διαστολών και εκκενώσεων της μήτρας για τερματισμό της κύησης, είχαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης βράχυνσης στο μήκος του τραχήλου κατά το διακολπικό υπερηχογράφημα καθώς και αυξημένο κίνδυνο για πρόωρο τοκετό. Το μηχανικό τραύμα, στις περιπτώσεις αυτές, οδηγεί στην δημιουργία ουλώδους ιστού με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια τραχήλου. 4 , 5 Είναι ενδιαφέρον και αξίζει να σημειωθεί πως σχεδόν καμία έγκυος γυναίκα, ακόμη και αυτές με υψηλό κίνδυνο, δεν είχαν βραχύ μήκος τραχήλου (CL) κατά το πρώτο τρίμηνο, επειδή θεωρητικά, η πρώιμη κύηση ασκεί μικρή μηχανική πίεση στον τράχηλο και επομένως είναι απίθανο να καταλήξει σε διαστολή και ανεπάρκεια. 6 , 7
Βραχύ μήκος τραχήλου (CL) δύναται να αναπτυχθεί δευτερογενώς, ως αποτέλεσμα μιας φλεγμονώδους ή μολυσματικής διαδικασίας, καθώς υπάρχει ισχυρή συσχέτιση μεταξύ βράχυνσης και λοίμωξης. Ασθενείς με βραχύ CL και βακτηριακή κολπίτιδα είχαν υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης πρόωρου τοκετού (43%), από τις αντίστοιχες ασθενείς με βραχύ CL αλλά χωρίς βακτηριακή κολπίτιδα (31%). 8 Ωστόσο, μέχρι τώρα, δεν υπάρχουν επαρκή στατιστικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν εάν η μόλυνση οδηγεί σε βράχυνση ή εάν το βραχύ τραχηλικό μήκος επιτρέπει την ανιούσα κολπική φλεγμονή και την ανάπτυξη χοριοαμνιονίτιδας.
Τέλος, μελέτες έδειξαν, ότι το 85% των ασυμπτωματικών εγκύων γυναικών με μήκος τραχήλου (CL) < από 25mm, πριν από 24 εβδομάδες, εμφάνιζαν συσπάσεις συχνότερα από αυτές με φυσιολογικό μήκος τραχήλου και επιπλέον είχαν διπλάσιο κίνδυνο για πρόωρο τοκετό.9 , 10 Πιθανά, πέραν των άλλων παραγόντων (ρήξη, διάμετρος τραχήλου ˃ 12mm), οι τρεις προαναφερόμενοι μηχανισμοί δρουν συνεργικά σε μερικές έγκυες γυναίκες και συμβάλλουν με διαφορετικό τρόπο σε κάθε ασθενή στην ανάπτυξη του βραχέος μήκους του τραχήλου.
Ιστορική ανασκόπηση
Στο παρελθόν, η διάγνωση της ανεπάρκειας τραχήλου βασίστηκε κυρίως στο ιστορικό της αυτόματης αποβολής κατά το δεύτερο τρίμηνο, η οποία συνδέθηκε με την ανώδυνη διαστολή του τραχήλου, χωρίς ωστόσο, η ασθενής να μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια τα συμπτώματα του βιώματος αυτού. Επιπλέον, δεν ήταν γνωστό, πότε η ανεπάρκεια τραχήλου καθίστατο εμφανής, ποια ήταν τα αίτια της έναρξης ενός πρόωρου τοκετού, μιας πρόωρης ρήξης των εμβρυϊκών υμένων ή της χοριοαμνιονίτιδας. Στη συνέχεια, αν η ασθενής έμενε έγκυος, θα μπορούσε να γίνει κυκλοτερής συρραφή γύρω από τον τράχηλο για να τον κρατήσει κλειστό, ενώ, αργότερα, αφαιρείτο η περίδεση για να επιτραπεί ο τοκετός. Ο μοναδικός αυτός ρόλος του τραχήλου, να διατηρήσει την κύηση μέχρι τον τοκετό, μετέπειτα με την διαστολή του, να επιτρέψει στο έμβρυο να διέλθει τον τραχηλικό σωλήνα για να ολοκληρωθεί ο τοκετός και στην συνέχεια, η επαναφορά του στο αρχικό σχήμα, για να επαναλάβει τον αρχικό του ρόλο σε επόμενες κυήσεις, έγινε αντικείμενο μελέτης και έρευνας πολλών ερευνητών.
Οι καθιερωμένες υπερηχογραφικές μέθοδοι ώθησαν τους μελετητές στην επινόηση νέων απεικονιστικών τεχνικών για να ερευνήσουν και να κατανοήσουν τις αλλαγές του τραχήλου της μήτρας στη διάρκεια της κύησης. Οι σημερινοί επαγγελματίες είναι επαρκώς εξοικειωμένοι με τη μέτρηση του μήκους του τραχήλου με την διακολπική υπερηχογραφία (TVS), αν και οι πρώτες μελέτες χρησιμοποίησαν διακοιλιακή προσέγγιση (ΤΑS). Το εύρος του έσω στομίου, το μήκος του τραχήλου της μήτρας, μεταξύ του έσω στομίου-μερικές φορές περιγράφηκε με τριγωνική εμφάνιση-και του έξω στομίου, μετρήθηκαν με τη χρήση της ΤΑS σε γυναίκες με κλασσική διάγνωση τραχηλικής ανεπάρκειας, ή με ιστορικό γεννήσεων δεύτερου τριμήνου με ανώδυνη διαστολή του τραχήλου της μήτρας.
Τα υπερηχογραφικά ευρήματα μεταγενέστερων μελετών όπως, η προβολή των εμβρυϊκών υμένων στον ενδοτραχηλικό σωλήνα, το λεπτό πάχος του κατώτερου πρόσθιου τοιχώματος της μήτρας και η παρουσία ενός βραχέος μήκους τραχήλου, συσχετίστηκαν με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο πρόωρου τοκετού. Ως όριο, μεταξύ φυσιολογικού και βραχέος μήκους τραχήλου, ορίστηκαν τα 30 mm. 11 Όμως, στην συνέχεια οι μελέτες, από περιγραφικές έγιναν συγκριτικές, και το μήκος του τραχήλου της μήτρας μελετήθηκε σύμφωνα με μεταβλητές όπως η παρουσία ή η απουσία πρόωρων συσπάσεων ή άλλων παραγόντων κινδύνου για πρόωρο τοκετό, επιτρέποντας τη βελτίωση των συμπερασμάτων σχετικά με τη χρησιμότητα της υπερηχογραφίας του τραχήλου της μήτρας.
Η ανακάλυψη ήρθε με τη χρήση της διακολπικής υπερηχογραφίας, η οποία βελτίωσε σημαντικά την απεικόνιση του τραχήλου της μήτρας και την λήψη κατάλληλων μετρήσεων. 12 Ο Sonek και οι συνεργάτες του, περιέγραψαν την εμπειρία τους χρησιμοποιώντας την διακολπική υπερηχογραφία (TVS) στην απεικόνιση του τραχήλου της μήτρας κατά την κύηση, ενώ συμπεριέλαβαν και ένα πρωτόκολλο μέτρησης του τραχήλου, το οποίο τροποποιήθηκε με την πάροδο του χρόνου για να καταστεί το ισχύον. Η μέτρηση πραγματοποιείται σε διάστημα περίπου 5', καταγράφεται το συντομότερο μήκος της απόστασης μεταξύ των στομίων του τραχηλικού σωλήνα, η μητρική ουροδόχος κύστης είναι κενή, ενώ δεν ασκείται πίεση από τον εξεταστή στον ηχοβολέα. Οι συγγραφείς παράλληλα διαπίστωσαν ότι η γυναικολογική εξέταση τείνει να υποτιμά το μήκος του τραχήλου της μήτρας κατά ένα εκατοστό ή περισσότερο. 13.
Το TVS είναι ανώτερο ως τεχνική από το κλασικό TAS που απαιτεί πλήρη μητρική ουροδόχο κύστη. Σε μια συγκριτική μελέτη της υπερηχογραφικής απεικόνισης του τραχήλου της μήτρας, η Andersen έλαβε επαρκείς μετρήσεις του τραχηλικού μήκους στο 99,5% των περιπτώσεων με TVS και μόλις στο 86% με τη TAS. Συγκεκριμένα, οι κοιλιακές μετρήσεις ήταν κατά 5,2 mm μεγαλύτερες από τις μετρήσεις που ελήφθησαν κολπικά. 14 Επειδή μια πλήρης μητρική κύστη προκαλεί απρόβλεπτη επίδραση στις μετρήσεις με το TAS, 15 η κολπική τεχνική έγινε το χρυσό πρότυπο. Το Αμερικανικό Κολέγιο Ακτινολογίας καθώς και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Υπερήχων της Ιατρικής επιβεβαίωσαν την διακολπική χρήση της υπερηχογραφίας ως τη καλύτερη μέθοδο απεικόνισης του τράχηλου.
Υπερηχογραφική διάγνωση
Σήμερα, η ανεπάρκεια τραχήλου μπορεί να αναγνωριστεί υπερηχογραφικά και να διαχειριστεί σωστά πριν η μητέρα βιώσει την απώλεια της κύησης. Ίσως, η πιο αποδεκτή διάγνωση της ανεπάρκειας τραχήλου να βασίζεται στην υπερηχογραφική απεικόνιση της διαστολής του τραχήλου, με τους υμένες να προβάλουν στο τραχηλικό κανάλι, ενώ απουσιάζουν οι συσπάσεις της μήτρας. Τα επιπλέον ευρήματα, συνίστανται στην βράχυνση και την παρουσία χοανοειδούς διαμόρφωσης του τραχηλικού σωλήνα. 16 Η παρουσία χοάνης "funneling" εκφράζει τη χαρακτηριστική διαμόρφωση του μερικώς διεσταλμένου τραχηλικού σωλήνα, κατά την οποία η διαστολή είναι μέγιστη στο έσω τραχηλικό στόμιο και βαθμιαία μειώνεται κατά το μέσον του τραχηλικού σωλήνα. Το μήκος του τραχήλου (CL) προσδιορίζεται με μέτρηση του κλειστού τμήματος του, δηλαδή, από το έσω έως το έξω στόμιο όταν δεν υπάρχει διάνοιξη του έσω στομίου, και, από το άκρο της χοανοειδούς διαμόρφωσης έως το έξω στόμιο, όταν υπάρχει χοάνη. 17 Το πιο ακραίο, σοβαρό εύρημα, είναι η διαστολή ολόκληρου του τραχηλικού σωλήνα, χωρίς να απομένει κανένα τμήμα τραχήλου κλειστό.
Αρκετοί συγγραφείς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το σημαντικότερο υπερηχογραφικό εύρημα στην πρόβλεψη ενός πρόωρου τοκετού, σε γυναίκες υψηλού κινδύνου, είναι το μήκος του τραχήλου, 17 , 18 ενώ το χοανοειδές του σχήμα, είναι ένας χρήσιμος προγνωστικός παράγοντας. 15 , 19 , 20 Η συμβολή ορισμένων μη επεμβατικών τεχνικών όπως, πίεση στον πυθμένα της μήτρας επί 15" στον κάθετο άξονα της μήτρας, βήξιμο ή ορθοστασία της ασθενούς, προκαλούν υπερηχογραφικές αλλαγές στο μήκος ή στην μορφή του τραχήλου και εμφανίζουν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην ανίχνευση της ανεπάρκειας τραχήλου. 21 - 23 Όταν διενεργείται κολπικό υπερηχογράφημα, ο ηχοβολέας δεν πρέπει να ασκεί έντονη πίεση στο πρόσθιο τμήμα του τραχήλου, επειδή, ένας ανοικτός τράχηλος μπορεί να συμπιεστεί και να κλείσει, με αποτέλεσμα την τεχνητή επιμήκυνσή του. 24 Ο Burger και οι συνεργάτες του, το 1997, για να βελτιώσουν την αναπαραγωγιμότητα της TVS στους κόλπους των υπερηχογραφιστών θέσπισαν ορισμένα κριτήρια αξιολόγησης του τραχήλου μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται: (1) το έσω στόμιο να είναι επίπεδο ή ισοσκελές τριγωνικό, (2) να μπορεί να παρατηρηθεί όλο το μήκος του τραχηλικού σωλήνα, (3) να μπορεί να ληφθεί συμμετρική απεικόνιση του έξω στομίου και (4) η απόσταση της πρόσθιας και της οπίσθιας επιφάνειας του χείλους του τραχήλου από τον τραχηλικό αυλό να είναι ίσες μεταξύ τους. 25
Περιγραφή της βράχυνσης τραχήλου
Ο Zilianti και οι συνεργάτες του, περιέγραψαν μνημοτεχνικά την χρονική ακολουθία των αλλαγών του τραχήλου της μήτρας, χρησιμοποιώντας τους λατινικούς χαρακτήρες Τ, Υ, V και U, ως σχήματα. Καθώς ο τράχηλος εξαλείφεται, η σχέση του τραχηλικού καναλιού με το κατώτερο τμήμα της μήτρας αλλάζει από σχήμα Τ (μακρύς και κλειστός τράχηλος), σε εσοχή σχήματος Y (βραχύς και ανοιχτός τράχηλος), ενώ με την περαιτέρω πρόοδο της εξάλειψης, το σχήμα Υ γίνεται V (περισσότερο ανοιχτός τράχηλος) και τελικά U (παντελώς ανοιχτός). 26
Χοάνη
Ως χοάνη, ορίστηκε η πρόπτωση των εμβρυϊκών υμένων διαμέσου του ενδοτραχηλικού σωλήνα, με βάθος τουλάχιστον 3 ή 5 mm, μετρούμενη από το αρχικό όριο του έσω στομίου έως το άλλο άκρο της χοάνης, προς την πλευρά του έξω στομίου. 19 , 27 Το πλάτος και το μήκος της χοάνης εκτιμήθηκαν σε αρκετές μελέτες για να αξιολογηθεί η σημασία τους στην πρόγνωση του πρόωρου τοκετού. Σε μια μελέτη που αφορούσε μια υποομάδα 183 γυναικών, στις οποίες διεξήχθη διακολπικό υπερηχογράφημα (TVS), μήκος του τραχήλου < από 25 mm συνδέθηκε σημαντικά με πρόωρο τοκετό (PTB), λιγότερο από τις 35 εβδομάδες, ενώ η παρουσία της χοάνης δεν ήταν σημαντικός προγνωστικός παράγοντας ενός πρόωρου τοκετού. 28
Η φυσική ιστορία της χοανοειδούς εμφάνισης του τραχηλικού αυλού, λαμβάνοντας υπόψη τις δυναμικές αλλαγές του κατώτερου τοιχώματος της μήτρας, εμφανίζει σημαντική μεταβλητότητα όταν συσχετίζεται με μαιευτικό ιστορικό προωρότητας. Αντίθετα, η παρουσία χοάνης, ως ανεξάρτητο εύρημα, θεωρείται ήσσονος σημασίας. Συνήθως, η όχι και τόσο συχνή εμφάνιση χοάνης σε σχήμα U, κατέληξε σε πρώιμο τοκετό, κατά το δεύτερο τρίμηνο. Μήκος τραχήλου ≥ από 25 mm, με ταυτόχρονη παρουσία χοάνης, συσχετίστηκε με μεγαλύτερη ηλικία κύησης τοκετού, κατά 2 εβδομάδες, συγκριτικά με τις περιπτώσεις στις οποίες απουσίαζε το εύρημα της χοάνης. Μήκος τραχήλου < από 25 mm με ή χωρίς παρουσία χοάνης δεν επηρέασε σημαντικά τον χρόνο έκβασης τοκετού. 27
Συσχέτιση με μόλυνση / φλεγμονή
Αν και η αιτιολογία του πρόωρου τοκετού είναι πολυπαραγοντική και πολύπλοκη, ωστόσο, η ενδομήτρια μόλυνση / φλεγμονή φαίνεται να συνδέεται στενά με πρόωρο τοκετό. Η παρουσία υψηλών συγκεντρώσεων ιντερλευκίνης-8 (IL-8), σε δείγματα τραχηλικών εκκρίσεων, συσχετίστηκαν με είσοδο μικροβίων στην αμνιακή κοιλότητα και παρουσία χοριοαμνιονίτιδας η οποία επιβεβαιώθηκε με αμνιοπαρακέντηση. Ο ρόλος αυτός της μόλυνσης / φλεγμονής αξιολογήθηκε σε μία μελέτη και καθορίστηκε η αλληλεξάρτηση μεταξύ υψηλής συγκέντρωσης IL-8, κοντού μήκους τραχήλου και χοριοαμνιονίτιδας, σε γυναίκες με ιστορικό πρόωρων συσπάσεων στις 24-36 εβδομάδες της κύησης. 29
Μια άλλη προοπτική μελέτη εξέτασε την σχέση μεταξύ, μήκους τραχήλου και χοριοαμνιονίτιδας, σε γυναίκες με άρρηκτους υμένες και ιστορικό πρόωρου τοκετού και αποκάλυψε ότι ο ισχυρότερος επιβαρυντικός παράγοντας της θετικής καλλιέργειας αμνιακού υγρού ήταν το κοντό μήκος του τραχήλου. Το κοντό μήκος του τραχήλου αποτελεί μεγάλο παράγοντα ενδομήτριας μόλυνσης. Ο συνολικός επιπολασμός του PTB ≤ από 35 εβδομάδες ήταν 21,4% με θετικές καλλιέργειες που παρατηρήθηκαν στο 7% των γυναικών. Το Ureaplasma urealyticum ήταν ο πιο συχνός οργανισμός που εντοπίστηκε σε καλλιέργειες αμνιακού υγρού. Οι γυναίκες με CL < από 15 mm είχαν σημαντικά υψηλότερο θετικό ποσοστό καλλιέργειας αμνιακού υγρού (26,3%) σε σύγκριση με εκείνες με CL > από 15 mm (3,8%). Από αυτές με CL ≥ από 30 mm, μόνο το 1,9% είχε θετική καλλιέργεια αμνιακού υγρού. 30
Συντρίμματα
Τα συντρίμματα αποτελούν ένα υπερηχογραφικό εύρημα το οποίο υποδηλώνει την μικροβιακή λοίμωξη του αμνιακού υγρού. Πρόκειται για συναθροίσεις σωματιδίων της ύλης στο αμνιακό υγρό (AF), πλησίον του έσω τραχηλικού στομίου, που είναι ευρύτερα γνωστές και ως ιλύς. Ο επιπολασμός της ιλύος του AF στις φυσιολογικές κυήσεις είναι 1%, ενώ σε ασθενείς με κίνδυνο αυτόματου πρόωρου τοκετού και άρρηκτους υμένες είναι 22,6%. 31 Η ιλύς του αμνιακού υγρού, συνδέεται με επικείμενο πρόωρο τοκετό, είσοδο μικροβίων στην αμνιακή κοιλότητα (MIAC) και ιστολογική χοριοαμνιονίτιδα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου για αυτόματο πρόωρο τοκετό με άρρηκτους υμένες. 31
Τα συντρίμματα ήταν παρόντα στο 23,5% των ασθενών (66/281), ενώ ένα μήκος τραχήλου (CL) < από 25 mm σημειώθηκε σε 50,5% (142/281). Ο επιπολασμός ενός αυτόματου πρόωρου τοκετού < από 28 εβδομάδες, < 32 εβδομάδες, < 35 εβδομάδες και <37 εβδομάδες κύησης ήταν 14,7% (29/197), 21,3 % (46/216), 28,7% (62/216) και 42,1% (91/216), αντίστοιχα. Κλινική και ιστολογική χοριοαμνιονίτιδα διαγνώστηκε στο 7,5% (21/281) και 36,4% (94/258) των ασθενών, αντίστοιχα. 32 Σε μία άλλη μελέτη τονίστηκε η σχέση μεταξύ ιλύος αμνιακού υγρού και αυτόματου πρόωρου τοκετού < από τις 34 εβδομάδες εντός διαστήματος 14 ημερών από την εξέταση. 33
Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν πολύ πιθανό ότι η παρουσία ιλύος του AF σε ασυμπτωματικούς ασθενείς να αντιπροσωπεύει τα προϊόντα διάσπασης του αίματος. Είσοδος μικροβίων στην αμνιακή κοιλότητα (MIAC) ανιχνεύτηκε στο 14% των ασθενών με "ιδιοπαθή" κολπική αιμορραγία και συσχετίστηκε με επακόλουθη πρόωρη ρήξη των εμβρυϊκών υμένων (PROM) και πρόωρο τοκετό (PTB). Η κολπική αιμορραγία μπορεί να είναι η μόνη κλινική εκδήλωση χοριοαμνιονίτιδας και προδιάθεση για δυσμενή έκβαση της κύησης. 34
Θεραπευτικές παρεμβάσεις
Αν και η διακολπική υπερηχογραφία χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα στην εκτίμηση κινδύνου για πρόωρο τοκετό σε γυναίκες αυξημένου κινδύνου, εντούτοις, ποτέ μέχρι σήμερα δεν χρησιμοποιήθηκε ως δοκιμασία μαζικού ελέγχου, επειδή δεν υπήρξε κάποια αποτελεσματική θεραπευτική παρέμβαση στις γυναίκες με θετικό αποτέλεσμα. Αρκετοί μελετητές εξέτασαν διάφορες θεραπευτικές μεθόδους σε γυναίκες στις οποίες ανιχνεύτηκε προηγούμενα κοντός τράχηλος στο υπερηχογράφημα, συμπεριλαμβανομένης της ινδομεθακίνης, της περίδεσης (cerclage) τραχήλου και της προγεστερόνης. 28 , 35 - 40
Πρόγνωση πρόωρου τοκετού
Ο Andersen και οι συνεργάτες του ήδη από το 1990, ανακοίνωσαν ότι η ακριβής εκτίμηση του μήκους του τραχήλου με διακολπικό υπερηχογράφημα θα μπορούσε να προβλέψει τον κίνδυνο ενός πρόωρου τοκετού. 12 Ωστόσο, ο κίνδυνος πρόωρου τοκετού αυξήθηκε με την μείωση του μήκους του τραχήλου. Ασθενείς με μήκος τραχήλου (CL) < από την 25η εκατοστιαία θέση ανάπτυξης (˂ 30 mm) συγκρίθηκαν με άλλες ασθενείς που είχαν CL ˃ από την 75η εκατοστιαία θέση ανάπτυξης (˃ 40 mm) στις 22-24 εβδομάδες. Ο σχετικός κίνδυνος ενός πρόωρου τοκετού ˂ από τις 35 εβδομάδες γι αυτές τις ασθενείς ήταν 3,79. Αν το CL ήταν < 10η εκατοστιαία θέση ανάπτυξης (˂ 26 mm) τότε οι ασθενείς είχαν σχετικό κίνδυνο για πρόωρο τοκετό 6,19. Ο σχετικός κίνδυνος ήταν υψηλότερος σε ασθενείς με μήκος τραχήλου μικρότερο από την 3η εκατοστιαία θέση ανάπτυξης (15 mm). Μήκος τραχήλου μήτρας ˂ από την 5η εκατοστιαία θέση ανάπτυξης (˂ 25 mm), στις 24 εβδομάδες, είχε ευαισθησία 37,3% και ειδικότητα 92,2% στην πρόγνωση πρόωρου τοκετού < από 35 εβδομάδες. Ένα κατώφλι 25ης εκατοστιαίας θέσης ανάπτυξης τραχήλου (30 mm) είχε ευαισθησία και ειδικότητα 54% και 76,3% αντίστοιχα. 19
Στη συνέχεια, και άλλες μελέτες επιβεβαίωσαν την αντίστροφη σχέση μεταξύ του μήκους του τραχήλου και του κινδύνου πρόωρου τοκετού. 17 , 18 , 41 , 42 Από τις 2505 ασθενείς που μελετήθηκαν από την Heath και τους συνεργάτες της με TVS στις 23 εβδομάδες, μόνο 43 (1,72%) είχαν CL ≤ 15 mm. Οι αναλογίες πιθανότητας (LR) για πρόωρο τοκετό ≤ 32 εβδομάδες σε αυτή τη μελέτη ήταν 51.5, 2.7 και 0.4 στις ασθενείς με μετρήσεις CL 5 mm, 15 και 50 mm, αντίστοιχα. 41
Ο κίνδυνος επανεμφάνισης αυτόματου πρόωρου τοκετού ˂ από 35 εβδομάδες ποικίλει ευρέως σύμφωνα με την εμβρυϊκή φιμπρονεκτίνη (fFN), και το μήκος τραχήλου. Ήταν αυξημένος κατά 2-4 φορές σε ασθενείς με θετική δοκιμασία fFN συγκριτικά με ασθενείς που είχαν αρνητική δοκιμασία fFN και αυξήθηκε καθώς το μήκος του τραχήλου μειώθηκε σε όλες ανεξαιρέτως τις ασθενείς με θετική ή αρνητική δοκιμασία fFN. 43 Ο εκτιμώμενος κίνδυνος επανεμφάνισης πρόωρου τοκετού < από τις 35 εβδομάδες σε ασθενείς με θετική δοκιμασία fFN και ιστορικό πρόωρου τοκετού ήταν περίπου 65% όταν το CL ήταν ≤ 25 mm, 45% όταν το CL ήταν 26-35 mm και 25 % όταν ο τράχηλος ήταν > 35 mm, στις 24 εβδομάδες της κύησης. Σε ασθενείς με αρνητική fFN και ιστορικό πρόωρου τοκετού, ο κίνδυνος επανεμφάνισης ήταν 25% όταν το CL ήταν ≤ 25 mm, 14% όταν το CL ήταν 26-35 mm και 7% όταν ο τράχηλος ήταν > 35 mm. 43 Ο κίνδυνος επανεμφάνισης πρόωρου τοκετού αυξήθηκε σε γυναίκες με θετικό μαιευτικό ιστορικό προωρότητας αλλά δεν επηρεάστηκε από την ηλικία κύησης του πιο πρόσφατου πρόωρου τοκετού. 43 Ωστόσο, σε γυναίκες χαμηλού κινδύνου (αρνητικό μαιευτικό ιστορικό προωρότητας), η δοκιμασία ινωδονεκτίνης συνεπικουρούμενη από την υπερηχογραφία του τραχήλου της μήτρας είχαν μόλις 15,6 % ευαισθησία στην ανίχνευση του πρόωρου τοκετού ˂ από τις 35 εβδομάδες της κύησης. 44
Σε μια άλλη μελέτη που διεξήχθη σε 9 πανεπιστημιακά κέντρα της ιατρικής στις Ηνωμένες Πολιτείες και αφορούσε 183 ασθενείς με μονήρης κυήσεις οι οποίες είχαν μαιευτικό ιστορικό πρόωρου τοκετού ˂ από τις 32 εβδομάδες, οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις στο μήκος του τραχήλου με TVS, βελτίωσαν την πρόγνωση πρόωρου τοκετού ˂ από τις 35 εβδομάδες τα διαστήματα μεταξύ 16-24 εβδομάδες. 17
Με δεδομένο ότι η διακολπική αξιολόγηση του τραχήλου είναι ανώτερη ως τεχνική από την γυναικολογική εξέταση στην πρόβλεψη πρόωρου τοκετού, 45 μερικοί ερευνητές πρότειναν την χρήση της μέτρησης τραχήλου με TVS μόνο μία φορά στις 28-30 εβδομάδες, στην ανίχνευση ασθενών υψηλού κινδύνου. Εντούτοις, το οικονομικό όφελος ενός τέτοιου προγράμματος στο γενικό πληθυσμό θεωρήθηκε αμφίβολο επειδή οι διάφορες τιμές του τραχηλικού μήκους είχαν φτωχή θετική προγνωστική αξία. 46
Τοποθέτηση περίδεσης σε ασθενείς με θετικό μαιευτικό ιστορικό
Η χρήση της TVS, ως κατευθυντήριο διαγνωστικό μέσο στην τοποθέτηση περίδεσης, σε ασθενείς υψηλού κινδύνου για αυτόματο πρόωρο τοκετό (ΡΤΒ), αποτέλεσε αντικείμενο έρευνας πολλών μελετητών. Σε μία πρώιμη μη τυχαιοποιημένη μελέτη, η περίδεση τραχήλου σε ασθενείς με CL ≤ από 15 mm δεν μείωσε τον ρυθμό ΡΤΒ, αντίθετα, αύξησε τον κίνδυνο πρόωρης ρήξης των εμβρυϊκών υμένων (PROM). 47 Ο To και οι συνεργάτες του εξέτασαν τον ρόλο της περίδεσης τραχήλου κατά Shirodkar σε ασθενείς χαμηλού και υψηλού κινδύνου, με CL ≤ από 15 mm. Από τις 47.123 ασθενείς που εξετάστηκαν, 253 πληρούσαν τα κριτήρια εισόδου στην μελέτη και κατανεμήθηκαν σε 127 ασθενείς στις οποίες έγινε περίδεση και σε 126 ασθενείς οι οποίες τέθηκαν υπό παρακολούθηση. Η εισαγωγή ενός ράμματος Shirodkar σε ασθενείς με κοντό τράχηλο δεν μείωσε σημαντικά τον κίνδυνο ΡΤΒ ˂ από τις 33 εβδομάδες. 36
Μια αναδρομική μελέτη εξέτασε τα αποτελέσματα της προγραμματισμένης περίδεσης (elective cerclage) συγκριτικά με αυτά της επείγουσας περίδεσης (urgent cerclage) η οποία πραγματοποιήθηκε όταν το CL μειώθηκε υπερηχογραφικά < 20 mm, πριν από τις 24 εβδομάδες της κύησης. Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στη μέση ηλικία τοκετού, στο ποσοστό PTB ή το ποσοστό PTB < από τις 25 εβδομάδες της κύησης μεταξύ των δύο ομάδων. 48
Μια άλλη προοπτική μελέτη που συμπεριελάμβανε 380 ασθενείς υψηλού κινδύνου για PTB διερεύνησε την προγνωστική αξία υπερηχογραφικών κριτηρίων στην αποτελεσματικότητα της περίδεσης τραχήλου. Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι οι ορατοί εμβρυϊκοί υμένες και το μήκος τραχήλου (CL) < από 15 mm συσχετίστηκαν σημαντικά με μικρότερη μέση ηλικία τοκετού, χαμηλότερο ποσοστό επιβίωσης εμβρύου και μικρότερο διάστημα εισαγωγής για την τοποθέτηση της περίδεσης και του τοκετού. 49 Ωστόσο σε μια αντίστοιχη μελέτη ο ίδιος συγγραφέας υπογραμμίζει την ασφάλεια των διαδοχικών υπερηχογραφικών μετρήσεων στην απόφαση τοποθέτησης επείγουσας περίδεσης (urgent cerclage) για την πρόληψη PTB. 50 Στα ίδια συμπεράσματα καταλήγει και η μελέτη των Owen και των συνεργατών του η οποία ενισχύει τη χρησιμότητα της TVS στη διαχείριση των γυναικών με προηγούμενη PTB καθώς μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά τον κλινικό γιατρό να αποφασίσει επείγουσα περίδεση όταν το CL <15 mm. 28
Υπερηχογραφία τραχήλου και αξιολόγηση ασθενών με πρόωρες συσπάσεις
Η υπερηχογραφία τραχήλου μπορεί να βοηθήσει στην αξιολόγηση των γυναικών που παρουσιάζουν πρόωρες συσπάσεις. Μια προοπτική μελέτη που αφορούσε 72 ασθενείς οι οποίες παρουσιάστηκαν στην αίθουσα ωδινών με συμπτωματολογία πρόωρων συσπάσεων, αξιολόγησε τη χρησιμότητα της TVS στην υποβοήθηση διαλογής αυτών ακριβώς των ασθενών. Σύμφωνα με τους ερευνητές αυτούς, η παρουσία χοάνης (αποδίδεται ώς “wedging” στην μελέτη τους), είχε ευαισθησία 100% στην ανίχνευση PTB < από τις 37 εβδομάδες, και το βραχύ μήκος τραχήλου ήταν ευρήματα ενδεικτικά ενός πραγματικά πρόωρου τοκετού που απαιτούσε επιθετική διαχείριση. 51
Και άλλες μελέτες όμως διερεύνησαν την αποτελεσματικότητα της TVS στην αξιολόγηση ασθενών με πρόωρες συσπάσεις της μήτρας οι οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ένα CL > 30 mm γενικά αποκλείει την πιθανότητα πρόωρου τοκετού και υποδεικνύει στις ασθενείς αυτές να παραπέμπονται στο σπίτι. Μια προοπτική μελέτη σύγκρινε την γυναικολογική εξέταση του τραχήλου σε ασθενείς μεταξύ 20-35 εβδομάδων της κύησης με συστολές, άρρηκτους υμένες και μήκος τραχήλου < από 30 mm και την TVS για την πρόγνωση PTB < από τις 36 εβδομάδες και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η TVS ήταν η ακριβέστερη μέθοδος PTB, 52 ενώ το μήκος τραχήλου που εκτιμήθηκε (διακολπικά) TV ήταν η πιο αξιόπιστη παράμετρος πρόβλεψης της προωρότητας. 53
Κάποιες μελέτες διερεύνησαν την υπόθεση, εάν η υπερηχογραφική μέτρηση του μήκους του τραχήλου βοηθάει στη διάκριση μεταξύ αληθούς και ψευδούς τοκετού σε γυναίκες με πρόωρες συσπάσεις μεταξύ 24-36 εβδομάδων, καθώς ένα ποσοστό > από το 70% των ασθενών αυτών δεν εξελίσσεται στην διαδικασία ενεργούς φάσης τοκετού και σε αληθή τοκετό. Οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι ένα CL < 15 mm συνδέεται σημαντικά με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τοκετού εντός 7 ημερών από την ημερομηνία εξέτασης. 54 , 55
Προγεστερόνη
Προγενέστερες τυχαιοποιημένες μελέτες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η χορήγηση προγεστερόνης σε γυναίκες με μαιευτικό ιστορικό PTB μείωσαν τον κίνδυνο ενός νέου PTB. Ωστόσο, ασαφής παραμένει η διαχείριση ασυμπτωματικών ασθενών (αρνητικό μαιευτικό ιστορικό πρόωρου τοκετού), στο μέσον της κύησης, με βραχύ μήκος τραχήλου το οποίο εκτιμήθηκε με TVS. Αρκετές μελέτες εξέτασαν το ρόλο της συμπληρωματικής θεραπείας με προγεστερόνη στη διαχείριση αυτών των ασθενών. Οι ασυμπτωματικές ασθενείς με CL ≤ 15 mm στις 20-25 εβδομάδες της κύησης χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: σε αυτές που ελάμβαναν 200 mg καθημερινά κολπικά προγεστερόνη έναντι αυτών ενός εικονικού φαρμάκου (placebo). Οι συγγραφείς της μελέτης διαπίστωσαν ότι η προγεστερόνη συσχετίστηκε με μείωση κατά 44% του κινδύνου PTB < από τις 34 εβδομάδες που ήταν στατιστικά σημαντική. 38 Μία μεταγενέστερη, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη μελέτη εξέτασε την αποτελεσματικότητα της χρήσης κολπικά προγεστερόνης στην πρόληψη PTB σε γυναίκες CL < 28 mm μεταξύ 16-23 εβδομάδων της κύησης και διαπίστωσε σημαντική μείωση του ποσοστού των πρόωρων γεννήσεων < από τις 32 εβδομάδες της κύησης, βελτιώνοντας παράλληλα και το νεογνικό αποτέλεσμα . 56
Σε μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη διπλή-τυφλή μελέτη, με εικονικό φάρμακο (placebo), στην οποία συμμετείχαν ασυμπτωματικές ασθενείς με μονήρη κύηση και CL μεταξύ 10-20 mm, στις 19-24 εβδομάδες της κύησης, η χορήγηση προγεστερόνης, κολπικά, στις ασθενείς με κοντό τράχηλο στο μέσο τρίμηνο σχετίστηκε με μείωση κατά 45% του ποσοστού PTB < από τις 33 και με βελτιωμένο νεογνικό αποτέλεσμα. 39
Πολύδυμη κύηση
Η χρήση της TVS ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στη διαχείριση της πολύδυμης κύησης, παρά το γεγονός ότι οι θεραπευτικές παρεμβάσεις της περίδεσης και της προγεστερόνης ήταν αναποτελεσματικές. Μία προγνωστική μελέτη, ανίχνευσε διακολπικά το μήκος τραχήλου στις 24 εβδομάδες σε 147 ασθενείς με δίδυμη κύηση και διαπίστωσε ότι ένα CL < από 25 mm συσχετίστηκε σημαντικά με αυξημένο κίνδυνο για PTB < από τις 35 εβδομάδες κύησης, σημειώνοντας ευαισθησία και ειδικότητα 29,8% και 89%, αντίστοιχα. 57
Αντίθετα, σε μια προοπτική μελέτη που αφορούσε 87 ασθενείς με δίδυμη κύηση και πρόωρες συσπάσεις μεταξύ 24-36 εβδομάδων της κύησης, οι συγγραφείς διαπίστωσαν ότι ένα CL > από 25 mm βοηθούσε στην διάκριση μεταξύ αληθούς και ψευδούς τοκετού, καθώς το όριο αυτό συνδέθηκε με επακόλουθο PTB μόνο στο 20% περίπου των δίδυμων εντός διαστήματος 7 ημερών. Το ποσοστό PTB, εντός του διαστήματος των 7 ημερών, αυξήθηκε δραματικά με την προοδευτική μείωση του μήκους του τράχηλου. Επιπλέον, η χρήση τοκολυτικών φαρμάκων παρείχε σημαντική και ανεξάρτητη συμβολή στην πρόβλεψη PTB εντός αυτού του διαστήματος. 58 Η συχνότητα PTB στις 24-32 εβδομάδες της κύησης ήταν διπλάσια στα μονοχοριακά (9.2%) έναντι (5.5%) στα διχοριακά δίδυμα. Ωστόσο, αυτή η διαφορά αποδόθηκε εξ ολοκλήρου σχεδόν στο πολυϋδράμνιο και στο σοβαρό σύνδρομο μετάγγισης από δίδυμο σε δίδυμο (TTTS) που περιπλέκει το 15% των μονοχοριονικών διδύμων. 59
Στις 24 εβδομάδες της κύησης, το CL της μήτρας ≤ 25 mm ήταν ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης αυτόματου PTB στις < 32 εβδομάδες, <35 εβδομάδες και <37 εβδομάδες. Από τους παράγοντες κινδύνου που αξιολογήθηκαν στις 28 εβδομάδες, η εμβρυϊκή φιμπρονεκτίνη ήταν ο μόνος στατιστικώς σημαντικός προγνωστικός δείκτης ενός αυτόματου PTB < 32 εβδομάδες. 57 , 60 Ένα CL > από 35 mm στις 24-26 εβδομάδες της δίδυμης κύησης με TVS θα μπορούσε να εντοπίσει τους ασθενείς χαμηλού κινδύνου για PTB < από τις 34 εβδομάδες. 61 - 66
Στρατηγική διαχείρισης
Επειδή ο PTB συνιστά την κύρια αιτία περιγεννητικής νοσηρότητας και θνησιμότητας παγκοσμίως η πρόληψη ενός πρόωρου τοκετού αποτελεί τη σημαντικότερη ίσως πρόκληση στη σύγχρονη μαιευτική. 67 Ωστόσο, δεκάδες στρατηγικές επιστρατεύτηκαν μέχρι σήμερα στον εντοπισμό ασθενών υψηλού κινδύνου για PTB και χρησιμοποιήθηκαν πολλές ιατρικές παρεμβάσεις. 19 , 43 , 57 , 68 - 75
Μία στρατηγική που συμπεριλάμβανε την μέτρηση του μήκους του τραχήλου, ως μέθοδο μαζικού ελέγχου κατά τη διάρκεια του καθιερωμένου υπερηχογραφήματος της εμβρυϊκής ανατομίας, για την ταυτοποίηση ασθενών με CL ≤ από 15mm και ακολούθως την καθημερινή θεραπεία με προγεστερόνη κολπικά ήταν η πιο αποδοτική στρατηγική με τη μεγαλύτερη μείωση του PTB < από τις 34 εβδομάδες καθώς εμφάνιζε το χαμηλότερο συνολικό κόστος και είχε τα καλύτερα αποτελέσματα στη νεογνική νοσηρότητα και θνησιμότητα. 76 Ένα παρόμοιο μοντέλο στατιστικής ανάλυσης, κόστους-αποτελεσματικότητας, συνέκρινε την "άνευ εξέταση" και την "γενική εξέταση" όλων ανεξαίρετος των μονήρων κυήσεων με ένα TVS μεταξύ 18-24 εβδομάδων της κύησης και κατέληξε στο συμπέρασμα πως μία μέτρηση ρουτίνας του CL στο δεύτερο τρίμηνο ήταν μια οικονομικά αποδοτική στρατηγική στην διαχείριση ασθενών για PTB. 77
Περιγραφή και ορισμός
Η προσκόλληση του αμνιακού υμένα επί του ουλώδους ιστού εντός της ενδομητρικής κοιλότητος καλείται αμνιακό φύλλο ή αμνιακή σύμφυση. 1 , 2
Επιδημιολογικά στοιχεία
Ο επιπολασμός αυτού του υπερηχογραφικού ευρήματος κυμαίνεται από 0,14%-1,13%. 3 - 6 Το αμνιακό φύλλο είναι μονήρες μπορεί να εντοπίζεται πάνω στον πλακούντα ή σε διαφορετική θέση και έχει διαφορετικά μορφολογικά χαρακτηριστικά εντός της αμνιακής κοιλότητος. 7 , 8
Αιτιοπαθογένεια
Αν και η ακριβής αιτιοπαθογένεια είναι άγνωστη, πιστεύεται ότι σχετίζεται με ιατρογενή τραυματισμό της βασικής στοιβάδας του ενδομητρίου, όπως απόξεση (σύνδρομο Asherman's) ή με ενδομήτρια λοίμωξη. 9 , 10
Ταξινόμηση
Τα αμνιακά φύλλα ανάλογα με τον προσανατολισμό τους με τον πλακούντα ταξινομήθηκαν σε δύο κατηγορίες σε κάθετα και μη κάθετα. Τα αμνιακά φύλλα που είχαν κάθετο προσανατολισμό ήταν πιθανότερο να συσχετιστούν με μη φυσιολογικό έκβαση κατά τον τοκετό (p <0,001) και ιστορικό φλεγμονώδους νόσου της πυέλου, ενώ δεν συσχετίστηκαν με ιστορικό προηγούμενης καισαρικής τομής και απόξεσης. Τα αμνιακά φύλλα με πλάγιο ή παράλληλο προσανατολισμό προς την επιφάνεια του πλακούντα συσχετίστηκαν με λιγότερες επιπλοκές της μητέρας. Από την ομάδα μελέτης, το 40,7% είχε ιστορικό κολπικής αιμορραγίας. Η συχνότητα εμφάνισης κολπικής αιμορραγίας δεν ήταν σημαντικά διαφορετική μεταξύ των ασθενών με κάθετο ή εκείνων με μη κάθετα αμνιακά φύλλα. 3
Υπερηχογραφική διάγνωση
Το αμνιακό φύλλο απεικονίζεται ως ένας λείος και παχύς ινώδης ιστός που συνδέει τα δύο άκρα της μήτρας. Η κατάφυση του αμνιακού φύλλου προς την πλευρά του τοιχώματος της μήτρας είναι στερεή και έχει λοβώδες σχήμα Y ενώ η απόληξή της προς την αμνιακή κοιλότητα είναι ελεύθερη και μπορεί να δονείται. Πολλές φορές αναγνωρίζεται εύκολα επειδή συνδέεται με τους εμβρυϊκές υμένες που αποτελούνται από δύο στρώματα αμνίου και δύο χορίου. Το έμβρυο κινείται ελεύθερα γύρω από το αμνιακό φύλλο χωρίς να προσκολλάται σε αυτό και είναι εντελώς ακίνδυνο καθώς δεν προκαλεί ανωμαλίες διάπλασης. 1 - 3, 9 , 11
Διαφορική διάγνωση
Το αμνιακό φύλλο έχει την ίδια υπερηχογραφική εμφάνιση με την διαχωριστική μεμβράνη των διχοριακών διδύμων, το πλακουντιακό αιμάτωμα κατά την διαδικασία απορρόφησης και την διαφραγματική μήτρα. 12 Μπορεί επίσης να υποδύεται το κυρτό περιφερικό άκρο ενός περιχαρακωμένου πλακούντα αν και διακρίνεται εύκολα από την οντότητα αυτή επειδή το αμνιακό φύλλο δεν περιορίζεται μόνο στο να προβάλει ως παχιά χοριοαμνιακή μεμβράνη που δημιουργεί ένα χείλος στην αμνιακή κοιλότητα αλλά επεκτείνεται στο τοίχωμα της μήτρας. 13 - 16 Η διαφορική διάγνωση τέλος θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και την αμνιακή ταινία που αποτελεί λεπτό ινώδη ιστό ο οποίος προβάλλει εντός του σάκου κύησης και συνυπάρχει με διαπλαστικές ανωμαλίες. Στις περιπτώσεις αυτές το αμνιακό φύλλο αναγνωρίζεται εύκολα καθώς η λοβώδη βάση του παρουσιάζει αγγείωση η οποία είναι εύκολα αναγνωρίσιμη με το έγχρωμο Doppler υπερηχογράφημα. 5 , 6
Έκβαση κύησης
Τα αμνιακά φύλλα δεν συσχετίστηκαν με κακή μαιευτική έκβαση. 7 , 17 Ωστόσο, κάποιες μελέτες συνέδεσαν τα αμνιακά φύλλα με αυξημένα δυσμενή μαιευτικά συμβάντα όπως πρόωρη ρήξη των εμβρυϊκών υμένων, αποκόλληση πλακούντα και καισαρική τομή λόγω ανώμαλης προβολής εμβρύου. 4 , 18 Η μαιευτική νοσηρότητα ήταν υψηλότερη στις γυναίκες με αμνιακά φύλλα: 21,3% έναντι εκείνων χωρίς 8,2% (σχετικός κίνδυνος (RR) 2,6, 95% CI, 1,5-4,5) επίσης τα νεογνά τους ήταν πιθανότερο να γεννηθούν με βάρος <2500 g (RR 3,3, 95% CI, 1,8-6,4) και να νοσηλευτούν στη μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών (RR 2,3 95% CI, 1,3-4,3). 19
Συχνότητα εμφάνισης
Οι εμβρυϊκοί υμένες το χόριο και το άμνιο δημιουργούν μια μεμβράνη το εμβρυοθυλάκιο. Αυτό συγκρατεί το αμνιακό υγρό μέσα στο οποίο εξελίσσεται η εγκυμοσύνη, με τους υμένες αρχικά να είναι ξεχωριστοί και να συνενώνονται μέχρι την 17η εβδομάδα της κύησης. Εκτεταμένος διαχωρισμός χορίου-αμνίου είναι σπάνιος μετά από την 17η εβδομάδα της εγκυμοσύνης, αν και ο περιορισμένος διαχωρισμός συμβαίνει συχνότερα.
Τα αίτια
Ο εκτεταμένος διαχωρισμός χορίου-αμνίου συμβαίνει σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί στην διαδικασία της αμνιοπαρακέντησης, αν και μία μικρή ομάδα από αυτές (που έχουν προσβληθεί) δεν έχει προβεί σε κανενός είδους επεμβατική διαδικασία. Ο περιορισμένος διαχωρισμός χορίου-αμνίου μπορεί να είναι το αποτέλεσμα ενδομήτριων επεμβάσεων για την αφαίρεση διαφραγμάτων, συμφύσεων κ.λ.π.
Συσχετιζόμενες ανωμαλίες
Οποιοσδήποτε διαχωρισμός μετά από τις 17 εβδομάδες της κύησης θεωρείται παθολογικός και μπορεί να συνδέεται με ανωμαλίες ακρωτηριασμού των άκρων ή και στρεβλοποδίας.
Έκβαση
Ο Benacerraf και οι συνεργάτες του μελέτησαν 20 εγκυμοσύνες με εκτεταμένο χοριοαμνιακό διαχωρισμό. Δύο από αυτές τις κυήσεις τερματίστηκαν προαιρετικά. 14 κυήσεις κατέληξαν σε ζώντα έμβρυα, 4 απεβίωσαν ενδομήτρια την 24η έως 25η εβδομάδα της κύησης, ενώ 3 έμβρυα είχαν τρισωμία 21 και χοριοαμνιακό διαχωρισμό πριν την αμνιοπαρακέντηση. Από 14 ζώντα έμβρυα τα μισά γεννήθηκαν τον προβλεπόμενο χρόνο τοκετού, ενώ τα άλλα μισά γεννήθηκαν πρόωρα λόγω περιγεννητικών επιπλοκών που συμπεριελάμβαναν: υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη, ολιγάμνιο, πρόωρη αποκόλληση πλακούντα.
Στρατηγική διαχείρισης
Όταν υπάρχει εκτεταμένος χοριοαμνιακός διαχωρισμός θα πρέπει να ακολουθεί λεπτομερής εξέταση του εμβρύου για αναγνώριση πιθανών ανωμαλιών ή εύρεση δεικτών τρισωμίας και να γίνεται σχολαστικός έλεγχος για την εκτίμηση των άκρων. Επειδή το εύρημα αυτό συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για τρισωμία 21, θα πρέπει να συνεκτιμάται με τον αναμενόμενο κίνδυνο ανευπλοειδίας του 1ου ή 2ου τριμήνου. Τεχνικά η αμνιοπαρακέντηση είναι δυσκολότερο να εκτελεστεί όταν το άμνιο δεν είναι συνενωμένο με το χόριο και ίσως η περισσότερο συνετή εξέταση να είναι η καρυοτύπιση του εμβρύου από τον ορό του αίματος της μητέρας.
Περιγραφή και ορισμοί
Η φυσική εξελικτική ακολουθία των υπερηχογραφικών ευρημάτων μιας αρχόμενης κύησης προϋποθέτει αρχικά την παρουσία ενδομήτριου σάκου κύησης, αργότερα ανιχνεύεται ο λεκιθικός ασκός, στην συνέχεια το έμβρυο, ο καρδιακός παλμός και ακολούθως ο αμνιακός σάκος που περιβάλλει το έμβρυο. Η αποτυχία της ανάπτυξης ενός ή περισσοτέρων εμβρυϊκών δομών θέτει το δίλλημα της βιωσιμότητας ή μη της κύησης, ωστόσο, είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ των προϋποθέσεων που είναι καθοριστικοί για την αποτυχημένη κύηση (failed pregnancy) και εκείνων που είναι απλώς ύποπτοι για την περαιτέρω βιωσιμότητά της. Μια εγκυμοσύνη είναι βιώσιμος εάν δυνητικά μπορεί να οδηγήσει στην γέννηση ενός ζωντανού νεογνού και μη βιώσιμος εάν πιθανώς δεν μπορεί. Οι έκτοπες κυήσεις και οι αποτυχημένες ενδομήτριες κυήσεις είναι μη βιώσιμες (Nonviable Pregnancy, NP). Αβέβαιης βιωσιμότητας θεωρείται μια εγκυμοσύνη εάν η διακολπική υπερηχογραφία (TVS) εμφανίζει ενδομήτριο σάκο κύησης χωρίς εμβρυϊκό καρδιακό παλμό (FHR). Ο όρος, ανεμβρυϊκή κύηση (anembryonic pregnancy) αναφέρεται σε σάκο κύησης ο οποίος μεγαλώνει χωρίς να αναπτύσσεται έμβρυο. 1 Οι περιγραφικοί όροι: αποτυχημένη εγκυμοσύνη (failed pregnancy, PF) και πρόωρη αποβολή ενδεχομένως να αποτελούν τους πλέον δόκιμους όρους για να περιγράψουν την απώλεια της κύησης στα αρχικά της στάδια. Ο όρος βιοχημική αποβολή, αποδίδεται στην πρώιμη παύση της κύησης που συμβαίνει μετά από ένα θετικό τεστ κύησης ούρων ή μετά την αύξηση του τίτλου της β-hCG στον ορό του αίματος, χωρίς προηγούμενη υπερηχογραφική ή ιστολογική επιβεβαίωση.
H βλάβη μιας δυνητικά φυσιολογικής ενδομήτριας εγκυμοσύνης η οποία εσφαλμένα θεωρήθηκε PF μπορεί να έχει σοβαρές ψυχοσωματικές συνέπειες, όπως περιττή εκκένωση της μήτρας σε μία κατά τα άλλα επιθυμητή κύηση και επιπλέον έκθεση σε πιθανούς κινδύνους που προκύπτουν από την επεμβατική διαδικασία (διάτρηση, συμφύσεις, φλεγμονή, παραμονή προϊόντων κύησης). Τα κριτήρια για την διάγνωση της μη βιωσιμότητας στην αρχή της κύησης θα πρέπει να είναι αυστηρά και ουσιαστικά θα πρέπει να εξαλείψουν τις ψευδώς θετικές διαγνώσεις, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να έχουν: ειδικότητα και θετική προγνωστική αξία (PPV), 100%. Αν και θα ήταν ιδανικό να υπάρχει υψηλή ευαισθησία και ειδικότητα, η διάγνωση της PF-πρώιμα κατά την εγκυμοσύνη-απαιτεί εστίαση στην ειδικότητα σε βάρος της ευαισθησίας. Τα κριτήρια της PF εμπίπτουν σε τρεις κατηγορίες: α) έμβρυο που θα πρέπει να είναι πάνω από ένα συγκεκριμένο μέγεθος (μετρούμενο ως CRL) χωρίς ορατό καρδιακό παλμό, β) ο σάκος κύησης που πρέπει να είναι πάνω από ένα συγκεκριμένο μέγεθος (μετρούμενος ως MSD) χωρίς ορατό έμβρυο και γ) απουσία εμβρύου με ορατό καρδιακό παλμό μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την αρχική εξέταση. Οι λιγότερο αυστηρές παραλλαγές αυτών των κριτηρίων, καθώς και ορισμένα άλλα υπερηχογραφικά ευρήματα, είναι ύποπτα για PF. 2
Διάγνωση αποτυχημένης εγκυμοσύνης (PF)
Η ακολουθία των συμβάντων της αρχόμενης εγκυμοσύνης, όπως ανιχνεύονται με το TVS, ακολουθεί ένα συγκεκριμένο και αρκετά προβλέψιμο μοτίβο. Ο σάκος κύησης εμφανίζεται για πρώτη φορά περίπου στις 5wks της κύησης ως μια μικρή, κυστική συλλογή υγρού, με στρογγυλεμένα όρια χωρίς ορατό περιεχόμενο που βρίσκεται στο φθαρτοποιημένο ενδομήτριο τμήμα της μήτρας. 3 , 4 Υπερηχογραφικά, η διάγνωση της πρώιμης της κύησης τίθεται από την παρουσία του "σημείου του διπλού σάκου" 5 και του "σημείου του ενδοφθαρτού". 6 Ο λεκιθικός ασκός, μια κυκλική δομή διαμέτρου 3-5mm, κάνει την εμφάνισή του περίπου την 36η (34η-38η)day ή την 5.0-5.5wks. 7 Αρχικά, το έμβρυο απεικονίζεται δίπλα στον λεκιθικό ασκό, περίπου στις 6wk, οπότε ο καρδιακός παλμός υπάρχει ως κίνηση που πάλλει. Τυχόν παρεκκλίσεις από αυτό το πρότυπο ανάπτυξης, συνήθως είναι ανησυχητικές και εάν είναι σημαντικές θεωρούνται καθοριστικές για την πρώιμη διάγνωση της PF. Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται περισσότερο συχνά για τη διάγνωση της PF είναι: α) η απουσία καρδιακού παλμού όταν το έμβρυο έχει φθάσει σε ένα ορισμένο μήκος ανάπτυξης CRL, β) η απουσία ορατού εμβρύου τη στιγμή που ο σάκος κύησης έχει αυξηθεί μέχρι ένα ορισμένο μέγεθος (μέση διάμετρος σάκου) και γ) η απουσία ορατού εμβρύου σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο.
Υπερηχογραφικά κριτήρια PF με υψηλά επίπεδα βεβαιότητας
| Κατηγορία | Κριτήριο PF |
| Έμβρυο χωρίς FHR | CRL ≥ 7mm |
| Σάκος κύησης χωρίς έμβρυο με FHR | MSD ≥ 25mm |
| Χρονικά ευρήματα | Έμβρυο μη ορατό με FHR, σε υπερηχογράφημα παρακολούθησης ≥ 2wks μετά τον αρχικό υπέρηχο που ανίχνευσε σάκο κύησης χωρίς λεκιθικό ασκό |
| Έμβρυο μη ορατό με FHR, σε υπερηχογράφημα παρακολούθησης ≥ 11days μετά τον αρχικό υπέρηχο που ανίχνευσε σάκο κύησης με λεκιθικό ασκό | |
| PF: Αποτυχημένη εγκυμοσύνη, FHR: fetal heart rate, bpm: beats per minute, CRL: crown-rump length, MSD: mean sac diameter, wkς:εβδομάδες, days: ημέρες | |
Υπερηχογραφικά κριτήρια ύποπτα PF αλλά όχι καθοριστικά
| Κατηγορία | Ύποπτα ευρήματα PF |
| Έμβρυο χωρίς FHR | CRL < 7mm |
| Σάκος κύησης χωρίς έμβρυο με FHR | MSD 16-25mm |
| Χρονικά ευρήματα | Έμβρυο μη ορατό με FHR, σε υπερηχογράφημα παρακολούθησης 7-13days μετά τον αρχικό υπέρηχο που ανίχνευσε σάκο κύησης χωρίς λεκιθικό ασκό |
| Έμβρυο μη ορατό με FHR, σε υπερηχογράφημα παρακολούθησης 7-10days μετά τον αρχικό υπέρηχο που ανίχνευσε σάκο κύησης με λεκιθικό ασκό | |
| Απουσία εμβρύου σε κύηση ≥ 6 wkς μετά την LMP | |
| Κενός αμνιακός σάκος | Κενό άμνιο (το άμνιο φαίνεται δίπλα στον λεκιθικό ασκό χωρίς ορατό έμβρυο) |
| Διευρυμένο άμνιο | Έμβρυο χωρίς FHR, με αμνιακό σάκο ορατό γύρω του |
| Διευρυμένος λεκιθικός ασκός | > 7mm |
| FHR: fetal heart rate, bpm: beats per minute, CRL: crown-rump length, MSD: mean sac diameter, wkς:εβδομάδες, days: ημέρες, LMP: last period menstrual | |
Έμβρυο χωρίς FHR
Σε μια φυσιολογική ενδομήτρια εγκυμοσύνη, η κίνηση της καρδιακής δραστηριότητας πάλλει όταν το έμβρυο είναι αναγνωρίσιμο, ανεξάρτητα από το μέγεθος του εμβρύου. Μελέτες της δεκαετίας του 1990 κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο καρδιακός παλμός είναι σταθερά ορατός όταν το CRL είναι 4mm 8 , 9 ή 5mm. 10 , 11 Με βάση αυτήν την έρευνα, το υπερηχογραφικό εύρημα ενός εμβρύου με CRL τουλάχιστον 5mm και χωρίς καρδιακή λειτουργία αποτελεί ευρέως αποδεκτό κριτήριο της διάγνωσης της PF. 12 , 13
Τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια του ορίου CRL των 5mm στον προσδιορισμό της PF, για διάφορους λόγους. Πρώτον, παρά τη σπουδαιότητα της αποφυγής των ψευδών θετικών διαγνώσεων της PF, οι μελέτες στις οποίες βασίστηκε το όριο CRL των 5mm περιείχαν μικρούς πληθυσμούς μελέτης. Μια συστηματική μετα-ανάλυση της βιβλιογραφίας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, λόγω των μικρού αριθμού των ασθενών (για διάστημα εμπιστοσύνης 95%), είχε χαμηλή ειδικότητα 90-100%, υποεκτιμώντας την οριστική διάγνωση της PF. 14 Δεύτερον, αναφέρθηκαν περιπτώσεις εμβρύων με CRL 5-6mm χωρίς FHR κατά το αρχικό υπερηχογράφημα στα οποία ο καρδιακός παλμός ήταν εμφανής σε μεταγενέστερα υπερηχογραφήματα. 15 , 16 Τρίτον, διαπιστώθηκε μεταβλητότητα στην μέτρηση του CRL ± 15%, μεταξύ των υπερηχογραφιστών (εύρος εμπιστοσύνης 95%) στις 6-9wks της κύησης, έτσι ώστε ένα έμβρυο μήκους 6mm από έναν εξεταστή να μπορεί να μετρηθεί έως και 6,9mm από έναν δεύτερο. 17 Γενικά, με βάση όλα τα παραπάνω, το όριο CRL των 7mm με απουσία της FHR έγινε αποδεκτό κριτήριο στην διάγνωση της PF. 2 , 18 Όπως προειπώθηκε, η καρδιακή δραστηριότητα είναι αναγνωρίσιμη σε οποιοδήποτε έμβρυο με μήκος CRL > 3mm στο TVS. Αντίθετα, η παρουσία ενός εμβρύου χωρίς καρδιακό παλμό είναι πάντα ένα εύρημα ανησυχητικό, ωστόσο μπορεί να μην είναι οριστική η απουσία της καρδιακής δραστηριότητας όταν το CRL είναι < από το όριο των 7mm και να αποτελεί μόνο ένα ύποπτο εύρημα PF.
Σάκος κύησης χωρίς έμβρυο
Το μέσο μέγεθος του σάκου κύησης, προκύπτει από τον μέσο όρο της εγκάρσιας και της προσθιοπίσθιας διαμέτρου του σάκου σε οβελιαία διατομή, αυξάνεται καθώς εξελίσσεται η κύηση. Ορισμένες μελέτες, γύρω στο 1990, διαπίστωσαν ότι ένα έμβρυο με καρδιακό παλμό είναι σταθερά ορατό στο TVS όταν το όριο αποκοπής της MSD είναι 16mm 19 ή 17mm. 20 Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, αν δεν ανιχνεύεται έμβρυο με FHR όταν η MSD είναι τουλάχιστον 16mm μπορεί να τεθεί η διάγνωση της PF. 18 , 21 , 22 Όμως, τα τελευταία χρόνια υπήρξαν ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία αυτού του κριτηρίου, παρόμοιες με αυτές για το κριτήριο CRL χωρίς ορατή καρδιακή λειτουργία. Πρώτον, οι αρχικές μελέτες οι οποίες οδήγησαν στο κριτήριο MSD των 16mm χωρίς έμβρυο αφορούσαν μικρούς πληθυσμούς ασθενών, έτσι ώστε η μετέπειτα ανάλυση έδειξε ένα ευρύ φάσμα ειδικότητας μεταξύ 88-100% (διάστημα εμπιστοσύνης 95%). 14 Δεύτερον, αναφέρθηκαν περιπτώσεις MSD 17-20mm στις οποίες δεν απεικονίστηκε έμβρυο και, στη συνέχεια, σε μεταγενέστερο υπερηχογράφημα έδειξε ένα έμβρυο με καρδιακή λειτουργία. 15 , 23 Τρίτον, διαπιστώθηκε μεταβλητότητα στην μέτρηση της MSD ± 19% μεταξύ των υπερηχογραφιστών (εύρος εμπιστοσύνης 95%), έτσι ώστε μια μέτρηση 21mm να μπορεί να βρεθεί κατά 19% υψηλότερη, δηλ. 25mm, όταν μετράται από άλλο εξεταστή. 17
Αυτές οι μελέτες, σε συνδυασμό, υποδηλώνουν ότι είναι συνετό να χρησιμοποιείται ένα όριο αποκοπής 25mm (αντί για 16mm) για τη MSD χωρίς ορατό έμβρυο προκειμένου να τεθεί η οριστική διάγνωση της PF. Αυτό θα αποδώσει ειδικότητα και ευαισθησία 100% (ή τόσο κοντά στο 100% όσο μπορεί να προσδιοριστεί). Όταν η MSD είναι 16-24mm, η έλλειψη εμβρύου είναι ύποπτη, αν και όχι διαγνωστική, για PF. 24
Χρονικά ευρήματα
Τα υπερηχογραφικά κριτήρια, CRL ≥ 7mm και MSD ≥ 25mm, μπορούν και επιτρέπουν τη διάγνωση της PF σε μία και μόνο υπερηχογραφική απεικόνιση του σάκου, στην αρχή της κύησης. Όμως, ποτέ όλες οι PF δεν αναπτύσσουν έμβρυο μήκους 7mm ή σάκο κύησης μέσης διαμέτρου 25mm. 25 Επομένως, είναι σημαντικό να υπάρχουν και άλλα κριτήρια που να υποστηρίζουν τη διάγνωση της PF. Τα πιο χρήσιμα από αυτά τα κριτήρια συμπεριλαμβάνουν τη μη οπτικοποίηση ενός εμβρύου σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Εναλλακτικά, η πρόβλεψη PF που βασίζεται στην υπόθεση της «μη φυσιολογικής ανάπτυξης του σάκου κύησης ή του εμβρύου» είναι αναξιόπιστος, όταν ο χρόνος ωορρηξίας είναι άγνωστος. Η απουσία οπτικοποίησης ενός εμβρύου με θετική καρδιακή δραστηριότητα, στις 6wks της κύησης μετά την τελευταία εμμηνορροϊκή περίοδο (LMP), υποδηλώνει ένα ύποπτο εύρημα της βιωσιμότητας της κύησης, σε εγκύους ασθενείς αυτόματης σύλληψης. Όμως, ενέχει τον κίνδυνο υπερεκτίμησης της ηλικίας κύησης στις περιπτώσεις εκείνες με καθυστερημένη ωορρηξία. 26 Ως εκ τούτου, η μη επιβεβαιωμένη ιατρικώς LMP που απέχει 14 ημέρες από την στιγμή της ωορρηξίας, είναι μια υπερβολικά αναξιόπιστη παράμετρος της οριστικής διάγνωση της PF
Η χρονική ακολουθία των συμβάντων στην αρχόμενη κύηση - σάκος κύησης στις 5wks, λεκιθικός ασκός στις 5,5wks και έμβρυο με καρδιακό παλμό στις 6wks - είναι ακριβής και αναπαραγώγιμη, με διακύμανση περίπου ± 0,5wks. 3 , 4 Αυτή η συνέπεια εξηγεί τα χρονικά κριτήρια που σχετίζονται με την PF. Για παράδειγμα, εάν το αρχικό υπερηχογράφημα εμφανίζει σάκο κύησης με λεκιθικό ασκό και μεταγενέστερο υπερηχογράφημα παρακολούθησης που εκτελείται ύστερα από ≥ 11days δεν εμφανίζει έμβρυο με καρδιακό παλμό, επιβεβαιώνεται η διάγνωση της PF. Όταν μια αρχική σάρωση εμφανίζει σάκο κύησης και μια μεταγενέστερη σάρωση δεν εμφανίζει έμβρυο με καρδιακό παλμό, αυτό το εύρημα είναι ανησυχητικό εάν το χρονικό διάστημα μεταξύ των σαρώσεων είναι ελαφρώς μικρότερο από αυτό που απαιτείται για τη διάγνωση της PF. Συγκεκριμένα, ύποπτες είναι οι ακολουθίες γεγονότων για PF: α) εάν μια αρχική σάρωση δείχνει έναν σάκο κύησης χωρίς λεκιθικό ασκό ή έμβρυο και δεν υπάρχει ορατό έμβρυο με καρδιακό παλμό σε μεταγενέστερη σάρωση 7-13days αργότερα και β) εάν μια αρχική σάρωση δείχνει έναν σάκο κύησης με λεκιθικό ασκό, χωρίς έμβρυο και εξακολουθεί να μην υπάρχει ορατό έμβρυο με καρδιακό παλμό σε μια επόμενη σάρωση 7-10days, αργότερα. 2
Άλλα ύποπτα ευρήματα
Έχουν αναφερθεί και άλλα υπερηχογραφικά ευρήματα ως μη φυσιολογικά στις αρχές του πρώτου τριμήνου, σε αυτά περιλαμβάνονται: ο κενός αμνιακός σάκος, 27 και ο διευρυμένος λεκιθικός ασκός. 28 Επειδή κανένα από αυτά τα σημεία δεν έχει μελετηθεί εκτενώς, θεωρούνται ύποπτα, αν και δεν είναι καθοριστικά ώστε να θέσουν την οριστική διάγνωση της PF.
Παράγοντες κινδύνου επικείμενης PF όταν παρατηρείται FHR
Παρότι η απεικόνιση του εμβρυϊκού καρδιακού παλμού (FHR) στο υπερηχογράφημα πρώτου τριμήνου αποτελεί ένα καθησυχαστικό εύρημα βιωσιμότητας, ωστόσο δεν εγγυάται απαραίτητα και καλή έκβαση της κύησης. Η επακόλουθη μη βιώσιμος κύηση είναι πάντα ένα πιθανό συμβάν, αλλά η πιθανότητα αυτού του ανεπιθύμητου συμβάμματος είναι μεγαλύτερη εάν ο FHR είναι αργός, υπάρχει μεγάλο υποχοριονικό αιμάτωμα ή ο σάκος κύησης είναι ασυνήθιστα μικρός.
Παράγοντες κινδύνου επικείμενης PF όταν παρατηρείται FHR
| Κατηγορία | Κριτήριο | Ύποπτα ευρήματα μη βιώσιμης κύησης |
| Αργός FHR | GA 6.0-6.2weeks ή CRL: 1-4mm | • Slow FHR: < 90bpm • Borderline FHR: 90-99bpm |
| GA 6.3-7weeks ή CRL 5-9mm | •Slow FHR: < 110bpm •Borderline FHR: 110-119bpm |
|
| Μεγάλο υποχοριακό αιμάτωμα | Διαγνώστηκε ως μεγάλο από τα ακόλουθα: • υποκειμενική εκτίμηση • το αιμάτωμα περιβάλλει τουλάχιστον τα 2/3 του σάκου κύησης • όγκος αιματώματος ≥ 60mL |
|
| Μικρό μέγεθος MSD σε σχέση με το CRL | 5.5-9weeks | MSD−CRL: < 5mm (ή υποκειμενική εκτίμηση) |
| FHR: fetal heart rate, bpm: beats per minute, CRL: crown-rump length, GA: gestational age, LMP: last menstrual period, MSD: mean sac diameter | ||
Αργός εμβρυϊκός καρδιακός παλμός
O MFHR από τους 100-110bpm (χτύπους το λεπτό) στις 6wk αυξάνεται σε περίπου 150 bpm στις 8-9Ws και στη συνέχεια διατηρείται σε ένα πλατό για το υπόλοιπο διάστημα της κύησης. 29 - 31 Ένας αργός FHR στις αρχές του πρώτου τριμήνου συνδέεται με υψηλό κίνδυνο μη βιώσιμης κύησης μέχρι το τέλος του πρώτου τριμήνου. 32 , Όσο πιο αργός είναι ο FHR, τόσο χειρότερη είναι η πρόγνωση. Στις 6,0-6,2wk, όταν το CRL είναι έως 4 mm, σχεδόν όλες οι εγκυμοσύνες θα αποβληθούν στη συνέχεια εάν ο FHR είναι < από 80bpm και η πλειονότητα αυτών θα έχει κακή έκβαση εάν ο FHR είναι 80-89bpm. Οπότε, οποιοσδήποτε FHR < από 90bpm θα πρέπει να θεωρείται μη φυσιολογικός. Η πρόγνωση είναι καλύτερη για FHR 90-99bpm και πλατό για FHR ≥ 100bpm, οπότε ένας FHR: 90-99bpm πρέπει να θεωρείται οριακός και ένας FHR ≥ 100bpm φυσιολογικός. Στις 6,3-7,0wk, που αντιστοιχούν σε CRL 5-9mm, οι αντίστοιχοι FHR είναι κατά 20bpm υψηλότεροι: ένας FHR ˂ από 110bpm είναι μη φυσιολογικός, ένας FHR 110-119bpm οριακός και FHR ≥ από τους 120 bpm, φυσιολογικός.33
Κρίνεται σκόπιμο να εκτελείται επαναληπτικός υπέρηχος σε 1-2 εβδομάδες όταν ο έλεγχος στις 6,0-6,2Ws αποκαλύπτει FHR ˂ από 90bpm ή ο έλεγχος στις 6,3-7,0 Ws ανιχνεύει FHR ˂ από 110bpm. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο καρδιακός παλμός θα σταματήσει κατά τον χρόνο της παρακολούθησης. Σε κάποιες λίγες περιπτώσεις, η καρδιακή λειτουργία θα εξακολουθεί να υφίσταται και ο FHR θα είναι φυσιολογικός. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, η πρόγνωση θεωρείται καλύτερη αλλά δεν είναι φυσιολογική, καθώς το 25% θα αποβληθεί μέχρι το πέρας του πρώτου τριμήνου. 34 Το ποσοστό αποβολής θα είναι ακόμη μεγαλύτερο, 78% εάν συνυπάρχει και ασυμφωνία ανάπτυξης μεταξύ GA και LMP > από 5 ημέρες. 35 Εάν το έμβρυο παραμένει ακόμα ζων στο τέλος του πρώτου τριμήνου, η πιθανότητα αποβολής απομακρύνεται οριστικά, ωστόσο ο κίνδυνος συγγενών εμβρυϊκών ανωμαλιών μπορεί να είναι αυξημένος.
Υποχοριακό αιμάτωμα
Το υποχοριακό αιμάτωμα (SCH) αποτελεί συλλογή αίματος ή ορού μεταξύ χορίου και φθαρτού και υπερηχογραφικά εμφανίζεται ως ένας ακανόνιστος υποηχογενής χώρος, μερικές φορές σε σχήμα ημισελήνου, γύρω από ένα τμήμα του σάκου κύησης. 36 Ο κίνδυνος της μη βιώσιμης κύησης η οποία περιπλέκεται με SCH παραμένει ένα αμφιλεγόμενο θέμα. Ωστόσο, υπάρχει γενική συναίνεση μεταξύ των διαφόρων ερευνητικών ομάδων ότι τα μικρά SCHs επηρεάζουν ελάχιστα ή καθόλου την έκβαση της κύησης ενώ τα μεγάλα ενέχουν αυξημένο κίνδυνο επακόλουθης απώλειας της κύησης. 37 - 40
Μικρό μέγεθος σάκου κύησης σε σχέση με το έμβρυο
Κανονικά ο σάκος κύησης είναι πολύ μεγαλύτερος από το έμβρυο κατά το πρώτο τρίμηνο. Αντιθέτως, το μικρό μέγεθος του σάκου κύησης σε σχέση με το έμβρυο συνδέθηκε με αυτόματη αποβολή σε ποσοστό 94% ανεξάρτητα από την ύπαρξη φυσιολογικής εμβρυϊκής καρδιακής λειτουργίας (FHR). Για τον εντοπισμό των ασυνήθιστα μικρών σάκων σε σχέση με το έμβρυο που φιλοξενείται προτάθηκε η χρήση του αλγόριθμου: MSD μείον (-) CRL. Μικρός, θεωρήθηκε ο σάκος με διάμετρο: MSD-CRL < από 5mm και φυσιολογικός όταν MSD-CRL ≥ από 5mm. Οι 15/16 κυήσεις με μικρό μέγεθος σάκου και φυσιολογική εμβρυϊκή καρδιακή λειτουργία στις 5,5-9Ws κατέληξαν σε αποβολή της κύησης. 41 Σε μια άλλη μελέτη, το ποσοστό της μη βιώσιμης κύησης (εμβρυϊκός θάνατος) ήταν 80,0%, όταν η διαφορά MSD-CRL ήταν < από 5mm, 26,5% όταν η διαφορά ήταν 5-7,9mm και 10,6% όταν η διαφορά ήταν ≥ από 8mm. 42
Πρόγνωση
Η υπερηχογραφική αξιολόγηση της μορφολογίας των επιμέρους χαρακτηριστικών μιας κύησης - συμπεριλαμβανομένου του σάκου κύησης, του φθαρτού, του λεκιθικού ασκού, του αμνίου, του εμβρυϊκού πόλου και της καρδιακής δραστηριότητας καθίστανται χρήσιμοι παράμετροι στην αξιολόγηση της πρόγνωσης της βιωσιμότητας της κύησης. Πρόσθετα ευρήματα τα οποία πιθανολογούν μη βιώσιμη κύηση συμπεριλαμβάνουν: κενό αμνιακό σάκο, διευρυμένο λεκιθικό ασκό και μικρό μέγεθος σάκου σε σχέση με το μέγεθος εμβρύου. Φυσιολογικά, μεταξύ 6,5-10wks της κύησης, το μήκος της αμνιακής κοιλότητας είναι παρόμοιο με αυτό του εμβρύου. Συνεπώς, τη στιγμή που ανιχνεύεται αμνιακός σάκος θα πρέπει να απεικονίζεται επίσης ένα έμβρυο ίσου μήκους και ο υπερηχογραφικός έλεγχος να συνεχίζεται. 43 Κάποιοι ερευνητές θεωρούν ως "μη φυσιολογικούς" ορισμένους σάκους κύησης με βάση συγκεκριμένα υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά-κριτήρια. Αυτά τα χαρακτηριστικά συμπεριλαμβάνουν α) το μεγάλο μέγεθος σάκου του οποίου η μέση διάμετρος (MSD) είναι ≥ από 25mm με συναφή απουσία εμβρυϊκού πόλου, β) το παραμορφωμένο ή λεπτό σχήμα του σάκου στο οποίο η MSD είναι ≤ με 2mm, γ) η ασθενώς ηχογενής ή ασαφής αντίδραση του χοριοφθαρτού?, δ) η απουσία ενός διπλά φθαρτοποιημένου σάκου? και ε) η χαμηλή εμφύτευση του σάκου κύησης προς το έσω τραχηλικό στόμιο. Δύο, εξ αυτών κριτήρια - μεγάλος σάκος και παραμορφωμένο σχήμα - είχαν ειδικότητα 100% και ονομάστηκαν μείζονα κριτήρια. Τα υπόλοιπα κριτήρια ήταν μεμονωμένα και λιγότερο συγκεκριμένα, αν και επιτεύχθηκε ειδικότητα 100% όταν ανιχνεύτηκαν τρία ή περισσότερα από τα ελάσσονα αυτά κριτήρια. Όταν υπήρχε ένα μείζων ή τρία ελάσσονα κριτήρια, το 53% των μη φυσιολογικών κυήσεων αναγνωρίστηκε σωστά χωρίς ψευδώς θετικές διαγνώσεις. 44
Η παρουσία μόνο του ενδομήτριου σάκου της κύησης μέχρι την 70η day από την LMP ενέχει στατιστικό κίνδυνο αποβολής 11,5%. Αν, εντός του σάκου ηχογραφηθεί λεκιθικός ασκός ο κίνδυνος αποβολής μειώνεται στο 8,5% και τροποποιείται σε 7,2% εάν απεικονιστεί ένα έμβρυο μέχρι 5mm, είναι 3,3% εάν το CRL είναι 6-10mm και 0,5% εάν το CRL είναι > από 10mm. 45 Πάντως, εάν η αρχική MSD είναι ≥ από το μέσο όρο για την αντίστοιχη ηλικία, αναμένεται καλή έκβαση στο 90-95% των περιπτώσεων. 46 Όμως, σε έγκυες ασθενείς με αιμορραγία πρώτου τριμήνου, η ανίχνευση ενός ενδομήτριου σάκου με MSD ≤ 16mm χωρίς την παρουσία εμβρύου είναι συμβατή με μη βιώσιμο κύηση περίπου στα 2/3 των περιπτώσεων. 47 Το ποσοστό εμβρυϊκής απώλειας μετά τις 14wks της κύησης ανέρχεται σε 2,0%. 48
Διαχείριση PF
Η μη βιώσιμος ενδομήτριος κύηση διαπιστώνεται με την μέτρηση της MSD και του CRL. H MSD ≥ 25mm χωρίς έμβρυο ή το CRL ≥ 7mm χωρίς FHR, επιτρέπουν την διάγνωση της PF. 49 Ένα ύποπτο υπερηχογραφικό εύρημα συνιστά επαναληπτικό υπερηχογράφημα, εντός διαστήματος 11-14 ημερών. Επί ενδείξεων μη βιώσιμης ενδομήτριας κύησης, δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω παρακολούθηση και, κρίνεται ασφαλές όπως υποβληθεί η έγκυος ασθενής σε θεραπευτική εκκένωση της μήτρας. Δεν υπάρχει γνωστή στρατηγική πρόληψης της PF. 50
Διάγνωση και διαχείριση βιωσιμότητας σε ασθενείς με κύηση άγνωστης θέσης
Τα επίπεδα της β-χοριακής γοναδοτροπίνης (beta-hCG) σε βιώσιμες και μη βιώσιμες ενδομήτριες εγκυμοσύνες ή εκτοπικές εγκυμοσύνες εμφανίζουν σημαντική αλληλεπικάλυψη τιμών, οπότε μόνο μια μέτρηση της β-hCG δεν μπορεί αξιόπιστα να τις διακρίνει μεταξύ τους. 51 - 53 Τα τελευταία 40 χρόνια, το αντικείμενο σημαντικής έρευνας υπήρξε ο προσδιορισμός ενός διακριτού ορίου της β-hCG πάνω από το οποίο θα μπορούσε να είναι πάντα ορατός ένας σάκος κύησης, σε μια φυσιολογική εγκυμοσύνη. Αρχικά, ετέθει ως όριο το επίπεδο των 6500 mIU/mL με βάση ευρήματα από την διακοιλιακή υπερηχογραφία (TAS). 54 Στην συνέχεια, το όριο μειώθηκε σε επίπεδα 1.000-2.000 mIU/mL, με βάση τα ευρήματα από το TVS. 3 , 55 , 56 Όμως, πιο πρόσφατες μελέτες έδειξαν χαμηλά επίπεδα αξιοπιστίας, καθώς υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες ανιχνεύτηκε ένα έμβρυο με καρδιακή λειτουργία σε υπερηχογράφημα παρακολούθησης, μετά το αρχικό υπερηχογράφημα στο οποίο δεν υπήρχαν ευρήματα ενδομήτριας κύησης, ενώ τα επίπεδα της β-hCG ήταν > από 2000 mIU/mL ή > από 3000 mIU/mL. 57 - 59
Σε μια έγκυο ασθενή με ιστορικό κύησης-άγνωστης θέσης-και επίπεδα β-hCG > από 2000 mIU/mL η πιο πιθανή διάγνωση είναι μια μη βιώσιμος ενδομήτρια κύηση η οποία. Η μη βιώσιμος ενδομήτρια κύηση εμφανίζεται περίπου δύο φορές συχνότερα από την έκτοπη κύηση. 60 Με επίπεδα β-hCG 2000-3000 mIU/mL και μήτρα κενή περιεχομένου η έκτοπη κύηση εμφανίζεται περίπου 19 φορές συχνότερα από μια βιώσιμη ενδομήτρια εγκυμοσύνη και 70 φορές συχνότερα, όταν τα επίπεδα της β-hCG είναι > από 3000 mIU/mL. 58 , 61 Συμπερασματικά, μεταξύ των γυναικών με εγκυμοσύνη άγνωστης θέσης και επίπεδα β- hCG: 2000-3000 mIU/mL,, θα υπάρχουν 19 έκτοπες κυήσεις και 38 μη βιώσιμες ενδομήτριες κυήσεις για κάθε μία βιώσιμη ενδομήτρια κύηση. Έτσι, η πιθανότητα μιας βιώσιμης ενδομήτριας εγκυμοσύνης για τέτοιες γυναίκες είναι [1 ÷ (1 + 19 + 38)], ή περίπου 2%. Κατά τον ίδιο συλλογισμό σε ασθενείς με εγκυμοσύνη άγνωστης θέσης και επίπεδα β-hCG > των 3000 mIU/mL, η πιθανότητα μιας βιώσιμης ενδομήτριας κύησης είναι [1 ÷ (1 + 70 + 140)] ή περίπου 0,5%.
Οδηγίες διάγνωσης και διαχείρισης σχετικά με την πιθανότητα βιώσιμης ενδομήτριας εγκυμοσύνης σε ασθενή με εγκυμοσύνη άγνωστης θέσης
| Εύρημα | Βασικά σημεία |
| Χωρίς συλλογή ενδομήτριου υγρού και φυσιολογικό (ή σχεδόν φυσιολογικό) εξάρτημα κατά την υπερηχογραφία* | Μια και μοναδική μέτρηση της β- hCG, ανεξάρτητα από τα επίπεδα της, δεν μπορεί να διακρίνει αξιόπιστα μεταξύ της έκτοπης και της ενδομήτριας κύησης (βιώσιμη ή μη βιώσιμη). |
| Επί μίας και μοναδικής μέτρησης της β-hCG < από 3000 mIU/mL, δεν πρέπει να ξεκινήσει πιθανή θεραπεία έκτοπης κύησης με τη χρήση μεθοτρεξάτης ή άλλων φαρμάκων ή χειρουργικών μέσων, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος διακοπής μιας βιώσιμης ενδομήτριας εγκυμοσύνης | |
| Εάν μία και μοναδική μέτρηση της β-hCG είναι ≥ 3000 mIU /mL, είναι δυνατή μια βιώσιμη ενδομήτρια εγκυμοσύνη αλλά είναι απίθανο. H πιο πιθανή διάγνωση είναι μια μη βιώσιμη ενδομήτρια εγκυμοσύνη, επομένως είναι γενικά σκόπιμο να επαναληφθεί τουλάχιστον μία μέτρηση της β-hCG και παρακολούθηση με υπερηχογράφημα πριν από τη θεραπεία για έκτοπη κύηση | |
| Δεν έχει πραγματοποιηθεί υπερηχογραφία | Τα επίπεδα της β-hCG είναι πολύ μεταβλητά σε ασθενείς με έκτοπη κύηση, συχνά <1000 mIU/mL, και δεν προβλέπουν την πιθανότητα ρήξης της έκτοπης κύησης. Έτσι, όταν τα κλινικά ευρήματα είναι ύποπτα για έκτοπη εγκυμοσύνη, το ενδοκολπικό υπερηχογράφημα ενδείκνυται ακόμη και όταν τα επίπεδα της β- hCG είναι χαμηλά |
| Αναδημοσίευση από Doubilet PM, et al. Early first trimester diagnostic criteria for nonviable pregnancy 2 *Τα σχεδόν μη φυσιολογικά (δηλ. ασήμαντα) ευρήματα των εξαρτημάτων περιλαμβάνουν: το ωχρό σωμάτιο, την μικρή ποσότητα ελεύθερου πυελικού υγρού και την παρα-εξαρτηματική κύστη |
|
Η εκτίμηση της πιθανότητας, για μια βιώσιμη ενδομήτρια εγκυμοσύνη, σε ασθενή με κύηση άγνωστης θέσης και επίπεδο β-hCG ≥ 2000 mIU/mL δεν είναι ιδιαίτερα ακριβής, εξαιτίας του περιορισμένου αριθμού των διαθέσιμων δεδομένων, αλλά και επειδή η θεραπεία της πιθανή εκτοπικής κύησης με τη χρήση μεθοτρεξάτης, άλλων φαρμάκων ή χειρουργικών μέσων είναι ακατάλληλη εάν η ασθενής είναι αιμοδυναμικά σταθερή. Πρώτον, υπάρχει η πιθανότητα βλάβης 2% μιας βιώσιμης ενδομήτριας κύησης εάν τα επίπεδα της β-hCG: 2000-3000 mIU/mL. Δεύτερον, η πιο πιθανή διάγνωση είναι μη βιώσιμος ενδομήτρια κύηση (δηλ., PF). Τρίτον, επί αναμονής για να κερδηθεί χρόνος μέχρι να τεθεί διάγνωση, -ο κίνδυνος είναι περιορισμένος όταν δεν υπάρχουν συμπτώματα ρήξης ή υπερηχογραφικά ευρήματα εκτοπικής εγκυμοσύνης. Τέταρτον, η πρόοδος των τιμών της β-hCG για μια περίοδο 48 ωρών παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την λήψη διαγνωστικών και θεραπευτικών αποφάσεων. 2
Περιγραφή και ορισμός
Το κοιλιακό σύστημα αποτελείται από τις δύο πλάγιες κοιλίες οι οποίες κείτονται στο βάθος των αντίστοιχων εγκεφαλικών ημισφαιρίων, την τρίτη κοιλία στη μέση και κάτω από τα ημισφαίρια μεταξύ των δύο οπτικών θαλάμων, και την τετάρτη κοιλία η οποία αποτελεί τη συνέχεια της τρίτης, βρίσκεται στο κατώτερο εγκεφαλικό στέλεχος-την γέφυρα και τον προμήκη μυελό-και ακριβώς μπροστά από την παρεγκεφαλίδα. Το σύστημα αυτό είναι επιφορτισμένο με την παραγωγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ENY) 1 το οποίο προστατεύει τον εγκέφαλο από την επαφή του με το σκληρό έσω τοίχωμα των κρανιακών οστών.
Ήδη, από τις 16 εβδομάδες της κύησης, το οπίσθιο τμήμα της πλάγιας κοιλίας συγκροτεί σύμπλεγμα με τον κόλπο που συνεχίζει να πορεύεται προς τα πίσω, στο ινιακό κέρας. Ο κόλπος χαρακτηρίζεται από την παρουσία μιας σφαιρικής κοιλότητας, του χοριοειδούς πλέγματος που είναι έντονα ηχογενής, ενώ το ινιακό κέρας γεμίζει με υγρό. Τόσο το μέσο όσο και το οπίσθιο τοίχωμα της πλάγιας κοιλίας είναι παράλληλα με τη μέση γραμμή και ως εκ τούτου απεικονίζονται, καλά υπερηχογραφικά, ως φωτεινές γραμμές. 2 Σε φυσιολογικές συνθήκες, η σφαιρική κοιλότητα του χοριοειδούς πλέγματος γεμίζει σχεδόν πλήρως τον κόλπο και προσεγγίζει στενά τα τοιχώματα της πλάγιας κοιλίας, αν και, σε ορισμένες φυσιολογικές καταστάσεις μπορεί να υπάρχει μικρή ποσότητα υγρού μεταξύ της μεσότητας του τοιχώματος του κόλπου και του χοριοειδούς πλέγματος. 3
Οι πλάγιες κοιλίες διαθέτουν μια πολύπλοκη, τρισδιάστατη, αρχιτεκτονική δομή καθώς υφίστανται σημαντικές αλλαγές ενόσω αναπτύσσονται με την πρόοδο της κύησης. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η υπερηχογραφική αξιολόγηση των δομών αυτών προκάλεσε το ενδιαφέρον πολλών ερευνητών και ότι αρκετές φορές προτάθηκαν διαφορετικές προσεγγίσεις στον ορισμό και τη διάγνωση της εμβρυϊκής κοιλιομεγαλίας. Ως κοιλιομεγαλία (V), ορίστηκε κατά καιρούς: 1) διαχωρισμός 3-8mm μεταξύ χοριοειδούς πλέγματος και τοιχώματος πλάγιας κοιλίας, 4 2) αναλογία πλάγιας κοιλίας/εγκεφαλικό ημισφαίριο ˂ 0,55 5 , 6 και 3) το πλάτος των κόλπων των πλάγιων κοιλιών ˃ από 10mm, δηλαδή μεγαλύτερο κατά 2,5-4 σταθερές αποκλίσεις (SD) από το μέσο όρο όπως καταγράφηκε από τους διάφορους ερευνητές. 7 - 13
Ο τελευταίος ορισμός φαίνεται να είναι και ο πλέον επικρατέστερος. Ωστόσο, πολλά έμβρυα, με μεμονωμένη ήπια κοιλιομεγαλία, δεν είχαν συγγενείς ανωμαλίες κατά την νεογνική εκτίμηση. Η διαπίστωση αυτή, εύλογα έγειρε το ερώτημα αν και κατά πόσο το στατιστικά υπολογιζόμενο όριο των 10 mm είναι το κατάλληλο στην απόδοση της κοιλιομεγαλίας?. 10 Ωστόσο, η ετερογένεια του μεγέθους των κόλπων μεταξύ διαφορετικών εθνοτικών ομάδων πληθυσμιακού ελέγχου αλλά και μεταξύ των φύλων, κατέστησαν ακόμη πιο περίπλοκη την απόφαση αυτή.14 - 16 Οι Pretorius και Hilpert, πρότειναν μεγαλύτερα όρια κοιλιομεγαλίας 11 και 12 mm, αντίστοιχα. 17 , 18
Επιδημιολογικά στοιχεία
H επίπτωση της ήπιας κοιλιομεγαλίας (VM) στην διεθνή βιβλιογραφία κυμαίνεται από 1,48-22/1000 γεννήσεις σε πληθυσμούς χαμηλού και υψηλού κινδύνου, αντίστοιχα, 9 , 10 ενώ μία μεταγενέστερη μελέτη αναφέρει ακόμη πιο χαμηλό επιπολασμό 0,78/1000 γεννήσεις. 19 Ο ρυθμός προσβολής μεταξύ των δύο φύλων εμφανίζει σαφή υπεροχή μεταξύ των αρρένων έναντι των θήλεων εμβρύων (280/167). 20 Τα άρρενα έμβρυα είχαν ένα ελαφρώς μεγαλύτερο μέγεθος κόλπων, έναντι των θήλεων, σε μία μελέτη που διεκπεραιώθηκε το 1995. Το μέσο μέγεθος των κόλπων έδειξε φυσιολογική κατανομή, σε όλα τα έμβρυα που ελέγχθηκαν, και ήταν 6.1mm ± 1.3 (τυπική απόκλιση). Όταν τα έμβρυα διαχωρίστηκαν με βάση το φύλο, η μέση διάμετρος των κόλπων στα 122 θήλεα έμβρυα ήταν 5.8 mm±1,3 (SD), ενώ η μέση διάμετρος των κόλπων στα 97 άρρενα έμβρυα ήταν 6.4mm ± 1.3 (SD). Η διαφορά στο μέσο μέγεθος ήταν στατιστικά σημαντική (P <.005). 21 Φυσιολογική κατανομή παρατηρήθηκε επίσης στο μέσο πλάτος των κόλπων, των πλάγιων κοιλιών ενός πληθυσμού 543 εμβρύων που ήταν 6.5mm ± 1.4 (τυπική απόκλιση), εκ των οποίων τα άρρενα είχαν πλάτος κόλπου 6.7mm ± 1,3 (SD) έναντι 6.3mm ± 1.4 (SD) στα θήλεα εμβρύων (P <0,001). Το πλάτος των κόλπων ήταν ≥ από 8.5 mm στο 10% των αρρένων και στο 7% των θηλέων εμβρύων (P> 0,05, NS). 22
Σύνδεση με την ανευπλοειδία
Η επίπτωση της ανευπλοειδίας ήταν πάντοτε υψηλή και βρέθηκε μεγαλύτερη από 15% σε όλες τις περιπτώσεις σοβαρής και οριακής κοιλιομεγαλίας (VM) οι οποίες συσχετίστηκαν με επιπλέον δομικές εμβρυϊκές ανωμαλίες. 23 - 26 Αντιθέτως, η επίπτωση της ανευπλοειδίας ήταν σχετικά χαμηλή σε περιπτώσεις μεμονωμένης οριακής κοιλιομεγαλίας (10-15mm) και κυμάνθηκε στις διάφορες μελέτες από 3-15%. 20 , 27 - 30 Ο Nicolaides και οι συνεργάτες του ανέφεραν μικρότερη συχνότητα εμφάνισης παθολογικού καρυότυπου επί σοβαρής κοιλιομεγαλίας παρά επί οριακής. 28 Οι Gaglioti και συνεργάτες δεν διαπίστωσαν κανένα παθολογικό καρυότυπο στις δικές τους 29 περιπτώσεις βαριάς μεμονωμένης κοιλιομεγαλίας. 25 Η τρισωμία 21 ήταν η συνηθέστερη χρωμοσωμική ανωμαλία που ανιχνεύτηκε. 43 Το εύρημα της VM εμφανίζεται στο 0,15% των ευπλοειδικών εμβρύων και στο 1,4% των εμβρύων με τρισωμία 21, παρέχοντας μια αναλογία πιθανότητας 9. Ως εκ τούτου, η διερεύνηση της ανευπλοειδίας παρουσία αυτού του ευρήματος μπορεί να είναι κατάλληλη, ανάλογα με τον προϋπάρχοντα κίνδυνο ανευπλοειδίας. 31
Συσχετιζόμενες ανωμαλίες
Αρκετές μελέτες ανέφεραν συχνότητα εμφάνισης συσχετιζόμενων ανωμαλιών (νευρικές και εξωνευρικές) έως και 50%. 24 , 27 , 43 , 67 Ορισμένες από αυτές τις ανωμαλίες μπορεί να αναγνωρίζονται εύκολα στο υπερηχογράφημα ρουτίνας, για παράδειγμα ανοιχτές βλάβες του νευρικού σωλήνα (δισχιδής ράχη). Ωστόσο, είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν άλλες δυσπλασίες, όπως αγενεσία του μεσολόβιου (ACC) και οι φλοιώδεις δυσπλασίες του εγκεφάλου. Σε μία αναδρομική μελέτη που εκπονήθηκε το 1998 και αφορούσε 141 έμβρυα με VM, το μεγαλύτερο ποσοστό εξ αυτών, περίπου 36% (50/141 περιπτώσεις) συνδέθηκε με μυελομηνιγγοκήλη η οποία διαγνώστηκε περί την 25η εβδομάδα. Η ACC παρατηρήθηκε σε ποσοστό 11% (16/141 περιπτώσεις), 8 από τις οποίες διαγνώστηκαν προγεννητικά. Σε 6 περιπτώσεις (4%), η αιτιολογία ήταν συγγενείς λοιμώξεις (toxoplasma, cytomegalovirus, rubella), σε 10 περιπτώσεις (7%) χρωμοσωμικές ανωμαλίες οι οποίες πάντα συνδυαζόταν με άλλες υπερηχογραφικές ανωμαλίες. 27
Σύνδεση με ιογενείς λοιμώξεις
Η συγγενής εμβρυϊκή λοίμωξη από ιούς θεωρήθηκε αιτία της ήπιας VM, και, ως πιθανά παθογόνα ενοχοποιήθηκαν το τοξόπλασμα, ο κυτταρομεγαλοϊός (CMV) και η ερυθρά. 28 , 29 Η συχνότητα ανίχνευσης του CMV, ως αιτία ήπιας VM, κυμαίνεται από 0-5%, αλλά στην πλειονότητα των περιπτώσεων πέρα από το εύρημα της ήπιας VM στο υπερηχογράφημα μπορεί να υπάρχουν επιπλέον ευρήματα εμβρυοπάθειας ως επί συγγενών λοιμώξεων: ηπατοσπληνομεγαλία, υπερηχογενές έντερο, ασβεστώσεις ήπατος και ασκίτης. 30 , 33 , 34
Υπερηχογραφική διάγνωση
Η μέτρηση του πλάτους των κόλπων συνιστά την πλέον αποτελεσματική προσέγγιση στην αξιολόγηση της ακεραιότητας του κοιλιακού συστήματος, καθώς το μέγεθος των κόλπων δεν μεταβάλλεται σημαντικά στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης, 8 , 35 , 36 ενώ η κοιλιομεγαλία αποτελεί τον συχνότερο δείκτη της μη φυσιολογικής εγκεφαλικής ανάπτυξης. 37 Η μέτρηση αναφοράς λαμβάνεται στο σφαιρικό επίπεδο του χοριοειδούς πλέγματος, 38 κάθετα προς την κοιλότητα του κόλπου, τοποθετώντας τους παχυμετρικούς δείκτες εσωτερικά της ηχοαντανάκλασης που παράγεται από το πλάγιο τοίχωμα. 8 , 39 Η σοβαρότητα της κοιλιομεγαλίας (VM) βασίζεται σε αυστηρά κριτήρια που προκύπτουν από το πλάτος του κόλπου της πλάγιας κοιλίας 40 : ως ήπια θεωρείται η VM όταν το πλάτος του κόλπου είναι 10-12mm, μέτρια όταν είναι 12-15mm και σοβαρή όταν είναι > 15mm. 20 , 41
Ανεξάρτητα από τον χρόνο εκτίμησης των κόλπων, το αξονικό επίπεδο ελέγχου κατά την διακοιλιακή προσπέλαση δεν επιτρέπει την ταυτόχρονη απεικόνιση των δύο κοιλοτήτων των κοιλιών λόγω της ύπαρξης τεχνουργημάτων (artifacts) που καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος του ημισφαιρίου που βρίσκεται κοντά στον ηχοβολέα. Το εμπόδιο αυτό μπορεί να παρακαμφθεί με την τεχνική της "υπό γωνία" εξέτασης της εγγύς εμβρυϊκής κοιλίας. Η απεικόνιση και η μέτρηση της εγγύς κοιλίας μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς δυσκολία στο 77% των περιπτώσεων, με δυσκολία στο 19% και είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί στο 4% των περιπτώσεων. Η μέση χρονική διάρκεια που απαιτείται ανέρχεται σε επιπλέον 4,2 λεπτά εξέτασης. 42 Στο πιθανό σφάλμα της μέτρησης κατά την υπερηχογραφική αξιολόγηση της πλάγιας κοιλίας αναφέρθηκε ο Heiserman και οι συνεργάτες του οι οποίοι διαπίστωσαν ότι η μέτρηση μπορεί να υποβληθεί σε σφάλματα εξαιτίας της χρήσης ενός ασύμμετρου επίπεδου εικόνας, μιας τεχνικής μέτρησης υπό γωνία, ή μιας ακατάλληλης επιλογής των ορίων των κοιλιών, τα οποία τείνουν σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα. 9
Για την επιβεβαίωση της παρουσίας της κοιλιομεγαλίας οι Guibaud και Lacalm πρότειναν μία μέθοδο βαθμολόγησης εικόνων-5-κριτηρίων, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί είτε ως πρώτο βήμα ποιοτικού ελέγχου είτε, τουλάχιστον, ως εργαλείο αυτόματης αξιολόγησης στην κλινική πρακτική. 40 , 46
| Κριτήρια | Βαθμολογία | Ανατομικές και τεχνικές προϋποθέσεις |
|---|---|---|
| Αξονικό διακοιλιακό επίπεδο | 0-2 | Το δρέπανο πρέπει να είναι: α) κάθετο προς τη δέσμη υπερήχων και β) ισαπέχων από τα όρια των θόλων του κρανίου |
| Επαρκές ανατομικό επίπεδο | 0-1 | Προσδιορίζεται σαφώς ως οδηγό σημείο πρόσθια η κοιλότητα του διάφανους διαφράγματος (cavum septum pellucidi) και οπίσθια το τριγωνικό υγρό σχήματος V της περιβάλλουσας δεξαμενής (ambient cistern) |
| Θέση κόλπου | 0-1 | Η μέτρηση πραγματοποιείται απέναντι από το βαθύτερο σημείο της βρεγματοινιακής αύλακας (parieto-occipital sulcus) |
| Διαστημόμετρο | 0-2 | Οι παχυμετρικοί δείκτες πρέπει: α) να αγγίζουν τα έσω όρια του τοιχώματος της κοιλίας στο ευρύτερο τμήμα της και β) να ευθυγραμμίζονται κάθετα στον μακρύ άξονα της κοιλίας. |
| Μέγεθος εικόνας | 0-1 | Η μεγέθυνση της εικόνας γίνεται τόσο ώστε να καταλαμβάνει ολόκληρη την οθόνη και να απεικονίζονται τα εγγύς αλλά και τα απομακρυσμένα όρια των θόλων του κρανίου |
| Μέγιστη συνολική βαθμολογία 7 | ||
Στρατηγική διαχείρισης
Ενώ η διάγνωση της κοιλιομεγαλίας (VM) είναι μια σχετικά εύκολη υπόθεση η διαχείριση του ευρήματος αυτού αποτελεί ένα πολύ δύσκολο γεγονός. Το εύρημα της κοιλιομεγαλίας πρέπει να αποτελέσει την βάση της προσεκτικής εξέτασης του εμβρυϊκού εγκέφαλου και της συστηματικής διερεύνησης για την αναζήτηση της αιτιολογίας της κατάστασης αυτής. 43 , 44 Όταν δεν εντοπίζεται καμιά αιτία, η VM αναφέρεται ως "μεμονωμένη", υποδηλώνοντας ότι τόσο η υποκείμενη παθοφυσιολογία όσο και η αιτιολογία παραμένουν αδιευκρίνιστες. Αυτό αντιπροσωπεύει, εξ ορισμού, μια προσωρινή διάγνωση αποκλεισμού κάποιας παθολογίας. Κατά τον Melchiorre και τους συνεργάτες του, η παροχή συμβουλών σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι ένα ιδιαίτερα δύσκολο γεγονός, καθώς η "μεμονωμένη" κοιλιομεγαλία μπορεί να αποτελεί ένα καλόηθες εύρημα, αλλά μπορεί επίσης να συσχετίζεται με ανευπλοειδία, συγγενείς εμβρυϊκές λοιμώξεις, εγκεφαλικές αγγειακές βλάβες ή άλλες εγκεφαλικές ή και εξω-εγκεφαλικές ανωμαλίες οι οποίες πρέπει να διερευνηθούν και να αποκλειστούν. 20
Η υπερηχογραφική ανίχνευση της μεμονωμένης ήπιας κοιλιομεγαλίας αυξάνει την πιθανότητα μακροχρόνιων προβλημάτων του τύπου της ψυχοκινητικής ανάπτυξης στο 9% των περιπτώσεων 23 – 25 , 46 και δικαιολογεί σχολαστικό προγεννητικό έλεγχο για αναζήτηση συναφών ανωμαλιών που φαίνεται να καθορίζουν την πρόγνωση της ήπιας κοιλιομεγαλίας. 24 , 47 Ωστόσο, κατά τον χρόνο της αρχικής διάγνωσης, η ψευδώς αρνητική διάγνωση της μεμονωμένης ήπιας VM, ανέρχεται σε ποσοστό 12.8% των περιπτώσεων (67/524). 20 Μια καλή πρακτική της συμβουλευτικής προς τους γονείς, που συνήθως λαμβάνει χώρα κατά τη στιγμή της αρχικής διάγνωσης και πριν τα αποτελέσματα της μακροχρόνιας παρακολούθησης είναι διαθέσιμα, θα ήταν η ενημέρωση πως, η φαινομενικά μεμονωμένη ήπια VM στην πραγματικότητα μπορεί να μήν είναι μεμονωμένη.
Η αμνιοπαρακέντηση είναι η ευκολότερη μέθοδος προσδιορισμού του εμβρυϊκού καρυότυπου, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει την καλλιέργεια του αμνιακού υγρού για ιική λοίμωξη μετά από ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 εβδομάδων μεταξύ της διάγνωσης της μητρικής λοίμωξης και της προγεννητικής διάγνωσης (PD). Σε περίπτωση αρνητικών ευρημάτων στο αμνιακό υγρό (AF) ή στο εμβρυϊκό αίμα (παρουσία αντισωμάτων IgM έναντι CMV μετα από ομφαλιδοπαρακέντηση) και επί απουσίας υπερηχογραφικών ανωμαλιών στις 22-23 εβδομάδες της κύησης, η εμβρυϊκή λοίμωξη και η νεογνική νόσος θα μπορούσαν να αποκλειστούν με μεγάλη σιγουριά. 48
Η προσθήκη της μαγνητικής τομογραφίας (MRI), μείωσε το ποσοστό των ψευδώς αρνητικών περιπτώσεων, της μεμονωμένης VM, παρέχοντας μια πιο ακριβή πρόβλεψη της έκβασης, 49 - 54 και της διαχείρισης της VM, 55 , 56 ενώ η μεταγεννητική προσθήκη της μαγνητικής τομογραφίας που πραγματοποιήθηκε σε 76 βρέφη, διέγνωσε επιπλέον ανωμαλίες που δεν ανιχνεύθηκαν προγεννητικά. 57 , 58 Ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα της μαγνητικής τομογραφίας (MRI) του εμβρυϊκού εγκεφάλου έναντι της υπερηχογραφίας είναι ότι επιτρέπει την ανάλυση του φλοιού του εγκεφάλου, καθώς μπορεί να αξιολογήση τον αναπτυσσόμενο εμβρυϊκό εγκέφαλο για ανωμαλίες της αυλάκωσης, δυσπλασίες του φλοιού και ανωμαλίες μεταναστευτικού τύπου των λευκοκυττάρων δια του τοιχώματός τους. H MRI εκτιμάται καλύτερα μεταξύ 30 και 32 εβδομάδων της κύησης και προσθέτει σημαντικές επιπλέον πληροφορίες στο 6-10% των περιπτώσεων της VM. 59 - 61
Δεν υπάρχει ομοφωνία σχετικά με την συχνότητα παρακολούθησης εμβρύων με ήπια VM, μετά την αρχική διάγνωση. Ωστόσο, επαναληπτικά υπερηχογραφήματα πρέπει να διενεργούνται ανά μήνα ή ανά δύο εβδομάδες, ανάλογα με την βαρύτητα της VM, επειδή υπάρχει η προοπτική της επιδείνωσης της κατάστασης της VM στο 16% των περιπτώσεων και επειδή ένα ποσοστό 12,8% των ανωμαλιών που συνυπάρχουν είναι μη ορατές στα αρχικά υπερηχογραφήματα. 20 , 63 Ανάλογα με την ηλικία κύησης κατά τη διάγνωση, πρέπει να διενεργηθεί τουλάχιστον μία λεπτομερής εξέταση με υπερηχογράφημα ολόκληρου του εμβρύου μεταξύ 28-34 εβδομάδες, προκειμένου να αναζητηθούν νευρικές και εξωνευρικές ανωμαλίες που μπορεί να μην είναι εμφανείς κατά την εξέταση β' επιπέδου. Οι ανωμαλίες αυτές μερικές φορές μπορεί να αποκαλυφθούν όψιμα κατά τη διάρκεια της κύησης, να αλλάξουν ή ακόμη και να εξαφανιστούν με την πρόοδο της κύησης. 64 Στις περιπτώσεις επιμένουσας κοιλιομεγαλίας, ως μεταγεννητική κατευθυντήρια γραμμή, συνιστάται υπερηχογραφία κρανίου στις 7-10 ημέρες της βρεφικής ζωής.
Φυσική ιστορία και έκβαση
Η Parilla και οι συνεργάτες της αξιολόγησαν την έκβαση της ήπιας κοιλιομεγαλίας στην μελέτη τους που αφορούσε 63 περιπτώσεις. Στο 41% των περιπτώσεων (26/63) η κατάσταση ομαλοποιήθηκε αυτόματα (πλάτος κοιλίας ˂ από 10mm), στο 43% (27/63) σταθεροποιήθηκε (πλάτος κοιλίας 10-15mm), ενώ στο 16% (10/63) εξελίχτηκε (πλάτος κοιλίας ˃ 15mm. 62 Τον ίδιο πάντως κίνδυνο επιδείνωσης της VM, 15.6%, αναφέρει και ο Melchiorre με τους συνεργάτες του στην δική τους μελέτη. 20 Κάποιες μελέτες συσχέτισαν την έγκαιρη ανίχνευση της ήπιας VM με χειρότερη μεταγεννητική έκβαση 63 ή αντίθετα με ένα καλύτερο αποτέλεσμα εάν η VM ομαλοποιηθεί κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ζωής. 26 Ωστόσο, η μελέτη των Falip και συνεργατών εξέτασε τα συγκεκριμένα ζητήματα σε 101 περιπτώσεις και δεν βρήκε συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας κύησης κατά τη διάγνωση ή της ομαλοποίησης και της έκβασης της VM. 57 Η περιγεννητική θνησιμότητα φτάνει περίπου τις 37/1000 γεννήσεις και συσχετίστηκε συχνά με σοβαρή υπολειπόμενη ανάπτυξη. 43
Πρόγνωση
Αν και μεταξύ των δύο φύλων η αναλογία προσβολής άρρεν/θήλυ είναι 1,7 και εμφανίζει σαφή υπεροχή στα άρρενα έμβρυα (280/167), το ανδρικό φύλο θεωρήθηκε πως σχετίζεται με ελαφρά καλύτερη πρόγνωση. Ωστόσο, το αποτέλεσμα αυτό δεν ήταν στατιστικά σημαντικό, μια και τα θήλυ βρέφη εμφάνισαν ποσοστό νευρολογικής υστέρησης 10,7% (13/121) έναντι 5,6% των αρρένων βρεφών (11/197), σχετικός κίνδυνος (RR), 1.924, 95% CI, 0.891-4.157, Ρ = 0.141. 20
Διάφοροι ερευνητές πρότειναν πως το τελικό πλάτος των κόλπων των πλάγιων κοιλιών καθορίζει το νευρολογικό αποτέλεσμα 24 , 25 , 33 , 43 , 44 , 65 και γενικά υποδηλώνει ότι μια μέτρηση 10-11,9mm συσχετίζεται με ένα καλύτερο αποτέλεσμα από μια μέτρηση 12-15mm. 66 - 68 Όμως, εκτός από τις συσχετιζόμενες ανωμαλίες, τρία κριτήρια συνδέθηκαν σε ποσοστό 15,7%, με δυσμενή προγνωστική έκβαση: α) το πλάτος των κόλπων ≥ από 12mm, β) η προοδευτική διάταση της κοιλίας ˃ από 3mm και γ) η ασύμμετρη, αμφίπλευρη διάταση των κοιλιών. 65 Ως ασύμμετρη αμφίπλευρη διάταση των κοιλιών ορίστηκε μια διαφορά στο πλάτος των κοιλιών ≥ από 2mm. 59 Η δυσμενής έκβαση του τύπου της νευροαναπτυξιακής διαταραχής μεταξύ ήπιας μονόπλευρης και αμφίπλευρης VM κυμάνθηκε από 0% 44 , 66 έως 10%, 68 , 69 ενώ μεταξύ συμμετρικής και ασύμμετρης αμφίπλευρης VM σε 4% και 50%, αντίστοιχα. 65 Η παρουσία ασυμμετρίας, του κοιλιακού συστήματος, μπορεί να είναι ένας δυσμενής προγνωστικός παράγοντας, ωστόσο οι νευροαναπτυξιακές διαταραχές θα πρέπει να διερευνηθούν σε μεγαλύτερους πληθυσμούς. Αρκετές μελέτες έδειξαν ότι η μεμονωμένη ήπια VM σχετίζεται με νευροψυχιατρικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένου του αυτισμού, της διαταραχής της έλλειψης προσοχής, της μαθησιακής δυσλειτουργίας και της σχιζοφρένειας. 70 - 72
Τα νεογνά που γεννιούνται με ήπια μεμονωμένη VM δεν έχουν αυξημένη ενδοκράνια πίεση, ενδομήτρια, και η περιφέρεια κεφαλής βρίσκεται συνήθως εντός των φυσιολογικών ορίων σύμφωνα με τα διαγράμματα ανάπτυξης, ενώ η πρόσθια πηγή δέχεται φυσιολογική πίεση. Η περεταίρω διόγκωση των κοιλιών μαζί με την δυσανάλογη αύξηση της περιφέρειας της κεφαλής εγείρουν ανησυχία για την παρουσία υδροκέφαλου. 73 Ωστόσο, η στάσιμη, ήπια μεμονωμένη VM, μπορεί να διαγνωστεί με ασφάλεια μεταγεννητικά. Όμως, τα παιδιά αυτά, αν και εμφανίζονται φυσιολογικά κατά τη γέννηση, το 1/3 έως το 1/5 θα πάσχουν από κάποιου βαθμού νοητικής και ψυχοκινητικής υστέρησης, χωρίς να σταθμίζεται, η εκμάθηση, η ψυχολογική ευεξία και οι κινητικές τους δεξιότητες κατά τα σχολικά έτη ή μετέπειτα, επειδή δεν μελετήθηκαν επαρκώς. 57 , 74 Επίσης, δεν υπάρχει πληθώρα στατιστικών στοιχείων που να υποδηλώνουν, ότι τα φυσιολογικά αυτά παιδιά κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν χωρίς πρόσθετα προβλήματα, αν και μια ιστορική μελέτη εμφανίζει αντικρουόμενα αποτελέσματα.
Στα μεσοπρόθεσμα νευρολογικά αποτελέσματα αναφέρεται η μελέτη της Paula Gómez-Arriaga, η οποία έδειξε εντελώς φυσιολογική έκβαση στα περισσότερα βρέφη (13/18, 72.2%). Νευρολογικές διαταραχές ανιχνεύθηκαν σε 5 ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων των 3 με ήπια έως μέτρια γλωσσική δυσλειτουργία που απαιτούσε λογοθεραπεία, 1 με αριστερή ημιπάρεση που επηρέαζε κυρίως το αριστερό χέρι το οποίο θεραπεύτηκε επιτυχώς και ένα βρέφος με προοδευτική επιδείνωση της VM, το οποίο έπασχε από σοβαρή πνευματική υστέρηση σε ηλικία 12 μηνών, και απαιτήθηκε επέμβαση παράκαμψης (Shunt) του ΕΝΥ. 75 Παρόμοια νευρολογικά αποτελέσματα εμφανίζουν και οι Laskin και συνεργάτες του, σε 137 περιπτώσεις που παρακολουθήθηκαν για τους 20 πρώτους μήνες της ζωής τους, το 79% είχε φυσιολογική νευρολογική ανάπτυξη, το 10% ελαφρώς καθυστερημένη και το 11% μέτρια έως σοβαρή καθυστερημένη νευρολογική ανάπτυξη. 76
Παρακολούθηση βρέφους
Η μεταγεννητική αξιολόγηση από παιδίατρο αποσκοπεί στον εντοπισμό διαταραχών που μπορεί να παρέμειναν ανεξιχνίαστες προγεννητικά. 76 , 77 Συνιστάται, επίσης, μακροχρόνια παρακολούθηση από ψυχολόγο, τουλάχιστον μέχρι την ηλικία των 6 ετών, προκειμένου να επιτραπεί η έγκαιρη αναγνώριση διαταραχών όπως: έλλειψης προσοχής, υπερκινητικότητα, και, αξιολόγηση της επιτυχίας στην εκπαίδευση. 26 Σε μια μελέτη με εκτενή ανασκόπηση του νευροαναπτυξιακού αποτελέσματος, σε παιδιά με μεμονωμένη ήπια VM, οι Wyldes και ο Watkinson κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η παρακολούθηση θα πρέπει να συνεχίζεται έως ότου αναπτυχθεί φυσιολογικά το νεογνό και η παραπομπή για ειδική εκπαιδευτική παρέμβαση πρέπει να διεξάγεται έγκαιρα σε περιπτώσεις νευροαναπτυξιακής υστέρησης 78 καθώς αυτό μπορεί να βελτιώσει την έκβαση του αποτελέσματος. 79 Οι νευρολογικές επιδώσεις αξιολογούνται με την χρήση ειδικών εργαλείων όπως η κλίμακα Bayley, η κλίμακα Griffiths και τα προγράμματα καλλιέργειας δεξιοτήτων τα οποία μπορούν να προσδιορίσουν διαφορετικούς τύπους νευρολογικής υστέρησης. Ο Falip και συνεργάτες του προτείνουν MRI, μετά την ηλικία του ενός έτους, για να αποκλειστούν βλάβες της λευκής ουσίας που δεν είναι ανιχνεύσιμες κατά τη διάρκεια της ενδομήτριας ή της πρόωρης βρεφικής ζωής. 57
Επιδημιολογικά δεδομένα
Τα μεσοκοιλιακά ελλείμματα αποτελούν το 40% των συγγενών καρδιοπαθειών, είναι η συχνότερη συγγενής καρδιοπάθεια (ΣΚ) στα βρέφη με συχνότητα εμφάνισης 4 στις 10.000 γεννήσεις. Παρουσιάζονται σποραδικά αλλά το 5% των περιπτώσεων οφείλεται σε οικογενειακή κληρονομικότητα (Nyberg DA, Emerson DS: Cardiac malformations. In: Nyberg DA, Mahony BS, Pretorius DH, (ets): Diagnostic Ultrasound of Fetal Anomalies, St. Louis Mosby Year Book 1990, pp 300-340). Εάν το έλλειμμα είναι μικρότερο από 2 mm, ή βρίσκεται στο περιμεμβρανώδες τμήμα του μεσοκοιλιακού χωρίσματος, μπορεί να διαφύγει την διάγνωση. Τα μεγαλύτερα ανιχνεύονται ευκολότερα, ωστόσο ένα μεγαλύτερο μεμονωμένο μεσοκοιλιακό έλλειμμα, αρχικά δεν προκαλεί σημαντικές αιμοδυναμικές διαταραχές στο έμβρυο. Ανάλογα με την θέση εντόπισης διακρίνονται σε περιμεμβρανώδη, μεμβρανώδη και μυικά.
Τα αίτια
Η αιτιολογία των μεσοκοιλιακών ελλειμμάτων είναι ετερογενής και αποτελεί σήμερα το αντικείμενο εντατικής έρευνας. Μπορεί να διαχωριστεί σε γενετικά και μη γενετικά αίτια. Τα μη γενετικά αίτια της (ΣΚ) συμπεριλαμβάνουν νοσήματα της μητέρας όπως ερυθρά, σακχαρώδης διαβήτης και λήψη εμβρυοτοξικών φαρμάκων (χλωροδιαζεποξείδη, κλομιφαίνη, κορτιζόνη, δεξτροαμφεταμίνη, αιθοσουξιμίδη,υδαντοίνη, φαιναντοίνη). Περίπου το 17% των (ΣΚ) συμβαίνουν σε συνδυασμό με κάποιο αναγνωρισμένο γενετικό σύνδρομο το οποίο προκαλεί την βλάβη και τελευταία η συμβολή τους θεωρείται ακόμα μεγαλύτερη, ιδίως μετά από την χρήση των τεχνικών της μοριακής γενετικής οι οποίες εντόπισαν πολυάριθμες θέσεις γονιδίων, αναγνωρίζοντας έτσι πληθώρα χρωμοσωμικών ανωμαλιών.
Μεσοκοιλιακά ελλείμματα και κληρονομικά γενετικά σύνδρομα
Τα κυριότερα κληρονομικά γενετικά σύνδρομα στα οποία απαντώνται μεσοκοιλιακά ελλείμματα (ASD), καθώς και άλλες εξωκαρδιακές ανωμαλίες είναι (Nisand I, Spielman A, Kohler A, Dellenbach P: le coeur foetal. Aspects morphologiques et functionnels. In Diagnostic Antenatal des malformations foetales par l' echographie, Ed VIGOT, Paris 1985, p39-68):
1. το σύνδρομο Holt-Oram το οποίο φαίνεται ότι προκύπτει από μεταλλάξεις του γονιδίου ΤΒΧ5Τ (διαγραφή/διπλασιασμός) και χαρακτηρίζεται από σκελετικές ανωμαλίες του αντιβράχιου, της άκρας χειρός (απουσία αντιχείρων, συνδακτυλία, ημιμελία, υποπλασία κερκίδας, ανωμαλίες ωλένης) και ανωμαλίες της κλείδας
2. το σύνδρομο Ellis-Van Greveld που σχετίζεται με σκελετικές ανωμαλίες, όπως δυσανάλογα βραχέα άκρα και πολυδακτυλία
3.το σύνδρομο Noonan, το οποίο περιέχει χαρακτηριστικά του συνδρόμου Turner (χαμηλό ανάστημα, δυσμορφία προσώπου, υπερτελορισμό, πτερύγια τραχήλου, θώρακας δίκην ασπίδας, αλλά με φυσιολογικό καρυότυπο
4. το σύνδρομο Beckwith-Wiedeman, το οποίο συμπεριλαμβάνει ομφαλοκήλη, μακρογλωσσία, αύξηση του μεγέθους των οργάνων της κοιλιάς.
Ο κίνδυνος υποτροπής μπορεί να φτάσει στο 25-50% αν υπάρχει κάποιο κληρονομικό σύνδρομο με υπολειπόμενο σωματικό ή κυρίαρχο σωματικό χαρακτήρα (McKusick VA: Mendelian inheritance in man. In: Catalogs of Autosomal Dominant, Autosomal Recessive and X-linked Phenotypes, ed. 7. Baltimore, The John Hopkins Press, 1986).
Κληρονομικότητα
Εδώ και καιρό έχει επικρατήσει η άποψη που διατείνεται, πως η αιτιολογία των περισσότερων συγγενών καρδιοπαθειών (ΣΚ) είναι πολυπαραγοντική με αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Μόνο όμως το 10-15% όλων των (ΣΚ) έχει αποδοθεί αιτιολογικά σε γνωστές χρωμοσωμικές ανωμαλίες, γενετικά σύνδρομα και τερατογενετικές εμβρυοπάθειες. Με βάση αυτό το πολυπαραγοντικό μοντέλο, ο κίνδυνος υποτροπής για μια μεμονωμένη (ΣΚ) τροποποιείται για κάθε οικογένεια βασιζόμενος στον αριθμό των προσβεβλημένων συγγενών και την βαρύτητα της ανωμαλίας στο αρχικώς προσβληθέν άτομο. Σε απουσία γνωστού γενετικού συνδρόμου, ο κίνδυνος για (ΣΚ) αυξάνεται αν ο ένας από τους δύο γονείς πάσχει από (ΣΚ) ή εάν υπάρχει προηγούμενο παιδί στην οικογένεια με το ίδιο πρόβλημα. Για την βλάβη της μεσοκοιλιακής επικοινωνίας, ο κίνδυνος επανεμφάνισης μέσα στην ίδια οικογένεια είναι, 2% όταν πάσχει ένα παιδί, 10% όταν πάσχουν δύο παιδιά. Άν ο πατέρας πάσχει με την νόσο, η πιθανότητα να πάσχει το παιδί είναι 2%, ενώ όταν πάσχει η μητέρα, είναι 10% (Μακρυδήμας Γ., Λώλης Δ., Νικολαίδης Κ., Προγεννητική Διάγνωση και Θεραπεία, p 79, εκδόσεις Παρισιάνου 1999).
Η σύνδεσή της με την ανευπλοειδία
Τα μεσοκοιλιακά ελλείμματα σε ποσοστό 50-100% συσχετίζονται με διάφορες χρωμοσωμικές ανωμαλίες, κυρίως:
τρισωμία 21 (σύνδρομο Down)
τρισωμία 18 (σύνδρομο Edwards)
τρισωμία 13 (σύνδρομο Patau)
τρισωμία 9
τρισωμία 8.
Επίσης σε ποσοστό 20-25% σχετίζονται με σπάνιες χρωμοσωμικές ανωμαλίες, όπως το σύνδρομο Cri du Chat και την μερική μονοσωμία του χρωμοσώματος 13.
Α) Το σύνδρομο CRI DU CHAT (σύνδρομο κλάματος γαλής) προκαλείται από διαγραφή στο μικρό βραχίονα του χρωμοσώματος 5p, εμφανίζεται σε ποσοστό 1:20.000 και χαρακτηρίζεται από:
Κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες

μικροκεφαλία
μικρογναθία
υπερτελορισμός
υποπλασία ρινικού οστού
παρεγκεφαλιδική ανωμαλία
εγκεφαλοκήλη
κοιλιομεγαλία
Ανωμαλίες τραχήλου

αυξημένο πάχος αυχενικής διαφάνειας
κυστικό ύγρωμα
Άλλες

ύδρωπα
υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη (JUGR)
Β) Η ΜΕΡΙΚΗ ΜΟΝΟΣΩΜΙΑ του μακρού βραχίονα (q) του χρωμοσώματος 13, είναι σπάνια. Τα νεογνά με την ανωμαλία αυτή μπορεί να εμφανίζουν:
Κρανιοπροσωπικές ανωμαλίες

μικροκεφαλία
μικρογναθία
λαγόχειλο
λυκόστομα
μικροφθαλμία
επιπέδωση μύτης
"τριγωνοκεφαλία"
Δυσπλασίες άνω και κάτω άκρων

υποπλαστικούς ή απουσιάζοντες αντίχειρες
κλινοδακτυλία 5ου δακτύλου
συνδακτυλία
ραιβοϊπποποδία
Ανωμαλίες γεννητικών οργάνων

υποσπαδίας
κρυψορχία
μικρό πέος
περινεϊκό συρίγγιο
Έκβαση και στρατηγικές διαχείρισης
Τα μεμονωμένα μεσοκοιλιακά ελλείμματα που διαγιγνώσκονται προγεννητικά δεν χρειάζονται ιδιαίτερη μαιευτική αντιμετώπιση. Είναι σημαντικό να καθορίζεται όμως η θέση εντοπισμού τους, γιατί σε ένα ποσοστό 65% από αυτά που εντοπίζονται στο μυικό τοίχωμα του μεσοκοιλιακού διαφράγματος, θα κλείσουν σιγά-σιγά μέσα στα επόμενα 5 χρόνια της ζωής, ενώ μόνο το 25% από αυτά του μεμβρανώδους ή περιμεμβρανώδους τμήματος θα κλείσουν από μόνα τους. Όταν τα μεσοκοιλιακά ελλείμματα συνδυάζονται με πολύπλοκες (ΣΚ), επιβάλλεται ενίοτε τροποποίηση του χρόνου και του τρόπου του τοκετού. Μετά την γέννηση, μέτρια ή μεγάλα ελλείμματα που συνοδεύονται από καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει να συγκλείονται πρώιμα. Μικρά ασυμπτωματικά ελλείμματα συγκλείονται αυτόματα ή υποβάλλονται σε προγραμματισμένη χειρουργική διόρθωση σε μεγαλύτερη ηλικία. Στους ασθενείς που έγινε χειρουργική σύγκλιση του ελλείμματος, ένα ποσοστό 5,5% θα χρειαστεί και 2η επέμβαση για την οριστική σύγκλειση της υπολειμματικής ή επανεμφανιζόμενης μεσοκοιλιακής επικοινωνίας.
Όταν δεν υπάρχουν άλλες ανατομικές ανωμαλίες και το μεσοκοιλιακό έλλειμμα αποτελεί μεμονωμένο εύρημα ο χρωμοσωμικός έλεγχος θεωρείται επιβεβλημένος (προσωπική άποψη), ανεξάρτητα από την μητρική ηλικία, την ηλικία κύησης και το οικογενειακό ιστορικό, γιατί η πιθανότητα συνύπαρξης τρισωμίας 21 (η πιο συχνή χρωμοσωμική ανωμαλία) είναι 1:1400 γεννήσεις.
Περιγραφή και ορισμός
Ο ομφάλιος λώρος στον άνθρωπο αναπτύσσεται φυσιολογικά με δύο αρτηρίες και μία φλέβα. Η μονήρης αρτηρία του ομφάλιου λώρου είναι μια κατάσταση στην οποία λείπει μία αρτηρία.
Επιδημιολογικά στοιχεία
Ο επιπολασμός της μονήρης ομφαλικής αρτηρίας (SUA), όπως διαπιστώθηκε με υπερηχογραφική εξέταση κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου, είναι 0,4% έως 0,6% σε μονήρεις κυήσεις ή περίπου 1/200 γεννήσεις, 1 - 3 με συχνότερη την απουσία της αριστερής ομφαλικής αρτηρίας που παρατηρείται στο 58,8% των περιπτώσεων (60/102). 4 Σε ορισμένες μελέτες, η απουσία της αριστερής ομφαλικής αρτηρίας συνδέθηκε στενότερα με σύνθετες γεννετικές ανωμαλίες και ανευπλοειδία.5,6 Περίπου στο 80% των περιπτώσεων, η (SUA) αποτελεί μεμονωμένο εύρημα και δεν συσχετίζεται με ανευπλοειδισμό. 6
Η κατανάλωση καπνού σχετίζεται με διπλάσιο κίνδυνο για μονήρη ομφαλική αρτηρία (SUA). 3 Ο επιπολασμός της μονήρης ομφαλικής αρτηρίας (SUA) σε δίδυμη κύηση είναι 1,7%, δεν συσχετίζεται με τη χοριονικότητα (απεικονίστηκε στο 2,4% και 1,8% των μονοχοριακών και διχοριακών διδύμων, αντίστοιχα) και συνολικά επηρεάζει το 1% των δίδυμων εμβρύων. 7
Αιτιοπαθογένεια
Μεταξύ των πιθανών αιτιοπαθογενετικών μηχανισμών είναι η αγενεσία ή η ατρησία μιας προηγούμενα φυσιολογικής ομφαλικής αρτηρίας και η δευτεροπαθής ατροφία της μεταγενέστερα λόγω θρόμβωσης.
Συσχετιζόμενες ανωμαλίες
Η μονήρης ομφαλική αρτηρία (SUA) συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο συγγενών ανωμαλιών σε μονήρεις κυήσεις ευπλοειδικών εμβρύων. Απαντώνται ιδίως καρδιακές και νεφρικές ανωμαλίες σε ποσοστό 5% και 7% αντίστοιχα, με συχνότερη την διάταση της νεφρικής πυέλου. 1 - 3 Το εύρημα αυτό ισοδυναμεί, με 20-πλάσιο και 3-πλάσιο κίνδυνο αντίστοιχα, για καρδιακές και νεφρικές ανωμαλίες. 2 Επίσης η μονήρης ομφαλική αρτηρία (SUA) έχει συνδεθεί με πρόωρο τοκετό και αυξημένη περιγεννητική θνησιμότητα και νοσηρότητα, όταν συνυπάρχει με άλλες ανωμαλίες.
Οι Petrikovsky και συν. το 1996, αξιολόγησαν μια ομάδα 12 εμβρύων με υποπλαστική ομφαλική αρτηρία. Ως υποπλαστική ορίστηκε η αρτηρία της οποίας η διάμετρος ήταν > από το 50% της άλλης. Η παρουσία υποπλαστικής ομφαλικής αρτηρίας συσχετίστηκε με αυξημένη περιγεννητική νοσηρότητα, συγγενείς ανωμαλίες και ανευπλοειδία. Ο μητρικός διαβήτης εντοπίστηκε συχνά, 4/12 (33%). 8
Η σχέση με την ανευπλοειδία
Ο κίνδυνο ανευπλοειδίας αυξάνεται σημαντικά από την συνύπαρξη της μονήρης ομφαλικής αρτηρίας (SUA) και των επιπλέον εμβρυϊκών ανωμαλιών. Όταν συνυπάρχει μία μεγάλη δυσμορφία με μονήρη ομφαλική αρτηρία (SUA), ο κίνδυνος ανευπλοειδίας είναι περίπου 4%, και αυξάνει μέχρι και 50%, αν υπάρχουν περισσότερες από μία ανωμαλίες. 9 Η μονήρης ομφαλική αρτηρία (SUA) απαντάται περίπου στο 19% των ανευπλοειδικών εμβρύων.4 Οι πιο συχνές χρωμοσωμικές ανωμαλίες ήταν, η τρισωμία 18, η τρισωμία 13 και η τριπλοειδία, οι οποίες αντιπροσώπευαν μαζί το 82,9% των περιπτώσεων. 9 Στην μελέτη του Lubusky M και συν. το 2007 ανιχνεύτηκε τρισωμία 21 σε 5/39 (12.8%). 4
Η μονή ομφαλική αρτηρία (SUA) ως μεμονωμένο εύρημα δεν φαίνεται να συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ανευπλοειδίας όπως έχει τεκμηριωθεί από πολλούς ερευνητές. 5 , 6 , 9
Η σχέση με το βάρος γέννησης
Η συσχέτιση μεταξύ της μεμονωμένης μονήρης ομφαλικής αρτηρίας (iSUA) και των λιποβαρών εμβρύων έχει καλά περιγραφεί, ωστόσο, παραμένει αμφιλεγόμενη. Διάφορες μελέτες πρόσφατα, εντόπισαν αυξημένο επιπολασμό λιποβαρών εμβρύων, ≤ από την 10η εκατοστιαία θέση ανάπτυξης για την ηλικία κύησης, σε έμβρυα με μεμονωμένη μονήρη ομφαλική αρτηρία (iSUA). 2 , 3 . Αντιφατικά ήταν τα αποτελέσματα από κάποιες άλλες μελέτες, οι οποίες δεν συμμερίζονται αυτήν την άποψη. 5 , 10 , 11
Υπερηχογραφικά ευρήματα
Η μονήρης ομφαλική αρτηρία (SUA) έχει ως αποτέλεσμα ομφάλιο λώρο δύο αγγείων, που δύναται να απεικονιστεί επαρκώς στο πρώτο τρίμηνο, όταν μία αρτηρία είναι ορατή κατά μήκος της μιας πλευράς της εμβρυϊκής ουροδόχου κύστης. Ομφάλιος λώρος δύο αγγείων, μπορεί εύκολα να τεκμηριωθεί κατά τη διάρκεια της συνήθους ανατομικής έρευνας δεύτερου τριμήνου, όταν σε εγκάρσια άποψη ελεύθερης έλικας ομφάλιου λώρου απεικονίζονται δύο αντί για τρία αγγεία, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του Αμερικανικού Ινστιτούτου της Υπερηχογραφίας στην Ιατρική. 12
Έκβαση και στρατηγικές διαχείρισης
Γενικά, τα έμβρυα με μεμονωμένη μονήρη ομφαλική αρτηρία (SUA), έχουν καλή έκβαση. Ωστόσο, λιποβαρή έμβρυα στην ομάδα αυτή βρέθηκαν στο 8% με 10%.5 , 6 Κατά την επιβεβαίωση της μονήρης ομφαλικής αρτηρίας (SUA), συνίσταται περαιτέρω προγεννητικός έλεγχος, για χρωμοσωμικό, βιοχημικό και ενζυμικό έλεγχο στο έμβρυο. Επίσης απαιτείται στοχευμένο υπερηχογράφημα για αναζήτηση επιπλέον καρδιακών, νεφρικών ή σκελετικών παθήσεων. Η επιλογή διακοπής της κύησης, επιβάλλεται σε διαπίστωση σοβαρών συγγενών διαμαρτιών και χρωμοσωμικών ανωμαλιών.